Ο Άγιος Νικόλαος Λασιθίου (300π.Χ.-…)

Ο Άγιος Νικόλαος είναι η πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου και βρίσκεται στη βόρεια ακτογραμμή της Κρήτης, στη Δυτική πλευρά του κόλπου του Μιραμπέλλου. Η ονομασία του προήλθε από το βυζαντινό εκκλησάκι που βρίσκεται στον όρμο Αγίου Νικολάου. Παλαιότερα ονομαζόταν «Μαντράκι», καθώς υπήρχαν πολλές μάντρες με κατσίκια που ξεχειμώνιαζαν. Άλλη γνωστή ονομασία, που ακόμα χρησιμοποιούν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, είναι «Γιαλός».

Ο Άγιος Νικόλαος
Η Λίμνη Βουλισμένη στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου

Η οικονομία της περιοχής βασίζεται στον τουρισμό, στην καλλιέργεια ελιάς και στη μη σταβλισμένη κτηνοτροφία. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 11.421 για την πόλη, 12.638 για την δημοτική ενότητα και 27.074 για τον διευρυμένο δήμο Αγίου Νικολάου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης είναι οι πολλές παραλίες της, οι οποίες συχνά πιστοποιούνται για την καθαριότητα και τις παροχές τους.

Ο αρχαίος και ο βυζαντινός Άγιος Νικόλαος

Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Λατούς προς Καμάρα, επίνειο της Λατούς Ετέρας (σημαντική ορεινή πόλη των Δωριέων, 3,5 χιλιόμετρα βόρεια της Κριτσάς). Οι δύο πόλεις αποτελούσαν μια διοικητική ενότητα τον 3ο π.Χ. αιώνα, λάτρευαν την ίδια θεότητα, την Ειλειθυία, προστάτιδα των τοκετών κι είχαν ενιαία νομίσματα που από το ένα μέρος εικόνιζαν την Ειλειθυία ή την Άρτεμη κι από το άλλο τον Ερμή με τη λέξη ΛΑΤΙΩΝ. Οι πολίτες της Λατούς προς Καμάρα ονόμαζαν τους εαυτούς τους Καμαρίτες.

Η Λατώ προς Καμάρα, ως λιμάνι, αναπτύχθηκε την περίοδο αυτή πληθυσμιακά και οικονομικά ενώ αντίθετα η Λατώ άρχισε να φθίνει. Από την περίοδο αυτή έχουν ανεβρεθεί αγάλματα, επιγραφές και πολλοί τάφοι στην περιοχή του ποταμού. Τα κτερίσματα των τάφων αρκετά από τα οποία είναι ενδιαφέροντα, εκτίθενται στο αρχαιολογικό Μουσείο.

Την πρώτη Βυζαντινή περίοδο εξακολουθούσε να υπάρχει ως αξιόλογη πόλη, η Επισκοπή Καμάρας, όπως αναφέρεται στο Συνέκδημο από τον Ιεροκλή.

Ο Άγιος Νικόλαος των Ενετών

Στις αρχές του 13ου αιώνα, ίσως το 1206, κατασκευάστηκε στο ύψωμα όπου σήμερα είναι η νομαρχία ένα φρούριο, πιθανόν από το Γενοβέζο Ενρίκο Πεσκατόρε. Το φρούριο ονομάστηκε Μιραμπέλλο και έδωσε το όνομά του στην επαρχία Μιραμπέλου και στον κόλπο. Το φρούριο καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό το 1303, αλλά οι Βενετοί το ανακατασκεύασαν. Το 1374 αναφέρεται ως Castro Mirabelli και διέθετε αποθήκη αλατιού από τις αλυκές της Ελούντας, το οποίο στη συνέχεια εξαγόταν στην Ευρώπη. Το φρούριο εγκαταλείφθηκε και έγινε αποθήκη όταν σταμάτησαν οι επαναστάσεις εναντίον των Βενετών.

Το φρούριο Μιραμπέλου καταστράφηκε το 1537 από Τούρκους πειρατές, αλλά ανακατασκευάστηκε σε σχέδιο του Μικέλε Σαμιτσέλι. Γύρω από το φρούριο αναπτύχθηκε οικισμός (βούργος). Στην απογραφή του Καστροφύλακα ο οικισμός αναφέρεται ως Mirabello proprio με 753 κατοίκους, κυρίως ψαράδες. Το 1630 αναφέρεται από τον Φραντσέσκο Μπαζιλικάτα ως Μιράμπελο Καστέλο και ότι στα ελληνικά ο οικισμός λεγόταν Βουλισμένη, από τη λίμνη.

Το 1646, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου, ο φρούραρχος Κολονέλο Μπαλντέλα παρέδωσε αμέσως το φρούριο στους Τούρκους που το περικύκλωσαν. Αυτή η πράξη θεωρήθηκε προδοσία και ο Μπαλντέλα κρεμάστηκε. Οι Βενετοί ανακατέλαβαν το φρούριο, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να το κρατήσουν στην κατοχή τους το κατέστρεψαν, αφού το φρούριο της Σπιναλόγκας κάλυπτε τις ανάγκες τους.

Το 1671 αναφέρεται στην τουρκική απογραφή ως Nefs Meranblo με 42 χαράτσια, που σημαίνει ότι κατοικούνταν. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 δεν αναφέρεται και η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Όμως το λιμάνι χρησιμοποιούταν για την εξαγωγή προϊόντων της επαρχίας όπως χαρούπια. Το 1845 ο Victor Raulin αναφέρει ότι υπήρχαν τέσσερις εκκλησίες ερειπωμένες που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες χαρουπιών.

Το Μαντράκι

Ο σύγχρονος οικισμός δημιουργήθηκε με την επανάσταση του 1866, από κατοίκους της Φουρνής, της Κριτσάς, του Ηρακλείου και των Σφακίων. Τα ερείπια του ενετικού φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά των νέων κτιρίων. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του 1881, όταν είχε 87 Χριστιανούς και 8 Τούρκους κατοίκους. Αρχικά ονομαζόταν «Μαντράκι» αλλά πήρε το όνομα «Άγιος Νικόλαος» από το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι του 9ου αιώνα που βρίσκεται στην χερσόνησο Αμμούδι, περίπου 2 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Το 1900 ο Άγιος Νικόλαος γίνεται η έδρα του Δήμου Κριτσάς. Το 1904 η έδρα του Δήμου Λασιθίου μετακινήθηκε από την Νεάπολη στον Άγιο Νικόλαο.

Η Λίμνη Βουλισμένη

H Λίμνη Βουλισμένη («Λίμνη» για τους Αγιονικολιώτες) είναι μια μικρή λιμνοθάλασσα στο κέντρο της πόλης. Η λίμνη συνδέεται με το λιμάνι της πόλης με ένα κανάλι που ανοίχθηκε το 1870. Πολλοί αρχαίοι μύθοι αναφέρουν τη Λίμνη, οι αρχαιότεροι από τους οποίους θέλουν τις θεές Αθηνά και Άρτεμη να λούζονται σε αυτή. Με τη Λίμνη συνδέονται δύο αστικοί μύθοι, ότι δεν υπάρχει πυθμένας, και ότι η Λίμνη συνδέεται με το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Ο τελευταίος μύθος στηρίζεται στο ότι κατά την τελευταία έκρηξη του ηφαιστείου, τα νερά της Λίμνης φούσκωσαν και πλημμύρισαν τις γύρω από αυτήν αποθήκες. Στον πυθμένα της λίμνης υπάρχει πολεμικό υλικό που εγκαταλείφθηκε από τους Γερμανούς στρατιώτες προτού αποχωρήσουν στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιος_Νικόλαος_Λασιθίου

Το Ρέθυμνο (5ος αιώνας π.Χ.-…)

Το Ρέθυμνο είναι πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού (περιφερειακής ενότητας) της Κρήτης και έδρα του μητροπολιτικού ομώνυμου Δήμου της περιφέρειας Κρήτης (πρόγραμμα Καλλικράτης). Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του Δήμου Ρεθύμνης. Εμφανίζει μεγάλη τουριστική κίνηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ οι 10.500 και πλέον ενεργοί φοιτητές καθιστούν την πόλη ιδιαίτερα ζωντανή κατά την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 34.300 κατοίκους (απογραφή 2011) και του δήμου σε 55.525 κατοίκους. Η ευρύτερη αστική περιοχή έχει πληθυσμό 46.879 κατοίκους, ενώ ο συνολικός πληθυσμός της Περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου ανέρχεται στους 85.609 κατοίκους. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης μετά το Ηράκλειο και τα Χανιά.

Το Ρέθυμνο
Το Ρέθυμνο

Το Ρέθυμνο που έγινε Αρσινόη

Το Ρέθυμνο είναι χτισμένο στην ίδια θέση με την αρχαία Ρίθυμνα ή Ρήθυμνα ή Ριθυμνία. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της πόλης υπάρχουν από τον 5ο-4ο αι. π.Χ. και είναι κυρίως τα αργυρά και χάλκινα νομίσματα, τα οποία έφεραν στη μια όψη την κεφαλή του Απόλλωνα ή της Αθηνάς, και στην άλλη τρίαινα ή δύο δελφίνια ή αίγα. Από την κοπή των νομισμάτων αυτών φαίνεται ότι η πόλη ήταν ανεπτυγμένη με αξιόλογο εμπόριο. Ίσως να είχε αναπτύξει σχέσεις με τους Πτολεμαίους, οι οποίοι την είχαν μετονομάσει σε Αρσινόη.

Βυζαντινοί, Γενουάτες, Ενετοί και Τούρκοι στο Ρέθυμνο

Αξιόλογες μαρτυρίες δεν υπάρχουν για τη βυζαντινή περίοδο μέχρι το 1204, οπότε οι Ενετοί αγόρασαν από τους Φράγκους κατακτητές του Βυζαντίου ολόκληρη την Κρήτη έναντι 10.000 αργυρών μάρκων. Τότε αρχίζει η περίοδος της Ενετοκρατίας, η οποία φτάνει μέχρι το 1669. Οι Ενετοί αρχικά εξεδίωξαν τους Γενουάτες του Ενρίκο Πεσκατόρε και εγκαταστάθηκαν στο νησί. Δεν έδωσαν εντούτοις ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξή του. Τους ενδιέφεραν περισσότερο οι κτήσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα Επτάνησα.

Το 1538 ο Χαϊρεντίν (Khair ad Din) Μπαρμπαρόσα, ναύαρχος του Οθωμανικού στόλου και κουρσάρος των ακτών της Αλγερίας (Μπαρμπαριάς), επιτέθηκε στο νησί. Οι Ενετοί αποφάσισαν να κατασκευάσουν ορισμένα οχυρωματικά έργα. Περιέβαλαν την πόλη με τείχος μήκους 1400 μ. (σήμερα ολοσχερώς κατεστραμμένο), αφήνοντας όμως την από θαλάσσης πλευρά εκτεθειμένη. Ήταν εύκολο έτσι για τον πειρατή Ολουτζ Αλή να την κατακτήσει, το 1562. Οι Ενετοί, διαπιστώνοντας το σφάλμα τους, αφού τον εξεδίωξαν, κατασκεύσαν το περίφημο κάστρο της Φορτέτζας, σωζόμενο σήμερα. Η Φορτέτζα αποτελεί το έμβλημα του Ρεθύμνου.

Ο 16ος αιώνας βρίσκει την πόλη σε μεγάλη πνευματική άνθηση. Πολλοί Ρεθυμνιώτες καλλιτέχνες και λόγιοι εργάζονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Βενετία. Σημαντικές προσωπικότητες είναι ο Μάρκος Μουσούρος, ο Εμμανουήλ Τζάνες Μπουνιαλής και ο αδελφός του Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Ζαχαρίας Καλλέργης, ο ζωγράφος Εμμανουήλ Λαμβάρδος, ο Γεώργιος Χορτάτσης κ.ά.

Η περίοδος αυτή της ακμής διακόπηκε απότομα, όταν στις 13 Νοεμβρίου 1646 το Ρέθυμνο και το 1669 εξ ολοκλήρου η Κρήτη κατακτήθηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι οδήγησαν την πόλη σε μαρασμό. Οι κάτοικοί της σταδιακά άρχισαν να την εγκαταλείπουν, αλλά δεν έλειψαν και οι μικροεξεγέρσεις. Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Κρήτη ξεσηκώθηκε. Οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές των αμάχων σε διάφορες πόλεις, με πρώτη αυτή στις Κυδωνίες Χανίων την 15 Μαΐου 1821. Παρακινημένοι από αυτό το επεισόδιο, οι Τούρκοι του Ρεθύμνου έκαναν το ίδιο. Μέσα στην πόλη έσφαξαν πάνω από εκατό άοπλους Έλληνες μεταξύ των οποίων τον Χ. Καλλέργη και τον Ιωάννη Δεληγεώργη. Λεηλάτησαν τα καταστήματα και τα εργαστήρια, αιχμαλώτισαν γυναίκες και παιδιά και φυλάκισαν τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο Περδικάρη όπως και τους ηγουμένους των μοναστηριών, άλλους κληρικούς και λαϊκούς και τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη. Επί τρεις μέρες έτρεχαν και στα γύρω χωριά λεηλατώντας και σκοτώνοντας όσους δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στα ορεινά. Μέχρι εξήντα άτομα σκοτώθηκαν στο χωριό Περιβόλια, κοντά στο Φρούριο, και πολλούς άλλους στα χωριά Μαγουλά και Μαρουλά, μεταξύ αυτών και τον ιερέα Γεώργιο. Ακόμα και δύο Τούρκοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους στη διαμάχη για την κατοχή τριών νεαρών γυναικών. Στα χωριά γύρω από το Ρέθυμνο σκοτώθηκαν περί τους 500 Έλληνες. Τούρκος ονόματι Χατζαλάκης διακρίθηκε για την αγριότητά του σκοτώνοντας όποιον χριστιανό συναντούσε. Όσοι Έλληνες μπόρεσαν διασώθηκαν στα Σφακιά και στα γύρω όρη, ενώ οι Τούρκοι κλείστηκαν στο φρούριο του Ρεθύμνου. Χωρίς δυσκολία οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στο νησί, καθώς οι Κρητικοί πολεμούσαν μόνοι κι αβοήθητοι. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο του σπηλαίου του Μελιδονιού, στο οποίο είχαν καταφύγει περίπου 370 άτομα (άνδρες και γυναικόπαιδα) που δεν ήθελαν να παραδοθούν: Οι Τούρκοι πέταξαν αναμμένα υλικά στην είσοδο του σπηλαίου, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο από ασφυξία οι έγκλειστοι σ’ αυτό (2 – 3 Οκτωβρίου 1823).

Το 1866 ξέσπασε νέα επανάσταση. Αυτή τη φορά οι Κρήτες πολέμησαν σε μεγάλο βαθμό αβοήθητοι και η επανάσταση κατεστάλη. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός αυτής της επανάστασης είναι το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου (8 Νοεμβρίου 1866), ενός μοναστηριού 22 χλμ. ανατολικά του Ρεθύμνου.

Με την ανεξαρτητοποίηση της Κρήτης (1897) η πόλη άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Κατασκευάστηκαν έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες, διδακτήρια). Η άφιξη και εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων, άνω των 6000 στο Ρέθυμνο και στα περίχωρά του, πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1922-1925, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή πληθυσμών. Παρ’ όλες τις δυσκολίες της εποχής, η ένταξη των προσφύγων έγινε αρκετά ομαλά και αρμονικά και πλέον το ένα τρίτο του πληθυσμού του Ρεθύμνου έχει μικρασιατικές ρίζες.

Η ανάπτυξη σε πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο έλαβε σημαντική ώθηση με την εγκατάσταση των Μικρασιατών, ανακόπηκε όμως με τη Μάχη της Κρήτης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία η πόλη υπέστη αρκετές καταστροφές. Διασώθηκε, ωστόσο, σημαντικό μέρος της (ενετικής) παλιάς πόλης, η οποία είναι μέχρι σήμερα μια από τις καλύτερα διασωζόμενες ενετικές πόλεις στην Ελλάδα.

Το Ρέθυμνο σήμερα

Μετά την απελευθέρωση η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται εκ νέου τόσο οικιστικά όσο και πνευματικά. Σημαντική ώθηση της προσέδωσε η εγκατάσταση της Φιλοσοφικής Σχολής και της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης (περίπου 10.500 φοιτητές) και η δημιουργία της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης που λειτουργεί σήμερα στην πανεπιστημιούπολη στον οικισμό Γάλλου. Από το 1999 λειτουργεί στο Ρέθυμνο το τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής του Τ.Ε.Ι. Κρήτης και από το 2016 το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser που αποτελεί Εθνική Υποδομή Έρευνας (σημείο πρόσβασης) στον τομέα των Laser και των Υλικών (HELLAS-CH).

To 2019 καταργήθηκε το Τ.Ε.Ι. Κρήτης και Ιδρύθηκε το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο (ΕΛΜΕΠΑ) με έδρα το Ηράκλειο. Σύμφωνα με τον Ιδρυτικό νόμο του ΕΛΜΕΠΑ στο Ρέθυμνο ιδρύθηκε η Σχολή Μουσικής και Οπτοακουστικών Τεχνολογιών με δύο τμήματα, α) Το Τμήμα Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής και β) Το Τμήμα Μουσικών Σπουδών. Ταυτόχρονα το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser εντάχθηκε ως Ινστιτούτο στο νέο Πανεπιστημιακό Ερευνητικό Κέντρο του ΕΛΜΕΠΑ.

Σήμερα το Ρέθυμνο είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με πληθυσμό περίπου 34.300 κατοίκων (απογραφή 2011). Η οικονομία της στηρίζεται στον τουρισμό, καθόσον υπάρχουν πολλά αξιοθέατα, μεγάλη αμμώδης παραλία και ισχυρή ξενοδοχειακή υποδομή. Συγκοινωνιακά η πόλη εξυπηρετείται οδικά με σύνδεση με το Ηράκλειο και τα Χανιά μέσω του Εθνικού δρόμου Ε 75, ενώ έχει και επαρχιακό σχετικά καλό οδικό δίκτυο, με το οποίο συνδέεται με όλες τις περιοχές του Νομού. Διαθέτει, επίσης, νέο, σύγχρονο λιμένα. Δεν έχει αεροδρόμιο, καθώς το αεροδρόμιο Πηγής δεν συνέχισε τη λειτουργία του μετά τη Γερμανική κατοχή.

Το Ρέθυμνο και τα αδέλφια του

Το Ρέθυμνο έχει αδελφοποιηθεί με τις ακόλουθες πόλεις.

  • Αγία Νάπα, Κύπρος
  • Καστενάζο, Ιταλία
  • Πούσκιν, Ρωσία

Τέλος, στην πόλη της Γέλας της Σικελίας, υπάρχει οδός Ρεθύμνου (Via Retimo).

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ρέθυμνο

Ο Δασκαλογιάννης (1725-1771)

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669 πολλοί Σφακιανοί προτίμησαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές που δεν υπήρχαν πολλοί Τούρκοι. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στα νησιά του Αιγαίοι, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, όμως, γύρισαν στην Κρήτη και οι παλιννοστούντες αποκλήθηκαν με το όνομα του τόπου προέλευσης τους. Μια οικογένεια που γύρισε από τη Μολδοβλαχία πήρε το επίθετο Βλάχος. Απόγονος της οποίας ήταν και ο Ιωάννης Βλάχος, ή ο Δασκαλογιάννης.

Ο Δασκαλογιάννης
Ο Δασκαλογιάννης

Ο Ιωάννης Βλάχος ήταν εμποροπλοίαρχος. Γύρω στα 1770, είχε τέσσερα δικά του τρικάταρτα πλοία. Έφταναν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Είχε καλή μόρφωση και μιλούσε πολλές ξένες γλώσσες. Οι Σφακιανοί τον αποκαλούσαν Δάσκαλο: ο Δάσκαλος Γιάννης, ο Δασκαλογιάννης.

Στις αρχές του 1770, βρέθηκε στην Τεργέστη ακροατής του Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ. Ο τελευταίος μιλούσε για μια Ελλάδα ελεύθερη. Ο Δασκαλογιάννης ακούγοντας τον πείστηκε ότι η Ρωσία ενδιαφερόταν για την Ελλάδα. Φόρτωσε ένα καράβι όπλα και πυρομαχικά και επέστρεψε στα Σφακιά. Προσκάλεσε τους πρόκριτους και τους οπλαρχηγούς σε σύσκεψη, όπου τους ανακοίνωσε ότι επέρχεται το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί. Τους επέδειξε επιστολές προς τη Μάνη, που μιλούσαν για συντονισμένη ενέργεια και τους κάλεσε να πάρουν τα όπλα.

Οι πολλοί συμφώνησαν. Λίγοι, και ανάμεσα τους ο Πρωτόπαπας, του ζήτησαν να συγκρατηθεί, ώσπου να βεβαιωθούν ότι πράγματι θα κηρυχθεί επανάσταση ταυτόχρονα σε όλη την Ελλάδα. Επειδή, αν έμεναν μόνοι κινδύνευαν να χάσουν τις ελευθερίες που απολάμβαναν.

Η πρώτη εκείνη σύσκεψη έληξε χωρίς τα μέλη της να πάρουν οριστικές αποφάσεις. Η πλάστιγγα έγειρε προς τις θέσεις του Δασκαλογιάννη, όταν έφτασε το γράμμα από Μάνη και πληροφορούσε ότι είχε ξεκινήσει εκεί η επανάσταση και ο στόλος του Ορλόφ περιέπλεε την Πελοπόννησο. Σε τουρκικό έγγραφο με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1770 αναφέρεται ότι ο ρωσικός στόλος απαρτιζόταν από 28 γαλιόνια των 60 τηλεβόων το καθένα, 22 φρεγάτες και τέσσερα πλοία «μπόμπα».

Ακόμα και ο συντηρητικός Πρωτόπαπας ψήφισε υπέρ της επανάστασης στην επόμενη σύσκεψη. Ως πρώτη ενέργεια, στάλθηκε στον σουλτάνο επιστολή ζητώντας του να αποσύρει τα τουρκικά στρατεύματα από την Κρήτη για να μη χυθεί άδικα αίμα. Ο σουλτάνος παρήγγειλε στον πασά της Κρήτης να ξεθεμελιώσει τα Σφακιά.

Πριν προλάβουν οι Τούρκοι να οργανωθούν, 1.800 οπλισμένοι Σφακιανοί ξεχύθηκαν από την Ανώπολη, την πατρίδα του Δασκαλογιάννη. Μάταια προσπάθησαν οι κατακτητές να ανακόψουν την ορμή τους. Το σώμα του Δασκαλογιάννη προχωρούσε ακάθεκτο, ρημάζοντας το πάντα.

Οι Τούρκοι έσπευσαν να κλειστούν στις οχυρωμένες πόλεις. Ο Δασκαλογιάννης δημιούργησε ομάδα από εκατό ευέλικτους Σφακιανούς. Τους ονόμασε «νυχτοπολεμιστές» και τους ανέθεσε να πέφτουν νύχτα στα τούρκικα χωριά, αιφνιδιαστικά, και να καταστρέφουν ο,τιδήποτε ανήκε σε Τούρκους. Στα Χανιά συγκροτήθηκε στράτευμα από 12.000 Τούρκους που ξεκίνησαν με κατεύθυνση το Ρέθυμνο. Στη μέση της απόστασης, προστέθηκαν και άλλοι 6.000. Στους συνολικά 18.000 προστέθηκαν και 4.000 εξαναγκασμένοι Έλληνες ως κουβαλητές. Από τους Σφακιανούς 300 έμειναν στη Σαμαριά για να προστατεύσουν τα γυναικόπαιδα. Οι υπόλοιποι 1.500 περίμεναν τους Τούρκους στην περιοχή Κράπη. Το στράτευμα των 18.000 Τούρκων έπεσε πάνω στους 1.500 Σφακιανούς, αλλά πετσοκόπηκε. Τις δύο πρώτες μέρες, οι Τούρκοι είχαν πάνω από 300 νεκρούς έναντι 10 νεκρών και τραυματιών Σφακιανών.

Από την επόμενη μέρα, οι Τούρκοι έβαζαν μπροστά τους σαν ασπίδα τους Έλληνες μεταφορείς και προχωρούσαν πίσω τους. Οι Σφακιανοί δεν πτοήθηκαν. Συνέχισαν να σκοτώνουν Τούρκους και, αναγκαστικά, Έλληνες. Ο μέρες περνούσαν με το τουρκικό στράτευμα συνεχώς να χάνει άνδρες. Κι ενώ οι μάχες συνεχίζονταν, από τον Χάνδακα ξεκίνησε στρατός 8.000 Τούρκων με πορεία προς τον Νότο, στα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης και οι συμπολεμιστές του αποφάσισαν να σταλούν πεντακόσιοι από τη δύναμη τους να προασπίσουν τα Σφακιά, ενώ αντιπρόσωπος τους θα πήγαινε στην Πελοπόννησο να μάθει τι γίνεται εκεί και πότε σκόπευαν οι Ρώσοι να πάνε στην Κρήτη.

Η άμυνα συνεχιζόταν σε δύο μέτωπα σκληρή, με τον Δασκαλογιάννη να βρίσκεται πότε στη μία, πότε στην άλλη τοποθεσία. Οι Σφακιανοί αντιστέκονταν στην τεράστια τουρκική πίεση «ώσπου να έρθουν οι Ρώσοι». Αντί για Ρώσους, έφτασαν τουρκικά πλοία που αποβίβασαν νέα στρατεύματα στο νησί.

Οι 1.500 Σφακιανοί μαχητές που είχαν απομείνει έπρεπε πια να τα βγάλουν πέρα με 40.000 πάνοπλους Τούρκους. Σχεδόν ταυτόχρονα, έφτασε η είδηση ότι η επανάσταση στην Πελοπόννησο είχε σβήσει και ο στόλος του Ορλόφ είχε αποπλεύσει χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Η Μεγάλη Αικατερίνη είχε πάρει αυτά που ήθελε και είχε ειρηνεύσει με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στα δύο μέτωπα όπου οι Σφακιανοί συνέχιζαν να πολεμούν, η αναλογία ήταν 1 προς 27. Και ελπίδα ενισχύσεων δεν υπήρχε πια. Ξεκίνησαν να υποχωρούν, συνεχίζοντας τον πόλεμο. Αποσύρθηκαν στις Μαδάρες, τις απάτητες κορυφές των Λευκών Ορέων. Οι Τούρκοι μπήκαν στα σφακιανά χωριά και κυριολεκτικά τα ξεθεμελίωσαν. Οι Σφακιανοί ρίχνονταν ξαφνικά πάνω τους, τους πετσόκοβαν και αποσύρονταν. Ο κλεφτοπόλεμος στοίχιζε στους Τούρκους κεφάλια και περιουσίες. Τρόπο αντίδρασης δεν είχαν. Ό,τι ήταν να κάψουν στα Σφακιά και να το ξεθεμελιώσουν, το είχαν ήδη κάνει. Οι Σφακιανοί δεν είχαν πια τίποτα να χάσουν.

Ο πασάς, που είχε χάσει 6.000 άνδρες, έστειλε επιστολή στον Δασκαλογιάννη με την οποία του υποσχόταν ότι θα εκκένωνε αμέσως τα Σφακιά αν ο ίδιος και μόνο αυτός παραδινόταν. Η επιστολή συνοδευόταν και από άλλη του αιχμάλωτου αδελφού του, που τον διαβεβαίωνε ότι πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί αν εμφανιζόταν μπροστά στον πασά. Μόνο που ο αδελφός του είχε βάλει και ένα σημάδι που ειδοποιούσε τον Δασκαλογιάννη ότι τον περίμενε ο θάνατος αν παρουσιαζόταν.

Ο Δασκαλογιάννης σκέφτηκε ότι ναι μεν θα τον σκότωναν, αλλά ο πόλεμος θα τελείωνε. Και ήταν αυτός που είχε παρασύρει τους συμπατριώτες του να επαναστατήσουν. Αποφάσισε να παρουσιαστεί στον πασά. Εκείνος αρχικά τον δέχτηκε καλά. Πάνω απ’ όλα ήθελε ένα χαρτί που να βεβαιώνει «κάθε ενδιαφερόμενο» ότι νίκησε. Το χρειαζόταν για να γλυτώσει το δικό του κεφάλι σε πιθανή κλήση του στην Κωνσταντινούπολη.

Για να γλυτώσουν τον αρχηγό τους οι Σφακιανοί το έστειλαν ως συνθήκη: έχασαν, στο εξής θα πληρώνουν ετήσιο φόρο 5.000 γρόσια, θα συνέχιζαν να ζουν όπως πριν την επανάσταση, αλλά ο Δασκαλογιάννης θα έμενε τρία χρόνια στον Χάνδακα φιλοξενούμενος του πασά.

Ο τουρκικός στρατός επέστρεψε στον Χάνδακα «νικητής». Ο Δασκαλογιάννης περιορίστηκε στο μέγαρο της διοίκησης συντροφιά με την κόρη του. Πήγαν να τον επισκεφτούν 7 ιερείς και 75 Σφακιανοί καπετάνιοι. Ρίχτηκαν στις φυλακές. Ο πασάς έβαλε τον Δασκαλογιάννη να γράψει στα υπόλοιπα αδέλφια του να τον επισκεφτούν. Αυτός ανταποκρίθηκε, αλλά έβαλε το γνωστό σημάδι που σήμαινε θάνατο. Τα αδέλφια του Δασκαλογιάννη ποτέ δε φάνηκαν. Πέρασαν τρεις μήνες και ο πασάς είχε πια απελπιστεί ότι θα τους πιάσει. Διέταξε να θανατωθεί ο Δασκαλογιάννης. Η εκτέλεση ήταν αντάξια του τουρκικού πολιτισμού. Τον έγδαραν ζωντανό στις 17 Ιουνίου 1771.

Ο αιχμάλωτος αδελφός του που είδε το μαρτύριο του Δασκαλογιάννη έχασε τα λογικά του. Η κόρη του, Ανθούσα, αυτοκτόνησε πέφτοντας σε πηγάδι. Η κόρη του Μαρία, που τον είχε ακολουθήσει στον Χάνδακα, δόθηκε ως σύζυγος του Αμπλού Αχμέτ πασά, διευθυντή οικονομικών υποθέσεων του νησιού, που την αγάπησε και της επέτρεψε να διατηρήσει την χριστιανική της πίστη. Ο Αμπλού Αχμέτ γύρισε στην Κωνσταντινούπολη ως υπασπιστής του σουλτάνου. Έτσι η Μαρία έζησε αρχοντικά, έχοντας μετατρέψει ένα δωμάτιο του σπιτιού της σε κρυφό εκκλησάκι. Στα 1820, χήρα πια, πήγε καλόγρια στη Τήνο. Το 1821, χρηματοδότησε την επανάσταση στην Κρήτη. Πέθανε το 1823.

Η σύζυγος του Δασκαλογιάννη, οι γιοι του και τα αδέλφια του κατέφυγαν στα Κύθηρα. Ο ένας από τους γιους του Δασκαλογιάννη έγινε ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Οι δύο έγιναν καπετάνιοι στα καράβια του Ανδρέα Κριαρά και ο τέταρτος αρχηγός σωματοφυλακής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν το πρώτο σκίρτημα ελευθερίας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και η πρώτη οδυνηρή εμπειρία για τις τραγικές συνέπειες της αποτυχίας.

Σφακιά: τόπος επαναστάσεων

Τα Σφακιά είναι περιοχή της Κρήτης, τραχιά και δυσπρόσιτη. Αποτελούν επαρχία του νομού Χανίων. Επεκτείνονται από τον όρμο της Αγίας Ρούμελης ως την ανατολική άκρη των Λευκών Ορέων. Οι Σφακιανοί είναι οι ανυπότακτοι Κρητικοί, τους οποίους ούτε οι Άραβες, ούτε οι Βενετοί, ούτε ο Τούρκοι κατόρθωσαν να καταβάλουν. Η επανάσταση θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήταν η δεύτερη φύση τους. Από τις 27 επαναστάσεις που ξέσπασαν στη διάρκεια της Ενετοκρατίας, οι περισσότερες ξεκίνησαν ή κατέληξαν στα Σφακιά.

Σφακιά: τόπος επαναστάσεων

Το όνομα των Σφακίων

Για την προέλευση της ονομασίας Σφακιά υπάρχουν πέντε εκδοχές:

  1. Από παραφθορά της λέξης «Φοίνιξ», ονομασία ισχυρής αρχαίας πόλης στην περιοχή.
  2. Από τη λέξη «σφάκα», τοπική ονομασία της πικροδάφνης (Σφακιά, η χώρα με τις πικροδάφνες).
  3. Από τη λέξη «σφηκιά», σφηκοφωλιά, επειδή οι Σφακιανοί ρίχνονται στους εχθρούς σαν σφήκες (Κρητικοί που ονομάζονταν Σφήκες αποίκησαν στην Κύπρο που ονομάστηκε Σφηκία).
  4. Από τη λέξη «σφαγεία», ως τόπος σφαγών
  5. Από τη λέξη «φαράγγια», καθώς η περιοχή είναι γεμάτη από αυτά.

Η Αραδήνα και η Ανώπολη (περιοχές που υπάρχουν ακόμη και σήμερα) είναι οι αρχαίες πόλεις των Σφακίων που συγκαταλέγονται ανάμεσα στις τριάντα κρητικές πόλεις οι οποίες αναφέρονται στη συνθήκη του Ευμένη της Περγάμου. Υπήρχαν ακόμη η Ποικιλασσός, η Τάρα (σήμερα Αγία Ρούμελη) και ο Φοίνικας (σήμερα Λουτρό Σφακίων), που γνώρισε αργότερα την ευημερία και έγινε έδρα επισκοπής στα Βυζαντινά χρόνια. Ο επίσκοπος Φοίνικος, Λέων, αναφέρεται ανάμεσα στους 350 που πήραν μέρος στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (786).

Η επανάσταση της Χρυσομαλλούσας

Μια πανέμορφη αρχοντοπούλα, η Χρυσή Σκορδίλη ζούσε στη χώρα των Σφακίων. Είχε κατάξανθα μακριά μαλλιά και την αποκαλούσαν «Χρυσομαλλούσα». Οι Βενετοί διατηρούσαν στην περιοχή αυτή φρούριο τυπικά επανδρωμένο με δεκαπέντε μόνο άνδρες. Όμως, ο Βενετός επικεφαλής τους, Καπαλέτο, θεωρούσε τον εαυτό του «φρούραρχο». Μια μέρα, η Χρυσομαλλούσα βρέθηκε στο δρόμο του πηγαίνοντας με δύο υπηρέτριες της στη πηγή. Ο Βενετός εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της κοπέλας, κατέβηκε από το άλογο του, την πλησίασε, την άρπαξε και τη φίλησε. Την επόμενη στιγμή δεχόταν το χαστούκι της.

Ο «φρούραρχος» προσβλήθηκε, Έβγαλε το σπαθί του, αλλά θυμήθηκε πως απέναντι του βρισκόταν γυναίκα. Έκοψε τη μία από τις δύο πλεξούδες της και αποχώρησε μαζί με το σπουδαίο λάφυρο του. Έτσι, όμως, η προσβολή είχε στραφεί εναντίον της αρχοντοπούλας. Οι Σφακιανοί αυτά δεν τα ανέχονται.

Οι συγγενείς της Χρυσομαλλούσας επιτέθηκαν στο φρούριο, το πήραν αμέσως, σκότωσαν τον Καπελέτο και τους άνδρες του και ξεθεμελίωσαν το φρούριο. Το συμβάν ήταν μια καλή αφορμή για επανάσταση. Απλώθηκε σε όλα τα Σφακιά και προκάλεσε και την εμπλοκή του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Καταλάγιασε ενάμιση χρόνο αργότερα (1321).

Ο Αλέξης Καλλέργης στα Σφακιά

Η επανάσταση του Αλεξίου Καλλέργη, στα 1361, ξεκίνησε από το οροπέδιο Λασιθίου αλλά κατέληξε στη Ανώπολη Σφακίων, τόπο ορεινό, δυσπρόσιτο και φυσικά οχυρό. Εκεί οι επαναστάτες κράτησαν καιρό αποκρούοντας τις επιθέσεις. Ο Καλλέργης υπέγραψε τη νικηφόρα γι’ αυτόν συνθήκη με τους Βενετούς αλλά οι επαναστάτες αφανίστηκαν. Οι Βενετοί, με ποινή θανάτου, απαγόρευσαν την κατοίκηση ανθρώπων σε ολόκληρη την περιοχή της Ανώπολης και ακόμα απαγόρευσαν τη βοσκή κοπαδιών και την καλλιέργεια της γης για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Λίγο καιρό αργότερα η Ανώπολη κατοικήθηκε πάλι. Οι Βενετοί δεν αντέδρασαν σε αυτό γιατί ήξεραν ότι οποιαδήποτε αντίδραση τους θα ήταν αιτία νέας επανάστασης.

Η «επανάσταση της κότας»

Από την εποχή της κατάκτησης της Κρήτης από τους Βενετούς υπήρχε ένας φόρος ο οποίος λεγόταν «φόρος της ορνιθολογίας»: οι κάτοικοι υποχρεώνονταν κάθε πρωτομηνιά να δίνουν σε κάθε φεουδάρχη μια κότα «καλήν και ευτραφή». Με τα χρόνια, όμως, οι «δικαιούχοι» πλήθαιναν και το ζήτημα καταντούσε αφαίμαξη.

Κάποιοι κάτοικοι ξεκίνησαν, αντί για κότα «καλήν και ευτραφή», να δίνουν στους φεουδάρχες από ένα αυγό, διαβεβαιώνοντας τους ότι από αυτό θα προκύψει κότα «καλή και ευτραφής». Οι Βενετοί φεουδάρχες αντιλήφθηκαν την ειρωνεία και απάντησαν με εντάλματα σύλληψης «οφειλετών της κότας» και κατάσχεσης περιουσιών. Συμπεριέλαβαν και τους Σφακιανούς στη λίστα. Οι τελευταίοι φυσικά επαναστάτησαν.

Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στην κορυφή του Αγίου Θεοδώρου, πραγματοποίησαν συνέλευση και έστειλαν στον Βενετό διοικητή των Χανίων έγγραφη διαμαρτυρία. Ο διοικητής φυλάκισε τους απεσταλμένους και απέρριψε τη διαμαρτυρία. Ο ένοπλος αγώνας απλώθηκε σε όλα τα Σφακιά. Ο δούκας της Κρήτης ξεκίνησε από το Χάνδακα και έφτασε στα Σφακιά με προτάσεις: οι Βενετοί γλύτωσαν το μπελά δίνοντας αμνηστία τους παραβάτες και ματαιώνοντας τις δίκες που εκκρεμούσαν.

Οι Τούρκοι στα Σφακιά

Όταν οι Τούρκοι πήραν την Κρήτη και ενώ ακόμα πολιορκούσαν τον Χάνδακα οι Σφακιανοί συνεννοήθηκαν με τους Βενετούς και επιτέθηκαν στον Αλμυρό (1650). Νικήθηκαν. Οι Τούρκοι εισέβαλαν στα Σφακιά, αιχμαλώτισαν αμάχους, αλλά αποχώρησαν. Η περιοχή δόθηκε ως φέουδο στον Γαζί Χιουσεΐν πασά ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή στην κατάκτηση της Κρήτης. Στα 1659, ο Γαζί Χουσεΐν πασάς αφιέρωσε τα Σφακιά στις ιερές πόλεις των Μωαμεθανών, Μέκκα και Μεδίνα, και όρισε να στέλνουν εκεί κάθε χρόνο 5.000 γρόσια (2.000 και 3.000 αντίστοιχα) «για τους φτωχούς». Τούρκοι στα Σφακιά ποτέ δεν κατοίκησαν.

Οι Σφακιανοί έμειναν ελεύθεροι και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Πλούτισαν και έπαψαν να πληρώνουν φόρο. Με τη τουρκική κατάκτηση της Κρήτης, όμως, κάποιοι Κρητικοί αποφάσισαν να μεταναστεύσουν. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, πείστηκαν ότι τα Σφακιά ήταν απάτητα από Τούρκους και άρχισαν να επιστρέφουν. Οι «παλιννοστούντες» αποκλήθηκαν από τους άλλους σύμφωνα με το όνομα του τόπου προέλευσης, αυτός από την Ζάκυνθο, «Ζακυνθινάκης», αυτό από την Κάσο, «Κασοτάκης», από τη Μυτιλήνη, «Μυτιληνάκης», και από τη Μολδοβλαχία, «Βλάχος». Απόγονος ενός από τους «Βλάχους» ήταν ο Γιάννης Βλάχος, ο μετέπειτα Δασκαλογιάννης.