Καιάδας

Ως Καιάδας αναφερόταν στην αρχαιότητα το μεγάλο βάραθρο κοντά στην αρχαία Σπάρτη στους πρόποδες του όρους Ταΰγετος. Έχει συνδεθεί το όνομα αυτό με την έκθεση των δύσμορφων βρεφών στη Σπάρτη. Αυτό στηρίζεται στην άποψη ότι οι Σπαρτιάτες υποστήριζαν και επιθυμούσαν την ευγονία και την χρησιμότητα τους στο κράτος.

Καιάδας

Η άποψη αυτή ταυτίστηκε με μια σειρά στερεοτύπων που ακολουθούν συνήθως τους χαρακτηρισμούς της σπαρτιατικής κοινωνίας και συνδέθηκε με μια συγκεκριμένη εικόνα-παράσταση για τη σπαρτιατική πολιτεία. Απομονώνει επίσης την σπαρτιατική πρακτική από το ευρύτερα διαδεδομένο φαινόμενο της έκθεσης βρεφών στην αρχαιότητα, αποδίδοντας ιδιαίτερο σημασιολογικό φορτίο.

Παραδόξως, καμιά από τις αντιλήψεις-απόψεις περί σπαρτιατικής ιδιαιτερότητας ή «αγριότητας» δεν καταγράφονται στις μαρτυρίες των αρχαίων. Οι αιτίες που οδηγούσαν κάποια οικογένεια στην έκθεση ενός αρτιμελούς παιδιού ήταν συνήθως κοινωνικές και οικονομικές και υπάρχουν διαφορές από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή ως προς τις διαστάσεις και τον τρόπο εφαρμογής της.

Αντίθετα, η έκθεση των βρεφών με κάποια γενετική δυσπλασία ή δυσμορφία αποτελούσε κοινή πρακτική και δεν παρατηρούνται διακρίσεις ή πολυνομία από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή. Το τερατόμορφο βρέφος θεωρούνταν ανεπιθύμητο και προκαλούσε το φόβο της κοινότητας.

Η μοναδική φιλολογική μαρτυρία, που μας είναι γνωστή, ο Πλούταρχος, εμφανίζει μεγάλη συνάφεια και πνευματική συγγένεια με τις απόψεις του Πλάτωνα, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται στην σπαρτιατική πρακτική. Ο Πλάτωνας, όπως συχνά κάνει και σε άλλα ζητήματα, καινοτομεί και σε αυτό. Θεωρητικοποιεί την ευγονία, τη συνδέει με την έκθεση και εισάγει στη διαδικασία της έκθεσης μια ειδική επιτροπή «αξιολόγησης» των νεογέννητων. Παράλληλα, αποκλείει την έκθεση των υγιών βρεφών και επικεντρώνει την προσοχή και το ενδιαφέρον του στα δύσμορφα.

Τη λογική αυτή κατάταξη του θέματος, καθώς και τον τρόπο περιγραφής της διαδικασίας της έκθεσης τη συναντάμε και στον Πλούταρχο για την περίπτωση της Σπάρτης. Το χωρίο του Πλούταρχου εγείρει πέντε βασικά σημεία: την εξέταση, την ευγονία, την απονομή κλήρου στο υγιές παιδί, τη ρίψη του δύσμορφου στον Καιάδα και τον ρόλο των φυλετών που συνδυάζεται με τον βαθμό εξουσίας του πατέρα πάνω στο παιδί του.

Σε μια κλειστή κοινωνία, όπως αυτή των Ομοίων, στη Σπάρτη, όπου επικρατούσαν ενδογαμικές σχέσεις, το φαινόμενο ως προς τη διαμαρτία περί της διάπλασης των παιδιών δεν πρέπει να ήταν σπάνιο και ίσως για το λόγο αυτό μέτρα προστασίας να κρίθηκαν από την κοινότητα αναγκαία και απαραίτητα. Εκεί, ίσως, να βρίσκεται και η αιτία της ιατρικής εξέτασης του παιδιού από τους γεροντότερους.

Η ορθολογική ερμηνεία της ευγονίας, πολιτικά μεταφράζεται στη διάθεση των Σπαρτιατών να απομακρύνουν μόνο τα τερατόμορφα βρέφη, βασιζόμενοι στην αρχή πως κάθε υγιές παιδί είναι συγχρόνως και ένας μελλοντικός πολίτης.

Με την ευκαιρία διαδικασίας εξέτασης του παιδιού από τους φυλέτες, συνδυάζονταν και η απονομή του κλήρου από τον πατέρα. Ο χαρακτήρας, η σημασία όμως αυτή της απονομής ήταν διαφορετική πριν και μετά το νόμο του Επιταδέα.

Πριν από το νόμο του Επιταδέα, η απονομή κλήρου ίσως είχε συμβολικό χαρακτήρα και αφού το παιδί αποκτούσε αυτοδίκαια την πατρική περιουσία. Μετά το νόμο του Επιταδέα, η απονομή γης στο νεογέννητο πρέπει να αποκτά ουσιαστικό χαρακτήρα για το μελλοντικό πολίτη. Η δημοσιοποίηση της απονομής κλήρου αποτελούσε ίσως μια δεσμευτική υπόσχεση του πατέρα, παρουσία των μελών της φυλής, ότι θα αφήσει τον κλήρο στο παιδί που αναγνωρίζει και αναλαμβάνει να αναθρέψει και όχι σε κάποιον άλλον.

Στη νεότερη και σύγχρονη ιστοριογραφία επικρατεί η άποψη που ταυτίζει τους Αποθέτες με τον Καιάδα. Ο Πλούταρχος, όπως και καμία άλλη μαρτυρία, δεν συσχετίζει τους Αποθέτες με τον Καιάδα. Ο Καιάδας και η θρυλική ρίψη σ’ αυτόν αφορά καταδικασμένους σε θάνατο ή τα πτώματα τους και όχι τα δύσμορφα μωρά. Η ταύτιση του με τους Αποθέτες ανταποκρίνεται περισσότερο στην παράσταση-εικόνα της πόλης αυτής έτσι όπως κατασκευάστηκε στη σύγχρονη εποχή και λιγότερο στην ιστορική της πραγματικότητα.

Και μόνο το γεγονός πως ο Σπαρτιάτης με την ιδιότητα του πατέρα, παρουσιάζει το παιδί στους φυλέτες, προϋποθέτει ένα στάδιο αναγνώρισης του βρέφους εκ μέρους του (κάτι αντίστοιχο με τη γιορτή των «Αμφιδρομίων» στην Αθήνα). Ο πατέρας δηλαδή έφερνε στη λέσχη μόνο όσα επιθυμούσε να αναθρέψει. Το γιατί στη Σπάρτη η έκθεση των αρτιμελών παιδιών δεν εκφραζόταν με την κλασική μορφή της εγκατάλειψης τους, όπως συνέβαινε στην Αθήνα, ίσως να οφειλόταν στη διαφορετική δομή που είχε η κοινωνική διαστρωμάτωση των πολιτών. Στο γεγονός, δηλαδή, πως στην τάξη των Σπαρτιατών υπήρχαν θεσμοθετημένα κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν να «υποδεχθούν» το εκτιθέμενο παιδί, κάτι που δεν συναντάμε στην Αθήνα.

Η παρουσία των φυλετών δεν αφορά τη διαδικασία αναγνώρισης του παιδιού από τον πατέρα, που ήταν καθαρά οικογενειακή υπόθεση. Αφορά τη διαδικασία εισόδου και εγγραφής του παιδιού στη φυλή, η οποία δεν ανήκει στη δικαιοδοσία της οικογένειας. Έτσι ερμηνεύεται ο αναβαθμισμένος ρόλος των φυλετών, ανεξάρτητα από το βαθμό εξουσίας του πατέρα. Τη γενικότερη χαλάρωση των παραδοσιακών θεσμών της Σπάρτης στη μακρόχρονη περίοδο, από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή εποχή, ακολούθησε και η ισχύς των φυλετών.

Η σπαρτιατική συνήθεια της έκθεσης εντάσσεται στη γενικότερη διαδεδομένη συνήθεια της έκθεσης των ανεπιθύμητων παιδιών στον αρχαίο κόσμο. Καμιά «σπαρτιατική ανωμαλία», δεν τίποτα το ιδιαίτερο ή αξιοπερίεργο δεν σημειώνεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία για την εφαρμογή αυτής της πρακτικής στην Σπάρτη. Η μοναδική ιδιαιτερότητα που εμφανίζεται στην περίπτωση της Σπάρτης είναι ότι η έκθεση περιορίζεται και επικεντρώνεται μόνο στα τερατόμορφα παιδιά και δεν επεκτείνεται και στα αρτιγενή, όπως ευρύτατα εφαρμοζόταν στις άλλες πόλεις.

Η μαρτυρία του «ηθικολόγου» Πλουτάρχου μέσα από το σπαρτιατικό πρότυπο λειτουργεί παράλληλα και ως παρότρυνση και προτροπή για τον περιορισμό των διαστάσεων της έκθεσης των υγιών βρεφών, που στην εποχή του παρουσίαζε τρομακτική έξαρση, επικεντρώνοντας την μόνο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή των δύσμορφων εκ γενετής παιδιών. Τα συμπεράσματα περί ευγονίας των Σπαρτιατών, στο πλαίσιο μιας στρατοκρατούμενης κοινωνίας, ο υπερβάλλων ρόλος των φυλετών στις οικογενειακές και ατομικές υποθέσεις, στο πλαίσιο του κοινοβιακού χαρακτήρα της σπαρτιατικής κοινωνίας, προέρχονται και αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του σπαρτιατικού μύθου, του οποίου ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες ήταν και ο Πλούταρχος.

Ο Αλκιβιάδης (450 π.Χ.-405 π.Χ.)

Το 450 π.Χ. γεννιέται στην Αθήνα της μεγαλύτερης ακμής ο Αλκιβιάδης. Στα σαράντα πέντε χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, διασταύρωσε τα βήματα του με τη δόξα, την προδοσία, τον θρίαμβο, την ήττα, το κυνηγητό και τη λαμπρότητα τόσο πολλές φορές και με τόσο ακραίες εναλλαγές, που προκαλεί ίλιγγο ακόμα και σήμερα στο μελετητή της προσωπικότητας του. Ήταν η πιο φιλόδοξη, η πιο συναρπαστική και πολυσυζητημένη προσωπικότητα της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αλκιβιάδης
Ο Αλκιβιάδης

Ο στρατηγός Αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Πατέρας του ήταν ο Κλεινίας και μητέρα του η Δεινομάχη. Ο Αλκιβιάδης ήταν ανηψιός του Περικλή, στο σπίτι του οποίου ανατράφηκε, έζησε από μικρό παιδί μέσα στην πολυτέλεια, τη δόξα, τον πλούτο και τα κέντρα εξουσίας. Ήταν άνθρωπος εκπληκτικής ομορφιάς και χαρακτήρας απίστευτα παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Δεν υπολόγιζε ποτέ κανέναν, έκανε πράγματα ανήκουστα για την εποχή του, τόσο στα προσωπικά όσο και στην πολιτική και στρατιωτική του δραστηριότητα, όμως κατηύθυνε τον αθηναϊκό δήμο όπως ο κύριος το σκυλάκι του.

Μετά το θάνατο Περικλή το 431 π.Χ., ο Αλκιβιάδης εκλέγεται στρατηγός της Αθήνας. Είναι υπέρμαχος της συνέχειας του Πελοποννησιακού πολέμου κατά της Σπάρτης και οπαδός της παγκόσμιας, για τα δεδομένα της εποχής, κυριαρχίας της πόλης του. Διαφωνεί με την πρώτη ειρήνη που επιβάλλει η Αθήνα και μετά τη νίκη της στη Σφακτηρία και πείθει τους Αθηναίους να του εμπιστευτούν την εκστρατεία κατά της Σικελίας. Ενώ είχε ξεκινήσει επικεφαλής της μεγαλύτερης αρμάδας που είχε συγκεντρώσει ποτέ ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, τον καλούν πίσω για να απολογηθεί για την κατηγορία ότι είχε σπάσει τις Ερμές, ιερές πύλες που υπήρχαν στην πόλη.

Ο Αλκιβιάδης, έξαλλος, αφήνει την αρμάδα, αλλά δε γυρίζει στην Αθήνα. Πηγαίνει στον μεγαλύτερο εχθρό της, την Σπάρτη. Αυτοί τον υποδέχονται θερμά. Ο Αλκιβιάδης τους δίνει συμβουλές κατά της πατρίδας του. Φοβερότερη είναι η συμβουλή του να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια, για να κόψουν την Αττική στα δύο και να αποκλείσουν τα ορυχεία του Λαυρίου. Το χτύπημα για τους Αθηναίους είναι φοβερό.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, κάνει παιδί με τη βασίλισσα της Σπάρτης, Τιμαία, ενώ ο βασιλιάς Άγις απουσιάζει σε εκστρατεία. Το σκάνδαλο τον διώχνει από τη Σπάρτη και, μη έχοντας που αλλού να πάει, καταφεύγει στην αυλή του Πέρση σατράπη, Τισσαφέρνη. Εκεί γίνεται στρατηγός εναντίον των Αθηναίων και Σπαρτιατών. Με τον περσικό στόλο νικά τους Λακεδαιμόνιους, παίρνει τα περσικά και τα σπαρτιατικά λάφυρα και ξαναγυρίζει θριαμβευτής στην Αθήνα. Ο λαός, αυτός που μέχρι πριν λίγο τον θεωρούσε προδότη, τον υποδέχεται σαν ήρωα. Λίγο αργότερα όμως, οι πράξεις του τον οδηγούν σε νέα εξορία.

Πηγαίνει στη Θράκη και απομονώνεται. Όταν βλέπει ελλιμενισμένο τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, συμβουλεύει τους ναυάρχους να πάνε το στόλο σε πιο ασφαλές μέρος. Οι στρατηγοί, με πρώτο τον Τυδέα, τον διώχνουν λέγοντας του ότι δε δέχονται συμβουλές από προδότες. Ο Σπαρτιάτης Άγις καταστρέφει τον αθηναϊκό στόλο. Οι Αθηναίοι υποψιάζονται τον Αλκιβιάδη ως υπεύθυνο για την ήττα τους.

Πλέον ο Αλκιβιάδης έχει εχθρούς τους πάντες, Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Πέρσες. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να βρει μέρος να προφυλαχθεί. Πηγαίνει στη Φρυγία, ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, τρομαγμένος στην ιδέα και μόνο να έρθει στην αυλή του ένας τέτοιος δαιμόνιος τύπος, διατάζει να τον σκοτώσουν. Δολοφονείται το 405 π.Χ. από άγνωστους δράστες. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά αν ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες ή Πέρσες.

Η προσωπική ζωή του Αλκιβιάδη

Ο Αλκιβιάδης ήταν όμορφος εξωτερικά, αλλά εσωτερικά ήταν βίαιος, εγωκεντρικός και ματαιόδοξος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 416 π.Χ. κέρδισε τρία πρώτα βραβεία στις αρματοδρομίες και έγινε ο πιο διάσημος άνθρωπος της Ελλάδας. Οι γιορτές του και η απροκάλυπτη πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε μόνο με αυτές των Περσών μπορούν να συγκριθούν. Όταν πήγε στη Σπάρτη, όμως, τους εξέπληξε όλους με την αντοχή του. Ξύρισε το κεφάλι του, έκανε μπάνιο στον Ευρώτα, κοιμόταν στο πάτωμα και έτρωγε μέλανα ζωμό. Όταν πήγε στους Πέρσες, ζούσε με τη μεγαλύτερη πολυτέλεια και χλιδή.

Στην γενέτειρα του, την Αθήνα έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Χαστούκισε το δάσκαλο του, κατέστρεψε το κατηγορητήριο ενός προστατευομένου του, έβαλε στοίχημα ότι θα δείρει στην Αγορά τον πιο πλούσιο και σεβάσμιο άνθρωπο της πόλης, τον Ιππόνικο, το οποίο όχι μόνο έκανε, αλλά αργότερα παντρεύτηκε την κόρη του, Ιππαρέτη. Οι απιστίες του όμως ανάγκασαν την σύζυγο του να φύγει από το σπίτι. όταν η Ιππαρέτη πήγε στο δικαστήριο για να ζητήσει διαζύγιο, μπήκε μέσα, τη σήκωσε στα χέρια και την κουβάλησε βίαια στο σπίτι. Αρνιόταν να χάσει την περιουσία της. Στην Άβυδο παντρεύτηκε μια θεία του, στη Σπάρτη, όπως αναφέραμε παραπάνω, έκανε παιδί με τη βασίλισσα.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, ερωτικά ελκόταν και από άνδρες. Ένας εραστής του, ο Άνυτος διοργάνωσε δείπνο και τον κάλεσε. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε. Κάποια στιγμή όμως, εισέβαλε μεθυσμένος μέσα στο σπίτι του Άνυτου και απαίτησε να του δώσει τα μισά αργυρά και χρυσά σκεύη του σπιτιού. Τα πήρε και έφυγε, ενώ ο Άνυτος τον επαινούσε λέγοντας στους καλεσμένους του ότι πήρε μόνο τα μισά, ενώ μπορούσε να τα πάρει όλα.

Ο μόνος που μπορούσε να τον δαμάσει ήταν ο Σωκράτης. Η σχέση τους ήταν πνευματική και πλατωνική. Ο όμορφος, πλούσιος και ένδοξος Αλκιβιάδης παρακαλούσε το γέρο, φτωχό και ρακένδυτο Σωκράτη να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως τον απέρριπτε συστηματικά. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να συγκρατήσει το νεαρό, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τον κατευθύνει σε κάποιες στιγμές περίσκεψης, που τελικα τον οδηγούσαν σε μεγαλύτερες εκρήξεις.

Όταν έγινε Ολυμπιονίκης, αφού πήρε μέρος στην πομπή της πόλης, έκανε και μία δική του, ιδιωτική, χρησιμοποιώντας τα χρυσά αγγεία του ιερού της Ολυμπία, αλλά κανείς δεν του είπε τίποτα. ήθελε να είναι πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων. Μια φορά έδωσε ένα υπέρογκο ποσό για να αγοράσει ένα σκύλο και όλη η πόλη συζητούσε αυτή την απερισκεψία. Όταν έπαψε, όμως, να αποτελεί θέμα συζήτησης, έκοψε την ουρά του σκύλου, για να υπάρξει δεύτερος γύρος συζητήσεων.

Αυτός ήταν ο Αλκιβιάδης. Ακραίος, βίαιος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, παρορμητικός, επιβλητικός, καιροσκόπος, προδότης.

Πηγή: Θουκυδίδου Ιστορίαι εκδ.ΚΑΚΤΟΣ

Πηγή: Μια σταγόνα Ιστορία, Δ. Καμπουράκης, εκδ. Πατάκη