Σάμος, ένα γόνιμο νησί

Αν κάποιο νησί του Αρχιπελάγους που, από κάποια απόσταση προσφέρει στα μάτια του ταξιδιώτη ένα μεγάλο και λιτό τοπίο, μία έντονη αυστηρή ομορφιά στην όψη του και στις πλαγιές των βουνών του και μία επιβλητική μεγαλοπρέπεια στον όγκο του και και στις απόκρημνες ακτές του αυτό σίγουρα είναι η Σάμος.

Σάμος, ένα γόνιμο νησί
Γκραβούρα με το ναό της Ήρας της Σάμου

Ψηλότερη από την Κεφαλλονιά, αλλά λιγότερο ψηλή από τη Σαμοθράκη, η Σάμος δικαίως φέρει το όνομα που έλαβε χάρη στο ύψος της. Πράγματι, είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν έτσι τα σημεία που δέσποζαν στο χώρο.

Η Σάμος, την εποχή της παρακμής της, κατοικήθηκε και καλλιεργήθηκε λιγότερο, τα δάση επανεμφανίστηκαν και κυρίευσαν ξανά το έδαφος. Πολλές φορές, αναμφίβολα, ο πόλεμος και οι πυρκαγιές το κατέστρεψαν, αλλά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το νησί εγκαταλείφθηκε πλήρως από τους κατοίκους του και παρέμεινε έρημο έναν αιώνα.

Τότε τα διάσπαρτα δάση του άρχισαν να εξαπλώνονται και να πολλαπλασιάζονται και όταν εκ νέου αποικήθηκε, κατελάμβαναν, ακολουθώντας μια πανάρχαια παράδοση, απέραντες εκτάσεις γης. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος τους έχει κοπεί είτε ξεριζώθηκε για να δώσει στους κατοίκους καλλιεργήσιμο χώρο ή ίσως υλικό υλοτομίας προς εκμετάλλευση. Εδώ κι εκεί, στις πλαγιές ορισμένων βουνών, συναντά κανείς κυπαρίσσια, αδράχνες, τούγιες, βελανιδιές και κυρίως πεύκα, που συγκροτούν την καρδιά των δασών που ακόμα επιβιώνουν.

Τα πιο συνήθη δενδρύλλια είναι οι μυρτιές, οι σχίνοι και οι κουμαριές και στο χείλος ή στο μέσον των χειμάρρων, οι λυγαριές και οι ροδοδάφνες. Επίσης οι τούφες από θυμάρι και άλλα μυρωδάτα χόρτα ρίζωσαν σε κάθε γωνιά και μοιάζουν να είναι το φυσικό ένδυμα του εδάφους που ο άνθρωπος δεν έχει ακόμα ούτε στο ελάχιστο κατακτήσει.

Μεγάλες και γέρικες ελιές είναι σκορπισμένες στην ύπαιθρο και μάλιστα σε κάποια μέρη, κυρίως στη δυτική πλευρά του νησιού αφθονούν. Σε πολλά χωριά, ιδίως στην Καστανιά, παρατηρούμε τις καστανιές, ωστόσο γενικότερα αυτά τα δένττρα σπανίζουν σήμερα.

Τα ομορφότερα δέντρα που είδα ποτέ στο νησί είναι τα πλατάνια. Είναι τα πλέον σεβαστά. Φυτρώνουν γενικά κοντά σε πηγές. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, το πλατάνι είναι το φιλόξενο δέντρο που στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία αναγγέλλει από μακριά την ύπαρξη κάποιας πηγής. Η χάρη της πλατιάς φυλλωσιάς του, τα μεγάλα κλαδιά του μπορούν να φιλοξενήσουν κάτω από τη σκιά τους ένα ολόκληρο καραβάνι και η μεγαλοπρέπεια της θωριάς του, όλα συντρέχουν στο να καταστεί ιερό και προστατευμένο στα γεράματα του ενάντια στην ανθρώπινη καταστροφή.

Ακόμη, συναντούμε μουριές, αμυγδαλιές και συκιές γύρω από τη Χώρα και σε πολλά άλλα χωριά. Με αυτά τα τελευταία δέντρα έχω αριθμίσει ένα μεγάλο μέρος των δέντρων της Σάμου. Ας μην εκπλαγεί κανείς που δεν μνημονεύω πορτοκαλιές, λεμονιές, ροδιές, χαρουπιές, που άλλοι περιηγητές παρατήρησαν γιατί ο χειμώνας του 1849 τις εξολόθρευσε σχεδόν πλήρως.

Η κυρίαρχη καλλιέργεια της Σάμου είναι της ελιάς και κυρίως της αμπέλου. Το κλήμα είναι χαμηλό και μεγαλώνει στο χώμα. Χωρίς καθόλου να υποστηρίζεται από πασσάλους, όπως συνήθως γίνεται στη Γαλλία, δεν αναρριχάται ούτε σε δέντρα όπως σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, αλλά έχει ύψος μόλις τριάντα πέντε-σαράντα εκατοστά από το έδαφος. Τέλος, το κρασί που παράγεται είναι εξαιρετικό, φέρεται μάλιστα να είναι από τα καλύτερα του Αρχιπελάγους. Φαίνεται ότι παλαιότερα δεν συνέβαινε αυτό, αφού ο Στράβων και ο Απουλήιος συμφωνούν ότι στην εποχή τους το αμπέλι δεν πετύχαινε ποτέ.

Καθώς όλο το νησί είναι ορεινό, κόβεται από μεγάλο αριθμό κοιλάδων που αίφνης αποκαλύπτονται σε κάθε βήμα και σε κάθε στροφή τα ελικοειδή μονοπάτια που βαδίζουμε. Τα νερά, κατεβαίνοντας από τα βουνά με την ορμητικότητα που τους δημιουργούν σε πολύ ψηλές και ιδιαίτερα επικλινείς κατωφέρειες, σκάβουν βαθιά φαράγγια, μερικά από τα οποία επειδή στερούνται πράσινου μοιάζουν με κανάλια πελεκημένα κάθετα μεταξύ των τοιχωμάτων δύο βράχων, ενώ τα άλλα, με δέντρα που πλέκονται και με διάσπαρτες ροδοδάφνες και λυγαριές, συνιστούν ισάριθμες οάσεις δροσιάς που καλούν τον ταξιδιώτη να σταματήσει ή έστω να χαρεί στο πέρασμά του.

Η Σάμος βρίσκεται κάτω από τον ίδιο ουρανό με τη νότια περιοχή της αρχαίας Ιωνίας, και γνωρίζουμε ότι η Ιωνία φημιζόταν πάντοτε για τη γλυκύτητα και την ομορφιά του κλίματος της. Μολονότι λιγότερο ευνοημένη από τη φύση η Σάμος προσφέρει τα πλεονεκτήματα αυτής της γόνιμης περιοχής. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και ίσα που γίνονται αισθητοί, εκτός από τα ψηλά οροπέδια. Ο Άμπελος, παρά το ύψος του, σπάνια καλύπτεται από χιόνι. Μόνο η Κέρκη μερικές φορές λευκαίνει τις κορυφές της. Από το Φεβρουάριο κιόλας οι αμυγδαλιές ανθίζουν και οι κληματαριές μπουμπουκιάζουν. Στη νότια περιοχή του νησιού, που προστατεύεται από τους βοριάδες, η βλάστηση είναι ιδιαίτερα πρώιμη.

Victor Guerin

Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος (7ος αιώνας π.Χ)

Ο Σημωνίδης, σύγχρονος το Αρχίλοχου, έγραψε ελεγείες και ίαμβους. Πατρίδα του ήταν η Σάμος, αλλά επικράτησε να λέγεται Αμοργίνος επειδή πρωτοστάτησε στην ίδρυση μιας αποικίας στην Αμοργό, όπου και φαίνεται να εγκαταστάθηκε. Στα ποιήματα του ο Σημωνίδης βλέπει τον κόσμο με απαισιοδοξία και συγχρόνως τον σατιρίζει με σκοπό να διορθώσει όσα φαίνονται στραβά.

Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος
Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος

Ο Σημωνίδης γράφει

Οι χαρακτήρες των γυναικών

Απαξαρχής ο θεός, πολλώ λογιώ την έπλασε

την ψυχή της γυναίκας: άλλη απ΄την ορθότριχη

γουρούνα, κι είναι ανάκατα όλα μες στο σπίτι της,

στη λάσπη βουτηγμένα, κυλισμένα χάμω

κι αυτή της άλουστη και λεροφορεμένη

μες στις κοπριές καθήμενη όλο και παχαίνει.

Την άλλη από αλεπού την έπλασε πανούργα

ο θεός, κι όλα τα ξέρει, μήτε το κακό

της ξεφεύγει ποτέ μηδέ και το καλύτερο

κι έτσι που αλλάζει όλην την ώρα διάθεση,

μια έχει καλό και μια κακό στο στόμα της.

Την άλλη οι Ολύμπιοι θεοί την πλάσαν από χώμα

και στον άντρα της την έδωσαν βλαμμένη, τι ούτε

κακό κι ούτε κακό η γυναίκα αυτή κατέχει

η μόνη απ΄τις δουλειές που ξέρει είναι να τρώει.

Ακόμα κι αν ο θεός στείλει χιονιά, στο τζάκι,

το σκαμνί δε φέρνει πιο κοντά, κι ας τρέμει.

Η άλλη απ΄τη θάλασσα έγινε, διπρόσωπη,

γελάει την μιαν ημέρα κι είναι όλο χαρές,

κι όποιος τη δει στο σπίτι της την παίνεψε:

«Άλλη καλύτερη γυναίκα δεν υπάρχει

μέσα στον κόσμο, ουδέ και πιο όμορφη».

Την άλλη δε βαστιέται μήτε να τη δει

μηδέ σιμά να πάει κανείς, φρενιάζει

σαν άγρια σκύλα γύρω στα κουτάβια της

κι ή οχτρός ή φίλος μάτια να τη δει

κανείς δεν έχει, τόσο που ΄ναι αβάσταχτη.

Την άλλη από μαϊμού την έπλασε – κακό

το πιο τρανό που ο Δίας εχάρισε στους άντρες

πιο ασκημομούρα άλλη δεν έχει ο κόσμος όλος,

στους δρόμους σα γυρνάει, στα γέλια σκάζει.

Καλό δεν κάνει σε κανέναν, μονάχα

μέρα και νύχτα τούτο μόνο διαλογίζεται

σαν τι κακό να κάνει πιο μεγάλο.

Την άλλη από τη μέλισσα, χαρά στον άντρα

που πάρει! Η κατηγόρια μόνο αυτήν δεν πιάνει,

κι ανθεί το βιος τους και προκόβει απ΄ αφορμή της.

Κι ως αγαπιέται κι αγαπάει κι αυτή τον άντρα της,

γερνάει κι αφήνει σόι καλό και παινεμένο.

Μες στις γυναίκες όλες ξεχωρίζει πρώτη,

κι ολόγυρα της χάρη από θεού χυμένη.

Κι ουδέ που βρίσκει νοστιμιά να κάθεται

μ΄άλλες γυναίκες και να λέει παλιόλογα.

Απ΄τις γυναίκες που χαρίζει ο Δίας στους άνδρες

αυτές οι πιο καλές οι μυαλωμένες.