Κίμων Μιλτιάδου (506π.Χ.-450π.Χ)

Ο Κίμων γεννήθηκε γύρω στο 506π.Χ.. Ήταν γιος του Μιλτιάδη, στρατηγού της μάχης του Μαραθώνα. Μετά την καταδίκη του πατέρα του σε μεγάλο χρηματικό πρόστιμο και τον άδοξο θάνατό του, ο Κίμων πέρασε τα νεανικά του χρόνια με πολλές δυσκολίες και στερήσεις και αρκετά άτακτα, κατηγορούμενος ακόμα και για σχέσεις με την αδελφή του Ελπινίκη.

Κίμων Μιλτιάδου
Κίμων Μιλτιάδου

Δεν ευτύχησε να πάρει την απαραίτητη μόρφωση. Ήταν όμως προικισμένος από τη φύση με τις αρετές της δικαιοσύνης και της τόλμης, και με την ενηλικίωση του υπέδειξε εξαιρετική πολιτική συγκρότηση με χαρακτηριστική την επιλογή του να συνταχθεί από τους πρώτους με την άποψη του Θεμιστοκλή να εγκαταλείψουν οι Αθηναίοι την πόλη και να συγκρουστούν με τους Πέρσες στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το παράδειγμα του το ακολούθησαν και άλλοι Αθηναίοι, και η γενναία αυτή στάση θύμισε στους συμπολίτες του το τρόπαιο στο Μαραθώνα του πατέρα του.

Λίγα χρόνια μετά τη Σαλαμίνα οι Αθηναίοι, κουρασμένοι από τον Θεμιστοκλή που τελικά τον κατηγόρησαν για προδοτική συνεργασία με τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία και τους Πέρσες, ανέδειξαν αρχηγό του αριστοκρατικού κόμματος τον Κίμωνα (471π.Χ.), που είχε την αμέριστη συμπαράσταση και του Αριστείδη.

Ο στρατηγός Κίμων

Στο πλαίσιο των πολέμων των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Μικρά Ασία ο Κίμων κέρδισε τη συμπάθεια των συμμάχων ως στρατηγός των Αθηναίων λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Παυσανία και συνετέλεσε να αναγνωρισθεί η Αθήνα αρχηγική δύναμη. Με τη συγκρότηση λοιπόν της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία μετέχουν οι πόλεις της Ιωνίας και πολλά νησιά του Αιγαίου, ο Κίμων αναλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες με πρώτη του επιτυχία την άλωση της Ηιόνας, κοντά στον Στρυμόνα (475π.Χ.) που μέχρι τότε την κατείχαν οι Πέρσες. Ύστερα κατέλαβε τη Σκύρο, απαλλάσσοντας την από το πειρατικό γένος των Δολόπων και μεταφέροντας στην Αθήνα τα οστά του Θησέα.

Οι πολεμικές επιτυχίες του Κίμωνα εναντίον των Περσών συνεχίζονται με τη συντριβή τους στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού της Παμφυλίας στη Μικρά Ασία (467π.Χ.). Στη θάλασσα και στη στεριά ο Κίμων σημειώνει νίκες που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είναι ανώτερες και από τις νίκες στη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές, αφού οι Πέρσες υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα και να μην ενοχλούν πια τις Ιωνικές πόλεις. Και τα παρακείμενα νησιά μέχρι την εποχή του Περικλή.

Οι επιτυχίες του Κίμωνα συνεχίζονται με την κατάληψη της Θάσου που αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία (464π.Χ.) ενώ συνάμα εκδηλώνεται και η πρώτη ζηλόφθονη αντίδραση των πολιτικών του αντιπάλων στην Αθήνα (με αρχηγούς τον Εφιάλτη και τον Περικλή) που τον κατηγόρησαν για δωροδοκία του από τον βασιλιά των Μακεδόνων για να μην καταλάβει τα χρυσωρυχεία της Θράκης. Αυτή η κατηγορία δεν απέδωσε αλλά η πολιτική ζηλοφθονία συνεχίστηκε με νέες κατηγορίες εναντίον του Κίμωνα για φιλολακωνισμό, ιδίως μετά την ταπεινωτική επιστροφή του αθηναϊκού στρατού από τη Σπάρτη που είχε κληθεί να βοηθήσει τη Λακεδαίμονα στον πόλεμο εναντίον των Μεσσηνίων, αλλά διατάχθηκε εύσημα να επιστρέψει άπρακτος. Επειδή υπέρμαχος της αποστολής βοήθειας ήταν ο Κίμων, χρέωσαν σε αυτόν την ταπείνωση οι πολιτικοί του αντίπαλοι και πέτυχαν τον εξοστρακισμό του. Οι περιπλοκές, όμως, στις σχέσεις Αθήνας-Σπάρτης και η γνήσια πατριωτική του στάση στη μάχη της Τανάγρας (457π.Χ.) συνετέλεσαν στην ανάκληση του Κίμωνα από την εξορία με ψήφισμα του Περικλή και στην εξομάλυνση των σχέσεων των δύο πόλεων με υπογραφή πενταετών σπονδών (453π.Χ), στις οποίες σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Κίμων. 

Στα πλαίσια της αρχηγικής του θητείας στο αριστοκρατικό κόμμα ο Κίμων ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση, γνωρίζοντας τα προβλήματα των φτωχών, αφού και ο ίδιος πέρασε φτωχικά κάποια χρόνια της ζωής του. Οργανώνει γεύματα για τους φτωχούς συμπολίτες του και άλλου είδους ενισχύσεις, με χρήματα που είχε εξασφαλίσει από τις στρατηγίες του.

Θάνατος και Υστεροφημία του Κίμωνα

Τελευταία εκστρατεία του Κίμωνα ήταν αυτή εναντίον των Περσών στην Κύπρο, όπου και πέθανε στο Κίτιο (450π.Χ.), θάνατος που κρατήθηκε κρυφός για την ασφαλή επιστροφή του αθηναϊκού στόλου, σε βαθμό που να λέγεται ότι και νεκρός ο Κίμων νίκησε τους Πέρσες. Οι Αθηναίοι μετέφεραν τα λείψανα του λαμπρού τους στρατηγού για ταφή στην Αττική.  

Ο Πλούταρχος, στο έργο του για τον Βίο του Κίμωνα, αναφέρει ότι μετά τον Κίμωνα κανείς δεν πέτυχε σημαντική νίκη εναντίον των Περσών, αφού οι Έλληνες με τους εμφυλίους πολέμους προσέφεραν ανάπαυλα στον Πέρση βασιλιά και στη συνέχεια παρέδωσαν τις ιωνικές πόλεις βορά στη φορολογική αφαίμαξη τους από τον Πέρση μονάρχη.

Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας

Μάχη χωρίς στρατηγούς δε γίνεται. Και ναυμαχία χωρίς ναυάρχους. Αλλά και χωρίς εχθρό δε γίνεται. Ποιοι ήταν αυτοί που με τις οδηγίες, την εμπειρία και την οξυδέρκεια τους κατάφεραν, εν προκειμένω στη Σαλαμίνα, να διώξουν τον περσικό στρατό και στόλο από την Ελλάδα και κατ’ επέκταση από την Ευρώπη; Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας ήταν οι: Θεμιστοκλής, Ευρυβιάδης, Αριστείδης, Παυσανίας Α’. Και εχθρός ο Ξέρξης.

Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας

Οι ναύαρχοι της Σαλαμίνας

Ο Θεμιστοκλής

Ο Θεμιστοκλής ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός, νικητής στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Έγινε άρχοντας το 492π.Χ.. Ήταν αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης. Υπήρξε ο ιδρυτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας προτείνοντας το 482π.Χ. στην Εκκλησία του Δήμου να ψηφιστεί νόμος, σύμφωνα με το οποίο τα κέρδη από τα ορυχεία αργύρου του Λαυρίου δεν θα μοιράζονταν στους πολίτες, αλλά θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή στόλου. Ο αντίπαλος του Αριστείδης που εναντιώθηκε στο νόμο του Θεμιστοκλή εξορίστηκε, αφήνοντας τον κυρίαρχο της πολιτικής ζωής στην Αθήνα. Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να επιβιβαστούν στα πλοία για να πολεμήσουν, ενώ τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες κατέφυγαν στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα και την Τροιζήνα. Μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων, οι Αθηναίοι, με την καθοδήγηση του Θεμιστοκλή, ξανάχτισαν την πόλη τους, ενώ έχτισαν τείχη που ονομάστηκαν «Μακρά Τείχη» και ένωναν την Αθήνα με το λιμάνι της, τον Πειραιά. Το 471π.Χ., όμως, οι Αθηναίοι τον εξοστράκισαν, όταν οι Σπαρτιάτες έφεραν την κατηγορία στο Πανελλήνιο Συνέδριο για προδοσία υπέρ των Περσών. Αργότερα, προσπάθησαν να τον συλλάβουν και ο Θεμιστοκλής αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Α’, που τον διόρισε κυβερνήτη στην επαρχία της Μαγνησίας. Εκεί πέθανε το 449π.Χ. από αρρώστια ή αυτοκτονώντας αρνούμενος να βοηθήσει τον Αρταξέρξη που ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει στην Ελλάδα.

Ο Ευρυβιάδης

Ο Ευρυβιάδης ήταν Σπαρτιάτης ναύαρχος του 5ουπ.Χ. αιώνα, γιος του Ευρυκλείδη. Μολονότι δεν καταγόταν από βασιλικό γένος, η Σπάρτη του ανέθεσε να την αρχηγία του στόλου της κατά την περσική εισβολή το 480π.Χ.. Ο στόλος του, μικρός σχετικά με τον αθηναϊκό, πολέμησε στο Αρτεμίσιο, ενώ στον ίδιο ανατέθηκε η αρχηγία του στόλου των Ελλήνων. Μαζί με το Θεμιστοκλή διηύθυναν τον ελληνικό στόλο στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480π.Χ. Ο Ευρυβιάδης αντιδρούσε στην επιλογή του Θεμιστοκλή να συγκρουστούν τα ελληνικά πλοία στα στενά της Σαλαμίνας, καθώς πίστευε πως έπρεπε να ναυμαχήσουν στον Ισθμό της Κορίνθου, ώστε αφ’ ενός να προασπίσει την Πελοπόννησο και αφ’ ετέρου να έχει δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση ήττας. Γνωστότατο είναι το επεισόδιο με τον Θεμιστοκλή, πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, κατά το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων. Θυμωμένος ο Ευρυβιάδης με τον Αθηναίο στρατηγό και διαφωνώντας για τον τρόπο αντιμετώπισης των Περσών, σήκωσε το χέρι του να τον χτυπήσει. Τότε ο Θεμιστοκλής του είπε τη γνωστή φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Ο Ευρυβιάδης, άνθρωπος μάλλον ασθενούς χαρακτήρα, υποχώρησε και ο Θεμιστοκλής δικαιώθηκε από την εξέλιξη της μάχης. Τιμήθηκε από τους Σπαρτιάτες με βραβείο ανδρείας.

Ο Αριστείδης

Ο Αριστείδης ήταν Αθηναίος στρατηγός, επονομαζόμενος «Δίκαιος». Γεννήθηκε το 540π.Χ.. Ήταν γιος του Λυσίμαχου. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και ήταν φημισμένος για την ακεραιότητα του και το ήθος του. Αναμίχθηκε στην πολιτική όταν οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Πεισιστρατίδες και με το θάνατο του Κλεισθένη έγινε αρχηγός της συντηρητικής παράταξης και αντίπαλος του Θεμιστοκλή. Στη μάχη του Μαραθώνα το 490π.Χ. ήταν ένας από τους δέκα στρατηγούς, όπου παραχώρησε με γενναιοψυχία την αρχιστρατηγία στον Μιλτιάδη. Τον επόμενο χρόνο εκλέχθηκε επώνυμος άρχων, αλλά 483π.Χ. εξοστρακίστηκε από την Αθήνα γιατί αντέδρασε στο ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή. Χαρακτηριστικό του μεγαλείου του και της δικαιοσύνης του είναι το γεγονός που συνέβη την εποχή του εξοστρακισμού του, όπου βοήθησε έναν αγράμματο χωρικό, που επιθυμούσε τον εξοστρακισμό του, να γράψει στο όστρακο το όνομα «Αριστείδης». Όταν επρόκειτο να γίνει η ναυμαχία της Σαλαμίνας και οι Πέρσες σχεδίαζαν να περικυκλώσουν τα ελληνικά πλοία, ο Αριστείδης κρυφά έφτασε από την Αίγινα, όπου είχε εξοριστεί, και ειδοποίησε το Θεμιστοκλή. Πολέμησε γενναία στη Σαλαμίνα -όπου εξόντωσε του Πέρσες στην Ψυττάλεια-, στις Πλαταιές και ήταν από τους αρχηγούς του αθηναϊκού στόλου στις εκστρατείες στο Βυζάντιο και την Κύπρο. Ανέλαβε τέλος, λόγω του ακέραιου χαρακτήρα του το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας. Πέθανε το 468π.Χ.

Ο Παυσανίας Α’

Ο Παυσανίας Α’ ήταν βασιλιάς της Σπάρτης. Ανέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του Λεωνίδα. Ήταν ο εμπνευστής της νίκης στη μάχη των Πλαταιών, που έδωσε οριστικά τέλος στις εισβολές των Περσών στην Ελλάδα. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, ο Παυσανίας θέλησε να εφαρμόσει το σχέδιο του, που προέβλεπε την επέκταση της σπαρτιατικής ηγεμονίας σε όλη την Ελλάδα. Με 20 πλοία εξεστράτευσε στην Κύπρο κατέλαβε μεγάλο μέρος της και κατέλαβε και το Βυζάντιο από τους Πέρσες. (478π.Χ.). Ο αυταρχισμός του όμως προκάλεσε τα παράπονα των συμμάχων που προσπαθούσαν να πείσουν τους Αθηναίους να αναλάβουν αυτοί την αρχηγία. Οι Σπαρτιάτες ανακάλεσαν τον Παυσανία και τον αντικατέστησαν, ενώ οι Αθηναίοι ίδρυσαν τη Δηλιακή Συμμαχία. Ο Παυσανίας ξαναγύρισε στο Βυζάντιο το 477π.Χ. και έμεινε εκεί για επτά χρόνια, προσπαθώντας να υλοποιήσει την πολιτική του. Τελικά το 470π.Χ. οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από το Βυζάντιο, αφού ο Παυσανίας δεν είχε καμιά υποστήριξη από την Σπάρτη. Τότε κατηγορήθηκε για προδοσία υπέρ των Περσών, σχεδόν ταυτόχρονα με τον Θεμιστοκλή, και καταδικάστηκε από τους Σπαρτιάτες σε θάνατο. Ο Παυσανίας κατέφυγε σε έναν ναό, ικέτης, αλλά οι διώκτες του έχτισαν το ναό και τον άφησαν να πεθάνει από πείνα και δίψα το 470π.Χ.. Οι Σπαρτιάτες εξαγνίστηκαν από το άγος αργότερα, αφιερώνοντας δύο χάλκινους ανδριάντες στο ναό.

Ο Ξέρξης

Ο Ξέρξης ήταν βασιλιάς της Περσίας (485π.Χ-465π.Χ.). Γιος του Δαρείου Α’, ανέβηκε στο θρόνο με τη βοήθεια της μητέρας του Άτοσσας, η οποία είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον Δαρείο, παραγκωνίζοντας τα μεγαλύτερα ετεροθαλή αδέλφια του. Αφού κατέστειλε επανάσταση που είχε ξεσπάσει στην Αίγυπτο, ο Ξέρξης άρχισε τις ετοιμασίες για να εισβάλει στην Ελλάδα και να εκδικηθεί την αποτυχημένη εκστρατεία του πατέρα του. Με τις συμβουλές διαφόρων Ελλήνων εξορίστων στην αυλή του, όπως του βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατου, διαφόρων Θεσσαλών και του γιου του Πεισίστρατου Ιππία, ξεκίνησε το 480π.Χ. από τις Σάρδεις με πολυάριθμο στρατό, που ο Ηρόδοτος τον εκτιμούσε σε 2 εκατομμύρια, αριθμός οπωσδήποτε υπερβολικός. Μετά την ήττα του στους Περσικούς πολέμους ο Ξέρξης που δεν ήταν καλός στρατιωτικός γύρισε στην Περσία, αφήνοντας το Μαρδόνιο στην Ελλάδα. Δολοφονήθηκε το 465π.Χ. από τον Αρτάβανο, που θέλησε να σφετεριστεί το θρόνο του. Ο Ξέρξης έκανε σημαντικό στρατηγικό σφάλμα στη Σαλαμίνα, παρασυρμένος από την ευστροφία του Θεμιστοκλή και συνέδεσε έτσι το όνομα του με τις δύο σημαντικότερες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας -Θερμοπύλες και Σαλαμίνα- που καθόρισαν, μαζί με το Μαραθώνα, ηθικά και πολιτικά την ιστορική διαδρομή του ελληνικού έθνους, αλλά και διαμόρφωσαν οριστικά τις σχέσεις Δύσης και Ανατολής σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Το Μαντείο του Τροφωνίου

Το μαντείο του Τροφωνίου είναι ελάχιστα γνωστό. Το ιερό, τοποθετημένο στην έξοδο ενός επιβλητικού φαραγγιού, κατελάμβανε τρία επίπεδα. Το κάτω μέρος, κατά μήκος της Έρκυνας, ένωνε το ιερό δάσος με τα βασικά δημόσια οικοδομήματα, όπως οι ναοί της Έρκυνας, της Δήμητρας, και του ίδιου του Τροφωνίου. Το άνω μέρος, στο σημερινό Προφήτη Ηλία, περιείχε το μεγάλο ναό του Δία και ένα ιερό που ο Κρόνος διαθέτει το μόνο γνωστό άγαλμα του στην Ελλάδα. Το ίδιο το μαντείο, μια απλή πέτρινη κυκλική βάση που οδηγούσε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα, βρισκόταν κάπου μεταξύ του άνω επιπέδου και του κάτω. Η αρχαία πόλη της Λιβαδειάς, επίσης είναι λίγο γνωστή, γεγονός που δυσχεραίνει κάθε μελέτη σχετικά με τη διαχείριση του μαντείου και την επίδραση του στη ζωή της πόλης.

Το μαντείο του Τροφωνίου
Ο Τροφώνιος ο Λεβαδεύς

Ο Τροφώνιος, ο ιδρυτής του μαντείου

Μια πανούργα τύχη έφερε τον Τροφώνιο στη Βοιωτία, στους κοντινούς Δελφούς, που χάρη στην πόλη και τη μεγαλειώδη φήμη της έλκυε την προσοχή όλων. Ο Τροφώνιος είναι γιος του Εργίνου και της Ιοκάστης , δύο μορφών της μυκηναϊκής μυθολογίας. Έφηβος σύγχρονος του νεαρού Απόλλωνα, αναδεικνύεται ικανός για θετικό έργο, όπως η κατασκευή του πέτρινου κατωφλίου της μαντικής αίθουσας του δελφικού ναού, καθώς και για χθόνιο, όπως η κατασκευή καλά κρυμμένων θησαυρών που κατόπιν λεηλάτησε μαζί με τον αδελφό του Αγαμήδη. Ο Τροφώνιος είναι ριζωμένος στη Λιβαδειά, όπου δε μαρτυρείται καμιά εμφάνιση του έξω από το ιερό του. Παράλληλα με τα ηρωικά χαρακτηριστικά του, κάποια άλλα δεν είναι καθόλου τέτοια. Και αν σε κάποιες μεταγενέστερες αποδόσεις ο Τροφώνιος πεθαίνει, γενικά απλά εξαφανίζεται κάτω από τη γη και η Λιβαδειά δε μπορεί να υπερηφανευτεί για κάποιον τάφο του, στοιχείο ουσιώδες για την λατρεία «ηρώων».

Ο Τροφώνιος είναι ανίκητος φορέας ευνοϊκά προσκείμενος στους ανθρώπους, ανήκει στους σεληνιακούς δαίμονες του Πλούταρχου και έχει επίσης αληθινό χαρακτήρα οικογένειας όπως οι ησιόδειοι δαίμονες, κληρονόμοι των φυλών χρυσού και ασημιού. Ο Τροφώνιος δεν βρισκόταν στο περιθώριο του τοπικού πάνθεου, αλλά στο θρόνο μιας πλούσιας θεϊκής κοινότητας, αφού μερικές φορές ονομαζόταν Δίας ο Τροφώνιος. Τη θολότητα αυτή τόνισε περισσότερο το ότι ο Τροφώνιος νομιζόταν για βρέφος της Δήμητρας, σύμφωνα με την παράδοση παιδικών θεοτήτων και ηρώων. Η θεϊκή τροφός, το υπόγειο καταφύγιο, το μέλι, τα φίδια, το χθόνιο περιβάλλον, το παιδί-θαύμα, η μυστηριώδης εξαφάνιση και η θεοποίηση του, όλα αυτά τα στοιχεία δίνουν στον Τροφώνιο την όψη ενός νέου θεού, όπως ο Ερμής, ο μικρός αυτός ψυχοπονιάρης κλέφτης, όντας και οι δύο άριστοι στην τέχνη του περάσματος στον άλλο κόσμο. Η πασίδηλη διαφορά τους είναι ο τοπικός χαρακτήρας του Τροφωνίου σε σχέση με τον πανελλήνιο του θεού του όρους Κυλλήνη. Ο Τροφώνιος, κάτοικος του Κάτω Κόσμου, αποτελεί για το ελληνικό πνεύμα ένα χθόνιο πέρασμα-τείχος, έναν άνδρα που διαχειρίζεται μέσα από τον κόσμο του ανοίγματα για το υπερπέραν. Όταν τοποθετεί το κατώφλι του αδύτου των Δελφών, ο θρύλος του είναι ξεκάθαρος πάνω σ’ αυτό, από την εποχή του Ομηρικού ύμνου στον Απόλλωνα (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.). Το γενεαλογικό του δέντρο τον συνδέει με τον Κλύμενο, μια άλλη ονομασία του Άδη. Οι κλειστές και ιερές αίθουσες που κατασκευάζει ξεχωρίζουν για τον πλούτο τους και χαρακτηρίζονται από ένα μυστικό πέρασμα.

Το σημείο επαφής με το χθόνιο κόσμο μοιάζει να ήταν το πρώτο στοιχείο του μύθου, γεγονός που σχετικοποιεί το χαρακτηρισμό του «αρχιτέκτονα», που τόσο συχνά αποδίδεται στον Τροφώνιο. Δεν είναι αντιληπτός ούτε ως παραδοσιακός μάντης, όπως ο Αμφιάραος ή ο Μελάμπους. Κανένας θρύλος δεν του αποδίδει μαντική κλίση όσο ζούσε. Κι αν η χθόνια επαφή επιβλήθηκε στη μυθοποιητική φαντασία, αυτό συνέβη πιθανότατα επειδή το μαντείο υποχρέωνε τον πιστό να διαβεί τα σύνορα του θανάτου. Στη διαδικασία της χρησμοδοσίας του γνωρίζουμε και από τον Ηρόδοτο ότι ο Τροφώνιος ήταν πράγματι ψυχαγωγός, όπως ο Ερμής, με τη διαφορά ότι ο Ερμής οδηγούσε τις ψυχές σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Το μαντείο του Τροφωνίου και η τελετή

Το τελετουργικό του μαντείου, με κεντρικό άξονα το φόβο, αναμφίβολα ήτα καλύτερα γνωστό από τα άλλα μαντικά τελετουργικά. Εξελισσόταν μέσα σε ένα ιερό άλσος, δηλαδή σε τόπο με προνομιούχο επαφή μεταξύ των κόσμων που από μόνος του συγκεντρώνει όλη τη μεταφορική αξία στο πρόσωπο του Τροφωνίου. Ο χρηστηριαζόμενος υποβαλλόταν σε σε μακρά προετοιμασία. Απομονωμένος, είχε όλο το χρόνο να εμποτιστεί από την ιερότητα του τόπου λατρείας. Οι επαφές του περιορίζονταν στους ιερείς ή άλλους συμβούλους και μόνο για να εξετάσει λεπτομερώς τις ομορφιές και τις ανησυχίες του τόπου. Μερικές μέρες αργότερα, και αν όλες οι θυσίες είχαν αποδειχθεί ευνοϊκές, ο προσκυνητής περπατούσε νύχτα προς το μαντείο. Άλλαζε ρούχα, φορούσε σανδάλια παράξενα, προσευχόταν στον Τροφώνιο και οδηγούνταν να πιει το νερό που επίσης πίνουν οι νεκροί, νερό της Λήθης και της Μνημοσύνης. Μέσα στο μαντείο πια, έπαιρνε μια μικρή σκάλα και κατέβαινε σε μια τρύπα, χωρίς να βλέπει το βάθος, που η φήμη την ήθελε γεμάτη φίδια. Εκεί ξαπλωμένος στο χώμα και ενώ κρατούσε σε κάθε χέρι ένα γλυκό από μέλι, έβαζε τα πόδια σε ένα στενό άνοιγμα περιμένοντας «να παρασυρθεί όπως κάποιος από τη δίνη ενός δυνατού ποταμού», σύμφωνα με τον Παυσανία. Η πιθανότητα δόλου των ιερέων που τραβούσαν από τα πόδια τον προσκυνητή είναι σιωπηρά αποδεκτή.

Ο Τροφώνιος παρείχε τους χρησμούς χάρη σε μια κατάσταση ύπνωσης (οράματος) ή κατά τη διάρκεια συγκοπής, πάντα ευνοϊκής στο όνειρο. Η διαφοροποίηση του τρόπου διατροφής και του ύπνου, φυσική απομόνωση και εισπνοές αναθυμιάσεων, έντονος στοχασμός και βαθιά σιωπή, κρύα μπάνια στον ποταμό Έρκυνα και ρυθμικοί χοροί, προκλητικοί ήχοι αυλών, καταστάσεις ύπνωσης, σεξουαλική αποχή ακι διάφορες αισθησιακές στερήσεις, όλα μαζί εκτείνονται χρονικά σε πολλές μέρες. Με τον τρόπο αυτό η ψυχική κατάσταση του προσκυνητή, κλονισμένη από το φόβο του χθόνιου, φθείρεται περισσότερο κατά την κάθοδο του στο σκοτεινό λαγούμι όπου τον περίμενε η λάμψη της θεϊκής επαφής. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο προσκυνητής «ξυπνούσε» ακριβώς στο σημείο όπου είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ο φόβος και η εσωτερική ανισορροπία πρέπει να αρκούσαν για να προκαλέσουν μαι λιποθυμία, που ποίκιλλε σε ένταση και διάρκεια ανάλογα με τα άτομα.

Το ιερατείο δεν ήταν κακόβουλο και χειραγωγό. Έπαιζε όμως σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της επιλογής του χρηστηριαζόμενου. Οι ιερείς, παρόντες σε κάθε θυσία, πρέπει να είχαν αποκτήσει βαθιά εμπειρία για να διακρίνουν ποιος, μεταξύ των προσκυνητών, είχε ή όχι υποστεί την απαραίτητη ψυχική μεταμόρφωση για την επίτευξη του οράματος. Το γεγονός ότι χρηστηριαζόμενος δεν είχε κλονιστεί από το τελετουργικό, που ο ίδιος ο Τροφώνιος είχε διδάξει, μπορούσε να επιτρέψει να πιστέψουν σε άρνηση όντως της τοπικής θεότητας και συνεπώς η απόρριψη του από τους ιερείς δεν ήταν κακοπροαίρετη.

Με την επιστροφή του ζητούντος το χρησμό στον καθαρό αέρα, ενώ ακόμη βρισκόταν σε κατάσταση κλονισμού, τοποθετούνταν στο θρόνο της Μνημοσύνης, όπου οι ιερείς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο του χρησμού.

Ο Τροφώνιος και τα Ελευσίνια Μυστήρια

Ο χρηστηριαζόμενος του Τροφωνίου θεωρούσε τον εαυτό του μύστη. «Η ασυνήθιστη εμπειρία» του οράματος όσο και το ταξίδι στον άλλο κόσμο- στην πραγματικότητα ένας πρόσκαιρος θάνατος- και παράλληλα η επιστροφή από το βασίλειο των νεκρών, έδιναν στη δοκιμασία την πλήρη μυητική έννοια. Αυτό δε σημαίνει ότι το ιερό του Τροφωνίου στέγασε ποτέ μυστικιστική λατρεία με την αυστηρή έννοια του όρου, αφού η πρώτη του κλίση ήταν μαντική. Η ομοιότητα, και μάλιστα η ταυτοσημία του τύπου της αποκάλυψης, πρέπει να έδωσε μυστηριακή χροιά στο βοιωτικό ιερό σε πρώιμη εποχή, αν όχι από τη γέννηση του. πολλές αναλογίες θα μπορούσαν να παρατηρηθούν με τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως οι παρόμοιες διατροφικές απαγορεύσεις, οι έννοιες του θάρρους και της καλοτυχίας, η μυστικότητα, η μυσταγωγία, ακόμη και η παρουσία στη Λιβαδειά του Εύβουλου, ενός από τους βασικούς θεούς των μυστηρίων της Ελευσίνας.

Πηγή: http://www.enet.gr