Το Ηράκλειο (3000π.Χ.-…)

Το Ηράκλειο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με 140.730 κατοίκους (απογραφή 2011). Αποτελεί έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, της Περιφέρειας Κρήτης (επανήλθε ως πρωτεύουσα το 1971), καθώς επίσης έδρα της Εκκλησίας της Κρήτης και του Αρχιεπισκόπου της. Ο Δήμος Ηρακλείου, όπως προέκυψε με το πρόγραμμα Καλλικράτης, είναι ο τέταρτος πολυπληθέστερος της χώρας με 173.993 κατοίκους.

Οι κύριοι οικονομικοί τομείς της πόλης είναι ο τουρισμός, η γεωργία και το εμπόριο. Διαθέτει βιομηχανική περιοχή 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του κέντρου. Η πόλη του Ηρακλείου ανακηρύχθηκε για το έτος 2017 ως η ταχύτερα τουριστικά αναπτυσσόμενη περιοχή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την κατάταξη το Ηράκλειο αναδείχθηκε ως 20η σε επισκεψιμότητα περιοχή στην Ευρώπη, ως 66η περιοχή στον Πλανήτη και ως 2η στην Ελλάδα για το έτος 2017, με 3,2 εκατομμύρια επισκέπτες και η 19η στην Ευρώπη για το 2018 με 3,4 εκατομμύρια επισκέπτες.

Το Ηράκλειο
Το λιμάνι του Ηρακλείου το βράδυ

Τα ονόματα του Ηρακλείου

Η πόλη στην πολύχρονη ιστορία της άλλαξε πολλά ονόματα, μερικά από τα οποία χρησιμοποιούνταν παράλληλα. Κάποια από τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: Ηράκλειον (Μινωϊκή περίοδος, Μυκηναϊκή περίοδος, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Κρητική Πολιτεία, Ελλάδα), Ηράκλεια, Κάστρο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Βυζαντινή), Ραμπντ Αλ Χάντακ (Άραβες), Χάνδαξ (Βυζαντινοί την περίοδο των Αράβων), Μεγάλο Κάστρο (Κρητικοί), Candida (Λατίνοι), Candia (Ενετοί, Ευρωπαίοι), Χώρα (Κρητικοί), Piazza, Καντιγιέ (Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Το αρχαίο Ηράκλειο

Το Ηράκλειο βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Κρήτης, έναντι της νησίδας Δία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα το δυτικότερο από τα τρία επίνεια της Κνωσού, που την περίοδο του μινωικού πολιτισμού είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στην Κρήτη φέροντας ίδιο όνομα προς τιμή αρχαίου ιερού ναού του Ιδαίου Ηρακλέους.

Για την πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της. Η κατοίκηση όμως θεωρείται ότι ξεκινάει τουλάχιστον από την τρίτη χιλιετηρίδα προ Χριστού, ως επίνειο (λιμάνι) της Κνωσού. Ως επίνειο ήταν ένας μικρός οικισμός. Ευρήματα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, στο φυσικό λόφο που σήμερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί κατά τους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε είναι από τον αρχαίο ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα(1ος αι. π.Χ.).

Σε όρυγμα σε βάθος 5μ μέσα στο ναό του Αγίου Πέτρου, βρέθηκε ρωμαϊκό νόμισμα του 169μ.Χ. Στο λάκκο αυτό βρέθηκαν και όστρακα Πρωτογεωμετρικής κεραμεικής (10ος – 9ος π.Χ. αιώνας).

Βυζαντινοί και Άραβες στο Ηράκλειο

Τη Βυζαντινή περίοδο, το Ηράκλειο ήταν μία μικρή αλλά περιτειχισμένη πόλη, όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης έχουν βρεθεί λείψανα του Α΄ Βυζαντινού ή Ρωμαϊκού τείχους.

Το 823 Άραβες Σαρακηνοί υπό τον Αμπού Χαφέζ, καταγόμενοι από την Κόρδοβα της σημερινής Ισπανίας, κατέλαβαν τη Κρήτη και κατέστρεψαν την μέχρι τότε πρωτεύουσα της νήσου Γόρτυνα. Αναζητώντας τότε μια νέα παράλια πόλη για πρωτεύουσα, επέλεξαν το Ηράκλειο, το οποίο και άρχισαν να οχυρώνουν το επόμενο έτος, 824, ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα προγενέστερα ελληνιστικά και βυζαντινά τείχη δυτικότερα καθώς επεκτάθηκε και η πόλη και το όρισαν ως πρωτεύουσα του κράτους τους, το Εμιράτο της Κρήτης. Έχτισαν μεγάλο οχυρό, τμήμα του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα, εντός της πόλης, πίσω από νεότερες κατασκευές επί τμημάτων των οδών Χάνδακος, Δαιδάλου και λιμένα, με μια περιμετρική μεγάλη τάφρο. Από την οχυρωματική εκείνη τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή Ραμπντ αλ Χάντακ (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο), δημιουργώντας μία περίοδο μεγάλης ευμάρειας και πολιτισμού. Όμως, παράλληλα, επέτρεπαν στο λιμάνι να στρατοπεδεύουν πειρατές, κάτι διαδεδομένο εκείνη την εποχή, που όμως δημιούργησε πολλά προβλήματα και ενόχλησε τα γειτονικά κράτη.

Οι Βυζαντινοί τον Ιούλιο του 960, αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Ηρακλείου, 3 χλμ δυτικά της πόλης. Ακολούθησε οκτάμηνη πολιορκία, στις 6 Μαρτίου του 961 οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά κυρίευσαν την πόλη. Ο Νικηφόρος Φωκάς μερίμνησε για την εγκατάσταση στην Κρήτη ευγενών-φεουδαρχικών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη για την εξύψωση του φρονήματος των Κρητών, τον έλεγχό τους και την επανασύσφιγξη των δεσμών με το Κράτος της Βασιλίδας. Αυτήν την πολιτική επικυρώνει το Διάταγμα του Αλεξίου Β΄ Κομνηνού (1182) με το οποίο εγκαθίστανται επίσημα στην Κρήτη, οι Αρχοντικές (Αρχηγικές) Οικογένειες, των γνωστών «Δώδεκα Αρχοντόπουλων».

Το Ηράκλειο της Ενετοκρατίας

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τμήμα της Κρήτης παραχωρήθηκε αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος και την εκχώρησε (πούλησε) στους Ενετούς, (στον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο). Οι Ενετοί εγκαθιστώντας ένα φεουδαλικό και ταυτόχρονα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, κατά τα πρότυπά τους, διατήρησαν τον Χάνδακα πρωτεύουσα της νήσου και έδρα του Δούκα, γενικού διοικητού της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, παραφράζοντας το όνομα της πόλης σε «Κάντικα», «Κάντιγκα», «Κάντιντα» και τέλος Κάντια (Candia) όπως και επικράτησε και ως όνομα της νήσου με το επίσημο όνομα «Βασίλειο ή Δουκάτο της Κάντια».

Ακολούθως οι Ενετοί ανήγειραν σπουδαία κτίρια με τα οποία λάμπρυναν την πόλη όπως το Δουκικό Ανάκτορο, το Μέγαρο του Αρχιστράτηγου, το Μέγαρο του Αρχιναύαρχου, το Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου, το ναό του Αγίου Μάρκου, καθώς και άλλους ναούς, όπως του Αγίου Φραγκίσκου, της Παναγίας των Σταυροφόρων κ.α., την Ενετική Λέσχη, την λεγόμενη κρήνη του Μοροζίνι (υδραγωγείο), τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Αικατερίνης με συνεχιζόμενη τη Σιναϊτική Σχολή λογίων και ζωγράφων κ.ά. Το σημαντικότερο όμως ενετικό έργο ήταν το περίφημο μέγα τείχος του Ηρακλείου, ή Ενετικά τείχη Ηρακλείου που περιέλαβε όλη την πόλη, όπως στο μεταξύ είχε αυτή αναπτυχθεί, καθιστώντας την το ισχυρότερο φρούριο της Ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά οι Ενετοί βελτίωσαν τις υπάρχουσες Αραβικές και Βυζαντινές οχυρώσεις.

Με τα έργα και τα κτίρια που έφτιαξαν οι Ενετοί, αλλά και άλλα που αφορούσαν τόσο τον εξωραϊσμό της πόλης, όσο και τα νέα διοικητικά μέτρα που παράλληλα καθιερώθηκαν δεν άργησε ο Χάνδακας να εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και να αποκτήσει τόση αίγλη που ποτέ πρωτύτερα δεν είχε γνωρίσει. Από τον λιμένα του, ο μεγαλύτερος τεχνητός που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιούταν όλο το εμπόριο της Κρήτης, κυρίως εξαγωγικό προς Ευρώπη και Ασία, αποκαλύπτοντας έτσι την μεγάλη εμπορική οργάνωση της πόλης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηριστεί «ψυχή της Βενετίας».

Από το μέσο της περιόδου της Ενετοκρατίας, ο Χάνδακας συγκέντρωνε ήδη τα 2/5 σχεδόν του συνολικού πληθυσμού της Κρήτης. Βασικοί κάτοικοι του Χάνδακα ήταν οι έποικοι Ενετοί Ευγενείς και άλλοι Λατίνοι υπάλληλοι του κράτους καθώς και έμποροι, Έλληνες γηγενείς, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και έποικοι από άλλες περιοχές των ενετικών κτήσεων καθώς και κάποιοι Εβραίοι έμποροι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κρήτης την εποχή εκείνη αυξομειωνόταν από διάφορες αιτίες όπως επιδημίες αλλά και από εποικισμούς Ελλήνων, που σημειωνόταν τελευταία, από άλλες ενετικές κτήσεις που καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Η πόλη είχε περίπου 25.000 κατοίκους εντός των τειχών και 5.000 εκτός των τειχών.

Οθωμανοί και Αιγύπτιοι στο Ηράκλειο

Το 1647 μ.Χ. ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους, η οποία κράτησε 22 χρόνια και κόστισε τη ζωή σε 30.000 Κρητικούς, Ενετούς και Ευρωπαίους και 120.000 Οθωμανούς και εν τέλει έληξε με την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669, στον Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ.

Μετά την παράδοση (6 Σεπτεμβρίου 1669), όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως αποχώρησαν και ως πρόσφυγες μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά, στη Βενετία, στη Δαλματία κ.α.

Η πόλη αμέσως μετά την άλωση ήταν κατεστραμμένη, όμως οι Οθωμανοί, την επέλεξαν ως νέα τους πρωτεύουσα. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου η πόλη έγινε γνωστή και ως «Μεγάλο Κάστρο» ή «Κάστρο». Ακολούθησαν περίοδοι ειρήνης, κινήματα, επαναστάσεις και σκληρές καταστολές εκ μέρους των Οθωμανών (Τούρκων). Λόγω των συνεχώς επαναστάσεων και του συνεχούς αιτήματος για Ένωση με το νεοσύστατο Κράτος της Ελλάδας, η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε (πούλησε) την Κρήτη το 1830 στην Αίγυπτο υπό την οποία παρέμεινε έως το 1841. Η περίοδος αυτή υπήρξε πιο ομαλή και πραγματοποιήθηκαν πολλά δημόσια έργα. Το 1851, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Οθωμανική Διοίκηση, από το Ηράκλειο στα Χανιά για αμυντικούς λόγους (λιμάνι της Σούδας).

Οι Κρητικοί μην αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1770, 1821, 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τον Δεκέμβριο του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Έτσι, η Κρήτη αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κράτους.

Μικρασιάτες στο Ηράκλειο

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που εμπλούτισαν τον τοπικό πολιτισμό. Προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και οι περισσότεροι από τη Σμύρνη, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Νυμφαίο Ιωνίας, την περιοχή του Ικονίου, της Προύσας κ.α. Ακόμη, στις αφιχθείσες οικογένειες Ελλήνων προσφύγων περιλαμβάνονταν και αρκετές από την Ανατολική Θράκη. Δημιούργησαν τους συνοικισμούς που φέρουν τα ονόματα των πόλεων της Μικράς Ασίας από όπου προήλθαν, όπως Νέες Κλαζομενές, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αλάτσατα, Νέα Βρύουλα. Η υποδοχή των προσφύγων από τους Κρήτες ήταν φιλόξενη και η συμβίωση ειρηνική.

Το Ηράκλειο και τα αδέλφια του

Το Ηράκλειο έχει αδελφοποιηθεί με τις εξής πόλεις:

  • Κωνστάντζα, Ρουμανία
  • Λεμεσός, Κύπρος
  • Οδησσός, Ουκρανία
  • Τολέδο, Ισπανία
  • Νίζνι Νόβγκοροντ, Ρωσία
  • Μπόζι Νταρ, Τσεχία
  • Τάμπα, Η.Π.Α.
  • Τσουκάριτσα, Σερβία

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειο_Κρήτης

Ο Όθων Α’ (912-973)

Ο Όθων Α’ (23 Νοεμβρίου 912-7 Μαΐου 973) ήταν βασιλιάς της Γερμανίας από 936 και Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 962. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ερρίκου Α’ και της Ματθίλδης κόρης του Ντήτριχ, κόμη του Ρίνγκελχαϊμ.

Ο Όθων Α'
Ο Όθων Α’

Ο Βασιλιάς και Αυτοκράτορας Όθων Α’

Ο Όθων Α’ στέφθηκε βασιλιάς στο Άαχεν. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Το Άαχεν ανήκε στην περιοχή της Λοθαριγγίας. Ήθελε να υπογραμμίσει τα αναφαίρετα δικαιώματα του στην Λοθαριγγία, την οποία διεκδικούσε και ο βασιλιάς του δυτικού Φράγκικου κράτους Λουδοβίκος Δ’, ως γνήσιος διάδοχος του Καρόλου του Μεγάλου.

Ο Όθων Α’ κατάφερε το 962, με το γάμο του με την Αδελαΐδα της Ιταλίας το 951, να αποκτήσει τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την 31η Ιανουαρίου 962 ο Όθων Α’, στα πλαίσια εκστρατείας του στην Ιταλία μπαίνει στην Αιώνια Πόλη, γίνεται δεκτός από τον Πάπα και τον λαό στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και στέφεται Αυτοκράτορας Η 2α Φεβρουαρίου 962 θεωρείται ως η ημέρα ιδρύσεως της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επάνω στον τάφο του Αποστόλου Πέτρου ο Πάπας και οι Ρωμαίοι έδωσαν στον Όθωνα Α’ όρκο πίστεως, ενώ ο Γερμανός μονάρχης τους υποσχέθηκε σεβασμό των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.

Ο Όθων Α’ κατάφερε να βάλει τα θεμέλια μιας ισχυρής Γερμανίας. Συγκρούστηκε σχεδόν με όλους τους γειτονικούς του λαούς. Αντιμετώπισε πολλές συνωμοσίες εναντίον του από συγγενικά πρόσωπα και ιδίως από τον αδελφό του που δύο φορές συμμάχησε και δήλωσε υποταγή στον Γάλλο βασιλιά, αλλά βγήκε αλώβητος.

Ο Όθων και οι Βυζαντινοί

Ο Όθων ήθελε να υποτάξει όλη την Ιταλία. Η νότια Ιταλία όμως ανήκε στους Βυζαντινούς. Το 967 υπέταξε περιοχές της νότιας Ιταλίας που θεωρούνταν βυζαντινές και θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς η ενέργεια αυτή ως εχθρική. Ο Νικηφόρος Φωκάς, αυτοκράτορας τότε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έστειλε αντιπροσωπεία προσφέροντας συμμαχία στον Όθωνα κατά των Σαρακηνών με τον όρο να εγκαταλείψει και να παραχωρήσει στο Βυζάντιο τις περιοχές που είχε καταλάβει. Ο Όθων δέχτηκε. Έστειλε στο Βυζάντιο τον Ενετό Δομίνικο ως κομιστή της απάντησης αλλά και ως κομιστή συνοικεσίου. Ήθελε ο Όθων να παντρέψει τον ομώνυμο γιο του με την κόρη του Ρωμανού Β’ και της Θεοφανούς, ελπίζοντας πως οι Βυζαντινοί θα έδιναν ως προίκα τις περιοχές της νότιας Ιταλίας. Οι Βυζαντινοί δεν δέχτηκαν το προξενιό. Θεωρούσαν ανήκουστο να παντρευτεί πορφυρογέννητη πριγκίπισσα βάρβαρο. Αυτό θα γινόταν μόνο αν επέστρεφε στο Βυζάντιο όλη τη νότια Ιταλία. Οι αξιώσεις όμως δεν έγιναν δεκτές.

Οι σχέσεις του Όθωνα με τους Βυζαντινούς βελτιώθηκαν όταν πέθανε ο Νικηφόρος Φωκάς και ανέβηκε στη βυζαντινό θρόνο ο Ιωάννης Τσιμισκής. Ο τελευταίος επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τον Όθωνα Α’ και δέχτηκε να δώσει βυζαντινή πριγκίπισσα στον Όθωνα Β’. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας έστειλε ως νύφη όχι την κόρη του Ρωμανού Β, αλλά την ανηψιά του Θεοφανώ. Οι γάμοι του Όθωνα Β’ και της Θεοφανούς έγιναν το 972 στο ναό του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη και ευλογήθηκαν από τον Πάπα Ιωάννη ΙΓ’. Τα αποτελέσματα αυτής της επιγαμίας μπορούν αν συνοψισθούν ως εξής: οι Γερμανοί έπαψαν να διεκδικούν την κυριαρχία των βυζαντινών κτήσεων της Απουλίας και της Καλαβρία. Οι Βυζαντινοί αναγνώρισαν το αυτοκρατορικό αξίωμα του Όθωνα Α’ και τον γερμανικό έλεγχο στα πριγκιπάτα Βενεβέντου, Κάπουας και Σαλέρνου. Έτσι η ιταλική πολιτική του Όθωνα Α’ στέφθηκε με επιτυχία.

Υστεροφημία του Όθωνα Α’

Έπειτα από 37 χρόνια βασιλείας ο Όθων Α’ πέθανε στις 7 Μαΐου του 973. Τον έθαψαν στον καθεδρικό ναό της αγαπημένης του πόλης του Μαγδεβούργου, στην ίδια περιοχή που αναπαυόταν και ο πατέρας του, Ερρίκος Α’. Και οι δύο, ο πρώτος ως βασιλιάς και ο δεύτερος ως αυτοκράτορας, ανήκουν στην ιστορία. Έβαλαν τα θεμέλια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της έδωσαν την τελική μορφή για όλη την περίοδο του Μεσαίωνα. Ο Όθων Α’ κληρονόμησε τις στρατιωτικές ικανότητες του πατέρα του, χάρη στις οποίες κατάφερε αυτό που φαινόταν αδιανόητο. Σε διάστημα είκοσι ετών καθυπόταξε, παρά τις σοβαρές συνωμοσίες ανάμεσα τους και αυτές μελών του στενού οικογενειακού του κύκλου, όχι μόνο τους Γερμανούς δούκες αλλά και τους Ούγγρους και τους Σλάβους. Ο Όθων Α’, στηριζόμενος στην ίδια παράδοση με τον Κάρολο τον Μέγα, ίδρυσε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Κάρολος και η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Όθων Α’ ήταν τόσο σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία, που η τελευταία κόσμησε με την επωνυμία «Μέγας» μόνο αυτούς τους δύο ανώτατους άρχοντες.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο του Όθωνα ιστοριογράφο Βιδουκίνδο, «ο λαός εξύμνησε τον Όθωνα Α’ για τα κατορθώματα του και κυβέρνησε τους υπηκόους του με πατρική στοργή, τους απελευθέρωσε από τους εχθρούς, κατέβαλε με τη δύναμη των όπλων τους υπερόπτες πολεμίους, Αβάρους (Ούγγρους), Σαρακηνούς, Σλάβους, υπέταξε την Ιταλία, κατέστρεψε τους ειδωλολατρικούς ναούς των γειτονικών ειδωλολατρών, ίδρυσε χριστιανικούς ναούς και χριστιανικά μνημεία». Ένας σύγχρονος Ιταλός ιστορικός σημειώνει: «Όλοι οι δρόμοι της Ευρωπαϊκής ιστορίας: της αγγλικής, της γαλλικής, της βουργουνδικής και κυρίως της ιταλικής οδηγούσαν στην αυλή του Όθωνα Α’. Ως κυρίαρχος των εθνών, ως αρχηγός το στρατού των κατακτήσεων, ως υπερασπιστής της πίστεως, ως ανώτατος ρυθμιστής της πολιτικής της Δύσεως ο Όθων Α’ υπήρξε πράγματι στη συνείδηση των αρχόντων της αυτοκρατορίας, του στρατού και του λαού του ο νέος Κάρολος».

Τα Χανιά (1700π.Χ.-…)

Τα Χανιά είναι παραλιακή πόλη της βορειοδυτικής Κρήτης, ένας από τους σημαντικότερους λιμένες της και πρωτεύουσα του νομού Χανίων. Καταλαμβάνει έκταση περίπου δεκατριών τετραγωνικών χιλιομέτρων και αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού μετά το Ηράκλειο. Ο δήμος Χανίων αριθμεί 108.642 κατοίκους (2011). Υπήρξε σημαντική μινωική πόλη και έχει ταυτισθεί με την αρχαία Κυδωνία.

Τα Χανιά
Τα Βενετσιάνικα νεώρια στο λιμάνι των Χανίων

Τα Χανιά που ήταν Κυδωνία

Τα Χανιά είναι η τοποθεσία σύμφωνα με την οποία οι Μινωίτες έκτισαν την «Κυδωνία». Από ανασκαφές που έγιναν σε διάφορες συνοικίες, όπως αυτή στο Καστέλι, έγινε γνωστό πως η περιοχή ήταν κατοικημένη από τη Νεολιθική εποχή. Η πόλη αποτέλεσε μετά τη Μινωική εποχή μια σημαντική πόλη-κράτος με όρια από τη θάλασσα μέχρι τους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Οι πρώτοι αποικιστές από την ηπειρωτική Ελλάδα ήταν οι Δωριείς γύρω στο 1100 π.Χ. Η Κυδωνία βρισκόταν σε συνεχείς διενέξεις με τις άλλες πόλεις κράτη της περιοχής, όπως τα Άπτερα, η Φαλάσαρνα και η Πολυρρήνεια. Επίσης, ο Όμηρος την ανέφερε στην Οδύσσεια. Το 69 π.Χ. ο Ρωμαίος πρόξενος Καικίλιος Μέτελλος (Caecilius Metellus) κατέλαβε την Κυδωνία, η οποία έλαβε προνόμια ανεξάρτητης πόλης-κράτους από τους Ρωμαίους, όπου και διατήρησε το δικαίωμα να έχει δικό της νόμισμα μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Τα Βυζαντινά και Ενετικά Χανιά

Η πρώτη βυζαντινή περίοδος διήρκεσε από το 395 ως το 824. Γι’ αυτήν δεν υπάρχουν αρκετές καταγραφές. Κατά την Αραβοκρατία (827 – 961) που ακολούθησε η μικρή πόλη πιθανά ονομαζόταν Rabdh el Djobh (Τυρούπολη, πόλη του τυριού) ή Al Hanim. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι Χριστιανικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν προς τα ορεινά του νομού λόγω των διωγμών. Ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς επανέκτησε την Κρήτη το 961. Η δεύτερη βυζαντινή περίοδος διήρκεσε μέχρι το 1204 και το όνομά της άλλαξε σε Χανιά. Οι Βυζαντινοί άρχισαν να ενισχύουν με οχυρωματικά έργα την πόλη, χρησιμοποιώντας αρχαία οικοδομικά υλικά, με σκοπό να αποτρέψουν και άλλη αραβική επιδρομή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα Χανιά αποτελούν επίσης έδρα επισκόπου.

Μετά την τέταρτη σταυροφορία (1204) και την πτώση της Βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή, η Κρήτη δόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό. Αυτός αποφάσισε να την πωλήσει στους Ενετούς για 1000 ασημένια μάρκα. Το 1252 οι Ενετοί κατάφεραν να υποτάξουν τους Κρήτες επαναστάτες και η Βενετική Σύγκλητος με το διάταγμα της 29 Απριλίου 1252 (Γρηγοριανό ημερολόγιο) διατάσσουν τον Στρατιωτικό Διοικητή να καταλάβουν τη Δυτική Κρήτη και να ιδρύσουν νέα πόλη ή να ανοικοδομήσουν κάποια παλαιά. Τα Χανιά κατόπιν, όπως και όλη η Κρήτη άνθησαν ως εμπορικό κέντρο και ως αγροτική περιοχή.

Στην αρχή οι Ενετοί ήταν σκληροί και καταπιεστικοί, αλλά σιγά σιγά οι σχέσεις τους με τους ντόπιους θερμάνθηκαν. Η επαφή τους με τη Βενετία βοήθησε στο να αναμειχθούν οι δύο κουλτούρες, χωρίς όμως οι ντόπιοι να χάσουν τις ελληνοχριστιανικές τους παραδόσεις. Το όνομα της πόλης άλλαξε σε La Canea και οι βυζαντινές οχυρώσεις ενισχύθηκαν δίνοντας στα Χανιά τη σημερινή τους μορφή. Επίσης, μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, αρκετοί ιερείς, μοναχοί, καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων βρήκαν καταφύγιο στην Κρήτη βοηθώντας στην πολιτιστική ενίσχυση του νησιού. Τα Χανιά, κατά την περίοδο αυτή, περιέχουν μείγμα βυζαντινού, ενετικού και κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Οι Οθωμανοί και οι Αιγύπτιοι στα Χανιά

Παρόλα αυτά τα τείχη της δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τους Οθωμανούς από το να καταλάβουν την πόλη το 1645 ύστερα από δίμηνη πολιορκία. Οι Οθωμανοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν τη πόλη από τα δυτικά και αποβιβάστηκαν κοντά στο μοναστήρι της Γωνιάς στην Κίσσαμο, το οποίο και λεηλάτησαν και έκαψαν. Πολιόρκησαν τα Χανιά στις 2 Αυγούστου 1645. Οι απώλειες και από τις δυο πλευρές ήταν τεράστιες (ειδικά των Οθωμανών). Ο Οθωμανός διοικητής εκτελέστηκε στην επιστροφή του έχοντας χάσει περισσότερους από 40.000 άντρες. Από την εκστρατεία αυτή η οποία για τους Τούρκους παραταύτα θεωρήθηκε ως μεγάλο κατόρθωμα έμεινε μέχρι και σήμερα η φράση «Να δείς τα Χανιά και τη Γωνιά» που σημαίνει να καταλάβεις σε βάθος μια δουλειά και να είσαι εύστροφος.

Αργότερα οι περισσότερες εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά και τα πλούτη της πόλης μεταφέρθηκαν στην έδρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι εποίκησαν τις ανατολικές συνοικίες της πόλης (Καστέλι και Σπλάτζια), όπου και μετέτρεψαν τον Άγιο Νικόλαο των Δομινικανών μοναχών στο Κεντρικό τους τζαμί. Έκτισαν επίσης και νέα τζαμιά, όπως αυτό του Kioutsouk Hassan στο παλιό λιμάνι. Τα δημόσια λουτρά (hamam) χτίστηκαν από τους Τούρκους λίγο πιο πάνω, στη σημερινή οδό Χάληδων.Το 1821, με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, υπήρξαν διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών και Μουσουλμάνων στα Χανιά, που οδήγησαν σε σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη των Χανίων. Ο επίσκοπος Κισσάμου, Μελχισεδέκ Δεσποτάκης, κρεμάστηκε από τους Τούρκους σε έναν πλάτανο στην πλατεία της Σπλάντζιας, ο οποίος υπάρχει και σήμερα.

Η Κρήτη μετά την Επανάσταση του 1821 αποδόθηκε από τους Οθωμανούς στους Αιγύπτιους του Μοχάμαντ Άλυ, οι οποίοι τη διατήρησαν έως το 1840. Στην εποχή της Αιγυπτιοκρατίας ανάγεται ο φάρος στο ενετικό λιμάνι των Χανίων. Επί αιγυπτιοκρατίας εκδόθηκε η πρώτη εφημερίδα στην Κρήτη, στα Χανιά, η «Κρητική Φωνή», η οποία ήταν δίγλωσση. Επί αιγυπτιακής κατοχής υπήρχαν δύο διοικήσεις στην Κρήτη, η μία στα Χανιά και η άλλη στον Χάνδακα (Ηράκλειο).

Το 1841 το νησί επανήλθε σε οθωμανική κατοχή. Από το 1850 κι έπειτα ο Πασάς της Κρήτης διέμενε στα Χανιά, όταν οι Οθωμανοί μετέφεραν για αμυντικούς λόγους (ύπαρξη του ασφαλούς για τον Οθωμανικό στόλο λιμανιού της Σούδας) την πρωτεύουσα της Κρήτης από το Ηράκλειο. Έως το 1850 ο Πασάς του Ηρακλείου, ήταν και Πασάς της Κρήτης.

Το 1878, υπογράφτηκε η Σύμβαση της Χαλέπας, η οποία παραχωρούσε κάποια σημαντικά δικαιώματα στο χριστιανικό πληθυσμό του νησιού.

Η Κρητική Πολιτεία των Χανίων

Το 1898, κατά τη διάρκεια των τελευταίων κινημάτων για ανεξαρτησία και ένωση με την Ελλάδα και ειδικά των αναταραχών στο Ηράκλειο την 25 Αυγούστου 1898, οι Μεγάλες Δυνάμεις δημιούργησαν την ημιαυτόνομη Κρητική Πολιτεία με πρωτεύουσα τα Χανιά, με ύπατο αρμοστή της τον πρίγκιπα Γεώργιο. Το παλάτι βρίσκεται στη συνοικία Χαλέπα, στα ανατολικά της παλιάς πόλης, δίπλα στην οικία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων η Κρήτη τύπωσε δικό της νόμισμα και γραμματόσημα. Η πόλη έπαψε να αποτελεί απομακρυσμένο βιλαέτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έγινε κοσμοπολίτικη, ξανακερδίζοντας τον ρόλο της ως σταυροδρόμι των πολιτισμών της Ευρώπης και της Ανατολής. Πολλά σημαντικά κτήρια χτίστηκαν κατά την περίοδο αυτή, κυρίως στην οδό Νεάρχου, καθώς και στο προάστιο της Χαλέπας, όπου βρίσκονταν τα προξενεία των προστάτιδων δυνάμεων.

Παρόλα αυτά ο κύριος στόχος ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η οποία πραγματοποιήθηκε οριστικά το 1913.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα Χανιά

Μια άλλη σημαντική στιγμή στην ιστορία των Χανίων είναι η εισβολή και κατοχή από τις δυνάμεις του Άξονα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την μεταφορά της Ελληνικής κυβέρνησης στα Χανιά μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας η πόλη γίνεται η de facto πρωτεύουσα της χώρας (ως πρωτεύουσα ορίζεται η έδρα της κυβέρνησης). Στην συνέχεια όμως έπειτα από έναν ανηλεή βομβαρδισμό της πόλης από τη γερμανική αεροπορία τον Μάιο του 1941, οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην πόλη από τα δυτικά (από τις περιοχές του Γαλατά και του Μάλεμε) και απωθήθηκαν από τους Βρετανούς στον λόφο της Δεξαμενής στα νότια της πόλης. Ο βασιλιάς Γεώργιος διέμενε σε μια βίλα στα Περιβόλια, κοντά στα Χανιά, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους Γερμανούς στην Αίγυπτο. Η Εβραϊκή κοινότητα των Χανίων υπέστη σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια της 5ετούς κατοχής. Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως και άλλοι αντιστασιακοί, μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην κεντρική Ευρώπη. Το 1944, μια Βρετανική τορπίλη βύθισε το πλοίο «Τάναϊς», το οποίο μετέφερε το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής κοινότητας Χανίων. Τα Χανιά ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή πόλη, που απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1945, με τους Γερμανούς να εκτελούν ντόπιους μέχρι την τελευταία στιγμή.

Τα σύγχρονα Χανιά

Τη δεκαετία του ’70 η Κρήτη μετατράπηκε σε μείζονα τουριστικό προορισμό για τον διεθνή και εγχώριο τουρισμό, πράγμα το οποίο συνέβαλε στην άνθηση της οικονομίας και της πολιτιστικής ανάπτυξης της πόλης. Τα Χανιά με παράνομη χουντική απόφαση, έπαψαν να είναι πρωτεύουσα της Κρήτης το 1971, όταν ως πρωτεύουσα της Κρήτης επανήλθε το Ηράκλειο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Χανιά