Το Όρραον (4ος αιώνας π.Χ.-31π.Χ.)

Το Όρραον ήταν μια κωμόπολη των Μολοσσών της Ηπείρου. Εκεί στέκουν ακόμη όρθια 4 κτίρια της ύστερης κλασικής περιόδου, τρεις ιδιωτικές κατοικίες και (μάλλον) ένα δημόσιο κτίριο. Και μόνο η ύπαρξη των κτιρίων αυτών, με τους τοίχους τους να στέκουν όρθιοι μέχρι το ύψος της στέγης του δευτέρου ορόφου τους, μεταμορφώνει τον άσημο λοφίσκο των 345 μέτρων ύψος, σε ένα εντυπωσιακό αρχαιολογικό τοπόσημο.

Το αρχαίο Όρραον, η άγνωστη πέτρινη πόλη της Ηπείρου
Οικία Α

Η θέση του Όρραου

Το Όρραον ιδρύθηκε (πιθανότατα) στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., από τους Μολοσσούς σε θέση με στρατηγική σημασία, καθώς φρουρούσε την κυριότερη διάβαση από τον Αμβρακικό προς την ενδοχώρα τους- ήταν ένας σχετικά μικρός οικισμός, με περίπου 100 σπίτια, όλα τους κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο, όπως και το ισχυρό, διπλό πέτρινο τείχος που προστάτευε την αρχαία πολίχνη. Ο πολεοδομικός της σχεδιασμός είχε σαν πρότυπο αυτόν της γειτονικής Αμβρακίας (σημερινή Άρτα)- δώδεκα στενοί, παράλληλοι δρόμοι, διασταυρώνονται με δύο κάθετους, σχηματίζοντας ορθογώνια οικοδομικά «τετράγωνα».

Ο οικισμός υδρευόταν από μια πηγή που βρισκόταν εκτός των τειχών του. ‘Ενα μονοπάτι που ξεκινούσε από την ανατολική πύλη οδηγούσε εκεί. Εκτός της φυσικής πηγής, οι κάτοικοι του οικισμού διασφάλισαν την ύπαρξη πόσιμου νερού και με την κατασκευή μιας μεγάλης δεξαμενής όπου συγκεντρωνόταν το βρόχινο νερό. Η δεξαμενή ήταν έργο δημόσιο- ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα είναι μια κατασκευή άρτια τεχνικά. Μια πέτρινη κλίμακα από 19 σκαλοπάτια οδηγεί και τον σημερινό επισκέπτη στον πυθμένα της, που ήταν φτιαγμένος από πήλινα όστρακα. Περπατώντας τον αρχαίο οικισμό, μπορεί κανείς να παρατηρήσει το άψογο λάξευμα των μεγάλων πέτρινων όγκων, τα απολύτως ευθετισμένα και (ακόμη) άρρηκτα μεταξύ τους «δεσίματα» και να αναλογιστεί την τεχνογνωσία των μηχανικών, μαστόρων και τεχνιτών που εργάστηκαν χιλιάδες χρόνια πριν στον ίδιο τόπο- το περφεξιονιστικό μεράκι και τον κόπο τους. Τα παράθυρα των σπιτιών υπάρχουν ακόμα- μέσα από αυτά διαγράφεται ο ίδιος ορίζοντας με τα χρόνια που στα σημερινά πέτρινα κουφάρια έδιναν ζωή πολυμελείς οικογένειες. Τα ίδια τα σπίτια ήταν διώροφα- στους τοίχους τους χάσκουν ακόμα οι τρύπες (δοκοθήκες) που «κούμπωναν» τα δοκάρια του πάνω πατώματος.

Η κ. Ανθή Αγγέλη, είναι προϊσταμένη της Εφορίας Αρχαιοτήτων Πρέβεζας, αρχαιολόγος που έχει συμμετάσχει στις ανασκαφές του Όρραον. Σύμφωνα με την Κα Αγγελή, Το Όρραον έχει την εξής ιδιαιτερότητα: γενικά τα αρχαία σπίτια κτίζονταν ως ένα επίπεδο 70- 80 εκατοστών με λίθινα θεμέλια αλλά από εκεί και πάνω η δόμηση συνεχιζόταν με πλίνθινα τούβλα, για αυτό και σώζονται μέχρι ένα μικρό ύψος. Επειδή, όμως, στη γύρω περιοχή του Όρραον αφθονεί, όπως και σήμερα, ο ασβεστόλιθος και η εξόρυξη του είναι σχετικά εύκολη, οι κάτοικοι εδώ έχτισαν τα σπίτια τους εξολοκλήρου από πέτρα, μέχρι και το ύψος της στέγης. Στον ελλαδικό χώρο δεν υπάρχουν άλλα τέτοια διατηρημένα σπίτια και αυτά στο Όρραον μας δίνουν μια πολύ καλή εικόνα για την αρχιτεκτονική των ιδιωτικών κατοικιών εκείνης της περιόδου. Υπήρχε ένας προθάλαμος και μια εσωτερική αυλή που γύρω της διατάσσονταν αρκετά δωμάτια. Ένα τμήμα του σπιτιού μπορεί να ήταν μονώροφο για να εξασφαλίζει καλύτερο φωτισμό αλλά τα σπίτια του Όρραον ήταν δύο ορόφων. Στην «Οικία Α» διασώζεται και η βάση της πέτρινης κλίμακας που οδηγούσε πάνω.

Το αρχαίο Όρραον, η άγνωστη πέτρινη πόλη της Ηπείρου
Ερείπια τοίχος, στο βάθος η Ιονία Οδός

Ποιο ήταν όμως το κίνητρο των Μολοσσών- ενός ελληνικού φύλου που από την βορειοδυτική Μακεδονία μετακινήθηκε στο οροπέδιο των Ιωαννίνων περίπου το 1.200 π.Χ.- να κτίσουν αυτή την πέτρινη πολίχνη; «Το Όρραον φύλασσε το πέρασμα από τον Αμβρακικό κόλπο προς το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Γνωρίζουμε από αρχαίες πηγές ότι οι Μολοσσοί είχαν πρόσβαση στον Αμβρακικό, μάλιστα κατείχαν μια μικρή έκταση περίπου 80 σταδίων στις ακτές του. Κανείς δεν μπορούσε να περάσει από τον Αμβρακικό και την πεδιάδα της Άρτας χωρίς να γίνει αντιληπτός από το Όρραον. Επίσης, φύλασσε το πέρασμα από την κοιλάδα του Αράχθου, που ήταν το όριο της επικράτειας των Μολοσσών».

Ήταν λοιπόν το Όρραον ένα οχυρό- παρατηρητήριο; «Ο φρουριακός του χαρακτήρας είναι σαφής. Διακρίνεται από την ισχυρή οχύρωση, τους στενούς δρόμους, ώστε ακόμα και αν οι εχθροί εισέβαλαν από τα τείχη να εγκλωβίζονταν, όπως επίσης από τα κτερίσματα που βρέθηκαν στις ταφές. Σχεδόν σε όλες βρέθηκαν όπλα, σε αντίθεση με την Αμβρακία, όπου μόνο σε ελάχιστους από τους χιλιάδες τάφους που ανασκάφηκαν, βρέθηκαν όπλα».

Τι γνωρίζουμε σήμερα για την αρχαία ζωή στον μικρό οικισμό; Πόσοι άνθρωποι ζούσαν εκεί, πως κατάφερναν να βιοπορίζονται; «Ο πληθυσμός του Όρραου εκτιμάται, βάση των περίπου 100 σπιτιών που περικλείονται από τα τείχη (εκτός βρισκόταν μόνο η νεκρόπολη), σε δύο χιλιάδες κατοίκους. Σε κάποιους χώρους των σπιτιών υπάρχουν ενδείξεις ότι σταβλίζονταν ζώα- σίγουρα λοιπόν ήταν ποιμένες και κτηνοτρόφοι, ενώ και ένας μικρός κάμπος στον γειτονικό Αμμότοπο, μάλλον καλλιεργούνταν από αυτούς τους ανθρώπους. Και σίγουρα κατοικούσαν εδώ αρκετοί στρατιώτες. Οι σχέσεις τους με την κοντινή Αμβρακία, που ήταν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Ηπείρου αλλά αποτελούσε αποικία των Κορινθίων και όχι τμήμα της «χώρας» των Μολοσσών, πιθανότατα ήταν φιλικές και εμπορικά αναπτυγμένες. Προϊόντα της Αμβρακίας, όπως αγγεία, αλλά και νομίσματα έχουν βρεθεί σε τάφους στο Όρραον. Η Αμβρακία ήταν μια τυπική πόλη-κράτος, που γύρω από το άστυ είχε μια αγροτική περιοχή που ήλεγχε για να εξασφαλίζει την επάρκεια της σε αγαθά. Το αρχαίο Όρραον δεν ανήκε στην επικράτεια της Αμβρακίας, αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι κάτοικοι του είχαν εμπορικές σχέσεις με την πόλη- θα διακινούσαν εκεί τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα τους, αγοράζοντας μετά ότι τους έλειπε».

Το αρχαίο Όρραον, η άγνωστη πέτρινη πόλη της Ηπείρου
Αντικείμενα από το Όρραον

Η ταύτιση του αρχαίου οικισμού- που είχε εντοπίσει τη δεκαετία του ’30 ο Βρετανός αρχαιολόγος Νίκολας Χάμοντ- με το Όρραον που αναφερόταν στις αρχαίες πηγές, επιτεύχθηκε βάσει ανασκαφικών ευρημάτων στη σημερινή Άρτα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε ανασκαφές στον Ναό του Απόλλωνα, βρέθηκαν τμήματα ενεπίγραφης στήλης που καθόριζε τα όρια της χώρας της Αμβρακίας. Εκεί αναφερόταν και το Όρραον και σύμφωνα με τα τοπογραφικά στοιχεία που προέκυπταν- απόσταση από Αμβρακία, προς ποια κατεύθυνση- έγινε η ταύτιση του οικισμού με το Όρραον των αρχαίων πηγών.

Η μικρή αυτή αγροτική πολίχνη κρύβει και μια ηρωική ιστορία, που σχεδόν συμπίπτει με την παρακμή και το τέλος της. Το Όρραον υπήρξε μια από τις 4 μόνο πόλεις της Ηπείρου (του «Κοινού των Ηπειρωτών») που αντιστάθηκαν στους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., έτος της ρωμαϊκής εισβολής. «Για αυτό οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν ολοσχερώς τα τείχη της πόλης, όχι όμως και τα σπίτια της. Ήταν μια πόλη που πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε, υπήρξαν σίγουρα καταστροφές αλλά δεν ήταν ολοσχερείς. Οι Ρωμαίοι της επέτρεψαν να συνεχίσει να υπάρχει, ατείχιστη όμως, σαν ένδειξη της δικής τους, πλέον, εξουσίας στην περιοχή. Η πόλη τελούσε υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία, δεν μπορούσε να έχει δική της άμυνα», σχολιάζει η κα Αγγέλη.

Το Όρραον αποτελεί παρελθόν

Στα τέλη του 1ου αι. π.Χ., τα χρόνια που ακολούθησαν τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), οι εναπομείναντες κάτοικοι του Όρραον μεταφέρθηκαν αναγκαστικά από τους Ρωμαίους του Οκταβιανού Αύγουστου στη νεοϊδρυθείσα Νικόπολη. Η ανθρώπινη παρουσία στο Όρραον έγινε παρελθόν.

Έμειναν, μέχρι και σήμερα, οι σωροί από τις πέτρες του τείχους που γκρέμισαν οι λεγεωνάριοι, τα κουφάρια των σπιτιών αυτών των περήφανων ανθρώπων με το «αγύριστο, ηπειρώτικο κεφάλι» τους, η δεξαμενή που φύλασσε το νερό τους, η νεκρόπολη των προγόνων τους. Στο σύγχρονο αρχαιολογικό μουσείο της Άρτας, μια προθήκη είναι αφιερωμένη στο Όρραον- αγγεία, κοσμήματα, μικροπράγματα καθημερινής χρήσης, αγροτικά εργαλεία.

Σήμερα, από το παράθυρο της οικίας Α. διακρίνεται ένα αποπερατωμένο τμήμα της Ιόνιας Οδού και αν προχωρήσεις προς το άκρο του οικισμού, παράλληλα με τα πεσμένα τείχη, ο κάμπος της Άρτας και στο βάθος ο Αμβρακικός.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/

Η Κορυτσά (4000π.Χ.-…)

Η Κορυτσά (αλβανικά: Korçë «Κόρτσε») είναι πόλη στη νοτιοανατολική Αλβανία και έδρα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται κοντά στα ελληνικά σύνορα και ο πληθυσμός της είναι 77.994 (απογραφή 2011), καθιστώντας τη την έκτη μεγαλύτερη πόλη στην Αλβανία. Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 850 μ. και περιβάλλεται από τα όρη Μοράβα. Σήμερα η Κορυτσά είναι βιομηχανική περιοχή. Παράγει ζάχαρη, οινόπνευμα,  μπύρα, δέρματα και υφαντουργικά προϊόντα. Η Κορυτσά παλιά ήταν το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ  Κωνσταντινούπολης,  ΘεσσαλονίκηςΙωαννίνων, Αλβανίας κλπ.

Η Κορυτσά
Η Κορυτσά

Το όνομα της Κορυτσάς

Το όνομα Κορυτσά έχει σλαβική ρίζα. Προέρχεται από το σλαβικό Gorica (Γκόριτσα, «βουνάκι»). Το όνομα της σε άλλες γλώσσες: Βλάχικα  Curceaua ή Cоrceaо, Βουλγαρικά Goritsa και Τουρκικά Görice.

Η Ιστορία της Κορυτσάς

Η Κορυτσά στην Αρχαιότητα

Έχουν βρεθεί νεολιθικά λείψανα που δείχνουν ότι ο χώρος κατοικήθηκε από το 4000 π.Χ. και μετά. Η Εποχή του Χαλκού διήρκεσε από το 3000 π.Χ. έως 2100 π.Χ. Στην πεδιάδα της Κορυτσάς εισήχθη η Μυκηναϊκή κεραμεική κατά την ύστερη Εποχή του Ορείχαλκου (Υστεροελλαδική ΙΙΙc) και έχει υποστηριχθεί ότι οι φυλές που ζούσαν στην περιοχή αυτή πριν τις μεταναστεύσεις της Γεωμετρικής Εποχής πιθανότατα μιλούσαν μια  βορειοδυτική Ελληνική διάλεκτο. Η περιοχή κατά την περίοδο αυτή η περιοχή είχε κατοικηθεί από τα αρχαία ελληνικά φύλα, των Χαόνων και των Μολοσσών, που ήταν δύο από τα τρία σημαντικότερα ελληνικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή της Ηπείρου. Η περιοχή βρισκόταν στα σύνορα Ιλλυρίας και Ηπείρου και, σύμφωνα με μια ιστορική ανασύνθεση, κυβερνιόταν από μια δυναστεία Ιλλυριών μέχρι το 650 π.Χ. και στη συνέχεια από μια δυναστεία Χαόνων. Την περίοδο αυτή περιοχή κατοικείτο από Ελληνικές φυλές της βορειοδυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, πιθανόν Χάονες ή Μολοσσούς, που ήταν δύο από τις τρεις μεγαλύτερες Ηπειρωτικές φυλές, που κατοικούσαν στην περιοχή της  Ηπείρου. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν κοντά στη σημερινή Κορυτσά μια επιτύμβια πλάκα του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ., που απεικονίζει δυο Ιλλυριούς σιδεράδες να κατεργάζονται σίδερο σε ένα αμόνι.

Μεσαίωνας και Οθωμανική κυριαρχία

Η νεότερη πόλη χρονολογείται από το τέλος του 15ου αιώνα, οπότε ο Ηλίας Χότζα ανέπτυξε την Κορυτσά κατά τις εντολές του Σουλτάνου  Μωάμεθ Β΄. Η Οθωμανική κατοχή άρχισε το 1440, και, μετά το ρόλο του Χότζα στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453, του αποδόθηκε ο τίτλος «Ηλίας Μπέη Μιραχόρ». Η Κορυτσά ήταν σαντζάκι του βιλαετίου  του Μοναστηρίου ως Γκιορίτσε. Η πόλη άρχισε να ακμάζει όταν η γειτονική Μοσχόπολη λεηλατήθηκε από τα Αλβανικά στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788. Η Κορυτσά εκτός από σημαντικό εμπορικό αποτέλεσε και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με πλήθος ελληνικών σχολείων να λειτουργούν σε αυτή. Η οργάνωση των επαγγελματικών συντεχνιών και της χρηματοδότησης της τοπικής εκπαίδευσης ήταν εφάμιλλη του αγγλοσαξονικού τραστ. Στους «Γενικούς Κανονισμούς των κοινών καθιδρυμάτων της πόλεως Κορυτσάς», που συντάχθηκαν το 1875, το σύνολο των δωρεών και κληροδοτημάτων συγκεντρώνονταν σε κοινό ταμείο με την ονομασία «λάσσο» και εποπτεύονταν από ειδική επιτροπή.

Η Κορυτσά τον 20ό αιώνα

Αρχές του 20ού αιώνα

Η Οθωμανική κυριαρχία επί της Κορυτσάς διήρκεσε μέχρι το 1912. Αν και η πόλη και τα περίχωρά της προβλεπόταν να αποτελέσουν τμήμα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878. Η Συνθήκη του Βερολίνου της ίδιας χρονιάς επανέφερε την περιοχή στην Οθωμανική κυριαρχία. Το 1910 η Ορθόδοξη Συμμαχία της Κορυτσάς υπό τον (Αλβανό) Μιχαήλ Γραμμένο ανακήρυξε την ίδρυση Αλβανικής Εκκλησίας. αλλά οι Οθωμανικές αρχές αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν. Η εγγύτητα της Κορυτσάς στην Ελλάδα, που διεκδικούσε όλο τον Ορθόδοξο πληθυσμό ως Ελληνικό, οδήγησαν στην εμπλοκή της στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά στις 6 Δεκεμβρίου 1912 και στη συνέχεια προχώρησαν στη φυλάκιση των Αλβανών εθνικιστών της πόλης. Η ενσωμάτωσή της στην Αλβανία αμφισβητήθηκε από την Ελλάδα, που τη διεκδικούσε ως τμήμα της Βορείου Ηπείρου και είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση του τοπικού Ελληνικού πληθυσμού, που ζήτησε την επέμβαση του Ελληνικού στρατού. Αυτή η εξέγερση κατεπνίγη αρχικά από τους διοικητές της Αλβανικής χωροφυλακής, που αποτελείτο από 100 Αλβανούς υπό το Θεμιστοκλή Γερμενί με αποτέλεσμα ο τοπικός Ελληνοορθόδοξος επίσκοπος Γερμανός και άλλα μέλη του δημοτικού συμβουλίου να συλληφθούν και να απελαθούν. Εντούτοις σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (Μάιος 1914) η πόλη αποτέλεσε τμήμα της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, εντός των ορίων του πριγκιπάτου της Αλβανίας. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο τον βορειοηπειρωτικών δυνάμεων με επικεφαλής τον Τσόντο Βάρδα.

Η βορειοηπειρωτική σημαία που υψώθηκε στο μητροπολιτικό μέγαρο της Κορυτσάς στις 22 Μαρτίου 1914.
Η βορειοηπειρωτική σημαία

Τον Οκτώβριο του 1914 η πόλη περιήλθε στην Ελληνική διοίκηση. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) ξέσπασε μια τοπική εξέγερση και με στρατιωτική και ντόπια βοήθεια η Κορυτσά περιήλθε στον έλεγχο του Κινήματος Εθνικής Αμύνης του Ελευθέριου Βενιζέλου, συντρίβοντας τις βασιλικές δυνάμεις. Εντούτις, λόγω των εξελίξεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή πέρασε γρήγορα στον έλεγχο των Γάλλων (1916-1920). Στο διάστημα αυτό δεκατέσσερις εκπρόσωποι της Κορυτσάς και του Συνταγματάρχη Ντεκουάν υπέγραψαν πρωτόκολλο που ανακήρυσσε την Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς, υπό τη στρατιωτική προστασία του Γαλλικού στρατού και με πρόεδρο το Θεμιστοκλή Γερμενί. Τελικά παρέμεινε τμήμα της Αλβανίας, όπως καθορίστηκε από τη Διεθνή Επιτροπή Συνόρων, που επιβεβαίωσε τα σύνορα της χώρας του 1913. Ως το 1925 όλα τα ελληνόφωνα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν βάσει κρατικών αποφάσεων, καθώς η πόλη δεν περιλαμβάνονταν στην αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος «ελληνική μειονοτική ζώνη».

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αλβανικός εθνικισμός ενέπνευσε πολλούς να προσπαθήσουν να αφαιρέσουν τα στοιχεία της Τουρκικής μουσικής από την Αλβανική κουλτούρα, επιθυμία που εντάθηκε μετά την ανεξαρτησία του 1912. Μουσικά συγκροτήματα, που σχηματίστηκαν αυτή την εποχή, όπως το Λίρα Χόρους, που ιδρύθηκε το 1922 με βάση την Καστοριά, έπαιζαν ποικιλία Ευρωπαϊκών ρυθμών, όπως εμβατήρια, βαλς, εθνικιστικά και ερωτικά τραγούδια, όπως σερενάτες.

Στην περίοδο του μεσοπολέμου η πόλη έγινε φυτώριο Κομμουνιστικής δραστηριότητας. Ο μελλοντικός δικτάτορας της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα ζούσε εκεί και ήταν τόσο μαθητής όσο και δάσκαλος στη Γαλλική σχολή της πόλης. Το μυστικό Κομμουνιστικό κίνημα της Κορυτσάς έγινε ο πυρήνας του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας του Χότζα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Κορυτσά

Ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κορυτσά το 1939, μαζί με την υπόλοιπη χώρα. Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο έγινε η κύρια προκεχωρημένη βάση της Ιταλικής αεροπορίας. Εντούτοις η πόλη περιήλθε στον έλεγχο των προελαυνόντων Ελληνικών δυνάμεων κατά την πρώτη φάση της ελληνικής αντεπίθεσης. Η Κορυτσά παρέμεινε υπό ελληνικό έλεγχο μέχρι τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Το διάστημα εκείνο την πόλη διοικούσε προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από ένδεκα Έλληνες και τέσσερις Αλβανούς εκπροσώπους.

Κατά την κατοχή η πόλη έγινε σημαντικό κέντρο Κομμουνιστογενούς αντίστασης στις δυνάμεις κατοχής του Άξονα. Η ίδρυση του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας – Κομμουνιστικό κόμμα – ανακηρύχθηκε επίσημα στην Κορυτσά το 1941. Η Αλβανική κυριαρχία αποκαταστάθηκε το 1944 με την αποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων.

Η Κορυτσά μετά τον πόλεμο

H περιοχή υπέφερε από το δικτατορικό καθεστώς του Χότζα όπως η υπόλοιπη Αλβανία, αν και είναι συζητήσιμο κατά πόσο αυτό έγινε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ο Χότζα καταπολέμησε κυρίως τους πλούσιους, ασχέτως αν αυτοί είχαν συχνά αγωνιστεί κατά της Ναζιστικής και Φασιστικής κατοχής. Αμέσως μετά τον πόλεμο πολλοί διέφυγαν στη  Βοστώνη των ΗΠΑ, σε μια κοινότητα Αλβανοαμερικανών, που είχαν ήδη μεταναστεύσει εκεί.

Μετά το 1990 η Κορυτσά ήταν μια από τις έξι πόλεις όπου το Νέο Δημοκρατικό Κόμμα κέρδισε όλες τις έδρες. Η λαϊκή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1991 έληξε με το γκρέμισμα του καθεστώτος του Χότζα.

Η Θρησκεία της Κορυτσάς

Επί αιώνες η Κορυτσά έχει υπάρξει σημαντικό θρησκευτικό κέντρο των Ορθόδοξων Χριστιανών. Έχει μεγάλη Ορθόδοξη κοινότητα και από το 1670 είναι έδρα Ορθόδοξου Μητροπολίτη. Υπάρχει επίσης μεγάλη Σουνιτική κοινότητα μέσα και γύρω από την πόλη. Το Ισλάμ  εισήχθη στην πόλη το 15ο αιώνα από τον Ηλίας Χότζα (Μιραχόρι), διάσημο Αλβανό γενίτσαρο, που συμμετείχε ενεργά στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ενα από τα αρχαιότερα τζαμιά χτίσθηκε στην Αλβανία από αυτόν, το Τζαμί Ηλίας Μιραχόρι. Στην πόλη υπάρχει επίσης μια κοινότητα Μπεκτασήδων. Το βασικό κέντρο των Μπεκτασήδων της περιοχής είναι ο Τεκές Τουράν.

Η εκπαίδευση στην Κορυτσά

Το πρώτο σχολείο, Ελληνόγλωσσο, στην πόλη ιδρύθηκε το 1724, με την υποστήριξη των κατοίκων του γειτονικού Βιθκούκι. Το σχολείο αυτό καταστράφηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 αλλά ξαναχτίστηκε το 1830. Το 1857 λειτουργούσε στην πόλη Ελληνικό σχολείο θηλέων. Το 19ο αιώνα διάφοροι ντόπιοι ευεργέτες όπως ο Ιωάννης Πάγκας δώρησαν χρήματα για την προώθηση της Ελληνικής παιδείας και πολιτισμού στην Κορυτσά, όπως το Μπάγκειο Γυμνάσιο. Ομοίως λειτουργούσαν επίσης στην πόλη αυτή την περίοδο νηπιαγωγεία, οικοτροφεία και σχολεία. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκε το 1850 ένα ειδικό κοινοτικό ταμείο, το Ταμείο Λάσσον, από τον τοπικό Ορθόδοξο επίσκοπο Νεόφυτο, με σκοπό να υποστηρίξει την Ελληνική πολιτιστική δραστηριότητα στην Κορυτσά.

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι ντόπιοι Αλβανοί εξέφραζαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να εκπαιδεύονται στη μητρική τους γλώσσα. Η Αλβανική διανόηση της διασποράς από την Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι προσπάθησε αρχικά να αποφύγει τον ανταγωνισμό με τους προύχοντες της Κορυτσάς που ήταν υπέρ του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι πρότειναν την εισαγωγή της Αλβανικής γλώσσας στα υπάρχοντα Ελληνορθόδοξα σχολεία, πρόταση που απορρίφθηκε από το Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθεί το 1887 το πρώτο Αλβανόγλωσσο σχολείο από την οργάνωση «Ντρίτα» και να χρηματοδοτηθεί από ντόπιους προύχοντες. Πρώτος διευθυντής ήταν ο Παντελί Σοτίρι (1842-1892). Ο Ναίμ Φρασερί (1846-1900), ο εθνικός ποιητής της Αλβανίας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση του σχολείου. Ως υψηλόβαθμος πολιτικός στο υπουργείο παιδείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατόρθωσε να πάρει την επίσημη άδεια για το σχολείο. Οι Οθωμανικές αρχές έδωσαν άδεια μόνο για τα παιδιά Χριστιανών να εκπαιδεύονται στα Αλβανικά, αλλά οι Αλβανοί δεν ακολούθησαν αυτό τον περιορισμό και επέτρεψαν την παρακολούθηση και σε παιδιά Μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα το σχολείο να κλείσει από τις Οθωμανικές αρχές το 1902.

Το σχολείο αυτό ακολούθησε το πρώτο Αλβανικό σχολείο θηλέων το 1891. Ξεκίνησε από το Γερασίμ Κιριαζί (1858–1894) και αργότερα λειτούργησε από τις αδερφές του Σεβαστή και Παρασκευή (1880-1970) Κιριαζί, μαζί με την Πολυξένη Λουαράσι (Δεσπότι). Μεταγενέστεροι συνεργάτες ήταν οι Γκρίγκορ Τσίλκα και Φινέας Κένεντι του Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Αποστολής της Βοστώνης.

Όταν η πόλη ήταν υπό Γαλλική διοίκηση το 1916 (Δημοκρατία της Κορυτσάς τα Ελληνικά σχολεία έκλεισαν και άνοιξαν 200 Αλβανόφωνα και Γαλλόφωνα σχολεία. Λίγους μήνες αργότερα τα Ελληνικά σχολεία ξανάνοιξαν, ως αντάλλαγμα και αποτέλεσμα της προσχώρησης της Ελλάδας στη συμμαχία της Αντάντ, όπου ανήκε η Γαλλία. Σαν αντίδραση έγινε η ίδρυση του Αλβανικού Εθνικού Λυκείου το 1917.

Η πόλη στεγάζει το Πανεπιστήμιο Φαν Νόλι, που ιδρύθηκε το 1971 και έχει σχολές Γεωπονική, Παιδαγωγική, Επιχειρήσεων, Νοσηλευτική και Τουριστική.

Μετά την κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τοπικές κοινότητες εξέφρασαν όλο και μεγαλύτερη ανάγκη να αναβιώσουν το πολιτιστικό τους παρελθόν, ιδιαίτερα με την επαναλειτουργία των Ελληνικών σχολείων. Τον Απρίλιο του 2005 άνοιξε στην Κορυτσά το πρώτο δίγλωσσο Ελληνοαλβανικό σχολείο, μετά από 60 χρόνια απαγόρευσης της Ελληνικής εκπαίδευσης. Πέραν αυτού λειτουργούν στην πόλη 17 Ελληνόγλωσσα ιδρύματα.

Η οικονομία της Κορυτσάς

Μετά την καταστροφή της γειτονικής Μοσχόπολης, στο τέλος του 18ου αιώνα, η Κορυτσά αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Τον 20ο αιώνα ανέπτυξε και σημαντική βιομηχανία. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει σημαντικές γεωργικές εκτάσεις.

Τον 20ό αιώνα η Κορυτσά απέκτησε σημαντικό βιομηχανικό δυναμικό, πέραν του ρόλου της ως εμπορικού και αγροτικού κέντρου. Το οροπέδιο, στο οποίο βρίσκεται η πόλη, είναι πολύ γόνιμο και μια από τις κύριες σιτοπαραγωγές περιοχές της Αλβανίας. Οι τοπικές βιομηχανίες περιλαμβάνουν κατασκευή πλεκτών, υφασμάτων, αλεύρων, μπίρας και ζάχαρης. Κοιτάσματα λιγνίτη εξορύσσονται στα γειτονικά βουνά, όπως το Μπόριε-Ντρένοβε. Στην πόλη παράγεται η γνωστή σε όλη τη χώρα «Μπίρα Κόρτσα». Σύμφωνα με επίσημες πηγές η πόλη έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα. Η πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων προέρχεται από Έλληνες, καθώς και από κοινές Ελληνοαλβανικές επιχειρήσεις.

Αδελφοποιημένες πόλεις

  •  Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
  •  Ιωάννινα, Ελλάδα
  •  Κλουζ-Ναπόκα, Ρουμανία
  •  Μιτροβίτσα, Κόσοβο
  •  Βερόνα, Ιταλία
  •  Λος Αλκάθαρες, Ισπανία

https://el.wikipedia.org/wiki/Κορυτσά