Ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1534)

Ο Ιανός Λάσκαρις (βαπτιστικό όνομα Ιωάννης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Ρώμη. Βυζαντινός λόγιος, συγγραφέας με έμφαση στα επιγράμματα, διπλωμάτης, πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία. Σύμφωνα με τον Έρασμο η φιλολογική του παραγωγή θα ήταν μεγαλύτερη αν οι συχνές του πρεσβείες και οι ασχολίες του για τα πράγματα δεν τον είχαν απομακρύνει από τις Μούσες.

Ο Ιανός Λάσκαρις
Ο Ιανός (Ιωάννης) Λάσκαρις

Ο φιλόλογος Ιανός Λάσκαρις

Οι σύγχρονοι του τον αναφέρουν ως Ρυνδακηνό, όχι γιατί γεννήθηκε στη Ρύνδακο, πολίχνη της Προποντίδας, αλλά διότι οι πρόγονοι του κατοικούσαν εκεί ή κατάγονταν από εκεί. όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη ήταν 8 ετών. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε εκεί. Μετά οδηγήθηκε στην Κρήτη και από εκεί στη Βενετία, με εντολή του καρδιναλίου Βησσαρίωνα. Η Βενετία ήταν ακόμη το δεύτερο Βυζάντιο, ο δε Βησσαρίων είχε συγκεντρώσει γύρω του κύκλο λογίων, γνωστό, ως «Ακαδημία του Βησσαρίωνα». Το 1463 ο Βησσαρίων ορίζεται αποστολικός απεσταλμένος του πάπα στη Βενετία, κηρύσσοντας σταυροφορία κατά των Τούρκων. Με εντολή του μεγάλου αυτού κληρικού ο νεαρός Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου δίδασκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος και προστάτης. Έμεινε εκεί μέχρι το 1472. Ο θάνατος του Βησσαρίωνα υπήρξε πλήγμα όχι μόνο για τον Λάσκαρι, αλλά για όλους τους Έλληνες υπήρξε εθνικό πένθος.

Ο Ιανός Λάσκαρις ήταν τότε 28 ετών και αναχώρησε για τη Φλωρεντία, στην αυλή του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς. Το 1360 η σύγκλητος της Φλωρεντίας είχε ιδρύσει έδρα ελληνικών σπουδών -η πρώτη έδρα ελληνικής όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο πρώτος καθηγητής ήταν ο Λεόντιος Πιλάτος, διδάσκαλος του Πετράρχη και του Βοκάκιου, αλλά και γνωστός μεταφραστής στη λατινική της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Το Πανεπιστήμιο εκείνο οργανώθηκε από τον Μανουήλ Χρυσολωρά.

Με την άνοδο του οίκου των Μεδίκων αρχίζει καινούργια εποχή. Η μόδα είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Ο Ιανός Λάσκαρις ανοίγει Φροντιστήριο στη Φλωρεντία και έχει σωθεί ένα από τα πρώτα του μαθήματα. Στο μάθημα αυτό ο Λάσκαρις ήθελε να αποδείξει ότι ο πολιτισμός των Ρωμαίων κτίστηκε πάνω στα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού. Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης έμεινε πάνω από 20 χρόνια.

Ένας από τους γνωστούς μαθητές του ήταν ο Μάρκος Μουσούρος, ο οποίος είχε έρθει στη Φλωρεντία 1486. Ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, παρά τις οικονομικές του δυσκολίες, δαπανούσε 30.000 δουκάτα για την αγορά χειρογράφων και την αμοιβή των αντιγραφέων και ο Λάσκαρις κλήθηκε να διευθύνει τη περίφημη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Ο Ιανός Λάσκαρις στάλθηκε στην ελληνική Ανατολή για την αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων. Ο Ιανός Λάσκαρις έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα και κατέγραψε σε πίνακα τους συγγραφείς που έπρεπε να αναζητήσει. Σε άλλο πίνακα ο Λάσκαρις κατέγραψε τους τόπους και τα πρόσωπα που έπρεπε να επισκεφθεί.

Ο Ιανός Λάσκαρις στη Γαλλία

Ενώ ο Λάσκαρις απασχολείται με τη διοργάνωση της Βιβλιοθήκης, μεγάλα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ιταλική χερσόνησο, τα οποία διαταράσσουν την ηρεμία του μεγάλου σοφού. Κατά το Μεσαίωνα ως απελευθερωτές του Πανάγιου Τάφου θεωρούσαν τους Γάλλους βασιλείς και σε αυτούς προσέτρεχαν σε βοήθεια οι Ρωμαίοι Πάπες. Ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολο Η’ στο δρόμο για τον Πανάγιο Τάφο εισήλθε στη Φλωρεντία το 1494. Ο Πάπας, φοβούμενος την εμφάνιση του Γάλλου βασιλιά, έκανε ανοίγματα προς τον σουλτάνο. Ακολούθησε μαι σειρά επιστολών μεταξύ Πάπα και Σουλτάνου. Οι επιστολές κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Κάρολο τον Η’ στη Φλωρεντία. Δεδομένου ότι ήταν γραμμένες στην τουρκική γλώσσα. Για να αποδειχθεί η γνησιότητα των επιστολών η μετάφραση βεβαιώθηκε από συμβολαιογράφο και χρησιμοποιήθηκαν τρεις πολύγλωσσοι μεταφραστές, ανάμεσα τους και ο Ιανός Λάσκαρις. Ο τελευταίος χρησιμοποιήθηκε λόγω της συμπάθειας του προς τα γαλλικά συμφέροντα, αλλά και για την γνώση της τουρκικής.

Ο Κάρολος Η’ αναχώρησε για τη Νεάπολη, αφού ο Πάπας επικύρωσε τα δικαιώματα του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, που ήταν και ο βασικός στόχος του Γάλλου βασιλιά. Μετά την αναχώρηση των Γάλλων οι Μέδικοι έχασαν την εξουσία και ανέλαβε ο καλόγερος Σαβοναρόλα, άνθρωπος διακείμενος εχθρικά προς τα κλασικά γράμματα. Ο Ιανός Λάσκαρις είχε ανάγκη από καινούργιο μαικήνα. Γνώριζε τα σχέδια του Γάλλου βασιλιά και την αγάπη του για τα γράμματα και στρέφεται στην Γαλλία.

Οι γαλλικοί πνευματικοί κύκλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Λάσκαρι όχι μόνο τον εκφραστή της Αναγέννησης αλλά και τον άμεσο κληρονόμο μιας νέας αντίληψης για την Αρχαιότητα. Δεν ήταν μόνο γόνος επιφανούς βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας, αλλά και το ζωντανό παράδειγμα της ελληνικής παράδοσης. Πέρα από τις σχέσεις με τους λογίους της γαλλικής αυλής, συνδέεται με το διπλωματικό σώμα, πράγμα που εξηγεί τη μετέπειτα διπλωματική του καριέρα.

Ο νεαρός Γάλλος βασιλιάς πέθανε ξαφνικά το 1498. Νέος βασιλιάς ήταν ο Λουδοβίκος ΙΒ’. Ο διάδοχος χρησιμοποιεί τον Λάσκαρι και σε άλλες θέσεις και τότε αρχίζει η διπλωματική του πορεία. Ο τουρκικός κίνδυνος διαφάνηκε και πάλι και ο Λουδοβίκος ΙΒ’ εισβάλλει δύο φορές στη βόρεια Ιταλία και καταλαμβάνει το Μιλάνο. Ο Λάσκαρις τον ακολουθεί. Φαίνεται ότι εκεί συνάντησε και το φίλο το Μάρκο Μουσούρο και συνομίλησαν για τις ελληνικές σπουδές.

Ο Ιανός Λάσκαρις επιστρέφοντας στη Γαλλία απασχολείται με τις πρώτες μεταφράσεις των κειμένων του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος έως τότε ήταν άγνωστος στη Δύση και τον σύστησαν στους Δυτικούς λόγιους οι Έλληνες λόγιοι του Βυζαντίου. Το 1504 ο Λάσκαρις με επιστολή του στον Άλδο Μανούτιο, γραμμένη στα ιταλικά, τον ενθαρρύνει στις εκδόσεις για τους Έλληνες συγγραφείς. Προσπαθεί να πείσει τον Μανούτιο για τη σπουδαιότητα των Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι, προς απογοήτευση των ελληνιστών, δεν βρίσκονταν σε αφθονία.

Στόχος του Ιανού Λάσκαρι, όπως και του Βησσαρίωνα, ήταν η απελευθέρωση του Βυζαντίου από τους Τούρκους εν είδει σταυροφορίας. Το 1501 οι συνομιλίες του εν όψει του πολέμου κατά των απίστων επαναλαμβάνονται και ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΒ’, με τη βοήθεια της Βενετίας και του βασιλιά της Ουγγαρίας, στέλνει δύο στόλους στο Αιγαίο, εκ των οποίων ο ένας αποτυγχάνει μπροστά τη Μυτιλήνη.

Η Γαλλία έχει ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων με τη Βενετία και ο Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται πρεσβευτής στη Βενετία. Εκεί έμεινε δύο μήνες, διότι οι Βενετοί έμειναν ουδέτεροι μην επιθυμώντας να εμπλακούν στις διαμάχες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.

Επιγράμματα του Ιανού Λάσκαρι

Ο Ιανός Λάσκαρις συνεργάστηκε με τον Γκιγιόμ Μπιντέ (Βουδαίος) για την μεταφορά ελληνικών χειρογράφων από το Μπλουά στην πόλη του Φοντενεμπλό. Ο Μπιντέ ήταν ο επίσημος βιβλιοθηκάριος και ο Λάσκαρις ο βοηθός του. Υπάρχει επίγραμμα μνημείο της συνεργασίας των δύο μεγάλων φιλολόγων: «Του Αυγούστου, σαν τον Βάρρωνα, τη βιβλιοθήκη αυξάνει ο Βουδαίος με την προσφορά της Παλλάδας/ και οι δύο είναι σοφοί και ο κριτής αυτός είναι δικαιότερος εκείνου/ ο οποίος αυξάνει τις ελληνικές φωνές, ενώ εκείνος τις αφαιρούσε». Ο Λάσκαρις είχε την ευκαιρία να συνομιλεί με το βασιλιά Φραγκίσκο και του δώρισε μαι υδρόγειο σφαίρα και ένα μανδύα με το εξής επίγραμμα: «Το πέπλο αυτό που κατασκευάστηκε με επιμέλεια από ελληνικό χέρι, έργο της Αθηνάς, αφού το δεχθείς, βασιλιά του Παρισιού, να το ζωστείς, γιατί εάν σε αγγίξω, όμοιο όπως είμαι με το στολίδι της Αριάδνης θα λάμψω στον ουρανό».

Ο Ιανός Λάσκαρις πέθανε το 1534 στη Ρώμη. Τάφηκε στην εκκλησία της Αγίας Αγάθης. Στον τάφο του γράφτηκε επίγραμμα το οποίο είχε συνθέσει ο ίδιος, με επίγραμμα για τη γυναίκα του, Κατερίνα Ράλλη, που πέθανε αργότερα. Το επίγραμμα είναι το εξής: «Σε ξένη γη θάφτηκε ο Λάσκαρις. Μάθε ότι δεν λυπάται για τη φιλοξενία αυτή. Τη βρήκε γλυκιά. Ο πόνος είναι ότι η πατρίδα δεν δίνει πια ελεύθερο χώμα για την ταφή των Ελλήνων». Η μεγάλη θλίψη για την απώλεια του μεγαλύτερου Έλληνα φιλολόγου στη Δύση γίνεται αντιληπτή από στίχους που έγραψαν διάφοροι λόγιοι.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394-1486)

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394 – 1486) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Βυζαντινούς λόγιους του 15ου αιώνα που δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία στην Ιταλία και θεωρείται από τους πιο άξιους συνεχιστές του έργου του Μανουήλ Χρυσολωρά. Δίδαξε τους άρχοντες της Φλωρεντίας που καλλιέργησαν το πρωτοποριακό πνεύμα της Αναγέννησης.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος
Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της Εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη νεαρός διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τους μεγαλύτερους λογίους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας, όπου έμεινε αρκετά χρόνια και έμαθε λατινικά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Πάρα ταύτα, ήρθε ξανά στην Κωνσταντινούπολη και έφυγε μετά την άλωση από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβεβαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη και αυτός μαζί με άλλους πολλούς στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Έτσι βρέθηκε σε ένα φιλικό περιβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδίκων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (Cosimo de Medici), ο οποίος είχε ονομαστεί «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνική Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος. Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία. εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλωρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία τη ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακαδημία-με την υποστήριξη του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)-και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά. Πράγματι, η επιτυχημένη διδασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτωνα. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία. Το μάθημα του στο Πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοποριακό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πέρα από τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που είχε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν, όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Κι αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική. Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα διδάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής. Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι το 1471, οπότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένεια του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία Ιωάννης Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου γαι να διδάξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό. Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέστρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρήκε τον Έλληνα φίλο του, το Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό και μετέπειτα Πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε χρόνο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Πάρα ταύτα, δίδαξε αρκετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επιτυχία. Γρήγορα όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Το 1477, λοιπόν, βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδαξε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κουρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς έπεσε σε πλήρη ένδεια και μάλιστα άρχισε να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θάνατος τον βρήκε γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγραφέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Πάρα ταύτα, το συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διαφόρων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του είναι τα εξής:

  1. Εκκλησιαστικά Ποιήματα
  2. Περί συλλογισμού
  3. Περί Αριστοτελικής Φιλοσοφίας
  4. Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά
  5. Λόγος περιττής Συνόδου της Φλωρεντίας
  6. Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προτείναντας
  7. Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους

Μεταφράσεις από τα ελληνικά στα λατινικά:

  1. Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί Ουρανού, Περί γενέσεως και φθορά, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης
  2. Βασιλείου του Μεγάλου: Ομιλία εις εξαήμερον

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Φώτιος ο Μέγας (810μ.Χ.-893μ.Χ.)

Ο Φώτιος ο Μέγας (810μ.Χ.-893μ.Χ.) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σέργιος, άνδρας γνήσια Ορθόδοξος όπως λέει ο ίδιος ο Φώτιος και η μητέρα του Ειρήνη, μια γυναίκα φιλόθεος και φιλάρετος. Ο αδελφός της μητέρας του είχε παντρευτεί την αδελφή της εικονόφιλης αυτοκράτειρας Θεοδώρας, ενώ ο πατέρας του ήταν αδελφός του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Ο Φώτιος έλαβε αξιόλογη μόρφωση και αφιερώθηκε στη μελέτη της κλασικής ελληνικής και της πατερικής γραμματείας των οκτώ πρώτων αιώνων. Κατά τη δεύτερη περίοδο της Εικονομαχίας (815-843), η οικογένεια του Φωτίου υπέστη διώξεις για τα εικονοφιλικά της φρονήματα, ενώ ο ίδιος ο Φώτιος αφορίστηκε για την προσήλωσή του στην τιμή των εικόνων. Μετά όμως το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843) και την οριστική αναστήλωση των εικόνων, αποκαταστάθηκε στην εκκλησιαστική κοινωνία και στα χρόνια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ (842-867) πήρε διάφορα αυλικά αξιώματα.

Ο Φώτιος ο Μέγας

Το ιστορικό πλαίσιο της ζωής του Φωτίου

Από το έτος 847, στον πατριαρχικό θρόνο είχε αναρρηθεί ο Ιγνάτιος ο οποίος είχε ευνουχιστεί και στη συνέχεια υποχρεώθηκε να δεχθεί το μοναχικό σχήμα σε μικρή ηλικία. Η εκλογή του Ιγνατίου, η οποία έγινε επί αυτοκράτειρας Θεοδώρας ικανοποίησε τους ισχυρούς Στουδίτες μοναχούς, γιατί ο Ιγνάτιος, ως μοναχός κι εκείνος, είχε παρόμοιες με αυτούς απόψεις. Όταν όμως αργότερα άλλαξε το πολιτικό καθεστώς με την προώθηση του στρατηγού Βάρδα, αδελφού της Θεοδώρας, στο αξίωμα του καίσαρα και την ανάληψη πρωτοβουλιών από το Μιχαήλ Γ’ που είχε ενηλικιωθεί, η συνεργασία της πολιτικής ηγεσίας με τον πατριάρχη έγινε δύσκολη. Ο λόγος ήταν η υποστήριξη του Βάρδα στην αντίπαλη του Ιγνατίου παράταξη, η οποία θεωρούσε ότι η εκλογή του, αν και αποδεκτή, έγινε με την ισχυρή επιρροή της Θεοδώρας. Η οριστική ρήξη ήρθε όταν ο πατριάρχης Ιγνάτιος κινήθηκε βεβιασμένα και δέχθηκε τις συκοφαντίες εναντίον του Βάρδα (για ανήθικες σχέσεις με τη χήρα του γιου του), με συνέπεια να του απαγορεύσει τη Θεία Κοινωνία.

Η ανοιχτή αυτή σύγκρουση ήρθε σε μια στιγμή που η ενηλικίωση του νεαρού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ είχε ισχυροποιήσει τον Βάρδα, ο οποίος στην κατάλληλη ευκαιρία, κατηγόρησε τον Ιγνάτιο για οργάνωση συνωμοσίας, αναγκάζοντάς τον να παραιτηθεί από τον πατριαρχικό θρόνο.

Ο Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Έτσι, αναζητήθηκε νέος πατριάρχης και ως καταλληλότερος θεωρήθηκε ο Φώτιος, ο δυνατότερος νους της εποχής εκείνης, έξοχος πολιτικός και ικανότατος διπλωμάτης, ο οποίος δέχθηκε ύστερα από πολλούς δισταγμούς. Από λαϊκός σε πέντε μέρες πέρασε απ’ όλους τους ιερατικούς βαθμούς και αναγορεύθηκε πατριάρχης στις 25 Δεκεμβρίου του 858. Η κατάσταση ήταν εύθραυστη εξαιτίας των συνεχών προκλήσεων προς το πρόσωπο του Φωτίου από την πλευρά των οπαδών του Ιγνατίου. Έτσι, το επίκεντρο της διαμάχης έγινε η κανονικότητα της εκλογής του Φωτίου. Τότε, οι οπαδοί του πρώην πατριάρχη, με επικεφαλής τους μοναχούς της μονής Στουδίου, ζήτησαν την παρέμβαση του πάπα Νικολάου, ο οποίος με τη σειρά του εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία αυτή για να λύσει οριστικά υπέρ της Δυτικής Εκκλησίας ζητήματα εκκλησιαστικής επιρροής.

Όταν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανερχόταν ο Φώτιος, στον παπικό θρόνο ανέβαινε παράλληλα ο πάπας Νικόλαος Α’ (858-867). Όταν, ο Φώτιος έστειλε μια επιστολή στον Πάπα για να του γνωστοποιήσει την ανάρρησή του, ο Νικόλαος αποφάσισε πως πριν τον αναγνωρίσει θα ήθελε να παρακολουθήσει καλύτερα τη διαμάχη μεταξύ του νέου Πατριάρχη και του κύκλου του Ιγνατίου. Γι’ αυτό, το 861 έστειλε αντιπροσώπους του (λεγάτους), στην Κωνσταντινούπολη. Ο Φώτιος, που δεν ήθελε νέες διαμάχες, υποδέχτηκε με σεβασμό τους παπικούς αντιπροσώπους προσκαλώντας τους να προεδρεύσουν στη Σύνοδο που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσει το θέμα που ανέκυψε μεταξύ αυτού και του Ιγνατίου. Οι λεγάτοι συμφώνησαν και μαζί με την υπόλοιπη Σύνοδο αποφάσισαν πως ο Φώτιος ήταν ο νόμιμος Πατριάρχης. Όταν όμως οι λεγάτοι επέστρεψαν στη Ρώμη, ο Νικόλαος διακήρυξε πως είχαν υπερβεί την εξουσία που διέθεταν και αποκήρυξε την απόφασή τους. Ήταν προφανές πως Νικόλαος υπολόγιζε ότι το καθεστώς του Ιγνατίου θα ήταν ευνοϊκότερο και ασθενέστερο σε σχέση με αυτό του Φωτίου και θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα σχέδιά του. Έτσι, δύο χρόνια μετά συνήλθε μία σύνοδος στη Ρώμη, η οποία αθώωσε τον Ιγνάτιο και καταδίκασε τον Φώτιο. Το πλήγμα αυτό, μαζί με την όξυνση των διεκδικήσεων του Πάπα στη Βουλγαρία, ανάγκασε το Φώτιο να ανταποδώσει. Δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την εκλογή του Νικολάου ως μη αρμόδιος, οπότε έπρεπε να μετατοπίσει το όλο θέμα στο δογματικό τομέα, και κυρίως, στο ζήτημα του Filioque. Έτσι, το 867 ο Φώτιος ανέλαβε δράση. Έγραψε μια Εγκύκλιο Επιστολή στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής, καταγγέλλοντας το Filioque και αυτούς που το χρησιμοποιούν. Μετά την αποστολή της επιστολής, ο Φώτιος συνεκάλεσε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (879-880), η οποία αφόρισε τον Πάπα Νικόλαο, χαρακτηρίζοντάς τον ως αιρετικό.

Η εκθρόνιση του Φωτίου επί Βασιλείου Α΄

Στο κρίσιμο αυτό σημείο, ανέβηκε στο βυζαντινό θρόνο ο Βασίλειος Α’ (867-886). Άνθρωπος χωρίς ηθικούς φραγμούς και υπέρμετρα φιλόδοξος, δολοφόνησε τον Βάρδα και τον ίδιο τον πατριό του, τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ για να πετύχει το στόχο του. Η άνοδος του Βασιλείου Α’ στο θρόνο έφερε σοβαρές μεταβολές. Αν και ο Μιχαήλ Γ’ είχε κρατήσει έναντι του πάπα μια διαλλακτική πολιτική, που ευνοούσε όμως τις απόψεις της Ανατολής, ο Βασίλειος Α’, προσανατολισμένος στην ανάγκη συνεργασίας με τη Δύση ώστε να σταματήσει η προέλαση των Αράβων, ακολούθησε διαφορετική πολιτική. Θέλοντας να εξευμενίσει τον πάπα και να αποκτήσει στήριγμα στους οπαδούς του Ιγνάτιου που είχαν ερείσματα στην Ανατολή, εκθρόνισε τον Φώτιο ο οποίος περιορίστηκε στη μονή της Σκέπης του Βοσπόρου, ενώ ο Ιγνάτιος επανεγκαταστάθηκε στον θρόνο (23 Νοεμβ. 867). Οι αποφάσεις και οι μεταβολές αυτές έγιναν δεκτές με ιδιαίτερη ικανοποίηση από τον πάπα, που τότε τύχαινε να είναι ο Αδριανός Β΄ ο οποίος είχε διαδεχτεί το 867 τον αποθανόντα Νικόλαο. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Αδριανός ζήτησε την πραγματοποίηση νέας συνόδου στην Κων/πολη η οποία θα επικύρωνε την καταδίκη του Φωτίου. Όντως, η σύνοδος αυτή πραγματοποιήθηκε το 869-870 (η γνωστή ως «αντι-Φωτιανή» σύνοδος, η οποία θεωρήθηκε ως 8η Οικουμενική για τους δυτικούς) και αντέστρεψε τις αποφάσεις του 867: αναθεμάτισε τον Φώτιο και όσοι επίσκοποι χειροτονήθηκαν από αυτόν ή παρέμειναν πιστοί σε αυτόν καθαιρέθηκαν και όσοι από τους μοναχούς ή λαϊκούς παρέμειναν πιστοί οπαδοί του αφορίσθηκαν.

Υπήρξαν όμως και άλλες αλλαγές. Η ίδια Σύνοδος του 869-70 ζήτησε από τον Αυτοκράτορα να αποφασίσει για την κατάσταση της Βουλγαρικής Εκκλησίας, και αυτός φυσικά αποφάσισε πως αυτή θα πρέπει να προσκολληθεί στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επιφέροντας πλήγμα στην επιβολή του Παπικού πρωτείου. Ο Βούλγαρος ηγεμόνας, διαβλέποντας πως η Ρώμη θα του παρείχε ακόμη λιγότερη ανεξαρτησία απ’ ο,τι το Βυζάντιο, δέχτηκε την απόφαση, οι Γερμανοί ιεραπόστολοι απελάθηκαν και «δεν ξανακούστηκε πλέον στα ορια της Βουλγαρίας το Filioque».

Ο Φώτιος πάντως πήρε το δρόμο της εξορίας και της απομόνωσης, στερούμενος και τα βιβλία του ακόμη ενώ οι ομόφρονές του αρχιερείς επίσης εξορίστηκαν ή παραγκωνίστηκαν, χωρίς όμως η εκκλησιαστική ένταση να καταλαγιάσει. Γρήγορα ο αυτοκράτορας συνειδητοποίησε το λάθος του, και αναγνωρίζοντας ότι τα προσκείμενα στον Φώτιο στελέχη ήταν περισσότερα και ικανότερα να βοηθήσουν την αυτοκρατορία, τον ανακάλεσε από την εξορία και του ανέθεσε και την εκπαίδευση των παιδιών του. Μετά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, οι Φώτιος και Ιγνάτιος συμφιλιώθηκαν, και πλέον, όταν ο Ιγνάτιος πέθανε το 877, η άνοδος και πάλι του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο ήταν δεδομένη.

Ο Φώτιος στην όγδοη Οικουμενική Σύνοδο

Ο Φώτιος ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο τρεις μόλις ημέρες μετά το θάνατο του Ιγνατίου, χωρίς άλλη κανονική διαδικασία. Επιθυμία του ήταν φυσικά να αποκαταστήσει το πρόσωπό του από τις εναντίον του διατυπωθείσες συκοφαντίες κατά τη σύνοδο του 869-870. Για το λόγο αυτό, συγκάλεσε μεγάλη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη και προσκάλεσε τους άλλους πατριαρχικούς θρόνους να στείλουν αντιπροσώπους. Στο μεταξύ, ο πάπας της διαιρέσεως Αδριανός Β’ είχε πεθάνει (872) και διάδοχός του ήταν ο Ιωάννης Η’ (872-882) ο οποίος δέχθηκε την ακύρωση των εναντίον του Φωτίου αποφάσεων της παπόφιλης συνόδου και απέστειλε αντιπροσώπους. Πράγματι, η καλούμενη και ως όγδοη Οικουμενική Σύνοδος του 879-880 που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη (υπό την προεδρία του Φωτίου και όχι των παρισταμένων τριών παπικών αντιπροσώπων) «ανεγνώρισεν ως κανονική την πρώτη εκλογήν του Φωτίου».

Αν και η Ορθόδοξη Εκκλησία, θεωρώντας ότι θεμέλιο της πίστεώς της αποτελούν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, δεν αναγνώρισε επίσημα ως όγδοη τη σύνοδο του 879, εν τούτοις αυτή φέρει όλα τα γνωρίσματα μίας Οικ. Συνόδου. Η Σύνοδος αυτή, ασχολήθηκε με την έκδοση δογματικής αποφάσεως, Όρου Πίστεως, με τον οποίο καθόρισε ότι το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να μείνει αμετάβλητο εναντίον κάθε αλλοιώσεως και παραχαράξεως και ειδικά εναντίον της λατινικής προσθήκης της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, γνωστής πλέον ως Φιλιόκβε. Ο Όρος Πίστεως «συνετάχθη και ανεγνώσθη εις την στ’ συνεδρίαν της Συνόδου, η οποία έγινεν εις το αυτοκρατορικόν ανάκτορον…υπεγράφη από όλους τους συμμετασχόντας Πατέρας αυτής, σύνολον 383, από τον αυτοκράτορα και από τους αντιπροσώπους του Πάπα».

Όμως, παρά την λαμπρή, πορεία του Φωτίου, κατά τη διάρκεια της οποίας συνεχίστηκε το ιεραποστολικό έργο του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε ολόκληρη σχεδόν την Ανατολική Ευρώπη, ενώ αποκαταστάθηκε η κανονική τάξη τόσο στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως όσο και στις σχέσεις της με τον παπικό θρόνο, το τέλος της δεύτερης πατριαρχίας του έμελε να είναι άδοξο.

Η δεύτερη εκθρόνιση του Φωτίου

Το έτος 886 ο Βασίλειος Α’ πέθανε σε ηλικία 74 ετών και ως διάδοχος ανήλθε στο θρόνο ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός, μαθητής του Φωτίου. Με τρόπο πράγματι ανάρμοστο για ένα τόσο αξιόλογο πατριάρχη, επαναλήφθηκε η εκθρόνιση του Φωτίου η οποία ήταν πλέον οριστική. Παρουσιάστηκαν στην Αγία Σοφία, κατά τη θεία λειτουργία, δυο ανώτατοι υπάλληλοι, οι οποίοι ενώπιον του λαού ανέγνωσαν το κείμενο της παραίτησης, στην οποία είχε εξαναγκαστεί ο Φώτιος για λόγους που δεν είναι ακόμη εξακριβωμένοι.

Είναι ασφαλώς άξιο απορίας πώς ο μαθητής του Φώτιου, Λέων, διαφύλαξε μια τέτοια μοίρα στον δάσκαλο του. Κάποιοι μιλούν για απωθημένα της μαθητείας του Λέοντα, άλλοι για καθαρά πολιτικά αίτια και άλλοι για το γεγονός ότι ο Φώτιος είχε ταχθεί με το μέρος του πατέρα του Λέοντα, Βασίλειου Α’, προς τον οποίο ο Λέων βρισκόταν σε σοβαρή αντίθεση.

Τελικά, ο Φώτιος αποσύρθηκε στην μονή των Αρμενιανών της Κωνσταντινουπόλεως και συνέχισε την προσφιλή του συγγραφική δραστηριότητα μέχρι τον θάνατο του στις 6 Φεβρουαρίου του 893. Η μνήμη του εορτάζεται στις 6 Φεβρουαρίου καθώς η Εκκλησία τον κατέταξε μεταξύ των Αγίων για τις υπηρεσίες του στην ανατολική Εκκλησία, τη διάδοση της Ορθοδοξίας και την υπεράσπιση της υγιούς δογματικής και εθιμικής παραδόσεως.

Ο Φώτιος ως λόγιος

Ο Φώτιος αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη και τις πνευματικές αναζητήσεις. Η φήμη της λογιότητάς του φαίνεται ότι προσείλκυε πολλούς φιλομαθείς νέους και ο Φώτιος διατηρούσε εκλεκτό κύκλο μαθητών, τους οποίους δίδασκε κατ’ οίκον. Ο Φώτιος θα ήταν εξέχουσα προσωπικότητα και μόνο ως εκκλησιαστικός άνδρας, εάν δεν ήταν συγγραφέας, αλλά και μόνο ως συγγραφέας, εάν δεν ήταν εκκλησιαστική προσωπικότητα. Αναδείχθηκε σημαντικός λόγιος και δάσκαλος, συντελεστής της αναβίωσης των ελληνικών γραμμάτων κατά τον 9ο αιώνα. Άνθρωπος που συνδύαζε την ελληνική παιδεία και τη χριστιανική ευσέβεια και γνώση, μαχητικός και διορατικός, αντάξιος των αναγκών και των κινδύνων της εποχής του. Ο σημαντικός Ρωμαιοκαθολικός ιστορικός Francis Dvornik, παραδέχεται: «Αν τα συμπεράσματα μου είναι σωστά, είμαστε έτοιμοι ακόμη μια φορά να αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο του Φωτίου ένα μεγάλο εκκλησιαστικό άνδρα, ένα μορφωμένο ανθρωπιστή και ένα γνήσιο χριστιανό, που με πολλή γενναιοδωρία συγχωρεί τους εχθρούς του και κάνει πάντοτε το πρώτο βήμα στη συμφιλίωση». Ο Μέγας Φώτιος άφησε ένα πλούσιο συγγραφικό έργο.

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2017/10/i-zoi-ke-to-ergo-tou-megalou-fotiou/

Πηγή: https://el.orthodoxwiki.org/Φώτιος_Α’_ο_Μέγας

Ο Νεόφυτος Βάμβας (1776-1855)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (Χίος 1776 – Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1855) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους και είναι ένας από τους λεγόμενους «Δασκάλους του Γένους», εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Είχε την πεποίθηση ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταφραστεί στη καθομιλουμένη, για να γίνει κτήμα του λαού, τη μετέφρασε αλλά αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με σφοδρές συγκρούσεις που τελικά δεν επέτρεψαν στην προσπάθεια του να εδραιωθεί.

Ο Νεόφυτος Βάμβας
Ο Νεόφυτος Βάμβας

Ο Βίος του Νεοφύτου Βάμβα

Ο Νεόφυτος Βάμβας γεννήθηκε στη Χίο. Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος και η Σταματούλα, που τους περιγράφει ο ίδιος ως «εκ γονέων πενήτων μέν, πλουσίων ὅμως εἰς εὐσέβειαν καί ἀρετήν». Αρχίζει τις σπουδές στη γενέτειρά του, τη Χίο και από νεαρή ηλικία εκδήλωσε αξιοσημείωτη φιλομάθεια. Εκτός από τη φιλολογία, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες. Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σίφνο, όπου στα 1793 μεταβαίνει για να φοιτήσει στην ακμάζουσα εκεί σχολή με δάσκαλο τον Μισαήλ τον Πάτμιο. Εκεί φοιτά κάτω από μεγάλες στερήσεις και βοηθούμενος από ντόπιες οικογένειες αλλά και τους δασκάλους του. Γυρίζει στη Χίο και παρά τις αντιδράσεις των γονιών του πηγαίνει στην Πάτμο, όπου έχει ως δάσκαλό του τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Η μονομερής όμως διδασκαλία του που επικεντρωνόταν μόνο στα ελληνικά δεν τον ικανοποιούσε κι έφυγε. Αρχικά σχεδιάζει να μεταβεί στην Πίζα της Ιταλίας, το ταξίδι όμως αναβάλλεται. Επανέρχεται στη Χίο, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Δωρόθεου Πρώιου που δίδασκε και μαθηματικά. Το 1791 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ακολουθεί στα 1796 στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο. Συνοδεύει τον Πρώιο στο Βουκουρέστι, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής Βλαχίας και σύντομα πάλι μαζί πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Γίνεται δάσκαλος στην οικογένεια του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου. Aκολουθεί και πάλι τον Πρώιο στην Βλαχία όταν τον παίρνει μαζί του ο Χατζερής. Το 1804 αποκεφαλίζεται ο Χατζερής κι ο Βάμβας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διδάσκει σε οικογένειες Φαναριωτών (της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Σούτσου), ενώ συμμετέχει στη σύνταξη της «Κιβωτού», μεγάλου λεξικού της Ελληνικής γλώσσας που διεύθυνε ο Πρώιος και γίνεται μέλος του «Μουσείου του Γένους», σύμφωνα με ψήφισμα που είχε συντάξει ο Δωρόθεος Πρώιος, Σχολάρχης (το 1804) της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Αδαμάντιος Κοραής

Ο Νεόφυτος Βάμβας το 1808 πηγαίνει στο Παρίσι να διευρύνει τις σπουδές του και να βρει τον Αδαμάντιο Κοραή, αφού περάσει από τη Βιέννη, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ταξίδι όχι εύκολο λόγω της κακής υγείας του και της έλλειψης χρημάτων. Στον Κοραή τον συστήνει ο Πασχάλης Βασιλείου, μαικήνας των γραμμάτων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος στέλνει μια συστατική επιστολή στον αδελφό του Αλέξανδρο Βασιλείου, με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αδαμάντιο Κοραή. Ο συμπατριώτης του από τη Χίο, του συμπαρίσταται οικονομικά και του χορηγεί 50 φράγκα το μήνα για να του διορθώνει τα κείμενα που γράφει. Στη Γαλλική πρωτεύουσα ο Νεόφυτος Βάμβας ασχολείται με τη σπουδή των θετικών επιστημών, τη φιλοσοφία και τα γράμματα. Παρακολουθεί μαθήματα του χημικού Thenard, του οποίου το βιβλίο «Traite de chimie elementaire» (πραγματεία στοιχειώδους Χημείας) (Παρίσι 1813-1816) θα μεταφράσει όταν βρεθεί σχολάρχης στη Χίο, χωρίς όμως να εκδώσει ποτέ, και του φιλοσόφου ελληνιστή Francois Thurot. Αλλά και ο ίδιος ο Βάμβας ζει από τη διδασκαλία της Ελληνικής και την εμπορία ταπήτων(χαλιών). Η σχέση του με τον Κοραή είναι στενή: συνεργάζονται στη διόρθωση της Γραμματικής του Buttmann την οποία είχε μεταφράσει ο Στέφανος Οικονόμος. Συχνά τρώνε μαζί οι δύο άντρες, λέει ο Κοραής σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου στα 1810, «Τον λαμβάνω (ενν. τον Βάμβα) πολλάκις εις το πενιχρόν μου γεύμα, και μετά το γεύμα καμμιάν φορά και συνθεατήν των Ρακίνειων τραγωδιών εις το Γαλλικόν θέατρον» Ο Κοραής φροντίζει και καθοδηγεί τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφαλίζει τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστέκει στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφεται στα γόνατα του Κοραή κι εδίδεται το 1813.

Το 1815 επιστρέφει στη Χίο κι ανέλαβε την διεύθυνση της τοπικής ανώτερης σχολής όπου συνέβαλε καθοριστικά ώστε να μειωθεί η επίδραση που άσκησε στην τοπική παιδεία επί δεκαετίες ο Αθανάσιος Πάριος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ των ηγετών του κολυβάδικου κινήματος και αντιβολταιρικός).

Ο Νεόφυτος Βάμβας και η Ελληνική Επανάσταση

Αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, πήγε τον Απρίλιο του 1821 (πριν την καταστροφή της Χίου) στην Ύδρα, όπου με θέρμη παρότρυνε τους Υδραίους να εκστρατεύσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού στη Χίο υπήρχε αρκετός πλούτος και η επανάσταση θα ενισχυόταν οικονομικά. Οι αδερφοί Κουντουριώτηδες τον άκουσαν, ταλαντεύτηκαν αλλά δεν πείστηκαν. Η έκβαση αυτή έπληξε το κύρος του. «Η αποτυχημένη αυτή επιχείρηση πρέπει να μέτρησε πολύ στις μετέπειτα αποφάσεις του Βάμβα», σχολιάζει ο Μιχαηλάρης.

Στην Ύδρα ο Νεόφυτος Βάμβας εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα του Δημητρίου Υψηλάντη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει ως γραμματέας του στα μέτωπα των μαχών. Εκεί εμψύχωνε με τους λόγους του στα στρατόπεδα τους πολεμιστές, «προτρέπων τούς πάντας εἰς αὐταπάρνησιν καί ὁμόνοιαν». Διασώζεται ένα περιστατικό κατά το οποίο, ενώ βρισκόταν να αγορεύει τότε προς το πλήθος, «προέτρεπεν ἕνα ἕκαστον νά ἐκπληρώνῃ τό χρέος του»· κάποιοι όμως ραδιούργοι παραμόρφωσαν την τελευταία αυτή φράση του στο να «πληρώσῃ ἕκαστος τά χρέη του». Τούτο ήταν επόμενο να ερεθίσει το αγαθό πλήθος σε αποδοκιμασία, την οποία εκείνος υπέμεινε «μετ’ εὐαγγελικῆς πραότητος».

Απογοητευμένος από τις εμφύλιες διενέξεις και συντετριμμένος από το γεγονός της καταστροφής της πατρίδας του, αποφάσισε να αφοσιωθεί στο εκπαιδευτικό και συγγραφικό του έργο, με το οποίο ήταν περισσότερο εξοικειωμένος. Άφησε την Πελοπόννησο το 1822 και λόγῳ τρικυμίας βρέθηκε στη Μήλο μαζί με συγγενείς του που είχαν έρθει να τον βρουν μετά τη σφαγή της Χίου.

Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα, που τότε ήταν υπό αγγλική αρμοστεία. Αρχικά στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια, διδάσκοντας στη σχολή και κηρύττοντας στους ναούς. Το 1828 μετέβη στην Κέρκυρα, για να αναλάβει καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας Φρέντερικ Νορθ (κόμης του Γκίλφορντ).

Ο Νεόφυτος Βάμβας στη Σύρο

Το 1833 ο Νεόφυτος Βάμβας αποδέχεται την πρόσκληση των Συριανών να αναλάβει τη διεύθυνση του πρώτου τοπικού Γυμνασίου. Οργάνωσε το δημόσιο Γυμνάσιο με πρότυπο τη σχολή της Χίου, αλλά με σύστημα εξαετούς φοιτήσεως. Πραγματοποίησε πληθώρα ομιλιών, δίδαξε φιλοσοφία και φιλολογία, εξέδωσε το βιβλίο του «Ἐσωτερικαί ἐνάργειαι τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θείων γραφῶν» και συνέχισε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, είχε εμπνευστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι.

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης ξεκίνησε στην Κέρκυρα και ολοκληρώθηκε στη Σύρο. Η απόδοση από το εβραϊκό κείμενο και όχι το καθιερωμένο των Εβδομήκοντα, η επιλογή να μεταφραστεί σε απλή γλώσσα και η συνεργασία του με την αγγλική Βιβλική Εταιρεία, προκάλεσαν αντιδράσεις από άλλους κληρικούς λογίους. Προχώρησε στη μετάφραση και της Καινής Διαθήκης.

Τα τελευταία χρόνια του Νεόφυτου Βάμβα

Το 1836 ο Νεόφυτος Βάμβας άφησε τη Σύρο και πήγε να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Εκεί σκοπός του ήταν η υποστήριξη των συμπατριωτών του στη συγκρότηση του συνοικισμού τους και στη δημιουργία σχολείου. Πριν διοριστεί καθηγητής παρέδιδε κατ΄ οίκον μαθήματα. Διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα της 24ης Απριλίου 1837 με την πρώτη ομάδα των τριάντα τεσσάρων καθηγητών, ως «τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας» και ανέλαβε σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής αφού «θεωρήθηκε υπερβολικά «ριζοσπάστης» για να διορισθεί στην Θεολογική. Ο Δημαράς αποδίδει τον διορισμό του στην ιδεολογική συγγένεια του με τον Κοραή, τον οποίο ο αντιβασιλέας Μάουρερ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς θαύμαζαν. Αργότερα έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Αρχιμανδρίτης. Αξιόλογη ήταν η συγγραφική δράση του. Υπήρξε βασικός συντελεστής της Νεοελληνικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1850), η οποία προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Ο ίδιος υποστήριζε πως «όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις «το Ουαί», εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους».

Στο ζήτημα της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το  Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ της απόσχισης, ανεπίσημα από το 1833 κι αναγνωρισμένη ως αυτοκέφαλη από το Πατριαρχείο το 1850.

Στή θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι το 1854, συμμετέχοντας ενεργά στην ακαδημαϊκή ζωή. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική, πραγματοποίησε πολλές ομιλίες, δημοσίευσε στον τύπο, διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και συνέχισε την έκδοση των βιβλίων του. Απεβίωσε στις αρχές του 1855 στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Νεοφύτου Βάμβα

Κατά κύριο λόγο τα συγγράμματά του είναι «διδακτικά», ενώ πολυάριθμες είναι και οι ομιλίες του. Επίσης έχει κάνει και μεταφράσεις, ενώ δεν είναι λίγα και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Επίσης ανέπτυξε και φιλολογία σχετική με την μετάφραση της Αγίας Γραφής-απολογητικά-υπερασπιστικά αυτής.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892)

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (27 Δεκεμβρίου 1809 – 16 Ιανουαρίου 1892) ήταν Φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικός και διπλωμάτης.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής 

Ο Βίος του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Δεκεμβρίου του 1809, γιος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, αλλά τα παιδικά του χρόνια, 1813 -1821, τα πέρασε στο Βουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας  Αλέξανδρου Σούτσου, που ήταν συγγενής του, στην Στεφανούπολη (το σημερινό Μπρασόβ της Ρουμανίας) και την  Οδησσό της Ρωσίας (1821-1825), όπου φοίτησε στο Λύκειο και τελικά στο Μόναχο από το 1825, όπου φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της  Βαυαρίας έχοντας υποτροφία από τον Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο τον Α΄, μέχρι το 1829.

Στην Ελλάδα (Ναύπλιο) εγκαταστάθηκε από το 1829, ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε, καθώς θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί, αφού, όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, το κράτος, στην προσπάθεια να προσελκύσει ξένους αξιωματικούς στον Ελληνικό Στρατό, έδινε σ’ αυτούς δύο βαθμούς ανώτερους από αυτούς που είχαν στην πατρίδα τους. Μετά την παραίτησή του από τον στρατό σταδιοδρόμησε σε διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις. Κατά τα έτη  1831-1841 υπηρέτησε ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, (επεξεργάστηκε σχέδιο για την οργάνωση της Μέσης Εκπαίδευσης και του Πανεπιστημίου). Ήταν ο πρώτος γενικός γραμματέας της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά την ίδρυσή της το 1837.

Μεταξύ 1841-1844 εργάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου επεξεργάστηκε σχέδιο για την καταπολέμηση της ληστείας, ενός από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούσαν το νεοσύστατο κράτος.

Το 1844, όταν εφαρμόστηκε ο νόμος που απαγόρευε την υπηρέτηση ετεροχθόνων στο δημόσιο, απολύθηκε και διορίστηκε καθηγητής  Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην πνευματική ζωή της χώρας άρχισε να συμμετέχει ενεργά αμέσως μετά την άφιξή του στην Ελλάδα. Το ποίημά του Δήμος και Ελένη, που μαζί με τον Οδοιπόρο του Π. Σούτσου είναι το πρώτο έργο του αθηναϊκού ρομαντισμού, δημοσιεύτηκε το 1831 και ακολούθησε μεγάλος αριθμός  λογοτεχνικών αλλά και επιστημονικών έργων. Το 1847 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Ευτέρπη μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Γρηγόριο Καμπούρογλου. Από το 1849 αποχώρησε από την Ευτέρπη και συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Πανδώρα, μαζί με τους Νικόλαο Δραγούμη και Κων/νο Παπαρρηγόπουλο. Σε αυτά τα περιοδικά δημοσίευσε και αρκετά από τα διηγήματά του, καθώς και το μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως και τη νουβέλα Ο Συμβολαιογράφος. Από το 1851 συμμετείχε στην κριτική επιτροπή των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε μάλιστα επισημάνει τους κινδύνους από τις ακρότητες του ρομαντισμού, παρ’ όλο που το 1837 ο πρόλογός του στο δραματικό έργο του Φροσύνη  αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το μανιφέστο του ρομαντισμού στην Ελλάδα.

Το 1856-1859 διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών («Επί των Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου γραμματεύς της Επικράτειας») στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη 1855 και στην Κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη 1857.

Το 1859 οι απόψεις του για την ενίσχυση των ελληνικών προϊόντων, αποτέλεσαν την αιτία δημιουργίας ενός κινήματος της νεολαίας με ηγέτη τον γιο του Κλέωνα και αποκορύφωμα τα Σκιαδικά. Το ίδιο έτος ήταν μέλος στην τριμελή επιτροπή των ελλανοδικών στο Καλλιτεχνικό Τμήμα των Α’ Ολυμπίων.

Το 1867 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, για να αφοσιωθεί στο διπλωματικό του έργο. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής της  Ελλάδας στις ΗΠΑ από το 1867 (ο πρώτος Έλληνας πρεσβευτής εκεί), στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι το 1868 και στο Βερολίνο από το 1874 μέχρι το 1887, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Ήταν ένας από τους Έλληνες πληρεξούσιους στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.

Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου του 1892.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής ο λόγιος

Ο Α. Ρ. Ραγκαβής ήταν ευρυμαθής λόγιος με πολλά ενδιαφέροντα. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν περιβάλλον λογίων: αδερφός της μητέρας του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και ξαδέρφια του οι λογοτέχνες Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος. Στην αυλή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου στο Βουκουρέστι, όπου έζησε από το 1813 ως το 1821 ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Στο Μόναχο είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Σέλλινγκ και μιλούσε άπταιστα 2-3 ξένες γλώσσες.

Ποιητικό έργο

Πρωτοεμφανίστηκε με το εκτενές αφηγηματικό ποίημα Δήμος και Ελένη το 1831, που είναι γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του  δημοτικού τραγουδιού και η γλώσσα του προσεγγίζει αρκετά την καθομιλουμένη. Την ίδια περίοδο επίσης έγραψε πολλά ποιήματα πατριωτικά, εμπνευσμένα από την ελληνική επανάσταση, τα οποία μιμούνται τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού. Το πιο γνωστό απ’ αυτά είναι Ο Κλέφτης. Σε αυτά τα ποιήματα, τα οποία βέβαια απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, η γλώσσα του προσεγγίζει τη δημοτική. Ένα από τα πιο αξιόλογα ποιήματά του είναι η Ωδή για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, ποίημα που επαινούσε και ο Διονύσιος Σολωμός. Τα πρώτα έργα του είναι επηρεασμένα από τον ρομαντισμό και στον πρόλογο του δραματικού έργου του Φροσύνη (1837) παρουσίαζε την  ρομαντική λογοτεχνική θεωρία και αυτοχαρακτηριζόταν ρομαντικός. Σταδιακά όμως απέρριψε τον ακραίο ρομαντισμό: οι απόψεις του και η γραφή του άρχισαν να μεταβάλλονται προς τον κλασικισμό και η γλώσσα του να γίνεται ακόμα περισσότερο αρχαΐζουσα. Παραδείγματα τέτοιων έργων είναι οι εκτενείς ποιητικές συνθέσεις Διονύσου πλους  (1864) και Γοργός ιέραξ (1871), με θέματα από την αρχαιότητα.

Το ποιητικό του έργο κινείται στο κλίμα της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, υπερτερεί όμως σε σχέση με άλλα έργα των συγχρόνων του ποιητών αφού δεν έχει τα μειονεκτήματα του ατημέλητου ύφους και μέτρου και της έλλειψης ακριβολογίας. Η γλώσσα του είναι βέβαια αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ κομψή και επιμελημένη.

Πεζογραφικό έργο

Στο πεζογραφικό του έργο δεσπόζει το ιστορικό μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως. Είναι το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ακολουθεί το πρότυπο του Sir Γουόλτερ Σκοτ. Έγραψε πολλά διηγήματα, σε μια εποχή που το αυτό το είδος δεν είχε γνωρίσει ακόμα την ανάπτυξη που γνώρισε αργότερα. Γι’ αυτό κάποιοι μελετητές τον χαρακτηρίζουν «πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος». Τα διηγήματά του βέβαια σπανίως διαδραματίζονται στην Ελλάδα και δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, με εξαίρεση το εκτενέστερο απ’ αυτά, Ο συμβολαιογράφος, ενώ κάποια είναι διασκευές ή παραφράσεις ξένων· αυτός και ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίον οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες και κριτικοί τον «κατηγόρησαν» ότι δεν αξιοποίησε το συγγραφικό ταλέντο του για να δώσει «γνήσια ελληνικά» διηγήματα.

Θεατρικό έργο

Έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης.

Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας

Σημαντικό έργο του, ως προς την ιστορική του αξία, είναι η Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, πρώτη ως τότε συστηματική απόπειρα καταγραφής της ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία υπερασπίζεται τη λόγια γλώσσα και τη φαναριώτικη ποίηση. Θεωρεί ότι μόνο αυτή είναι άξια συνέχεια της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Απορρίπτει τη δημοτική γλώσσα ως ακατάλληλη για να εκφράσει υψηλά ποιητικά νοήματα και το δημοτικό τραγούδι ως προϊόν της αμάθειας του λαού, που επιβίωσε μόνο επειδή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχε άλλη, αξιολογότερη παραγωγή. Απορρίπτει επίσης και την κρητική λογοτεχνία, ως μίμηση ξένων προτύπων και μη γνήσια γλώσσα, γεμάτη ιταλισμούς. Για την επτανησιακή σχολή γράφει ότι υπάρχουν βέβαια ποιητές με ταλέντο, αλλά δεν αποδέχεται τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Όπως είναι φυσικό, καταλήγει σε έπαινο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και ιδιαιτέρως των δύο εξαδέρφων του,  Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου στους οποίους αφιερώνει περισσότερες σελίδες απ’ ό,τι στον Κάλβο και τον Σολωμό! Απάντηση στην Ιστορία του Ραγκαβή έδωσε ο Ιούλιος Τυπάλδος με επιστολή προς τον Σπυρίδωνα δε Βιάζη, στην οποία ανασκευάζει όλες τις απόψεις του.

Η Εργογραφία του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ποίηση

  • Δήμος και Ελένη, 1831
  • Διάφορα ποιήματα, τ.Α 1837, τ.Β 1840
  • Διονύσου πλους, 1864
  • Γοργός ιέραξ, 1871

(Στα Άπαντά του, τ.Α 1874 Λυρική ποίηση, Β 1874 Δραματική και διηγηματική ποίηση, Γ-Δ 1871 Δραματική ποίηση)

Θεατρικά έργα

Έγραψε επίσης τα ακόλουθα δραματικά έργα:

  • Του Κουτρούλη ο Γάμος (κωμωδία), 
  • Δούκας (τραγωδία),
  • Οι Τριάκοντα Τύραννοι,
  • Η Εύα (της ελληνικής επανάστασης),

τα ρομάντζα:

  • Ο Πρίγκιπας του Μοριά,
  • Λέιλα 
  • Ο συμβολαιογράφος

Πεζογραφία

  • Διάφορα Διηγήματα τ. Α 1855, τ.Β 1857, τ.Γ 1859
  • Ο Αυθέντης του Μορέως, ιστορικό μυθιστόρημα, 1850

(Στα Άπαντά του, τ.Η, Ι, ΙΑ Διηγήματα)

Άλλα έργα

  • Μεταφράσεις αρχαίων δραμάτων, Δάντη, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Σίλλερ (Άπαντα τ. Ε-Ζ 1875,Θ 1875,ΙΒ 1885,Ιθ 1889)
  • Αρχαιολογικές μελέτες (΄Απαντα τ. ΙΓ-ΙΔ 1885, ΙΕ-ΙΖ 1889)
  • Απομνημονεύματα τ.Α 1894, τ.Β 1895, τ.Γ-Δ 1930
  • Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1877 στα Γαλλικά και 1882 στα Γερμανικά
  • Περίληψις Ιστορίας της Νεοελληνικής Φιλολογίας 1887

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Ρίζος_Ραγκαβής