Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα.