Η Μύκονος αλλιώς (4000π.Χ.-…)

Γεωλογικά, η Μύκονος είναι η πιο νεαρή προέκταση της ελληνικής κεντρικής ραχοκοκαλιάς, η μακρινή δισεγγονή της Βόρειας Εύβοιας: η πελαγονική οροσειρά ξεκίνησε να ανορθώνεται μέσα από τη θάλασσα πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια. Μια στενή καμπούρα που ξεκινούσε από τη σημερινή περιοχή στα βόρεια του ποταμού Αξιού, περνούσε τον Όλυμπο και στη σημερινή Ανατολική Θεσσαλία κι έφτανε ως τη Βόρεια Εύβοια.

Ακολούθησαν η Αττική με τη Νότια Εύβοια κι ενωμένη μαζί της η Άνδρος και με αυτήν η Τήνος. Στα 35 εκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας εμφανίστηκε τελευταία στη σειρά η Μύκονος. Με έδαφος τραχύ και άνυδρο. Με κοιτάσματα μαγγανιούχου σιδήρου, χαλκού και γαληνίτη. Με πυριτική άμμο.

Το λευκό και ο ασίγαστος άνεμος χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα Μύκονο ή Χώρα που από μόνη της είναι ένα ατελείωτο αξιοθέατο, καθώς ο παραδοσιακός κυκλαδίτικος χαρακτήρας έχει προστατευτεί ως διατηρητέος οικισμός: ανεμόμυλοι, εκκλησάκια, σπιτάκια, στενά δρομάκια, όλα λευκά.

Η ιστορική πορεία των κατοίκων του νησιού είναι συνδεδεμένη με αυτή των λοιπών Κυκλάδων. Ευρήματα πείθουν ότι το νησί ήταν κατοικημένο από την τελευταία τουλάχιστον χιλιετία της Εποχής του Λίθου (4000π.Χ.). Ως τώρα δεν έχουν βρεθεί μαρτυρίες ικανές να μας διαφωτίσουν για την ακριβή της θέση στον ευρύτερο Κυκλαδικό πολιτισμό της Εποχής του Χαλκού.

Ο μυθικός Άνιος που στάλθηκε από τον Ραδάμανθυ να αποικίσει τη Δήλο, φέρεται να είχε γιο τον Μύκονο που έδωσε το όνομα του στο νησί. Η μυθολογική σύνδεση της με τον Ηρακλή και τη Γιγαντομαχία, καθώς και η γειτνίαση της με τη Δήλο επιβεβαιώνουν ότι αργότερα κατοικήθηκε από τους Ίωνες.

Στην κλασική εποχή διέθετε τουλάχιστον δύο αξιόλογες πόλεις: τη Μύκονο στη θέση της σημερινής χώρας και την Πάνορμο. Από την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της ρωμαϊκής κατάκτησης σώζονται ερείπια τριών πύργων ενώ κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξε ορμητήριο πειρατών, χωρίς αυτό να εμποδίσει δύο μοναχούς από την Εκατονταπυλιανή της Πάρου να ιδρύσουν μοναστήρι στην περιοχή της Άνω Μεριάς (Παναγία Τουρλιανή, 1542).

Η εξέλιξη των πειρατικών πλοίων έφερε τους Μυκονιάτες να διαθέτουν ακμαία ναυτιλία τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Από τους πρώτους που επαναστάτησαν στα νησιά, προσέφεραν στον Αγώνα 22 πολεμικά πλοία με 130 πυροβόλα. Εντάχθηκαν στη μοίρα του Υδραίου Γιακουμάκη Τομπάζη.

Η Μύκονος των Μαυρογένηδων

Η Μύκονος ήταν ο τόπος αποκατάστασης του ονόματος των Μαυρογένηδων που έτυχε να συνδεθούν με το νησί από την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Η αριστοκρατική οικογένεια των Μαυρογένηδων καταγόταν από το Βυζάντιο. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, τα μέλη της οικογένειας έφυγαν για την Πελοπόννησο, την Πάρο και τη Μύκονο.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας βρήκαν τρόπο να προσεγγίσουν τους σουλτάνους και να τους υπηρετήσουν με το αζημίωτο. Γύρισαν στο Φανάρι. Ο Νικόλαος Μαυρογένης έγινε ηγεμόνας της Βλαχίας και της Μολδαβίας και αντιστράτηγος των Τούρκων στον πόλεμο κατά των Ρώσων. Ήταν μισητός στους Έλληνες αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε τον σουλτάνο να τον αποκεφαλίσει (1790), όταν νικήθηκε.

Ο Στέφανος Μαυρογένης ήταν μεγάλος λογοθέτης και διερμηνέας του τουρκικού στόλου, στα 1821, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Αποκεφαλίστηκε στις διώξεις. Ο Σπυρίδων Μαυρογένης ήταν, ως το 1902, προσωπικός γιατρός του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ. Και ο γιος του Αλέξανδρος, το 1902, διορίστηκε από τους Τούρκους ηγεμόνας της Σάμου.

Δεν ήταν, όμως, όλοι οι Μαυρογένηδες προσκυνημένοι. Εγγονή του Στέφανου Μαυρογένη, η Μαντώ ζούσε στην Τεργέστη με τον πατέρα της Νικόλαο, όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Πλούσια, νέα και όμορφη, δεν έπαυε να είναι φλογερή πατριώτισσα. Μάζεψε όσα χρήματα μπορούσε και έφυγε στη Μύκονο όπου ζούσαν οι συγγενείς της. Εξόπλισε δύο πλοία και συγκρότησε δικό της στρατιωτικό σώμα. Το νησί φλογιζόταν από τον ενθουσιασμό της.

Ο Καπουδάν πασάς ενοχλήθηκε ιδιαίτερα όταν έμαθε τι γινόταν. Όχι να ξεσηκώνουν τους ραγιάδες και οι γυναίκες. Έστειλε τον τουρκικό στρατό να πνίξει την επανάσταση στο νησί. Η τουρκική απόβαση στη Μύκονο έγινε στις 3 Οκτωβρίου του 1822. Πρώτοι βγήκαν στη στεριά 100 αλγερινοί πειρατές, ο φόβο και ο τρόμος των θαλασσών. Σάστισαν όταν είδαν μια γυναίκα με το γυμνό σπαθί στο χέρι να οδηγεί τους άνδρες εναντίον τους.

Η Μαντώ και οι δικοί της ρίχτηκαν πάνω τους με τόση ορμή, ώστε τους έριξαν στα νερά. Την ίδια τύχη είχαν κι όσοι Τούρκοι ακολούθησαν. Κάτω από τις ξέφρενες ιαχές των Ελλήνων, ο εχθρός έκρινε πως ήταν πιο φρόνιμο να αποχωρήσει. Η Μαντώ έγινε σύμβολο του Αγώνα. Η δημοσιότητα που δόθηκε ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένει κάποιος, στην προσπάθεια να προωθηθεί η ελληνική υπόθεση. Για την ίδια τη Μαντώ, η απόβαση στη Μύκονο αποτελούσε μόνο την αρχή. Με τους άνδρες της, πέρασε στην ηπειρωτική Ελλάδα και συνέχισε να πολεμά όπου χρειαζόταν. Η απελευθέρωση τη βρήκε δοξασμένη και πάμφτωχη.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας την εγκατέστησε στο Ναύπλιο και της απένειμε τον τίτλο της επίτιμης αντιστρατήγου. Το σπίτι της βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Δημητρίου Υψηλάντη. Ένα ειδύλλιο αναπτύχθηκε ανάμεσα τους αλλά δεν κράτησε πολύ, λόγω ψευδών φημών από μέρους πολιτικών αντιπάλων του Δημητρίου Υψηλάντη.

Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε και η Μαντώ εξορίστηκε στη Μύκονο, το 1832. Έζησε στην Πάρο ως το 1848. Πολλοί συγγενείς της συνέχισαν να πλουτίζουν υπηρετώντας τους σουλτάνους.

Η εκπαιδευτική πολιτική

Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια εντάσσεται στο ευρύτερο κυβερνητικό έργο και είχε μακροπρόθεσμους σκοπούς και στόχους. Αντανακλά τη νέα κοινωνική δομή και το νέο πολιτικό σύστημα που επιδίωκε για την Ελλάδα ο Κυβερνήτης. Η παροχή ίσων ευκαιριών μόρφωσης σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες θα οδηγούσε σταδιακά στην πολιτική ωριμότητα και χειραφέτηση τους.

Η εκπαιδευτική πολιτική

Η εκπαιδευτική πολιτική του Κυβερνήτη

Το περιεχόμενο της διδασκαλίας προσανατολίστηκε προς την ελληνοχριστιανική παράδοση, όπως τουλάχιστον διαπιστώνεται από το πρόγραμμα μαθημάτων και τις οδηγίες του ίδιου του Καποδίστρια και των συνεργατών του προς τους δασκάλους.

Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εθνική διαπαιδαγώγηση, στην ενίσχυση, δηλαδή, της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, στη δημιουργία εθνικών πολιτών, μελών εθνικού κράτους και τονίστηκε η σύζευξη θρησκείας και Παιδείας για την ανόρθωση των πολιτών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευθύνη των εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών θεμάτων ανατέθηκε στο ίδιο υπουργείο, την «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείαν», μια συνύπαρξη που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, δείχνοντας τη σημασία θρησκείας και παιδείας στη νεοελληνική συνείδηση.

Μετά την Ελληνική Επανάσταση έφτασαν από τη Δύση στην Ελλάδα οι λεγόμενοι μισιονάριοι, οι οποίοι πρόθεση είχαν να βοηθήσουν την παιδεία των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας κράτησε επιφυλακτική στάση απέναντι τους και αυτό συνίσταται στην καχυποψία του Κυβερνήτη ως προς τα πραγματικά τους κίνητρα και τους σκοπούς τους. Αδιαμφισβήτητα η συμβολή των μισιοναρίων στην εκπαίδευση των ελληνόπουλων, ιδίως τον κοριτσιών ήταν σημαντική. Η έλλειψη των οικονομικών πόρων συνδυασμένη με την αγάπη των Ελλήνων για την Παιδεία διευκόλυνε το έργο των ιεραποστόλων, οι οποίοι έρχονταν αυτόκλητοι να καλύψουν τις ελλείψεις που παρουσίαζε η κρατική παιδεία. Η στάση του Κυβερνήτη ήταν ανεκτική απέναντι τους λόγω της ισχνότητας των κρατικών οικονομικών πόρων και της ωφέλειας που θα μπορούσε να προέλθει από την εκπαιδευτική και εκδοτική δραστηριότητα των ιεραποστόλων. Η δράση τους αναπτύχθηκε κυρίως στις Κυκλάδες και την Αθήνα, όπου ίδρυσαν σχολεία και έδωσαν έμφαση στη μόρφωση των κοριτσιών.

Κατά το σύντομο διάστημα της διακυβέρνησης του ο Καποδίστριας φρόντισε για την ίδρυση σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης σε όλες τις επαρχίες του κράτους και εισήγαγε ομοιόμορφο σύστημα διδασκαλίας, την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Επίσης, μερίμνησε για την ίδρυση και λειτουργία σχολείων μέσης βαθμίδας εκπαίδευσης, των λεγόμενων ελληνικών σχολείων, τα οποία λειτουργούσαν σχεδόν σε κάθε επαρχία, ενώ έδωσε βαρύτητα και στην επαγγελματική εκπαίδευση. Σε εύθετο χρόνο προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημίου, όταν όμως θα υπήρχαν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι αλλά και οι υποψήφιοι φοιτητές. Στην Αίγινα ίδρυσε το Ορφανοτροφείο Αρρένων, όπου λειτουργούσαν και επαγγελματικά εργαστήρια με σκοπό την εκμάθηση κάποιας βιοποριστικής τέχνης παράλληλα με την απόκτηση γραμματικών γνώσεων. Πρότυπο Σχολείο για την μόρφωση και επιμόρφωση των αλληλοδιδασκάλων, Κεντρικό Σχολείο για τη μόρφωση των δασκάλων των προτύπων ή ελληνικών σχολείων. Επίσης, δημιουργήθηκαν Πρότυπο Αγροκήπιο στην Τίρυνθα για τη διδασκαλία των σύγχρονων τρόπων γεωργικής καλλιέργειας και κτηνοτροφίας, Στρατιωτική Σχολή στο Ναύπλιο, Εκκλησιαστικό Σχολείο στη μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο για την εκπαίδευση των μελλοντικών κληρικών. Στην Ερμούπολη η προσπάθεια των εμπόρων της πόλης για ίδρυση εμπορικού σχολείου βρήκε υποστηρικτή τον Κυβερνήτη.

Πολύ σημαντική υπήρξε η φροντίδα του για τα παιδιά των αγωνιστών της Επανάστασης, στέλνοντας τα στα σχολεία της Ευρώπης, ως ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της προσφοράς των πατέρων τους προς το έθνος. Διατηρούσε, μάλιστα, αλληλογραφία μαζί τους και ζητούσε από τους συνεργάτες του διαρκή ενημέρωση.

Στο ενδιαφέρον του Καποδίστρια για την παιδεία εντάσσεται και έκδοση του φιλολογικού περιοδικού «Η Αιγιναία», η ίδρυση στην Αίγινα Εθνικής Τυπογραφίας, Εθνικού Μουσείου για την περισυλλογή αρχαιοτήτων και Βιβλιοθήκης, όπου συγκεντρώνονταν βιβλία προερχόμενα από δωρεές Ελλήνων του εξωτερικού, καθώς και αυτών που εξέδιδε το Εθνικό Τυπογραφείο. Στα ιδρύματα αυτά υπεύθυνος ήταν ο Ανδρέας Μουστοξύδης.

Τους οικονομικούς πόρους για την αντιμετώπιση των εξόδων συντήρησης των σχολείων ο Κυβερνήτης προσπάθησε να εξασφαλίσει με το θεσμό των προαιρετικών συνεισφορών, την αξιοποίηση της μοναστικής και εκκλησιαστικής περιουσίας, των επιτόπιων πόρων και των κληροδοτημάτων του εξωτερικού. Τα μέτρα αυτά, όμως, δεν είχαν καθολική επιτυχία. Ιδιαίτερα στο θέμα της συντήρησης των σχολείων από τα εισοδήματα των μονών και εκκλησιών, τα οποία ήταν μεγάλα, δεν υπήρξε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Στις περιπτώσεις προαιρετικών συνεισφορών πολλές μονές και ναοί ανταποκρίθηκαν πρόθυμα και σε ορισμένες περιπτώσεις ορισμένα σχολεία συντηρήθηκαν από αυτά τα εισοδήματα. Ο φόβος όμως της Εκκλησίας ότι οι εθελοντικές συνεισφορές τους μετατραπούν σε υποχρεωτική φορολογία της περιουσίας της ανέστειλε κάθε προσπάθεια. Εκτός από τους οικονομικούς λόγους, η στάση αυτή της Εκκλησίας θα μπορούσε να αποδοθεί και σε ιδεολογικούς, εφόσον δεν είχε πλέον τον πρώτο λόγο στα εκπαιδευτικά θέματα. Ο Καποδίστριας από την πλευρά του έδειξε σχετική ελαστικότητα και επιδίωξε την προαιρετική συνεισφορά τους. Ίσως δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμος να αντιμετωπίσει σθεναρά αυτό το κατεστημένο και να δημιουργήσει ένα επιπλέον μέτωπο. Ίσως λόγω του έντονου θρησκευτικού του συναισθήματος ήλπιζε στην εθελοντική συνεισφορά της Εκκλησίας.

Σοβαρές αντιξοότητες για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων αποτελούσαν η ελλιπής υλικοτεχνική υποδομή τους, η ανεπάρκεια διδακτικών βιβλίων και εποπτικών μέσων διδασκαλίας, η έλλειψη καταρτισμένου διδακτικού προσωπικού, προβλήματα αναμενόμενα βεβαίως λόγω των δύσκολων συνθηκών της εποχής. Ανάλογα όμως πάντα με τις αντικειμενικές αυτές δυσκολίες, το εκπαιδευτικό έργο του Κυβερνήτη υπήρξε σημαντικό.

Κυβερνήτης της Ελλάδας

Ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη «Κυβερνήτης» της Ελλάδας από την Γ’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα. Η θητεία του είχε οριστεί για 7 χρόνια, αλλά κυβέρνησε μόνο 45 μήνες εξαιτίας της δολοφονίας του το Σεπτέμβριο του 1831.

Κυβερνήτης της Ελλάδας
Η λιτή επίπλωση του γραφείου του Ιωάννη Καποδίστρια

Ενώ η διπλωματική δραστηριότητα του Καποδίστρια στην υπηρεσία της υπερδύναμης Ρωσίας εκτιμάται ως ειλικρινής, δημοκρατική και φιλελεύθερη, η κυβερνητική του θητεία έχει δεχθεί πολλές και αντικρουόμενες αναγνώσεις. Υπήρξαν εποχές που ο Καποδίστριας μονοπωλούνταν από τη συντηρητική παράταξη, ενώ ο Ρήγας Βελεστινλής ήταν το σύμβολο της αριστερής διανόησης και των ριζοσπαστικών ιδεών.

Ο Κυβερνήτης σκοπό είχε την οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση του ελληνικού λαού, τη δημιουργία μεσαίας τάξης, την περιθωριοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου της εποχής, την αποδέσμευση της διοίκησης από τις τοπικές κεντρόφυγες δυνάμεις, τη δημιουργία ενός εθνικού συγκεντρωτικού κράτους δυτικού τύπου. Όταν θα είχε επιτευχθεί η ποθούμενη αναβάθμιση του λαού, όταν ο απλός λαός θα είχε φθάσει στην πολιτική ωριμότητα και χειραφέτηση του, τότε ο Κυβερνήτης θα προχωρούσε στην παραχώρηση των συνταγματικών ελευθερίων. Σε αντίθετη περίπτωση ο φιλελευθερισμός θα γινόταν μανδύας των δημαγωγών που θα παρέσυραν το λαό.

Ο Καποδίστριας υποστήριζε ότι ο λαός έπρεπε να διαπαιδαγωγηθεί φιλολογικά και ηθικά προκειμένου να αποκτήσει τις απαραίτητες αντιστάσεις και να μη γίνει θύμα δημαγωγών. Επισήμανε το «πνεύμα της χριστιανικής αδελφοσύνης» που έπρεπε να διέπει τις θέσεις των πολιτών, απορρίπτοντας συγχρόνως τη θρησκοληψία: «Είμαστε θρήσκοι από συναίσθημα κι όχι από πειθαρχία».

Το έργο του πρώτου Κυβερνήτη

Το έργο του Κυβερνήτη έχει συγκεντρώσει θετικές και αρνητικές προσεγγίσεις ανάλογα με τα πρότυπα και τις συλλογικές νοοτροπίες κάθε εποχής και το ιδεολογικό φορτίο των εκάστοτε ιστορικών.

Δεδομένου ότι υπήρχαν πολλά και ανυπέρβλητα προβλήματα, έπρεπε να υπάρξει ισχυρή και συγκεντρωτική κυβέρνηση για να τα αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό αυτοδιαλύθηκε η Βουλή, ψηφίστηκε νέο κυβερνητικό σύστημα, η Προσωρινή Διοίκησις της Επικρατείας, που αντιστοιχούσε με ένα είδος Προεδρικής Δημοκρατίας με την εξουσία του προέδρου προσωρινά ενισχυμένη λόγω των έκτακτων περιστάσεων. Συστήθηκε ένα επταμελές γνωμοδοτικό σώμα το «Πανελλήνιο», το οποίο διαιρέθηκε σε τρία τμήματα: Οικονομικό, Εσωτερικών και Πολέμου. Σε κάθε τμήμα συνεπικουρούσαν δύο γραμματείς. Τους 7 υπουργούς και 185 αρχιγραμματείς που βρήκε να έχει η κεντρική διοίκηση, περιόρισε σε 11 γραμματείς και 1 γενικό γραμματέα, το γραμματέα της Επικρατείας, που μαζί με τον Κυβερνήτη θα προσυπέγραφε τα ψηφίσματα και την αλληλογραφία. Όταν ξαναΐδρυσε τα υπουργεία, φρόντισε να έχουν το απόλυτα απαραίτητο προσωπικό. Η νομοθετική εξουσία ανήκε στον Κυβερνήτη με τη σύμπραξη του Πανελληνίου. Στα ανώτατα όργανα της κυβέρνησης ανήκαν το Υπουργικό Συμβούλιο, το Πολεμικό Συμβούλιο και η Εκκλησιαστική Επιτροπή.

Το συγκεντρωτικό αυτό κυβερνητικό σύστημα, για το οποίο επικρίθηκε πολύ ο Καποδίστριας, υπαγορευόταν από τα επείγοντα προβλήματα της χώρας, τα οποία χρειάζονταν ταχύτατη αντιμετώπιση. Άλλος σημαντικός λόγος ήταν η αναμενόμενη αντίδραση από τις ισχυρές κοινωνικές και οικονομικές ομάδες (π.χ. γαιοκτήμονες Πελοποννήσου, πλούσιοι πλοιοκτήτες Ύδρας), εφόσον τα μέτρα της κυβέρνησης για το λαό θα έθιγαν τα συμφέροντα τους. Εξίσου σημαντικό ήταν να παρουσιαστεί το σύνταγμα της Ελλάδας στο εξωτερικό ως συντηρητικό. Οι Τρεις Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) που θα διαπραγματεύονταν το ελληνικό ζήτημα ήταν συντηρητικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ κατηγορείται από τους αντιπάλους του στο εσωτερικό της χώρας ως δεσποτικός, την ίδια περίοδο θεωρείται αρκετά φιλελεύθερος από τις κυβερνήσεις των χωρών της Ιεράς Συμμαχίας. Επίσης ο Καποδίστριας είχε σταθμίσει τις διαθέσεις τους από την περιοδεία που είχε κάνει πριν κατέβει στην Ελλάδα. Συνεπώς υπήρχε κίνδυνος περιπλοκής και επιδείνωσης της θέσης της Ελλάδας.

Ο Κυβερνήτης είχε να αντιμετωπίσει ένα άλλο πρόβλημα, ίσως το σημαντικότερο: η πολιτική ανωριμότητα του λαού, που τον βάραιναν τέσσερις αιώνες δουλείας και επτά πολεμικής δοκιμασίας, και εύκολα μπορούσε να γίνει θύμα δημαγωγών. Όπως έχει ήδη αποδειχθεί από τη μέχρι τότε δημόσια ζωή του, ο Καποδίστριας ήταν φιλελεύθερος και υπερασπιστής των συνταγματικών θεσμών. Όταν όμως ήρθε στη Ελλάδα, η συντριπτική πλειονότητα του λαού βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ένδειας. όπως γράφει ο Γρηγόριος Δαφνής «το λαό αποτελούσαν πεινασμένοι και δυστυχισμένοι. Και οι πεινασμένοι και δυστυχισμένοι δε μπορούν να γίνουν πολίτες και μάλιστα δημοκρατικοί».

Ο Κυβερνήτης της ατομικής ιδιοκτησίας

Ο Καποδίστριας σκόπευε να οργανώσει συνταγματικά τη χώρα με μία αναγκαία όμως προϋπόθεση: την ύπαρξη ατομικής ιδιοκτησίας. Η απόκτηση έστω και μικρής ιδιοκτησίας θα βοηθούσε τον καλλιεργητή, τον αγωνιστή και τα θύματα του πολέμου να συνειδητοποιήσουν την πραγματική απελευθέρωση τους, με αποτέλεσμα να συνδεθούν πιο στενά με το κράτος, πιστεύοντας ότι δεν αγνοήθηκαν από αυτό. Με τη δημιουργία μεσαίας τάξης θα μειωνόταν η δύναμη των προκρίτων και της αντιπολίτευσης. Κατά τον Καποδίστρια έπρεπε να προηγηθεί οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση τους κράτους, έπρεπε να επιτευχθεί ο αστικός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας και μετά να προβεί σε θεσμικές αλλαγές. Η δημιουργία και ενίσχυση της μεσαίας τάξης θα οδηγούσε στον περιορισμό της δύναμης των προκρίτων και των Φαναριωτών, οι οποίοι τελικά και αντιπολιτεύτηκαν το έργο του. Οι πρόκριτοι ήταν η πολιτική δύναμη που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκειας της Τουρκοκρατίας ως ανάγκη της εποχής εκείνης. Η περιγραφή του ίδιου του Κυβερνήτη για την παραδοσιακά αυτή ηγετική ομάδα είναι πολύ εύστοχη και δηλώνει με ανάγλυφο τρόπο τη νοοτροπία της: «άνθρωποι υπό την τουρκικήν εξουσίαν πολύν χρόνον μαθητευθέντες, δεν καταλαμβάνουσιν ευκόλως ότι διά μόνης της ευνόμου συστάσεως της ιδιοκτησίας δύνανται να συντάξωσιν και την πολιτείαν των, αλλά προτιμώσι την παρούσαν κατάστασιν, θέλοντες είναι πάντοτε αρχηγοί μάλλον ακτημόνων ανθρώπων παρά πολίται έχοντες έκαστοι νόμιμον ιδιοκτησίαν, έστω και ολίγων στρεμμάτων».

Ο Καποδίστριας αποφασισμένος να περιθωριοποιήσει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων και να αποκαταστήσει τους ακτήμονες αγωνιστές, ζήτησε την έγκριση της Γερουσίας για τη διανομή σε ακτήμονες των εθνικών γαιών και τη δημιουργία μιας μεσαίας κοινωνικής τάξης. Απώτερος στόχος του ήταν ο σχηματισμός μιας νέας κοινωνικής δομής, που θα αποτελείτο από δύο τάξεις: την ανώτερη, που θα περιελάμβανε τους παλιούς πολιτικούς και τους κοτζαμπάσηδες και την μεσαία, την οποία θα αποτελούσαν οι μικροκαλλιεργητές (πρώην ακτήμονες), οι έμποροι και οι βιοτέχνες. Η μεσαία τάξη θα στήριζε το πολιτικό σύστημα του κράτους.

Ο Κυβερνήτης, όμως, δε μπορούσε να προχωρήσει στην εφαρμογή αυτού του σχεδίου πριν χορηγήσουν οι Δυνάμεις το δάνειο των 60.000.000 φράγκων που είχε ζητήσει, μέρος του οποίου θα χρησιμοποιούσε για την οικονομική ενίσχυση των δικαιούχων. Τα εθνικά κτήματα ήταν η μοναδική περιουσία του κράτους και επομένως η μοναδική εγγύηση για τη χορήγηση δανείου, που τελικά δεν δόθηκε. Βασικό εμπόδιο στάθηκε η υποθήκη των κτημάτων στους Άγγλους ομολογιούχους για τα γνωστά ληστρικά δάνεια της Ανεξαρτησίας του 1824 και 1825. Το πρόγραμμα του Καποδίστρια προέβλεπε την αποδέσμευση τους από τις υποθήκες, υπολογίζοντας πολύ στη διανομή τους. Η έγκριση της Γερουσίας, όμως, κωλυσιέργησε, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος.

Ο Κυβερνήτης και οι εκλογές

Τον Ιούλιο του 1829 συνήλθε η Δ΄Εθνική Συνέλευση στο Άργος. Ο Καποδίστριας, μετά την αλλαγή του κυβερνητικού συστήματος, είχε υποσχεθεί ότι θα διενεργούσε εκλογές για Εθνική Συνέλευση τον Απρίλιο του 1828. Η έλλειψη διοικητικής οργάνωσης, όμως, και η πανώλη που χτύπησε την Πελοπόννησο και τα ναυτικά νησιά, τον ανάγκασαν να τις αναβάλει με τη σύμφωνη γνώμη του Πανελληνίου. Επιδίωκε να νομιμοποιήσει όλες τις ως τότε πράξεις του και να εξασφαλίσει ένα είδος γενικής εξουσιοδότησης για το μέλλον, εφαρμόζοντας το άρθρο 5 του Συντάγματος το 1827 ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Επίσης, με τη περιφρούρηση της λαϊκής κυριαρχίας δημιουργούσε κατάσταση που θα παρεμπόδιζε τις τρεις Δυνάμεις να επιβάλουν απολυταρχικό πολίτευμα, όπως είχαν αποφασίσει.

Δεν ευσταθεί, λοιπόν, η κατηγορία ότι ο Καποδίστριας επιδίωξε να κυβερνήσει αυταρχικά, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση θα επιζητούσε να αποσπάσει από τη συνέλευση γενική εντολή για άσκηση απόλυτης εξουσίας.

Η επαρχιακή διοίκηση του Πρώτου Κυβερνήτη

Παράλληλα, ο Κυβερνήτης προχώρησε στη διοικητική διαίρεση και οργάνωση, φροντίζοντας την αναδιοργάνωση της επαρχιακής διοίκησης. Με το Ψήφισμα 1 της 13ης Απριλίου του 1828 καθορίστηκε η διοικητική διαίρεση της χώρας σε 13 Τμήματα. Τα τμήματα αποτελούσαν ένας είδος νομαρχιακής αποκέντρωσης με επικεφαλής τον Έκτακτο Επίτροπο, που διοριζόταν από την κυβέρνηση. Οι Έκτακτοι Επίτροποι και οι Προσωρινοί Διοικητές των πόλεων ήταν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και τα ανώτερα όργανα της για την εφαρμογή των κυβερνητικών αποφάσεων και την οργάνωση των κρατικών υπηρεσιών στις επαρχίες. Παράλληλα, βεβαίως, όφειλαν να ενημερώνουν την κεντρική διοίκηση για την εσωτερική κατάσταση της περιφέρειας τους.

Με διάταγμα της 16 Απριλίου του ίδιου χρόνου ρυθμιζόταν η περαιτέρω διοικητική διαίρεση της χώρας. Κάθε τμήμα διαιρείτο σε επαρχίες και αυτές σε πόλεις κώμες και χωριά. Στην πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση βρισκόταν οι πόλεις, οι κώμες και τα χωριά, ενώ στην δευτεροβάθμια η επαρχιακή δημογεροντία, δηλαδή οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων κάθε επαρχίας. Η κεντρική πόλη κάθε επαρχίας είχε μια επαρχιακή δημογεροντία, η οποία αποτελείτο από τρία ή πέντε μέλη. Από τον αριθμό των οικογενειών κάθε χωριού καθοριζόταν ο αριθμός των δημογερόντων. Τα χωριά με 100, 200, 300 οικογένειες εξέλεγαν ανά ένα, δύο και τρεις δημογέροντες, ενώ από 400 οικογένειες και άνω εξέλεγαν τέσσερις.

Οι δημογέροντες εκλέγονταν κατά τη γενική συνέλευση το ανδρικού πληθυσμού, όπου επιστατούσε ο Έκτακτος Επίτροπος ή ο εκπρόσωπος του, προκειμένου να διασφαλίζεται η νομιμότητα της διαδικασίας. Ο ρόλος του Έκτακτου Επιτρόπου ήταν ουσιαστικός και όχι τυπικός, αφού μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και η σύνταξη μαζί με τους δημογέροντες του καταλόγου των υποψηφίων που θα εξέλεγε η συνέλευση. Εκλογείς ήταν όλοι οι άνδρες πολίτες που είχαν συμπληρώσει τα 25 χρόνια, ενώ εκλόγιμοι όσοι πλήρωναν περισσότερους φόρους και ήταν 35 ετών, εισάγοντας έτσι ένα είδος τιμοκρατικού συστήματος. Το ψηφοδέλτιο ήταν ενιαίο, ο κατάλογος των υποψηφίων ανακοινωνόταν λίγο πριν την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας.

Με τον τρόπο αυτό ο Κυβερνήτης ήλπιζε ότι θα αντιμετωπίσει τη διαφθορά, τις φατρίες και τους τοπικούς ανταγωνισμούς. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να εντάξει τους κοινοτικούς θεσμούς στον κρατικό μηχανισμό, εφαρμόζοντας σύστημα διοικητικής αποκέντρωσης και τοπικής αυτοδιοίκησης.

Το σύστημα αυτό εντάσσεται στην πολιτική του ιδεολογία για περιορισμό των τοπικών δυνάμεων, μείωση των πελατειακών σχέσεων και ενίσχυση της παρουσίας του κράτους. Ο Κυβερνήτης επεδίωκε τη ριζική αναδιάρθωση της ελληνικής κοινωνίας, τη μεταβολή και κατάργηση ακόμη και των θεσμών που συντηρούσαν τις παλιές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές.

Η αλλαγή των νοοτροπιών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αποδείχθηκε ανέφικτο εγχείρημα, ενώ οι παραδοσιακές ηγετικές ομάδες, υπό τον μανδύα του αιτήματος των συνταγματικών ελευθεριών, πρόβαλαν σθεναρή αντίδραση υποβοηθούμενες από τις Δυνάμεις. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν αναμενόμενο, αλλά και οδυνηρό για το μέλλον της χώρας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Κοντογιώργη «η φυσική εξόντωση του Καποδίστρια σήμανε το τέλος μιας εποχής, που έκλεισε με την πλήρη επικράτηση των δυνάμεων του προυχοντισμού πάνω στα αγροτικά κυρίως στρώματα. Επικράτηση που έμελλε να οριστικοποιηθεί κάτω από τη στέγη του οθωνικού συγκεντρωτικού και απολυταρχικού κράτους. Και τελικά να θριαμβεύσει επί της οθωνικής δυναστείας με το επιχείρημα και πάλι του Συντάγματος. Τώρα πια το πρόβλημα για τους θιασιώτες του προυχοντικού πνεύματος δεν ήταν κάποια πολυκεντρική προοπτική, αλλά η κατάκτηση του συγκεντρωτικού κράτους μέσα από τη λογική του πελατειακού συστήματος».

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Πολύς θόρυβος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το κλείσιμο των εκκλησιών, για να αποφευχθεί μια πιθανή μόλυνση των πιστών από τον κορωνοϊό COVID-19. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που κλείνουν οι εκκλησίες. Έκλεισαν και τον 19ο αιώνα για παρόμοιο λόγο. Ήταν ένα από τα μέτρα του Καποδίστρια για να αντιμετωπιστεί μια επιδημία που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν πολύ πιστός Χριστιανός. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν ακόμα και θρησκόληπτο. Πολλές από τις πράξεις του μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και ήρθε σε σύγκρουση με όποιον θεωρούσε ότι την απειλούσε. Όμως ο Καποδίστριας ήταν επίσης ένας υπεύθυνος ηγέτης που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος είχε απελπιστεί με την κατάσταση που ανέλαβε. Ήταν χειρότερη απ’ ό,τι φοβόταν. Ο Ιμπραήμ βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κανένα σταθερό έσοδο. Οι Έλληνες ζούσαν από την γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια (ιδιωτική, όχι κρατική). Δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα όταν ξέσπασε και η επιδημία πανώλης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρούσε ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έπρεπε να λάβει μια κυβέρνηση αμέσως μετά την εμφάνιση επιδημίας σε μια περιοχή είναι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στις οικίες όλων των κατοίκων και το κλείσιμο των εκκλησιών. Οι εκκλησίες έκλεισαν για αόριστο χρονικό διάστημα και οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες τον σέβονταν, τον θαύμαζαν και κυρίως τον εμπιστεύονταν. Διότι ο Καποδίστριας ήταν επίσης και ένας πολύ καλός γιατρός και μάλιστα με αξιόλογη πρακτική πείρα που απέκτησε πολύ πριν ασχοληθεί πλήρως με την πολιτική.

Στις 20 Αυγούστου του 1828 εξέδωσε Ψήφισμα «Περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψηφ. 15/20.8.1828). Εκεί προβλέπεται το εξής στο άρθρο 285, εδ. 3. «Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες.» Οι δε κάτοικοι υποχρεώνονται να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Ψηφίσματος, τα προληπτικά μέτρα εφαρμόζονται ΑΜΕΣΩΣ μόλις εμφανιστεί επιδημία στην Ελλάδα ή στα σύνορα της Ελλάδας. Το ψήφισμα υπογράφει ο ίδιος ο Κυβερνήτης («Ι.Α. Καποδίστριας»), καθώς και ο Γραμματέας της Επικράτειας («Σ. Τρικούπης»).

Δεν είναι βέβαιο από πού μεταδόθηκε η πανώλη, οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Αιγύπτιους. Επιπλέον είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα κρούσματα πανώλης στην Εύβοια και στην Κέα από τα τέλη Ιανουαρίου του 1828. Πάντως η επιδημία χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα Έλληνες (στην Ύδρα πρώτα) και Αιγύπτιους (στο κάστρο της Μεθώνης) στις αρχές Απριλίου. Ο Καποδίστριας έστειλε στις 17 Απριλίου 1828 τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Καλογερόπουλος κατάλαβε αμέσως ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και έλαβε ο ίδιος τα πρώτα αυστηρά μέτρα με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν το κλείσιμο των Εκκλησιών.

Ο Καλογερόπουλος ενημέρωσε την Κυβέρνηση και ο Καποδίστριας, χωρίς να διστάσει, ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να αντιμετωπίσει την επιδημία. Έστειλε στις 18 Απριλίου στα δύο νησιά τον Γενικό Έφορο Υγείας Αναστάσιο Λόντο και τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο για να κάνουν την πρώτη επιθεώρηση. Στις 21 Απριλίου έδωσε εντολή στον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο να οργανώσει μια θαλάσσια υγειονομική αλυσίδα γύρω από τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας μια γολέτα και πέντε ένοπλες λέμβους. Κανονικός ναυτικός αποκλεισμός δηλαδή.

Ακόμη, έστειλε ειδικούς απεσταλμένους σε όλες τις επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας και όλα τα νησιά, ενημερώνοντας τις τοπικές διοικήσεις για τα μέτρα που ελήφθησαν και παρέχοντας αναλυτικές οδηγίες για τα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν σε τοπικό επίπεδο για να δημιουργηθούν υγειονομικές ζώνες. Διόρισε έκτακτους επιτρόπους στην Πελοπόννησο και τους ζήτησε να αναχωρήσουν αυθημερόν για τις επαρχίες ευθύνης τους.

Στις 22 Απριλίου ο Κυβερνήτης εξέδωσε διάγγελμα στο οποίο τόνιζε: «Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκπληρώσω το καθήκον μου είναι να επισκεφτώ ο ίδιος τους τόπους που έχουν πληγεί και να λάβω αυστηρά μέτρα για να προφυλάξω από την επιδημία την υπόλοιπη Ελλάδα». Αμέσως μετά αναχώρησε για να επισκεφτεί τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας τη ρωσική φρεγάτα «Ελένη». Στις 24 Απριλίου επισκέφτηκε τις Σπέτσες. Εκεί συσκέφθηκε με τους δημογέροντες και τους τοπικούς γιατρούς. Διόρισε τον Ιωάννη Κωλέττη, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για τις Σπέτσες. Τον εφοδίασε με στρατιωτικές δυνάμεις και αναλυτικές οδηγίες. Στις 25 Απριλίου έφτασε στην Ύδρα ο Ολλανδός ναύαρχος του ρωσικού στόλου Λογγίνος Χέυδεν (ένας από τους τρεις ναυάρχους στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου) με δύο δίκροτα και ένα μπρίκι και συναντήθηκε με τη φρεγάτα «Ελένη» στα ανοικτά της Ύδρας. Ο Κυβερνήτης συνάντησε τον Ναύαρχο, τηρώντας όλες τις υγειονομικές προφυλάξεις και ζήτησε τη βοήθειά του στον έλεγχο της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης.

Στις 26 Απριλίου ο Κυβερνήτης μετέβη στην Ύδρα. Συσκέφτηκε με τους προκρίτους εκεί και άκουσε τις αναφορές των γιατρών. Διαβεβαίωσε τους Υδραίους ότι θα τους δώσει το ταχύτερο ό,τι βοήθεια ήταν αναγκαία, με κάθε μέσο. Ο Κυβερνήτης επέστρεψε στην Αίγινα στις 29 Απριλίου αλλά παρέμεινε πάνω στη ρωσική φρεγάτα. Από εκεί έστελνε εντολές με μεγάλο αριθμό πλοιαρίων στους διοικητές και τις κοινότητες της ελληνικής επικράτειας. Γαλλικά και βρετανικά πλοία βοήθησαν στην αυστηρή εφαρμογή της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης. Ο Κυβερνήτης αποβιβάστηκε στην Αίγινα την 1η Μαΐου και κατέλυσε στην αγροικία του Δημητρίου Βούλγαρη στον κόλπο της Περιβόλας, μια τοποθεσία με ιδιαίτερα υγιεινό κλίμα. Την ίδια ημέρα έστειλε στις Σπέτσες και την Ύδρα δύο πλοία με τρόφιμα και χρήματα για να εξασφαλιστεί η βασική διατροφή για τους φτωχότερους κατοίκους των δύο νησιών. Διόρισε τον αδελφό του, Βιάρο Καποδίστρια, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για την Ύδρα. Ο Βιάρος αναχώρησε αμέσως μαζί με τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο. Έλαβε πολύ αυστηρά μέτρα που παρέλυσαν το εμπόριο και οδήγησαν στην πρώτη σύγκρουση Υδραίων-Καποδίστρια.

Στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στην Πελοπόννησο, στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και τη Σύρο δεν έχει εμφανιστεί κανένα κρούσμα. Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση έλαβε επιστολή των προκρίτων της Ύδρας σύμφωνα με την οποία από τις 23 Απριλίου και έπειτα κανένα νέο κρούσμα δεν εμφανίστηκε, κανείς ασθενής δεν πέθανε, επιβίωσαν όλοι όσοι νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα. Στις 4 Μαΐου επέστρεψε ο Βιάρος Καποδίστριας από την Ύδρα επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω. Κανένα νέο κρούσμα, κανένας θάνατος στην Ύδρα από 23 Απριλίου μέχρι 3 Μαΐου. Το ίδιο και στις Σπέτσες, σύμφωνα με επιστολές του Ιωάννη Κωλέττη από εκεί. Στις 5 Μαΐου η Κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τα υγειονομικά μέτρα προφύλαξης για αόριστο χρόνο, τηρώντας τα με μεγάλη αυστηρότητα, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο νησιών και της Πελοποννήσου.

Όμως η αρρώστια έπληξε μετά τη Μεθώνη και άλλα μέρη που βρίσκονταν ακόμα υπό αιγυπτιακό έλεγχο (όπως ο Πύργος Ηλείας). Ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν κρούσματα στη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, τον Πόρο και την Χαλκίδα αλλά με αυστηρά μέτρα περιορίστηκαν αμέσως. Στις αρχές Αυγούστου ο Κυβερνήτης ανακοίνωσε την άρση των μέτρων και πέρασε το Ψήφισμα 15. Στα μέσα Δεκεμβρίου, όμως, η ασθένεια έπληξε την Αχαΐα, ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα. Τον αποκλεισμό της περιοχής επέβαλε ο Κυβερνήτης με τη βοήθεια του γαλλικού στρατιωτικού σώματος, υπό τον στρατηγό Νικόλαο-Ιωσήφ Μαιζών. Τον επόμενο χρόνο, το 1829, τα κρούσματα ήταν ελάχιστα και περιορίστηκαν ακαριαία. Στον περιορισμό της επιδημίας συνέβαλλε καθοριστικά ένας φιλελεύθερος φιλέλληνας που είχε φτάσει ένα χρόνο νωρίτερα στην Ελλάδα, o ελβετός γιατρός Louis-André Gosse (1791-1873) από τη Γενεύη.

Πηγή: Protagon.gr

Η Πάτρα ή αι Πάτραι (1082π.Χ.-…)

Η Πάτρα (αρχαία ελληνικά: Πάτραι) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου και η τρίτη μεγαλύτερη της Ελλάδας. Η Πάτρα είναι πρωτεύουσα του Νομού Αχαΐας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, καθώς και έδρα του ομώνυμου δήμου, ενώ έχει οριστεί επίσης έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου.

Η πόλη της Πάτρας αποτελεί σημαντικό αστικό κέντρο και διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ελλάδας και το σημαντικότερο με επικοινωνία με την Ιταλία και κατ’ επέκταση προς την ευρωπαϊκή δύση. Σημαντικό από συγκοινωνιακή και εμπορική σκοπιά. Από αυτό αποπλέουν πλοία με προορισμό, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Η πόλη της Πάτρας ήταν επίσης η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2006.

Η Πάτρα και η ευρύτερη περιοχή έχει μακρά παράδοση στα πολιτικά πράγματα της χώρας, έχοντας αναδείξει μεγάλο αριθμό Πρωθυπουργών στην ελληνική ιστορία: η οικογένεια Παπανδρέου (τρεις Πρωθυπουργοί,  Γεώργιος, Ανδρέας, Γιώργος), ο Δημήτριος Γούναρης, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είναι μερικά γνωστά παραδείγματα. Πατρινός ήταν και ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος.

Η Πάτρα
Η Πάτρα

Το όνομα της Πάτρας

Η πιο κοινή εξήγηση που δίδεται για την ονομασία της πόλης βασίζεται στη μυθολογία και σύμφωνα με αυτή προέρχεται από τον Πατρέα, το μυθικό οικιστή της πόλης, έναν Αχαιό με καταγωγή από τη Σπάρτη.

Η Πάτρα, λοιπόν, ιδρύθηκε το 1082 π.X. από τον Λάκωνα Πατρέα, υιό του Πρευγένη, όταν, διωκόμενος από τους Δωριείς, ήρθε στην Αχαΐα και συνένωσε τις Ιωνικές πολίχνες Αρόη, Μεσσάτιδα και Άνθεια, με το όνομα Πάτραι. Είχε προηγηθεί κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο (1580-1100 π.X.), ανάπτυξη της περιοχής, όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα των μυκηναϊκών νεκροταφείων και των οικισμών στην περιοχή.

Η Πάτρα στην Αρχαιότητα

Στα μέσα του 5ου αι. π.X. η Πάτρα συμμετέχει στο Α’ Αχαϊκό Κοινό, που διαλύεται το 322 π.X. Το 280 π.X. συνέβαλε αποφασιστικά στην αναβίωση της Αχαϊκής Συμπολιτείας, η οποία στηρίχτηκε στην ισότητα και τη δημοκρατία, με τη συμμετοχή των πόλεων Πάτραι, Δύμη, Αίγιο, Βούρα, Φαραί, Τριταία, Αιγείρα, Λεόντιο, Αιγές, Πελλήνη, Ελίκη και Κερύνεια. Το 146 π.X. διαλύεται καθώς η Πάτρα καταλαμβάνεται από τους Ρωμαίους.

Η Nαυμαχία του Ακτίου το 31 π.X. επηρεάζει θετικά την πόλη, καθώς ο Οκτάβιος Αύγουστος εγκαθιστά τους παλαίμαχους στρατιώτες και το 14 π.X. ιδρύει ρωμαϊκή αποικία. Με την κατασκευή δρόμων, ιερών και δημόσιων κτιρίων, όπως το Ωδείο, το Υδραγωγείο και το Στάδιο -τα περισσότερα εκ των οποίων αποτελούν προσφορές των αυτοκρατόρων Τιβερίου, Νέρωνα και Ανδριανού- η Πάτρα μετατρέπεται σε σημαντικό κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου. Ο Παυσανίας, κατά την περιήγησή του τον 2ο αι., αποτυπώνει στα «Αχαϊκά» του την ακμή της πόλης.

Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος είναι και ο πολιούχος άγιος της πόλης. Επίσης στην Πάτρα δεσπόζει ο επιβλητικός Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέα που αποτελεί την μεγαλύτερη εκκλησία της Ελλάδας και μία από τις μεγαλύτερες των Βαλκανίων, όπου εκεί επίσης βρίσκονται φυλαγμένα λείψανα του Αγίου και μικρά τμήματα του σταυρού που μαρτύρησε και μαζί με τον παλαιότερο όμορο και ομώνυμο μικρότερο ναό συνθέτουν ένα σημαντικό χώρο προσκηνύματος για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο.

Η Πάτρα κατά τη Βυζαντινή περίοδο

Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη, 330 μ.Χ., η Πάτρα άρχισε σταδιακά να παρακμάζει. Στα 807 μ.Χ., η πόλη πολιορκήθηκε από τους Σλάβους και τους Αβάρους, αποτυγχάνοντας να την καταλάβουν. Η ήττα τους -η οποία αποδόθηκε από τους κατοίκους σε θαύμα του Αγίου Ανδρέα – ανάγκασε τους Σλάβους να εγκαταλείψουν την Πελοπόννησο, ενώ κάποιες ολιγομελείς ομάδες εγκαταστάθηκαν στην ορεινή ενδοχώρα της Αχαΐας. Στους επόμενους αιώνες στην πόλη αναπτύσσεται η μεταξουργία και το εμπόριο έως το 1205 οπότε και πέφτει στα χέρια των Φράγκων σταυροφόρων της Κωνσταντινούπολης και αποτέλεσε μία από τις 12 Βαρονίες του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Το 1429 απελευθερώνεται από τα στρατεύματα του Δεσπότη του Μυστρά και μετέπειτα αυτοκράτορα,  Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το 1458 καταλαμβάνεται από τους  Οθωμανούς.

Εξεγέρσεις και Επανάσταση του 1821

Η πρώτη επαναστατική κίνηση κατά των Τούρκων έγινε το 1466 υπό τον επίσκοπο Πατρών Νεόφυτο. Η δεύτερη έγινε το 1532 με τη βοήθεια του Ισπανικού στόλου υπό την ηγεσία του Ανδρέα Doria. Η τρίτη εξέγερση έγινε τον Οκτώβριο του 1571, μετά την ναυμαχία της Ναυπάκτου. Τότε η πόλη εξεγέρθηκε κατά των Τούρκων όπως έκαναν και άλλες περιοχές της Στερεάς και της Πελοποννήσου. Επικεφαλής της εξέγερσης ήταν ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός Α’, οι πρόκριτοι Δημήτριος (ανιψιός του Γερμανού), Σοφιανός, Σταμάτης και Καραγιάννης, ίσως ο τιμαριούχος της περιοχής Ιωάννης Τσερνοτάμπεης και ο ηγούμενος της Μονής Αρχαγγέλου Μιχαήλ Ισαάκ και άλλοι.

Το 1687 οι Ενετοί πολιορκούν ξανά την Πάτρα και την διατηρούν, μαζί με όλη σχεδόν την Πελοπόννησο μέχρι το 1715. Η πόλη γνώρισε καταστροφές από τους Τουρκαλβανούς κατά την Ορλωφική Επανάσταση το 1770. Στις 25 Μαρτίου του 1821 στην Πάτρα κηρύσσεται η Ελληνική Επανάσταση από τον Δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό (Γ’) και τους προκρίτους της Αχαΐας οι οποίοι ξεκινούν να πολιορκούν το κάστρο της πόλης. Η πόλη γνώρισε πολλές πολιορκίες από τα ελληνικά επαναστατικά στρατεύματα αλλά το κάστρο της ήταν δύσκολο να καταληφθεί. Το 1828 ο Γάλλος στρατάρχης Νικόλαος – Ιωσήφ Μαιζών  καταλαμβάνει με Γαλλικά στρατεύματα την πόλη εκδιώκοντας την Τουρκο-Αυγυπτιακή φρουρά του Ιμπραήμ και παραδίδει την πόλη στη νεοσύστατη Ελληνική Κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Η σύγχρονη πόλη κτίσθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια στο χώρο της αρχαίας.

19ος αιώνας: Ο αιώνας της Πάτρας

Το 1829 ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας αναθέτει στον φίλο του αρχιτέκτονα Σταμάτιο Βούλγαρη την εκπόνηση πολεοδομικού σχεδίου, καθώς διείδε τη σημασία και το ρόλο που θα διαδραμάτιζε η Πάτρα στο νεοσύστατο κράτος. Το ρυμοτομικά άρτιο σχέδιο, προέβλεπε τη διάνοιξη κάθετων και οριζόντιων δρόμων, μεγάλων πλατειών, καθώς και την επέκταση της πόλης έως την παραλία. Τα επόμενα χρόνια, στη νεόδμητη και αναπτυσσόμενη πόλη, συρρέει πλήθος κόσμου προς αναζήτηση εργασίας, από την Ήπειρο, την Ρούμελη, την Κρήτη, τα Επτάνησα και τα άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Από το 1834 και μετά, η πόλη κοσμείται με κτίρια σύνθετου αρχιτεκτονικού ύφους, με κυρίαρχο εμβληματικό ρυθμό τον νεοκλασικισμό. Επιβλητικές προσόψεις, περίτεχνα υπέρθυρα, μαρμάρινα μπαλκόνια, ακροκέραμα, αγάλματα και με χαρακτηριστικό γνώρισμα τις στοές- ως μια βασική επιρροή από τη Δύση, με την οποία η πόλη έχει πια άμεση επαφή-προσδίδεται η υποβλητική ατμόσφαιρα και η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του πολεοδομικού της ιστού.

Η δημιουργία, από τις αρχές του 19ου αι., των εμπορικών οίκων «Green & Robinson», «Barff & Co», «Ingate & Co», «Clark», «Fels & Co», Θεοδώρου Τζίνη, Μιχαήλ Κόλλα, Θεοδώρου Βουρλούμη, Αφοι Γερούση κ.ά, κυρίως για την εξαγωγή σταφίδας και κρασιού, αλλά και άλλων προϊόντων της περιοχής, καθιστούν την Πάτρα το βασικό εμπορικό κέντρο της χώρας. Αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς η επιχειρηματική δραστηριότητα, αρχικά με την λειτουργία βιοτεχνικών και στη συνέχεια βιομηχανικών μονάδων αλευροποιίας, υφαντηρίων, βαμβακλωστηρίων κ.ά. Το 1871 με απόφαση του Δήμου Πατρέων, ανατίθεται στον Γάλλο μηχανικό Νικολά Πασκάλ η εκπόνηση μελέτης για την κατασκευή του λιμανιού και του κυματοθραύστη. Το σχέδιο παραδίδεται το 1873 και τα έργα ανέλαβε να εκτελέσει ο Πέτρος Μανιάκ ο Πρεσβύτερος. Όμως η έναρξη των εργασιών, λόγω διαφορετικών εκτιμήσεων και οικονομικών απαιτήσεων, ξεκίνησε το 1881 και ολοκληρώθηκε το 1889. Οι υποδομές αυτές κατέστησαν το λιμάνι κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου και βασικό μοχλό ανάπτυξης της πόλης. Το 1887 η Πάτρα συνδέεται σιδηροδρομικώς με τον Πειραιά και από το 1890 με τον Πύργο.

Το 1893 η σταφιδική κρίση δημιουργεί οικονομική και κοινωνική αποσταθεροποίηση. Η χρεοκοπία εμπορικών οίκων προκαλεί μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Υπό αυτές τις συνθήκες στις 3.11.1896, δολοφονείται ο τραπεζίτης Διονύσιος Φραγκόπουλος και προκαλείται σοβαρός τραυματισμός του σταφιδέμπορα Ανδρέα Κόλλα από τον τσαγκάρη Δημήτρη Μάτσαλη.

Τα πρωτοποριακά πολιτικά ρεύματα της Δύσης επηρέασαν επίσης, την περίοδο του 19ου αι., τους κατοίκους της πόλης. Η εμφάνιση ομάδων και κύκλων, εκφραζόταν με την κυκλοφορία εντύπων και εφημερίδων όπως η «Ελληνική Δημοκρατία», αλλά και έντονων διεκδικήσεων στο ασταθές και διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτικό περιβάλλον.

Το Καρναβάλι της Πάτρας, απότοκος της ανάπτυξης της πόλης και της αστικής συνείδησης των κατοίκων, εξελίσσεται από το 1870, που καθιερώνεται η παρέλαση και κατασκευή των πρώτων αρμάτων. Αποτελεί το χαρακτηριστικότερο αστικό Καρναβάλι, απόρροια της επτανησιακής και ευρωπαϊκής παιδείας, που επηρέασε την κουλτούρα των Πατρινών.

Μικρασιάτες στην Πάτρα

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα πολλές οικογένειες Ελλήνων Μικρασιατών, που έφθασαν ως πρόσφυγες στο λιμάνι της πόλης. Αρχικά στεγάστηκαν σε σχολεία και σε σταφιδαποθήκες. Το 1926 άρχισε η κατασκευή των τριών πρώτων προσφυγικών συνοικισμών, τα Προσφυγικά Πάτρας. Ο ναός της Αγίας Φωτεινής κτίσθηκε από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες σε ανάμνηση του ομώνυμου Ναού που βρισκόταν στη Σμύρνη. Το 1925, επίσης, κατασκευάζεται δίπλα στην Αγία Φωτεινή το Γήπεδο Προσφυγικών, από τα αρχαιότερα γήπεδα στην Ελλάδα. Οι Μικρασιάτες συνολικά εμπλούτισαν την κοινωνία και τον πολιτισμό της περιοχής.

Η Πάτρα δυτική πύλη της Ελλάδας

Στις αρχές του 20ού αι, λόγω του αυξανόμενου μεταναστευτικού ρεύματος προς Αμερική, η Πάτρα αναδεικνύεται μέσω του λιμανιού, σε πύλη της Ελλάδας προς τη Δύση.

Τη δεκαετία του ’80 πραγματοποιούνται έργα διαμόρφωσης και επέκτασης της λιμενικής ζώνης. Μετά τον πόλεμο στα Βαλκάνια (1992-1995), το λιμάνι της Πάτρας διεκπεραιώνει σχεδόν το σύνολο των μεταφορών με δρομολόγια για όλα τα λιμάνια της Ιταλίας. Σε συνδυασμό με την επιβατική κίνηση, κατατάσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου.

Πολιτική και πολιτικοί της Πάτρας

Η πρωτοπορία των ιδεολογικών διεργασιών του 19ου αι. και το πνεύμα των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, μετουσιώνεται σε πράξη σε όλη τη διάρκεια του 20ού αι. Οι Πατρινοί πρωτοστατούν σε συνεχείς εργατικούς αγώνες καθώς και σε μαζικές διαδηλώσεις συμπαράστασης στον αντιαποικιακό Αγώνα των Κυπρίων, στους αγώνες για την Παιδεία, τη Δημοκρατία και εναντιώνονται στην επτάχρονη ξενοκίνητη δικτατορία με αποκορύφωμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Την περίοδο της Μεταπολίτευσης οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες συνεχίζονται, εκφράζοντας το δημοκρατικό φρόνημα της πλειοψηφίας των Πατρινών. Η Πάτρα με την βαριά κληρονομιά των πρωθυπουργών Δημητρίου Γούναρη, Δημητρίου Μάξιμου, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, Γεωργίου Παπανδρέου, Ανδρέα Παπανδρέου και πολλών άλλων επιφανών πολιτικών ανδρών, θέτει κατά τον 20ό αί. τη σφραγίδα της στην πολιτική ιστορία της χώρας, με αποκορύφωμα την ανάδειξη του πολιτικού Κωστή Στεφανόπουλου στο ύπατο αξίωμα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ο 21ος αιώνας και η Πάτρα

Το έργο της ζεύξης Ρίου-Αντιρρίου, δίνει το στίγμα της νέας εποχής για την Πάτρα και αποτελεί κυριολεκτικά και μεταφορικά τη γέφυρα προς το μέλλον. Η καλωδιακή γέφυρα «Χαρίλαος Τρικούπης», εγκαινιάστηκε το 2004 και είναι το σημαντικότερο αναπτυξιακό έργο της χώρας και καθοριστικής σημασίας για την πόλη, καθώς ενώνοντας τις δύο ακτές, που καθιστά την Πάτρα μητροπολιτικό κέντρο.

Η Πάτρα σήμερα είναι μια σύγχρονη μεγάλη πόλη με σημαντική βιομηχανική και εμπορική κίνηση, ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα σημαντικότερα της Ελλάδας και αποτελεί την κύρια πύλη προς τη Δύση. Σημαντική είναι η προσφορά της και στην επιστημονική και πολιτιστική ζωή της χώρας, με το Πανεπιστήμιο Πατρών, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο, το ξακουστό Καρναβάλι της, το Διεθνές Φεστιβάλ κ.ά.

Πηγή: https://www.patrasevents.gr

Πηγή: https://patrinorama.com/istoria-tis-patras/

Το Ναύπλιο ή Ανάπλι (1700π.Χ.-…)

Το Ναύπλιο ή Ανάπλι είναι πόλη της Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας, έδρα του δήμου Ναυπλιέων και ο κυριότερος λιμένας της ανατολικής Πελοποννήσου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είχε 14.203 κατοίκους. Έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός και υπήρξε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο 1828 – 1833.

Το Ναύπλιο ή Ανάπλι
Το Ναύπλιο ή Ανάπλι

Το Ναύπλιο είναι γνωστό για το Μπούρτζι, μικρό φρούριο χτισμένο σε νησίδα μέσα στο λιμάνι, για το Παλαμήδι, ενετικό φρούριο που δεσπόζει στην πόλη, για την Ακροναυπλία (Ιτς-Καλέ), έτερο φρούριο ενετικό, επί της ομώνυμης χερσονησίδας, καθώς και ως τόπος δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στην τοποθεσία της σημερινής πόλης ίδρυσε ο Ναύπλιος τη Ναυπλία, η οποία οχυρώθηκε με κυκλώπεια τείχη. Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη της πόλης από τα μυκηναϊκά κιόλας χρόνια.

Το Ναύπλιο αποτελεί δημοφιλή προορισμό των κατοίκων της Αττικής και της Πελοποννήσου καθώς απέχει λίγο και από τις δύο περιοχές. Στα ομορφότερα κτήρια της πόλης είναι το μέγαρο Άρμανσμπεργκ (κατοικία του αντιβασιλέα της Ελλάδος Άρμανσπεργκ) καθώς και το αρχαιολογικό μουσείο στην πλατεία Συντάγματος. Στην πόλη λειτουργεί επίσης παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης.

Αρχαίο και βυζαντινό Ναύπλιο

Κατά την αρχαιότητα, στη θέση του Ναυπλίου υπήρχε η πόλη Ναυπλία. Σύμφωνα με τη μυθολογία οικιστής της ήταν ο Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, ενώ ο πέμπτος επίγονός συμμετείχε στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Η περιοχή κατοικείται από την προϊστορία. Στην Πρόνοια βρέθηκαν τέχνεργα και τάφοι από την μεσοελλαδική περίοδο (17ος-16ος αιώνα π.Χ.) και στην περιοχή Ευαγγελιστρία θαλαμωτοί τάφοι της μυκηναϊκής εποχής. Ανάμεσα ευρήματα ξεχωρίζει ένα ρυτό-κάλαθος που απεικονίζει έναν αίγαγρο. Από την περιοχή της Πρόνοιας υπάρχουν ευρήματα και της γεωμετρικής εποχής. Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί επίσης στο Παλαμήδι, στην Ακροναυπλία, στα Κουτσούρια και στην Καραθώνα.

Η Ναυπλία ήταν αυτόνομη πόλη μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ., όταν κατακτήθηκε από το κοντινό Άργος, με βασιλιά τον Δαμοκράτιδα, όταν η Ναυπλία συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες πριν το τέλος του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας. Στη συνέχεια έγινε επίνειο του Άργους, αλλά έχασε τη σημασία της και όταν την επισκέφτηκε ο Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ. ήταν ερειπωμένη. Στο λόφο της Ακροναυπλίας βρισκόταν ιερό του Ποσειδώνα. Η Ακροναυπλία οχυρώθηκε κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και τμήματα αυτής της οχύρωσης σώζονται μέχρι σήμερα.

Κατά τους παλαιοχριστιανικούς και πρωτοβυζαντινούς χρόνους το Ναύπλιο ήταν μια μικρή πόλη. Ιερατικά υπαγόταν στην επισκοπή Άργους. Λόγω των επιδρομών Βαρβάρων τον 6ο-9ο αιώνα μ.Χ., κάτοικοι της κεντρικής Πελοποννήσου εγκαταστάθηκαν στον οχυρωμένο λόφο δημιουργώντας τη σημερινή πόλη του Ναυπλίου. Μια επιδρομή των Αράβων τον 10ο αιώνα κατέστρεψε το Ναύπλιο, το οποίο όμως τον 11ο αιώνα αναδείχθηκε ως εμπορικό κέντρο και υπάγεται στην επισκοπή Άργους και Ναυπλίου. Το 1199 παραχωρήθηκε στους Βενετούς προνόμιο ελεύθερου εμπορίου στο Ναύπλιο. Το 1180 ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός ορίζει ως άρχοντα του Ναυπλίου τον Θεόδωρο Σγουρό, ο οποίος καταφέρνει να απομακρύνει τους πειρατές. Τον διαδέχθηκε ο Λέων Σγουρός, ο οποίος ανακήρυξε αυτόνομο βασίλειο και επέκτεινε την επικράτειά μέχρι τη Λάρισα, αλλά η επέκτασή του αναχαιτίστηκε από τη Δ΄ Σταυροφορία το 1204. Ο Λέων Σγούρος οχυρώθηκε στην Ακροκόρινθο, όπου και πέθανε το 1208, και τα δικαιώματα του Ναυπλίου η χήρα του, Ευδοκία Αγγελίνα, τα μεταβίβασε στον Μιχαήλ Άγγελο, δεσπότη της Ηπείρου. Τελικά, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος κατέκτησε μετά από πολιορκία το Ναύπλιο το 1210. Από τους δύο προμαχώνες της Ακροναυπλίας κατέλαβαν τον ανατολικό, ο οποίος έγινε γνωστός ως Φράγκικος, ενώ ο δυτικός έμεινε στα χέρια των Βυζαντινών και έγινε γνωστός ως Ρωμαίικος.

Ενετοί και Οθωμανοί στο Ναύπλιο

Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος παρέδωσε το 1212 το Ναύπλιο στον Όθωνα ντε Λα Ρος, άρχοντα του Δουκάτου των Αθηνών, μαζί με το Άργος και το Κιβέρι. Μετά από συνθήκη ανάμεσα στους Βυζαντινούς και Φράγκους που υπογράφηκε το 1289, οι κάτοικοι της πόλης, για να δείξουν την ενότητά τους, σχεδίασαν στην πύλη του κάστρου αγιογραφίες αγίων της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας και το έμβλημα των Παλαιολόγων και των ντε Λα Ρος.

Επί της απειλής της Καταλανικής Εταιρείας, το Ναύπλιο πέρασε στην κατοχή του Βαλτέρ ντε Μπριεν, τελευταίου δούκα των Αθηνών, και μετά το θάνατό του πέρασε στην οικογένεια Ανγκιάν, της οποίας τελευταία απόγονος ήταν η Μαριά Ανγκιάν, η ποία το 1377 ήταν 13 χρονών και φοβούμενη τόσο τους Έλληνες, όσο και τους Φλωρεντιανούς Ατσαγιόλι της Κορίνθου, παντρεύτηκε το Πέτρο Κορνάρο, ώστε να έχει την προστασία της Βενετίας. Όμως, ο Πέτρος Κορνάρος πέθανε το 1388, και έτσι η χήρα παραχώρησε τα εδάφη της (Άργος και Ναύπλιο) στη Βενετία, ώστε να μην περάσουν στην κατοχή του Νέριο Ατσαγιόλι ή του Θεόδωρου Παλαιολόγου, δεσπότη του Μυστρά και γαμπρού του Νέριο, με αντάλλαγμα ισόβια χορηγία. Αν και οι Ατσαγιόλι κατάφεραν να καταλάβουν το Ναύπλιο, τελικά οι κάτοικοί του προτίμησαν τους Βενετούς. Το 1394 δημιουργήθηκε με κληροδότημα του Νέριο Ατσαγιόλι νοσοκομείο στο Ναύπλιο.

Οι Βενετοί, αντιλαμβανόμενοι την στρατηγική σημασία της πόλης την οχυρώνουν. Η πόλη του Ναυπλίου εξαπλώθηκε στις βόρειες πλαγιές της Ακροναυπλίας, δημιουργώντας την Κάτω Πόλη, το σημερινό ιστορικό κέντρο του Ναυπλίου. Η περιοχή ήταν ελώδης και γι’αυτό χρησιμοποιήθηκαν πάσσαλοι και τεχνητές προσχώσεις. Η Κάτω Πόλη οχυρώθηκε με ένα τείχος που ξεκινούσε από το κάστρο των Τόρων, στην ανατολική άκρη της χερσονήσου, επίσης ενετικό, και έφτανε μέχρι την πλατεία Καποδιστρίου. Η μοναδική είσοδος από τη στεριά ήταν η Πύλη της Ξηράς (Porta di Terra ferma) στα ανατολικά. Στην βορειοανατολική γωνία βρισκόταν κυκλικός πύργος. Στη συνεχεία ακολουθούσαν τη λεωφόρο Αμαλίας μέχρι την πλατεία αγίου Νικολάου, μετά προς τα βορειοδυτικά βρισκόταν ο προμαχώνας της Τερέζας και έπειτα τον προμαχώνα Πέντε Αδέλφια, όπου τοποθετήθηκαν πέντε πυροβόλα τα οποία έδωσαν στον προμαχώνα το όνομά του, και μετά συνέχιζαν μέχρι που ενώνονταν με τα τείχη της Ακροναυπλίας. Στο βόρειο τείχος βρίσκονταν τρεις πύλες. Το 1470 οχυρώθηκε και η νησίδα Άγιοι Θεόδωροι (σημερινό Μπούρτζι). Επίσης κατασκευάστηκε μια δεύτερη γραμμή άμυνας μέσα στα τείχη της Ακροναυπλίας, γνωστή ως «τραβέρσα του Γκαμπέλλο», από τον αρχιτέκτονα με τη σχεδίασε. Οι Βενετοί αποκαλούσαν το Ναύπλιο Napoli di Romania. Σε έκθεση του 1530 αναφέρεται ότι είχε 13.299 κατοίκους.

Το 1396, οι Οθωμανοί, με επικεφαλής τους Γιουκ-Πασά και Μουρτάση πολιόρκησαν το Ναύπλιο αλλά αποχώρησαν λόγω της εισβολής του Ταμερλάνου. Το Ναύπλιο προσπάθησαν ανεπιτυχώς να πολιορκήσουν ο Μωάμεθ ο Πορθητής το 1463 και ο Βαγιαζήτ Β’, αλλά με συνθήκη του 1502 το Ναύπλιο παρέμεινε στην κατοχή των Βενετών. Το 1530, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής προσπάθησε να καταλάβει με τη σειρά του να καταλάβει το Ναύπλιο. Το 1540, το Ναύπλιο, και μετά από τρίχρονη πολιορκία και τα περισσότερα κτίρια κατεστραμμένα από τους βομβαρδισμούς, πέρασε στην κυριαρχία των Οθωμανών. Κατά τη διάρκεια της Α’ Οθωμανικής περιόδου, το Ναύπλιο ήταν έδρα του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου. Οι Οθωμανοί διατηρούν τη φυσιογνωμία της πόλης, κατασκευάζοντας παράλληλα τζαμιά, χαμάμ, μεντρεσέδες και έργα κοινής ωφέλειας, όπως κρήνες. Η μόνη περιγραφή που σώζεται για το Ναύπλιο εκείνης της περιόδου είναι του Εβλιγιά Τσελεμπί. Από αυτήν την περίοδο θεωρείται ότι σώζεται το τζαμί γνωστό ως «Τριανόν».

Το 1686, ο Φραντσέσκο Μοροζίνι ανακαταλαμβάνει το Ναύπλιο για τους Βενετούς ύστερα από πολιορκία και βομβαρδισμούς που κατέστρεψαν τα περισσότερα κτίρια της πόλης, 30 πυριταδαποθήκες και το υδραγωγείο. Το Ναύπλιο ορίζεται πρωτεύουσα του βασιλείου του Μορέως. Μέχρι το 1699 επιδιορθώνουν τις καταστροφές στα κτίρια και στις οχυρώσεις που προκλήθηκαν από τους βομβαρδισμούς και στη συνέχεια ανοικοδομούν νέες οχυρώσεις. Η κατοίκηση στην Ακροναυπλία απαγορεύεται το 1686 και η περιοχή ισοπεδώνεται. Στη συνέχεια, μετά το 1702, οχυρώνεται το Παλαμήδι και ανακατασκευάζεται το ανατολικό τείχος και η πύλη της Ξηράς. Η οχύρωση του Παλαμηδίου ολοκληρώθηκε μόλις σε τρία χρόνια. Άλλο σημαντικό κτίριο εκείνης της περιόδου είναι η αποθήκη του στόλου, το σημερινό αρχαιολογικό μουσείο. Οι προσχώσεις της πόλης επεκτείνονται λόγω των στεγαστικών αναγκών των κατοίκων της.

Με την έναρξη του Ζ’ Βενετοτουρκικού πολέμου, το 1715, στο Ναύπλιο έμειναν για να υπερασπιστούν την πόλη περίπου 2.000 άτομα. Παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, το Ναύπλιο πέρασε στα χέρια των Οθωμανών ύστερα από προδοσία του φρούραρχου και αρχηγού του πυροβολικού Σαλά. Το Ναύπλιο ορίστηκε πρωτεύουσα του βιλαετιού του Μοριά, μέχρι που αυτή μεταφέρθηκε στην Τριπολιτσά το 1770, ώστε να μπορεί να ξεφύγει ο πασάς στα βουνά σε περίπτωση κινδύνου. Το λιμάνι του χρησιμοποιούταν για την εξαγωγή σιταριού, το οποίο σχεδόν όλο κατέληγε στην Κωνσταντινούπολη. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού του Ναυπλίου από το 1715 μέχρι το 1822 ήταν Μουσουλμάνοι, ενώ υπήρχαν και μειονότητες από τις οποίες οι μεγαλύτερες ήταν η χριστιανική και η εβραϊκή. Το 1779, ο Χασάν Πασάς, στα πλαίσια της εξόντωσης των Αρβανιτών που λεηλατούσαν την Πελοπόννησο, κατόρθωσε να τους κατακρημνίσει από το Παλαμήδι και από τότε η ακτή αυτή ονομάζεται «Αρβανιτιά». Το Ναύπλιο επλήγη από επιδημία πανώλης την περίοδο 1799-1801, η οποία μείωσε τον πληθυσμό στο μισό. Σημαντικά κτίρια που σώζονται από αυτήν την περίοδο είναι το τζαμί του Αγά Πασά (σήμερα Βουλευτικό), ο μεντρεσές του και η Φραγκοκλισιά (καθολική εκκλησία, αρχικά τζαμί).

Το Ναύπλιο κατά την Επανάσταση του 1821

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, η πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου έλαβε χώρα από τις 4-10 Απριλίου 1821, δια ξηράς και θαλάσσης (με επικεφαλής την Μπουμπουλίνα). Ακολούθησε άλλη μια η οποία χαλάρωσε από τον Κεχαγιά μπέη και μια υπό τον Νικήτα Σταματελόπουλο. Παράλληλα δύο αγγλικά πλοία παρείχαν προμήθειες στους πολιορκούμενους. Τις 18 Ιουνίου 1822 οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν, αλλά ενισχύσεις από τον Δράμαλη καθυστέρησαν τη συνθήκη. Τις 30 Νοεμβρίου 1822, οι Έλληνες κατάφεραν να εισβάλλουν κρυφά στο Παλαμήδι μέσα στη νύχτα υπό την αρχηγία του Στάικου Σταϊκόπουλου και τελικά, τις 3 Δεκεμβρίου 1822, η φρουρά παραδόθηκε. Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ορίστηκε έδρα της κυβερνήσεως, η οποία εγκαταστάθηκε εκεί τον Ιούνιο του 1824, και τις 4 Μαΐου 1827, με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, «καθέδρα» της κυβέρνησης. Το πρώτο Φύλλο της Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τυπώθηκε στο Ναύπλιο τις 22 Σεπτεμβρίου 1825. Το εκτελεστικό στεγάστηκε στο κονάκι του Αγά Πασά και το βουλευτικό στον τεκέ του Αγά Πασά. Η επιλογή του Ναυπλίου ως πρωτεύουσα έγκειται στο γεγονός ότι ήταν παραθαλάσσιο, και θα μπορούσε να ανεφοδιαστεί δια θαλάσσης σε περίπτωση πολιορκίας. Επίσης, ήταν κοντά στις Σπέτσες και στην Ύδρα και μπορούσε να ελέγχει αρκετές περιοχές της Πελοποννήσου και θαλάσσιες διαδρομές. Η έδρα της κυβέρνησης μεταφέρθηκε προσωρινά στην Αίγινα από τον Αύγουστο του 1827 μέχρι τις 3 Μαρτίου 1829 για λόγους ασφαλείας, αλλά η καθέδρα παρέμεινε στο Ναύπλιο.

Ο μουσουλμανικός πληθυσμός του έφυγε, εκτός από κάποιους αιχμάλωτους αξιωματούχους. Οι οχυρώσεις, τα άδεια σπίτια και η ασφάλεια που προσέφερε οδήγησαν το Ναύπλιο να γίνει δέκτης μεγάλου αριθμού προσφύγων, ιδίως μετά την απόβαση του Ιμπραήμ Πασά και την πτώση του Μεσολογγίου το 1826, οδηγώντας το σε κατάσταση υπερπληθυσμού. Ο μεγάλος πληθυσμός, οι κακές συνθήκες υγιεινής, το κοντινό έλος, η έλλειψη πόσιμου νερού συνέβαλαν στην εμφάνιση επιδημιών πανώλης και ελονοσίας. Οι πρόσφυγες αποχώρησαν από το Ναύπλιο τα επόμενα χρόνια και το 1829, το Ναύπλιο αριθμούσε 5.550 κατοίκους, σύμφωνα με στοιχεία γαλλικής αποστολής, ενώ το 1853 είχε 3.435 κατοίκους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τις 8 Ιανουαρίου 1828. Το Ναύπλιο ξανασχεδιάστηκε, σε πολεοδομικό σχέδιο Σταμάτη Βούλγαρη, ο οποίος είχε έρθει μαζί με τον Καποδίστρια, το οποίο χρησιμοποιούσε ορθογωνικό σχέδιο, με πλατείες και ευθύγραμμους δρόμους. Πολλά οθωμανικά κτίρια, όπως τα χαμάμ και τα σαχνισιά, ή γκρεμίστηκαν ή άλλαξαν χρήση. Το 1828 κτίστηκε το προάστιο Πρόνοια για τη στέγαση των προσφύγων. Επίσης ανακαινίστηκε και το νοσοκομείο και έγιναν προσπάθειες για τη δημιουργία δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης. Στο Ναύπλιο ιδρύθηκε το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο στην Ελλάδα. Το 1829 κτίστηκε το ανάκτορο του κυβερνήτη. Ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 από μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Η χώρα βυθίστηκε σε περίοδο αναρχίας μέχρι την άφιξη του βασιλιά Όθωνα.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο

Ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τις 25 Ιανουαρίου 1833. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας το 1834 στην Αθήνα, το Ναύπλιο μετατρέπεται σε μια τυπική επαρχιακή πόλη.

Την 1η Φεβρουαρίου 1862 ξέσπασε στο Ναύπλιο στρατιωτικό κίνημα με στόχο την εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα, το οποίο αποκλήθηκε Ναυπλιακά. Αν και αποτυχημένο, ο γενικότερος αναβρασμός που προκάλεσε οδήγησε στην έξωση του Όθωνα λίγους μήνες αργότερα.

Τα θαλάσσια τείχη κατεδαφίστηκαν το 1867, για να δημιουργηθεί η λεωφόρος Αμαλίας, το 1894-5 τα ανατολικά τείχη και επιχωματώθηκε η τάφρος ώστε να κατασκευαστεί σιδηροδρομικός σταθμός, ενώ το 1929 κατεδαφίστηκαν δύο προμαχώνες, για τη δημιουργία της πλατείας Καποδίστρια και σχολείων. Το 1962, η παλιά πόλη του Ναυπλίου, μεταξύ του σιδηροδρομικού σταθμού και της θέσης «Πέντε Αδέλφια», χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικός χώρος και διατηρητέο μνημείο.

Το Ναύπλιο τον 20ο αιώνα

Μετά την μικρασιατική καταστροφή το 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 στο Ναύπλιο, το οποίο τότε αριθμούσε 6.000 κατοίκους, εγκαταστάθηκαν περίπου 900 πρόσφυγες. Ο χώρος ο οποίος ορίστηκε ότι θα κάλυπτε τις στεγαστικές τους ανάγκες ήταν αυτός που οριζόταν από τις οδούς Ασκληπιού – Αγαπητού – Άργους – Παλαιολόγου – Λάμπρου – Χαρμαντά – Τσιλικανίδου και βρισκόταν στα βορειανατολικά του Ναυπλίου. Είχε έκταση 50 στρέμματα. Η κατασκευή των πρώτων προσφυγικών κατοικιών έλαβε χώρα το 1929, αν και οι απαλλοτριώσεις ολοκληρώθηκαν το 1939. Σήμερα αποτελεί τον συνοικισμό Νέο Βυζάντιο.

Πηγή: https://www.nafplio.gr/

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ναύπλιο

Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Με την έκρηξη της Επανάστασης και τις πρώτες νίκες-απελευθερώσεις πόλεων, χωριών και γαιών άρχισε η συζήτηση για τα εθνικά κτήματα και την εκμετάλλευση τους από το έθνος. Οι γαιοκτήμονες προύχοντες εξαρχής εποφθαλμιούσαν τα πρώην τουρκικά και νυν εθνικά κτήματα, δηλαδή τις τεράστιες εκτάσεις γόνιμης αρδευόμενης γης των χθεσινών τιμαρίων, βακουφίων και των μεμονωμένων Οθωμανών γαιοκτημόνων.

Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Πολιτεύματα και Εθνικά κτήματα

Πρώτη αναφορά στα «εθνικά κτήματα», που αποτελούσαν σημείο τριβής και έντασης, τόσο στα χρόνια της Επανάστασης όσο και επί πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση, έχουμε στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», στο «Πολίτευμα της Επιδαύρου», που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1822 από την πρώτη εθνοσυνέλευση του Αγώνα. Το Εκτελεστικό Σώμα είχε δικαίωμα να λαμβάνει δάνεια εντός και εκτός της επικράτειας και να καθυποβάλει τα κτήματα ως υποθήκη, με τη συγκατάθεση του Βουλευτικού Σώματος.

Ο Κολοκοτρώνης με τη λιτότητα που χαρακτηρίζει τα απομνημονεύματα του σημειώνει: «Εψήφισαν να εκποιήσουν την γην με σκοπόν να βγάλουν ό,τι είχαν ξοδέψει, όσα ήθελαν, και να αποζημιωθούν εις γην και να αφήσουν τον λαόν γυμνόν και απ’ αυτήν την ελπίδα της γης». Στα Απομνημονεύματα του πρώτου υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου, διαβάζουμε: «Ο Μαυροκορδάτος, οι Πελοποννήσιοι και οι λοιποί κοτζαμπάσηδες της Στερεάς…πολλήν σπατάλην των δημοσίων έκαμαν και επειδή δεν ήσαν αρκετά όσα είχαν, προβλέποντες δε και δια το μέλλον, απεφάσισαν και την εκποίησιν των εθνικών κτημάτων, και εγένετο μάλιστα το περί τούτου ψήφισμα, το οποίον, αφού ηκούσθη έξω, έφερεν μεγάλην ταραχήν και οι στρατιώται όλοι και των δυο κομμάτων ανακατώθηκαν, διότι δεν ήθελαν να πωληθούν τα δημόσια κτήματα. Μάλιστα οι ευρισκόμενοι εις τα Μελιγγίτικα Καλύβια έγραψαν εις τεμάχια χάρτου ταύτας τας λέξεις: ”το εκποιείν τα δημόσια κτήματα”, το οποίο εκόλλησαν εις τους κορμούς ελαιών και τα ετουφέκιζαν δήθεν, ότι τούτο ήτο το ψήφισμα της Συνελεύσεως». Την ίδια άποψη συναντάμε και σε άλλους συγγραφείς και ιστορικούς.

Τα εθνικά κτήματα διακρίνονταν σε φθαρτά (σπίτια, εργαστήρια, μαγαζιά, μύλους, ελαιοτριβεία, κ.λ.π.) και σε άφθαρτα (γη κυρίως ακαλλιέργητη), ενώ όπως προκύπτει από έγγραφα της εποχής τα αμπέλια και οι ελαιώνες θεωρούνταν φθαρτά. Τα Πολιτεύματα αναφέρονταν και στις δύο κατηγορίες «κτημάτων» τουρκικής ιδιοκτησίας, αλλά κυρίως στη γη, που στην Πελοπόννησο κάλυπτε τα δύο τρίτα του συνόλου. Συγκεκριμένα στους Τούρκους ανήκαν τρία εκατομμύρια στρέμματα και στους Έλληνες ενάμισυ, αν λάβουμε υπόψιν ότι ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής μόλις έφτανε τις 40.000 και ο ελληνικός στο τέλος της Τουρκοκρατίας στις 360.000, στους Τούρκους αναλογούσαν 75ωστρέμματα κατά κεφαλήν και στους Έλληνες 4,2 στρέμματα. Στην πραγματικότητα τις εκτάσεις ελληνικής γαιοκτησίας εκμεταλλεύονταν λίγες δεκάδες οικογενειών, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν διέθετε κτήματα και αναγκαζόταν να εργαστεί σε ιδιοκτησίες Ελλήνων και Τούρκων. Αντίθετα, στην Στερεά Ελλάδα περισσότερα κτήματα ανήκαν σε Έλληνες. Στη Δυτική 970.730 στρέμματα στους Έλληνες και 135.730 στους Τούρκους και στην Ανατολική 1.375.000 στους Έλληνες και 1.085.000 στους Τούρκους.

Η ενοικίαση των φθαρτών, κυρίως, κτημάτων άρχισε να πραγματοποιείται στην Πελοπόννησο μετά τη δεύτερη Εθνική Συνέλευση (Μάρτιος 1823) που ψήφισε τον «Νόμο της Επιδαύρου», ο οποίος είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα. Για την εκποίηση προβλεπόταν προκήρυξη διαγωνισμού. Με ψήφισμα του Απριλίου 1823 οριζόταν ότι από τα εθνικά κτήματα θα πωληθούν για τις ανάγκες του Αγών μόνο φθαρτά.

Στις 22 Απριλίου 1824 κηρύχθηκαν σε δημοπρασία φθαρτά εθνικά κτήματα για να ενισχυθεί η Κρήτη στον Αγώνα της εναντίον των αιγυπτιακών δυνάμεων που είχαν εισβάλλει στο νησί.Το Μάρτιο του 1826 το Βουλευτικό Σώμα αποφασίζει να εκποιήσει άνευ αναβολής εθνικά κτήματα στην βόρεια Πελοπόννησο για να εξοικονομηθούν χρήματα για το Μεσολόγγι που βρισκόταν σε κίνδυνο.

Καταστρατηγήσεις των άρθρων των Συνταγμάτων του 1822 και 1823 υπήρξαν, όπως συνεπάγεται από αναφορά δεκαεννέα αγωνιστών προς την τρίτη Εθνική Συνέλευση στις 13 Απριλίου 1926. Κατά την αναφορά, έπρεπε να εξετασθεί η νομιμότητα των εκποιηθέντων εθνικών κτημάτων και να ακυρωθούν τα πωλητήρια. Πράγματι, το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» της «Εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως» ορίζει ότι η Βουλή φροντίζει για τη διατήρηση και βελτίωση των εθνικών κτημάτων και νομοθετεί για τη μίσθωση των εθνικών προσόδων και κτημάτων.

Οι παράνομες όμως και χαριστικές εκποιήσεις δεν έλειψαν και ο Καποδίστριας προσπάθησε να αποτρέψει τη συνέχιση τους. Με διαταγή του προς τις τοπικές διοικήσεις που δημοσιεύτηκε στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» ζητούσε να διερευνηθούν και να εξακριβωθούν τα κτήματα εκείνα που ανήκουν στο έθνος και δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν θα ανεχθεί κανένα σφετερισμό και οι κάτοικοι να δηλώσουν στην Κυβέρνηση τα αληθή όρια των εθνικών κτημάτων για να γίνει διανομή. Δυστυχώς η δολοφονία του ανέκοψε τα σχέδια του.

Τουρκοκρατία και Ελληνικό Κράτος

Στο χώρο της αγροτικής οικονομίας επί τουρκοκρατίας συνυπήρχαν τρία είδη υπερτιθέμενων εμπράγματων δικαιωμάτων επί του αυτού κτήματος. Κατά πρώτον, η ψιλή κυριότητα του Δημοσίου που διασφάλιζε το αναπαλλοτρίωτο των εκτάσεων και για την οποία ουδέν «ενοίκιο» καταβαλλόταν από τους καλλιεργητές. Οι αγρότες «κατείχαν» το κτήμα, το αξιοποιούσαν και το νέμονταν, χωρίς να καταβάλλουν κάποιο ειδικό τίμημα γι’ αυτό. Κατά δεύτερον, το δικαίωμα του ισχυρού τιμαριούχου να εισπράττει 1/2 ή 1/3 του καθαρού προϊόντος, ως ανταμοιβή για το λειτούργημα της είσπραξης των φόρων που αντιστοιχούσαν όχι στην κρατική ψιλή κυριότητα, αλλά στη διασφάλιση των κρατικών λειτουργιών. Κατά τρίτον, το δικαίωμα του χωρικού επί του αυτού εδάφους να καλλιεργεί, να συντηρείται και να μην αποβάλλεται του κτήματος.

Το όλο πρόβλημα στην Ελλάδα προέκυψε με τη μετάβαση από το σύνθετο και περίπλοκο οθωμανικό δίκαιο στο απλούστερο νεοελληνικό. Στην Ελλάδα έγινε η «απελευθέρωση των χωρικών», στην ουσία όμως ήταν η απελευθέρωση του εδάφους από τους χωρικούς, με συνέπεια τον εκπεσμό και την προλεταριοποίηση των εργαζομένων στην ύπαιθρο. Τα πολλαπλά υπερτιθέμενα δικαιώματα διαχωρίστηκα και καταργήθηκαν, γαιοκτησία ιδιωτικοποιήθηκε χωρίς περιορισμό και επετράπη η χωρίς περιορισμούς εμπορευματοποίηση του εδάφους προς όφελος του ισχυρότερου των δικαιούχων.

Η επιλογή του νεοελληνικού κράτους προς την ιδιωτικοποίηση και απολυτότητα των εδαφικών δικαιωμάτων οδήγησαν μοιραία στη διαμόρφωση του κοινωνικού στρώματος των ακτημόνων χωρικών, στη δημιουργία μιας μεγάλης κοινωνικής αδικίας και στην έγερση ενός μείζονος κοινωνικού προβλήματος. Οι ακτήμονες φυσικά δεν προέρχονταν από την Τουρκοκρατία, αλλά από την νεοελληνική εκκαθάριση της. Εάν το νομικό σύστημα της Τουρκοκρατίας είχε διατηρηθεί δεν θα υπήρχαν ακτήμονες στο νεοελληνικό βασίλειο.

Το ελληνικό κράτος ενώ κατήργησε τα πολλαπλά δικαιώματα επί του αυτού εδάφους, εν τούτοις ούτε παρέδωσε τη γη στους ισχυρούς ούτε την εκποίησε μέσω πλειστηριασμών, όπως έντονα απαιτούσαν τότε οι κάτοχοι του χρήματος, αλλά, με πρόταση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το κράτησε για λογαριασμό του και κατά μία έννοια το εθνικοποίησε.

Το ελληνικό κράτος, ενώ θέσπισε την απόλυτη κυριότητα της γης, εν τούτοις απέτρεψε από την αρχή τη δημιουργία της μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που δεν μπορούσε να φέρει σε επιτυχές πέρας αργότερα με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας. Στην Τουρκοκρατία όλη η γη ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο, λόγω ψιλής κυριότητας, η οποία όμως ήταν θεωρητική και στην πράξη ανενεργός.

Τα εθνικά κτήματα «εξαγοράζονται»

Με τη νεοελληνική μετάβαση, οι χωρικοί υποχρεώθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία να εξαγοράσουν το δικαίωμα χρήσης του εδάφους. Με τη μετάβαση στο νεοελληνικό κράτος, η ψιλή κυριότητα των Οθωμανών μετατράπηκε σε ενεργό δικαίωμα ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου και επιβλήθηκε έτσι επί των χωρικών η πρόσθετη καταβολή του 15% του ακαθάριστου γεωργικού προϊόντος εν είδει ενοικίου. Έτσι, την επομένη της Ανεξαρτησίας ο Έλληνας αγρότης έχασε το εμπράγματο δικαίωμα δωρεάν νομής και κατοχής της γης προς όφελος της κρατικής κυριότητας, αλλά και επί πλέον μετατράπηκε σε απλό αγρομισθωτή-ενοικιαστή.

Η εξέλιξη αυτή βρέθηκε σε ριζική αντίφαση με ολόκληρη την οθωμανοβυζαντινή παράδοση στον τομέα της γεωργίας και της γαιοκτησίας. Ήδη το 1833, τα 5/6 των Ελλήνων αγροτών ήταν ακτήμονες.

Το Μάρτιο του 1871 η κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ψήφισε νόμο για την εκκαθάριση των εθνικών κτημάτων και την παραχώρηση τους σε καλλιεργητές. Η πρώτη αυτή αγροτική μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε παρά μόνο το 1911.

Το πρόβλημα για τα εθνικά κτήματα δεν ήταν παρά ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο» που προέκυψε όχι από την οθωμανική κληρονομιά, αλλά από τη νεοελληνική εκκαθάρισή της. Το ότι το κράτος διατήρησε τη γη και τη διένειμε στους καλλιεργητές απέδειξε ακόμη μια φορά τη μόνιμη προτίμηση της κεντρικής εξουσίας υπέρ ενός τρόπου που διασφαλίζει την υπαγωγή της γεωργίας σαν σύνολο στον αστικό καπιταλισμό, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέσα στους ίδιους τους κόλπους της γεωργίας.

Με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν οι βάσεις για την ανάδειξη του μικρού οικογενειακού κλήρου στην ελληνική ύπαιθρο και την εξειδίκευση της ελληνικής γεωργίας στα προϊόντα των φυτειών στα οποία ο οικογενειακός κλήρος διαθέτει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Γενικά, το ελληνικό κράτος με την εθνικοποίηση της καλλιεργητικής γης το 1828, εμφανίστηκε ως πρωτοποριακό μεταξύ των άλλων κρατών της εποχής του, τουλάχιστον όσον αφορούσε το ζήτημα της γεωργικής πολιτικής του. Στη συνέχεια, η απόφαση διανομής των εθνικών κτημάτων στους καλλιεργητές τους το 1871 δεν ήταν παρά μια λογική συνέπεια του αυτού βασικού κρατικού προσανατολισμού. Η διανομή της γης, κατακερματισμένης σε μικρούς οικογενειακούς κλήρους, δεν ήταν σε αντίφαση με την προηγηθείσα εθνικοποίηση, αλλά αποτελούσε μια ρεαλιστικότερη εφαρμογή της αυτής αρχής.

Στόχος ήταν να αποτραπεί η συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που επιτεύχθηκε. Η γενικότερη πρόοδος της μικρής οικογενειακής επιχείρησης ήταν ισοδύναμη με την εθνικοποίηση της γης και είχε συνέπεια την ευρύτερη εθνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας στο σύνολο της. Η γεωργική πολιτική του ελληνικού κράτους προανήγγειλε την ανάλογη πολιτική των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών υπέρ της οικογενειακής γεωργίας, όπως αυτή εκδηλώθηκε και εφαρμόστηκε στα ευρωπαϊκά κράτη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Όμως, όσο βέβαιο είναι ότι το ελληνικό κράτος επί Κουμουνδούρου και προ του 1881 εχθρευόταν τη μεγάλη γαιοκτησία και της έθετε φραγμούς και δυσχέρειες, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η εχθρότητα αυτή κάμφθηκε και το κράτος μετατράπηκε σε συνένοχο για τη συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας από την εποχή της προσάρτησης της Θεσσαλίας και της Άρτας μέχρι το 1917. Η θετική συμβολή του ελληνικού κράτους στη συγκρότηση της μεγάλης γαιοκτησίας σε Θεσσαλία και Άρτα ήταν και αυτή ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο», που προήλθε από την χρηματική ισχύ των μεγαλογαιοκτημόνων της Θεσσαλίας και των λυσιτελών πιέσεων που ασκήθηκαν στον Χαρίλαο Τρικούπη και δεν επρόκειτο να εξομαλυνθεί παρά με τη δεύτερη μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου από το 1917 και μετά.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η μεγάλη ιδιοκτησία δεν συναντάται στην ελληνική ιστορία, παρά μόνο σε ειδικές, παροδικές και μεταβατικές περιόδους. Η διαμόρφωση της ελληνικής άρχουσας τάξης ιστορικά περισσότερο με το εμπόριο, τη χρηματική οικονομία, τις μεταφορές και τον εφοπλισμό, ακόμη και με την κτηνοτροφία και πολύ λιγότερο με την καθεαυτή αγροτική παραγωγή, που γενικά εξασφαλιζόταν σε συνθήκες οικογενειακής κλίμακας, πράγμα άλλωστε που καθήλωνε πάντα τον Έλληνα αγρότη σε μειονεκτικές συνθήκες διεκδίκησης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που πάντως του παραχωρούνταν απλόχερα στα χαρτιά.

Τα εθνικά κτήματα αποτέλεσαν ένα «ιστορικό ατύχημα» στο οποίο ενεπλάκη το νεοελληνικό κράτος και από το οποίο όμως πέτυχε να εξέλθει με τρόπο ικανοποιητικό και με σχετική ελαχιστοποίηση των απωλειών. Το ίδιο ισχύει και για τις παλινωδίες του ελληνικού κράτους σχετικά με τη γαιοκτησία στις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η εξέγερση των ακτημόνων στις αρχές του 20ου αιώνα παρέμεινε ως το κατ’ εξοχήν σύμβολο της κοινωνικής αδικίας εις βάρος του Έλληνα αγρότη, όχι γιατί η εξέγερση αυτή ήταν η αντιπροσωπευτικότερη, αλλά γιατί ήταν η δημοφιλέστερη, εφόσον το ζήτημα της μεγάλης γαιοκτησίας, «σκάνδαλο» στην ελληνική ιστορία, προκάλεσε όσο κανένα άλλο την ελληνική συνείδηση.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Κόρινθος (7ος αιώνας π.Χ.-…)

Η Κόρινθος είναι πόλη και σημαντικός λιμένας της Πελοποννήσου. Αποτελεί την πρωτεύουσα του Νομού Κορινθίας και την έδρα του ομώνυμου Δήμου, ενώ είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου με 30.177 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011.

Η Κόρινθος
Η Κόρινθος

Η πόλη της Κορίνθου είναι παραθαλάσσια, σε υψόμετρο 10 μέτρων. Βρίσκεται στην άκρη του Ισθμού της Κορίνθου, της στενής λωρίδας γης που ενώνει την Πελοπόννησο με τη Στερεά Ελλάδα, στην ανατολική πλευρά του Κορινθιακού Κόλπου. Περιστοιχίζεται από την παραθαλάσσια περιοχή του Λεχαίου και τις περιοχές Εξαμιλίων και Ξυλοκέριζας. Στη συγκεκριμένη τοποθεσία μετακόμισε το 1858, μετά το σεισμό που ισοπέδωσε την παλαιά πόλη που βρισκόταν 8 χλμ. νοτιοδυτικά, στους πρόποδες του βουνού Ακροκόρινθος. Στη θέση εκείνη βρίσκεται η Αρχαία Κόρινθος.

Η Κόρινθος, οι σεισμοί και ο Απόστολος Παύλος

Η Κόρινθος αποτελεί συνέχεια της αρχαίας Κορίνθου. Το 1858 η παλαιά πόλη της Κορίνθου, γνωστή πλέον ως Αρχαία Κόρινθος, ισοπεδώθηκε από σεισμό. Αυτό οδήγησε στο κτίσιμο της νέας πόλης ΝΑ του αρχαίου λιμανιού του Λεχαίου, στις όχθες του Κορινθιακού Κόλπου. Η πόλη χτυπήθηκε από νέο καταστρεπτικό σεισμό στις 22 Απριλίου του 1928, που κατέστησε την πλειοψηφία των σπιτιών ακατοίκητα και άφησε άστεγες 5000 οικογένειες. Ανοικοδομήθηκε με τους πιο πλήρεις αντισεισμικούς κανόνες υπό την επίβλεψη του ΑΟΣΚ (Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου), τον οποίον σύστησε η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και προικοδότησε με 75 εκ. δραχμές, τα έσοδα του τότε Καζίνο Λουτρακίου και ετήσια επιπλέον επιχορήγηση 5 εκατ. δραχμές. Ο ισχυρός σεισμός 6.6 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ στις 24 Φεβρουαρίου 1981 έφερε και πάλι την πόλη στο επίκεντρο του πανελλήνιου ενδιαφέροντος, αλλά οι βλάβες ήταν περιορισμένες χάρη στο νέο αντισεισμικό κώδικα.

Η Κόρινθος αποτελεί μία από τις πλέον σεισμόπληκτες περιοχές της χώρας μας. Σεισμοί αναφέρονται το 420π.Χ., το 227π.Χ., το 77μ.Χ., το 522μ.Χ., το 551μ.Χ., το 1857, το 1915, το 1928 αλλά και το 1981 με επίκεντρο το νησί των Αλκυονίδων.

Τοπική εορτή της Κορίνθου είναι του Αγίου Παύλου, οποίος δίδαξε για ένα διάστημα στην Αρχαία Κόρινθο.

Ο Ισθμός της Κορίνθου

Ο πρώτος που προσπάθησε να κόψει τον Ισθμό και να ενώσει το Κορινθιακό κόλπο με τον Σαρωνικό ήταν ο Περίανδρος. Δεν το κατάφερε και αντ’ αυτού κατασκεύασε τον δίολκο, πάνω στον οποίο σύρονταν τα πλοία από τη μία θάλασσα στην άλλη. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ήταν ο δεύτερος που θέλησε να υλοποιήσει το έργο. Τον σταμάτησαν σύγχρονοί του σοφοί από την Αίγυπτο: η στάθμη του Κορινθιακού κόλπου, του είπαν, είναι πιο ψηλή από του Σαρωνικού. Αν ανοίξει διώρυγα τα νερά του Κορινθιακού θα ξεχυθούν και θα πλημμυρίσουν την Αίγινα. Ο Ιούλιος Καίσαρας (44π.Χ.) μελέτησε τη διάνοιξη της διώρυγας αλλά δολοφονήθηκε πριν υλοποιήσει τα σχέδια του. Στα 37μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας ξεκίνησε έργα για τη διάνοιξη. Τα έργα σταμάτησαν την ίδια χρονιά καθώς ο αυτοκράτορας επίσης δολοφονήθηκε. Επόμενος που προσπάθησε να κατασκευάσει διώρυγα στην Κόρινθο ήταν ο αυτοκράτορας Νέρων που την επισκέφτηκε. Τα έργα ξεκίνησαν το 67μ.Χ. ταυτόχρονα από τον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό, αλλά ο Νέρων αυτοκτόνησε και έτσι έπαψε κάθε εργασία. Ο Ηρώδης ο Αττικός θέλησε να συνεχίσει το έργο, αλλά διατάχθηκε να σταματήσει. Τους επόμενους 17 αιώνες κανείς δεν ξαναπροσπάθησε.

Μετά την Επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας σκέφτηκε να ανοίξει διώρυγα στον Ισθμό. Οι μελέτες έδειξαν ότι χρειαζόταν το απαγορευτικό για την εποχή κονδύλι των σαράντα εκατομμυρίων φράγκων. Η ιδέα εγκαταλείφθηκε για μια γενιά. Βγήκε στην επιφάνεια ξανά το 1869, καθώς την παγκόσμια κοινή γνώμη απασχόλησε η διώρυγα του Σουέζ. Ειδικός νόμος που προέβλεπε τη διάνοιξη της διώρυγας ψηφίστηκε στις 17 Νοεμβρίου 1869. Έμεινε ανενεργός μέχρι το 1881, οπότε με βασιλικό διάταγμα, δόθηκε στο Γάλλο Στέφανο Τουρ προνόμιο εκμετάλλευσης της μελλοντικής διώρυγας για 99 χρόνια. Τα έργα ξεκίνησαν επίσημα στις 29 Μαρτίου 1882, με τελετή στην οποία παρευρέθηκε και ο βασιλιάς Γεώργιος Α’. Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην υλοποίηση του έργου.

Στις 22 Αυγούστου 1882, τα δικαιώματα του Στέφανου Τουρ μεταβιβάστηκαν στη γαλλική εταιρεία που εκτελούσε το έργο. Στα 1884, τακτοποιήθηκε το ζήτημα του δρόμου που θα ένωνε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα με γέφυρα πάνω από τη διώρυγα. Ο προϋπολογισμός του έργου και ο υπολογισμός του έργου αποδείχτηκαν εκτός πραγματικότητας. Η εταιρεία εξάντλησε τα κεφάλαια της, εξέδωσε ομολογιακό δάνειο και, τον Μάρτιο του 1889, κήρυξε πτώχευση. Για άλλη μια φορά ο Ανδρέας Συγγρός κλήθηκε να δείξει τα ευεργετικά του αισθήματα για τη χώρα. Στις 27 Μαρτίου 1890, με νέο νόμο, τα δικαιώματα της γαλλικής εταιρείας πέρασαν σε ελληνική με αρχικό κεφάλαιο πέντε εκατομμύρια φράγκα. Το έργο αποπερατώθηκε. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ευτύχησε να το εγκαινιάσει σε επίσημη τελετή, στις 25 Ιουλίου του 1893.

Στις 28 Οκτωβρίου, η διώρυγα δόθηκε στην κοινή χρήση. Τα όνειρα αποδείχτηκαν εφιάλτες. Οι ναυτιλιακές εταιρείες, ελληνικές και ξένες, απαγόρευσαν τη διέλευση των πλοίων τους από τη διώρυγα, θεωρώντας την επικίνδυνη. Κατολισθήσεις στο 1894, επέτειναν τους φόβους, ενώ η εταιρεία ξόδεψε όσα είχε για επιδιορθώσεις. Έπαψε να εξυπηρετεί τους τόκους του ομολογιακού δανείου που είχε εκδώσει.

Οι ομολογιούχοι ζήτησαν εκποίηση της διώρυγας. Όμιλος τραπεζών με επικεφαλής την Εθνική Τράπεζα εξαγόρασε την εταιρεία. Δημιουργήθηκε η Ανώνυμη Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου το 1907. Σιγά σιγά η διώρυγα κέρδισε την εμπιστοσύνη των καπετάνιων. Από 152.000 δρχ που ήταν τα έσοδα της το 1894, ανέβηκαν σε 11.152.659 δρχ το 1927.

Παράλληλα με τη διώρυγα η Κόρινθος προόδευε και αυξανόταν σε πληθυσμό. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή νέοι κάτοικοι ήρθαν να προστεθούν στους παλιούς. Στα 1826, αριθμούσε 9.944 άτομα και από κοινότητα αναβαθμίστηκε σε δήμο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κόρινθος

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784 – 1860)

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784 – 1860), κατά κόσμο Θεοχάρης Φαρμακίδης, ήταν Έλληνας διδάσκαλος του Γένους, κορυφαίος νεοέλληνας διαφωτιστής, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, λόγιος κληρικός και πρωτοπόρος εφημεριδογράφος.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης
Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης

Ο Βίος του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης γεννήθηκε στη Νίκαια Λάρισας (τότε Νεμπεγλέρ) στις 15 Ιανουαρίου 1 784. Έλαβε τη βασική μόρφωση στο χωριό του και τη Λάρισα όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1802 λαμβάνοντας το όνομα Θεόκλητος. Στη συνέχεια μετέβη στην  Κωνσταντινούπολη όπου βρισκόταν κάποιος θείος του Μητροπολίτης και φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804 – 1806). Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806 – 1811). Αφού παρέμεινε για ελάχιστο χρονικό διάστημα στο  Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, διορίστηκε τον ίδιο χρόνο εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη (1811 μέχρι το 1817) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση μαθαίνοντας λατινικά, γαλλικά  και  γερμανικά όπου και μετέφρασε τη τετράτομη εγκυκλοπαίδεια του Γιακόμπς.

Μετά τον ιδρυτή Άνθιμο Γαζή από το 1816 έως το 1818 σε συνεργασία μαζί με τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη συνέχισαν την έκδοση του περιοδικού «Λόγιος Ερμής», το οποίο υπήρξε βασικό δημοσιογραφικό όργανο της παράταξης του Αδαμάντιου Κοραή. Το 1817 παραιτήθηκε από τη θέση του εφημέριου στη Βιέννη, λόγω των επιθέσεων που υφίσταται από μέλη της κοινότητας εξαιτίας των κειμένων που δημοσίευε στον «Λόγιο Ερμή». Συμμετείχε ως μέλος στη Φιλική Εταιρεία. Ο ευεργέτης του, φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ, του εξασφάλισε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν στη Γερμανία το 1819.

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης στην Ελλάδα

Με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, τον Μάιο του 1821, μετέβη στην ηπειρωτική Ελλάδα, από εκεί στις Σπέτσες, στη συνέχεια στο στρατόπεδο των Βερβαίνων όπου τελικά και εντάχθηκε στο επιτελείο του πρίγκιπα Δημήτριου Υψηλάντη. Τον Αύγουστο του 1821 βρέθηκε στην Καλαμάτα όπου και εξέδωσε την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος, με τον τίτλο «Ελληνική Σάλπιγξ». Διέκοψε την έκδοσή της εξ αιτίας της διαφωνίας του με τη λογοκρισία που επεχείρησε να επιβάλλει ο Υψηλάντης.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, Έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων (5 Ιουλίου 1823) και δίδαξε δογματική το διάστημα 1823 – 1825 στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυντάκτης της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» της μετέπειτα «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως». Παραιτήθηκε από αυτή τη θέση το 1827 μετά από συγκρούσεις με πολιτικούς.

Ως υποστηρικτής του «Αγγλικού κόμματος» του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου διαφώνησε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, μιας και τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυβερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του Καποδίστρια και για αυτό το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Έπειτα πέρασε στην Ύδρα όπου ενώθηκε με την αντικαποδιστριακή παράταξη. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το 1832, διορίστηκε έφορος του εν Αιγίνη Γενικού και Προκαταρκτικού Σχολείου.

Με την έλευση του ανήλικου Βασιλέα Όθωνα χρησιμοποιήθηκε από τον αντιβασιλέα Μάουρερ ως βασικός σύμβουλός του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Με ενέργειες του Φαρμακίδη στις 23 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1833 εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα για την κήρυξη του αυτοκεφάλου της ελλαδικής εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Βασικό επιχείρημα του ήταν ότι δεν μπορούσε το ελεύθερο ελληνικό κράτος να εξαρτά την εκκλησιαστική του διοίκηση από έναν Πατριάρχη δέσμιο του Τούρκου Σουλτάνου. Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο «ρωσικό κόμμα» (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) επιτέθηκαν εναντίον του ασκώντας του έντονη κριτική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτής της ομάδας υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Υπήρξε στενός φίλος του έτερου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη και μετήλθε πολλών προσπαθειών προκειμένου να τον μετακινήσει από τις ύστερες θεοσοφιστικές πεποιθήσεις του. Κατείχε τη θέση πως η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλή νεοελληνική ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητή από το λαϊκό πλήθος, θέση που του κόστισε νέες κριτικές από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους.

Το 1833 διορίστηκε Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του Βασιλείου της Ελλάδος (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδος) και από το 1837 έως το 1839 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο όμως δεν δίδαξε ποτέ. Αργότερα, μεταξύ 1839 και 1843 διορίστηκε καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή. Από το 1844 και έως το 1860 δίδαξε και πάλι στη Θεολογική Σχολή. Δίδαξε ελάχιστα στο πανεπιστήμιο, λόγω προβλήματος με τον φάρυγγά του.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Υπήρξε πιστός υπερασπιστής των ιδεών του νεοελληνικού διαφωτισμού, που είχε ως βασικό εκφραστή τον Αδαμάντιο Κοραή και ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος δεν αποδέχθηκε την τιμή.

Απεβίωσε σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 1860.

Το συγγραφικό έργο του Θεόκλητου Φαρμακίδη

Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνονται τα εξής:

  • Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου. Αθήναι 1838
  • Ο ψευδώνυμος Γερμανός. Αθήναι 1838
  • Απολογία. Αθήναι 1840
  • Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων. Αθήναι 1842 – 1845
  • Στοιχεία ελληνικής γλώσσης. Αθήναι 1815
  • Χρηστομάθεια ελληνική. Αθήναι
  • Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας. Αθήναι 1852
  • Απολογία Θ. Φαρμακίδου. Αθήναι, 1840

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόκλητος_Φαρμακίδης

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800-1831)

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης (1800 – 22 Οκτωβρίου 1831) ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ήταν Έλληνας  Φιλικός, αγωνιστής του 1821 και ένας από τους δολοφόνους του Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Ο Βίος του Γεώργιου Μαυρομιχάλη

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη και ήταν ο τριτότοκος γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη για μεγάλο διάστημα, καθώς είχε σταλεί εκεί ως όμηρος ως εγγύηση πίστης του πατέρα του προς το Σουλτάνο, όμως λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης δραπέτευσε στη Μάνη. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.

Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με κυριότερη τη μάχη των Δερβενακίων. Το 1822, ταξίδεψε μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό  στη Βερόνα της  Ιταλίας. Το 1825 αιχμαλωτίστηκε στο Νεόκαστρο από τον Ιμπραήμ, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος υποσχόμενος την υποταγή της Μάνης, υπόσχεση την οποία φυσικά δεν τήρησε.

Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον Καποδίστρια για να μεταβεί στο  Ναύπλιο ο θείος του, Κατσής Μαυρομιχάλης, ο οποίος με την άφιξή του εκεί, φυλακίστηκε. Μετά από αυτό το γεγονός, αλλά και επειδή ο Καποδίστριας επιδίωκε να ελέγξει τα προνόμια των προυχόντων, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και όλη η σημαντική οικογένεια των  Μαυρομιχαλαίων τάχτηκε δημόσια εναντίον του, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό αστυνομική επιτήρηση.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με το θείο του Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν, δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, καρφώνοντάς του ένα μακρυμάνικο μαχαίρι στην καρδιά, ενώ ο θείος του πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο πίσω μέρος της κεφαλής του. Έπειτα κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, η οποία τον προστάτεψε από τον κόσμο που τον καταδίωκε, αλλά στη συνέχεια υποχρεώθηκε να τον παραδώσει στις Αρχές για να δικαστεί (ο θείος του, έπεσε νεκρός από τις πιστολιές της προσωπικής φρουράς και μετά διαμελίστηκε και ρίχτηκε στη θάλασσα από το έξαλλο πλήθος).

Καταδικάστηκε για την πράξη του και τουφεκίστηκε στις 9 Οκτωβρίου (22 Οκτωβρίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) στο Ιτς-Καλέ, παρουσία του πατέρα του, Πετρόμπεη, που ήταν εκεί φυλακισμένος από τον Καποδίστρια.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Μαυρομιχάλης