Η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία

Αν η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία έγινε δυνατό να πάρει σάρκα και οστά το τρίτο έτος μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (επί Τιμοσθένους άρχοντος το 478/7π.Χ.), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αυτό οφείλεται στην αφάνταστη τύχη που είχαν οι Αθηναίοι να διαθέτουν έναν στρατηγό με την αρετή και την ευμένεια του Αριστείδη. Η θαυμάσια συμπεριφορά και η άψογη προσωπικότητα του δημιούργησαν τόση εμπιστοσύνη και συμπάθεια, ώστε οι σύμμαχοι, οι αγανακτισμένοι από την τυραννική στάση του Παυσανία, -εκτός από τους πιστούς στη Σπάρτη Πελοποννήσιους- «ώσπερ από μιας ορμής αποκλίναι προς τους Αθηναίους».

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία
Δήλος, η έδρα της Α΄ Αθηναϊκής ή Δηλιακής Συμμαχίας

Φυσικά, βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας υπήρξε η πολιτική του Θεμιστοκλή, που είχε αναδείξει, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διεκδικεί το 478/7π.Χ. την πανελληνία ηγεσία και να προσβλέπουν σ΄ αυτήν οι σύμμαχοι, βέβαιοι πως θα τους εξασφάλιζε την ελευθερία τους από τους Πέρσες, συγχρόνως όμως και την αυτονομία τους, εφόσον ήταν πόλη με αναντίρρητη δημοκρατική αγωγή.

Είναι ελάχιστα τα στοιχεία που δίνουν οι αρχαίες πηγές γι΄ αυτή τη συγκλονιστική επιχείρηση των Αθηναίων: σποραδικές πληροφορίες μόνο, ενώ μένουν αναρίθμητα κενά για βασικά θέματα. Η κύρια αυθεντική πηγή είναι οι φορολογικοί κατάλογοι των συμμαχικών πόλεων, που από το 454π.Χ., όταν μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα το ταμείο της συμμαχίας, συντάσσονταν κάθε χρόνο. Και αυτοί όμως δεν είχαν διατηρηθεί ολόκληροι και, κυρίως, αναφέρονται σε μεταγενέστερο στάδιο της συμμαχίας, όταν ήδη είχαν γίνει μεταβολές και στο πνεύμα και τις λεπτομέρειες της λειτουργίας της.

Οι Αθηναίοι απότερο σκοπό είχαν τη δημιουργία μιας συμμαχίας αντίστοιχης της Πελοποννησιακής συμμαχίας που είχαν δημιουργήσει οι Σπαρτιάτες στην Πελοπόννησο. Η δημιουργία μιας συμμαχίας που θα εξασφάλιζε πλήθος νέους ορίζοντες για την Αθήνα -αξιοποίηση του στόλου της και προϋποθέσεις για κυριαρχία της στο ελληνικό εμπόριο- πρέπει να ανήκε στους πολιτικούς οραματισμούς του Θεμιστοκλή και ήταν συνέπεια του ναυτικού του προγράμματος. Δίκαια έχουν υποστηρίξει ιστορικοί ότι η συμμαχία ήταν «το πνευματικό του τέκνο». Αν όλα προχωρούσαν ευνοϊκά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα ήταν εξασφαλισμένη για την Αθήνα η πρώτη θέση στην Ελλάδα και στον μικρασιατικό ελληνισμό, ενώ θα ανοίγονταν προοπτικές επέκτασης προς τη Δύση οπότε η Αθήνα θα έβρισκε εκεί νέες αγορές και θα δυνάμωνε την επιρροή της, όπως είχε υπολογίσει ο Θεμιστοκλής, σύμφωνα με τον Πλούταρχο.

Η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία είχε ως σκοπό να πάρουν εκδίκηση οι Έλληνες για όσα έπαθαν από τους βαρβάρους, λεηλατώντας τη χώρα του Πέρση βασιλιά. Ύστερα, συμφωνήθηκε να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους φίλους και εχθρούς και έδωσαν τον απαραίτητο όρκο: Έριξαν πυρακτωμένους «μύδρους» από σίδερο στη θάλασσα, πράξη που συμβόλιζε ότι η συμφωνία που έγινε θα λυνόταν, όταν μόνο αν ανέβαινε το σίδερο ξανά στην επιφάνεια. Επομένως, η διάρκεια της θα ήταν απεριόριστη. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ένα πολύ βασικό σημείο για την εξέλιξη της, γιατί στον πρώτο ενθουσιασμό οι σύμμαχοι, όταν ο περσικός κίνδυνος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους, δέχθηκαν να αναλάβουν σοβαρές υποχρεώσεις, που αργότερα, όταν τα πράγματα ηρέμησαν, δεν επιθυμούσαν πια να τις εκτελούν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν με γάλα προβλήματα και, τελικά, συγκρούσεις.

Όταν καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμάχων, αποφασίσθηκε τη διοίκηση του συμμαχικού ναυτικού να αναλάβει η Αθήνα. Κάθε πόλη θα κατέβαλε «φόρο», δηλαδή εισφορά. Έχει συζητηθεί πολύ αν ο πρώτος φόρος ορίστηκε στα 460 τάλαντα το χρόνο. Παρ΄ όλες τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αρχικά κανένα στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε, ώστε να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον προσδιορισμό αυτού του ποσού, όπως το βεβαιώνει, χωρίς καμιά αμφιβολία ο Θουκυδίδης. Αποφασίστηκε αυτό το ποσό να το ορίσει ο Αριστείδης. Τότε αποφασίστηκε πόσα πλοία θα προσέφερε κάθε πόλη.

Αφού τελείωσε η σύνοδος στη Δήλο, ο Αριστείδης είχε να επιτελέσει το δύσκολο έργο του καθορισμού του ποσού του «φόρου» για κάθε πόλη. Το ποσό των 460 ταλάντων αντιστοιχούσε στις πολεμικές δαπάνες της συμμαχίας. Καταμερίστηκε στις πόλεις ανάλογα με βάση την έκταση και την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Οι πόλεις που ορίστηκε να παραδίδουν πολεμικά πλοία, έδιναν τόσα όσα αντιστοιχούσαν στο φόρο που τους αναλογούσε. Ο Αριστείδης για να εξακριβώσει το «φόρο» που έπρεπε να καταβάλει κάθε πόλη έκανε αρκετά ταξίδια για επιτόπιες έρευνες. Σε αυτή την εργασία, που τελείωσε μέσα στο 477π.Χ., ο Αριστείδης οφείλει το προσωνύμιο «Δίκαιος».

Κέντρο της συμμαχίας αποφασίστηκε να είναι η Δήλος. Εκεί στο ναό του Απόλλωνα, θα γίνονταν οι «σύνοδοι» και θα φυλασσόταν το ταμείο της συμμαχίας υπό την προστασία του θεού. Η είσπραξη του συμμαχικού φόρου ανατέθηκε στους «Ελληνοταμίες», που θα ήταν Αθηναίοι και θα τους εξέλεγε η πόλη τους. Επειδή ο σκοπός της συμμαχίας ήταν ο αμυντικός ή ο επιθετικός πόλεμος εναντίον των Περσών, μέλη τις διάφορες ελληνικές πόλεις και απώτερη επιδίωξη να αντιπροσωπεύεται σε αυτήν ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο τίτλος «Ελληνοταμίες» έχει πανελλήνιο χαρακτήρα και αντιστοιχεί στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου επίσης αντιπροσωπεύονταν όλοι οι Έλληνες.

Μέλη της συμμαχίας, εκτός από την Αθήνα, ήταν οι: Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη, Θάσος, Νάξος, οι οποίες έδιναν πλοία. Πόλεις όπως οι: Άργιλος, Στάγιρος, Άκανθος, Σκώλος, Όλυνθος και Σπάρτωλος πλήρωναν αρχικά φόρο. Εκτός από τις πόλεις της Ιωνίας και της αιολικές πόλεις, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, πόλεις στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης, πόλεις της Προποντίδας και άλλες, αργότερα και οι δωρικές αποικίες της Μικράς Ασίας έγιναν μέλη. 

Τον καιρό της ακμής της η συμμαχία κυριαρχούσε απόλυτα στο Αιγαίο, από τα μικρασιατικά παράλια ως την Εύβοια, και από τη χερσόνησο της Χαλκιδικής ως τη Ρόδο. Το 425π.Χ. είναι γνωστό ότι τα μέλη ήταν περίπου 400. Είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσα μέλη ήταν στην αρχή. Υπάρχει ακόμα άγνοια για το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στις «συνόδους» και το αν πήγαιναν από την αρχή  οι εκπρόσωποι των μελών και στην Αθήνα για συζητήσεις.

Από την πρώτη στιγμή ένα πράγμα είναι φανερό, πως η αρχική οργάνωση έδινε όλη την ευχέρεια να μεταβληθεί η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία σε αττική ηγεμονία. Η πανίσχυρη θέση της Αθήνας, όπως και η αόριστη διάρκεια της συμμαχίας στάθηκαν τα δύο σημεία που προδίκασαν τη μεγάλη εξέλιξη, αλλά και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισε αργότερα ο σπουδαίος αυτός συμμαχικός οργανισμός.  

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη

Ο Αλκιβιάδης (450 π.Χ.-405 π.Χ.)

Το 450 π.Χ. γεννιέται στην Αθήνα της μεγαλύτερης ακμής ο Αλκιβιάδης. Στα σαράντα πέντε χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, διασταύρωσε τα βήματα του με τη δόξα, την προδοσία, τον θρίαμβο, την ήττα, το κυνηγητό και τη λαμπρότητα τόσο πολλές φορές και με τόσο ακραίες εναλλαγές, που προκαλεί ίλιγγο ακόμα και σήμερα στο μελετητή της προσωπικότητας του. Ήταν η πιο φιλόδοξη, η πιο συναρπαστική και πολυσυζητημένη προσωπικότητα της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αλκιβιάδης
Ο Αλκιβιάδης

Ο στρατηγός Αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Πατέρας του ήταν ο Κλεινίας και μητέρα του η Δεινομάχη. Ο Αλκιβιάδης ήταν ανηψιός του Περικλή, στο σπίτι του οποίου ανατράφηκε, έζησε από μικρό παιδί μέσα στην πολυτέλεια, τη δόξα, τον πλούτο και τα κέντρα εξουσίας. Ήταν άνθρωπος εκπληκτικής ομορφιάς και χαρακτήρας απίστευτα παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Δεν υπολόγιζε ποτέ κανέναν, έκανε πράγματα ανήκουστα για την εποχή του, τόσο στα προσωπικά όσο και στην πολιτική και στρατιωτική του δραστηριότητα, όμως κατηύθυνε τον αθηναϊκό δήμο όπως ο κύριος το σκυλάκι του.

Μετά το θάνατο Περικλή το 431 π.Χ., ο Αλκιβιάδης εκλέγεται στρατηγός της Αθήνας. Είναι υπέρμαχος της συνέχειας του Πελοποννησιακού πολέμου κατά της Σπάρτης και οπαδός της παγκόσμιας, για τα δεδομένα της εποχής, κυριαρχίας της πόλης του. Διαφωνεί με την πρώτη ειρήνη που επιβάλλει η Αθήνα και μετά τη νίκη της στη Σφακτηρία και πείθει τους Αθηναίους να του εμπιστευτούν την εκστρατεία κατά της Σικελίας. Ενώ είχε ξεκινήσει επικεφαλής της μεγαλύτερης αρμάδας που είχε συγκεντρώσει ποτέ ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, τον καλούν πίσω για να απολογηθεί για την κατηγορία ότι είχε σπάσει τις Ερμές, ιερές πύλες που υπήρχαν στην πόλη.

Ο Αλκιβιάδης, έξαλλος, αφήνει την αρμάδα, αλλά δε γυρίζει στην Αθήνα. Πηγαίνει στον μεγαλύτερο εχθρό της, την Σπάρτη. Αυτοί τον υποδέχονται θερμά. Ο Αλκιβιάδης τους δίνει συμβουλές κατά της πατρίδας του. Φοβερότερη είναι η συμβουλή του να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια, για να κόψουν την Αττική στα δύο και να αποκλείσουν τα ορυχεία του Λαυρίου. Το χτύπημα για τους Αθηναίους είναι φοβερό.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, κάνει παιδί με τη βασίλισσα της Σπάρτης, Τιμαία, ενώ ο βασιλιάς Άγις απουσιάζει σε εκστρατεία. Το σκάνδαλο τον διώχνει από τη Σπάρτη και, μη έχοντας που αλλού να πάει, καταφεύγει στην αυλή του Πέρση σατράπη, Τισσαφέρνη. Εκεί γίνεται στρατηγός εναντίον των Αθηναίων και Σπαρτιατών. Με τον περσικό στόλο νικά τους Λακεδαιμόνιους, παίρνει τα περσικά και τα σπαρτιατικά λάφυρα και ξαναγυρίζει θριαμβευτής στην Αθήνα. Ο λαός, αυτός που μέχρι πριν λίγο τον θεωρούσε προδότη, τον υποδέχεται σαν ήρωα. Λίγο αργότερα όμως, οι πράξεις του τον οδηγούν σε νέα εξορία.

Πηγαίνει στη Θράκη και απομονώνεται. Όταν βλέπει ελλιμενισμένο τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, συμβουλεύει τους ναυάρχους να πάνε το στόλο σε πιο ασφαλές μέρος. Οι στρατηγοί, με πρώτο τον Τυδέα, τον διώχνουν λέγοντας του ότι δε δέχονται συμβουλές από προδότες. Ο Σπαρτιάτης Άγις καταστρέφει τον αθηναϊκό στόλο. Οι Αθηναίοι υποψιάζονται τον Αλκιβιάδη ως υπεύθυνο για την ήττα τους.

Πλέον ο Αλκιβιάδης έχει εχθρούς τους πάντες, Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Πέρσες. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να βρει μέρος να προφυλαχθεί. Πηγαίνει στη Φρυγία, ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, τρομαγμένος στην ιδέα και μόνο να έρθει στην αυλή του ένας τέτοιος δαιμόνιος τύπος, διατάζει να τον σκοτώσουν. Δολοφονείται το 405 π.Χ. από άγνωστους δράστες. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά αν ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες ή Πέρσες.

Η προσωπική ζωή του Αλκιβιάδη

Ο Αλκιβιάδης ήταν όμορφος εξωτερικά, αλλά εσωτερικά ήταν βίαιος, εγωκεντρικός και ματαιόδοξος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 416 π.Χ. κέρδισε τρία πρώτα βραβεία στις αρματοδρομίες και έγινε ο πιο διάσημος άνθρωπος της Ελλάδας. Οι γιορτές του και η απροκάλυπτη πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε μόνο με αυτές των Περσών μπορούν να συγκριθούν. Όταν πήγε στη Σπάρτη, όμως, τους εξέπληξε όλους με την αντοχή του. Ξύρισε το κεφάλι του, έκανε μπάνιο στον Ευρώτα, κοιμόταν στο πάτωμα και έτρωγε μέλανα ζωμό. Όταν πήγε στους Πέρσες, ζούσε με τη μεγαλύτερη πολυτέλεια και χλιδή.

Στην γενέτειρα του, την Αθήνα έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Χαστούκισε το δάσκαλο του, κατέστρεψε το κατηγορητήριο ενός προστατευομένου του, έβαλε στοίχημα ότι θα δείρει στην Αγορά τον πιο πλούσιο και σεβάσμιο άνθρωπο της πόλης, τον Ιππόνικο, το οποίο όχι μόνο έκανε, αλλά αργότερα παντρεύτηκε την κόρη του, Ιππαρέτη. Οι απιστίες του όμως ανάγκασαν την σύζυγο του να φύγει από το σπίτι. όταν η Ιππαρέτη πήγε στο δικαστήριο για να ζητήσει διαζύγιο, μπήκε μέσα, τη σήκωσε στα χέρια και την κουβάλησε βίαια στο σπίτι. Αρνιόταν να χάσει την περιουσία της. Στην Άβυδο παντρεύτηκε μια θεία του, στη Σπάρτη, όπως αναφέραμε παραπάνω, έκανε παιδί με τη βασίλισσα.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, ερωτικά ελκόταν και από άνδρες. Ένας εραστής του, ο Άνυτος διοργάνωσε δείπνο και τον κάλεσε. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε. Κάποια στιγμή όμως, εισέβαλε μεθυσμένος μέσα στο σπίτι του Άνυτου και απαίτησε να του δώσει τα μισά αργυρά και χρυσά σκεύη του σπιτιού. Τα πήρε και έφυγε, ενώ ο Άνυτος τον επαινούσε λέγοντας στους καλεσμένους του ότι πήρε μόνο τα μισά, ενώ μπορούσε να τα πάρει όλα.

Ο μόνος που μπορούσε να τον δαμάσει ήταν ο Σωκράτης. Η σχέση τους ήταν πνευματική και πλατωνική. Ο όμορφος, πλούσιος και ένδοξος Αλκιβιάδης παρακαλούσε το γέρο, φτωχό και ρακένδυτο Σωκράτη να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως τον απέρριπτε συστηματικά. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να συγκρατήσει το νεαρό, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τον κατευθύνει σε κάποιες στιγμές περίσκεψης, που τελικα τον οδηγούσαν σε μεγαλύτερες εκρήξεις.

Όταν έγινε Ολυμπιονίκης, αφού πήρε μέρος στην πομπή της πόλης, έκανε και μία δική του, ιδιωτική, χρησιμοποιώντας τα χρυσά αγγεία του ιερού της Ολυμπία, αλλά κανείς δεν του είπε τίποτα. ήθελε να είναι πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων. Μια φορά έδωσε ένα υπέρογκο ποσό για να αγοράσει ένα σκύλο και όλη η πόλη συζητούσε αυτή την απερισκεψία. Όταν έπαψε, όμως, να αποτελεί θέμα συζήτησης, έκοψε την ουρά του σκύλου, για να υπάρξει δεύτερος γύρος συζητήσεων.

Αυτός ήταν ο Αλκιβιάδης. Ακραίος, βίαιος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, παρορμητικός, επιβλητικός, καιροσκόπος, προδότης.

Πηγή: Θουκυδίδου Ιστορίαι εκδ.ΚΑΚΤΟΣ

Πηγή: Μια σταγόνα Ιστορία, Δ. Καμπουράκης, εκδ. Πατάκη