Η Οσία Κασσιανή

Η Οσία Κασσιανή (ή Κασσία ή Ικασία ή Εικασία) η Υμνογράφος γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829 -842 μ.Χ.).

Η Οσία Κασσιανή

Η Κασσιανή και ο Θεόφιλος

Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:

Εκ γυναικός τα χείρω.
– Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.

Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.

Η μοναχή Κασσιανή

Η Οσία Κασσιανή το 843 μ.Χ. ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργειά της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα μ.Χ., με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της.

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το γνωστό τροπάριο της, που ψάλλεται στις Εκκλησίες το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι’ αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Οσία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο, όπου τελείωσε η επίγεια ζωή της. Μετά το θάνατό της, τοποθέτησαν το σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα και την έβαλαν σε παρεκκλήσιο, που ήταν αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται σήμερα η λάρνακα και το βυζαντινό ψηφιδωτό του 9ου αιώνα μ.Χ. Επίσης στο εκκλησάκι υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με σημείο του σταυρού και χρονολογία 890 μ.Χ. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάλι από την Κάσσο, τα οστά της Οσίας έχουν μεταφερθεί στην Ικαρία.

Παρόλο που την μνήμη της δεν την αναφέρει κανένας Συναξαριστής, οι Κάσιοι, από τη συγγένεια του ονόματός της με το νησί τους, καθιέρωσαν τη μνήμη αυτής την 7η Σεπτεμβρίου και ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος φιλοπόνησε και ειδική Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1889 μ.Χ. στο τυπογραφείο της «Μεταρρυθμίσεως». Το παράδοξο όμως είναι, ότι η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που ο ίδιος στην συνέχεια την έδωσε για εκτύπωση στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό (την 1η Σεπτεμβρίου 1889 μ.Χ.) και έτσι, επισημοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο η Αγιοκατάταξη της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως το ποθούσαν οι κάτοικοι της Κάσου.

Η παρουσία της Κασσιανής έχει επισκιάσει τους υμνογράφους και μελωδούς της εποχής της, διότι αποτελεί την πλέον επιφανή γυναίκα μελωδό (έγραφε και τους ύμνους και τη μελωδία) στην ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Έχοντας ιδιαίτερο ταλέντο, ευφυΐα, ευαισθησία και εκφραστικό πλούτο διακρίθηκε στον τομέα της μελουργίας (σ’ αυτό τη βοήθησε η μεγάλη μόρφωση, που η ευγενής καταγωγή της, της επέτρεψε να έχει). Γι’ αυτό και το έργο της είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο, και συγκινεί ιδιαίτερα τον ορθόδοξο κόσμο.

Στην Κασσιανή αποδίδονται γύρω στα 45 έργα, από τα οποία τα 23 τουλάχιστον είναι χωρίς αμφιβολία δικά της, ενώ τα υπόλοιπα είναι αγνώστου προελεύσεως. Έχει επίσης μελοποιήσει κείμενα διαφόρων υμνογράφων. Από τα πιο γνωστά τροπάρια είναι το περίφημο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή» , σε ήχο πλ. δ΄, που ψάλλεται στους ναούς το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, καθώς και οι ειρμοί από την Α΄Ε΄ ωδή του Κανόνος του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης». Το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελείται από στιχηρά για εορταζομένους Αγίους. Στην ίδια αποδίδεται και ο τετραώδιος κανόνας: «Ἄφρων γηραλέε» , όπως και πολλά δοξαστικά, μεταξύ των οποίων και ένα περίφημο δοξαστικό των Χριστουγέννων, το «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», σέ ήχο β΄. Κατά τον βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ «η Κασσιανή ήταν μια εξαίρετη μορφή και το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης, αναφερόμενος στο έργο της, έγραψε ότι «το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Αρκετοί πιστοί πιστεύουν (λανθασμένα) ότι η Κασσιανή ήταν αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα, και μιλώντας η Κασσιανή για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για τον εαυτό της. Όπως όμως διαβάζουμε στον βίο της, από πουθενά δεν φαίνεται αυτό. Η Κασσιανή ήταν μία οσία μοναχή του Βυζαντίου, προικισμένη με καταπληκτικό ποιητικό ταλέντο. Αντί για τη βασιλική αλουργίδα προτίμησε το ταπεινό σχήμα της μοναχής και έγραψε πολλούς ύμνους.

Ποιά λοιπόν είναι η πόρνη γυναίκα, για την οποία μιλάνε όλα τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Στην ερώτηση αυτή, αρκετοί απαντούν (λανθασμένα) ότι αφού δεν είναι η Οσία Κασσιανή, τότε η αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα θα πρέπει να είναι η Μαρία η Μαγδαληνή! Η αλήθεια όμως είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν υπήρξε διεφθαρμένη και πόρνη ποτέ. Ήταν μια ύπαρξη, που έπασχε, και την θεράπευσε ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Λουκάς λέγει χαρακτηριστικά για τη Μαρία τη Μαγδαληνή: «Ακολουθούσαν τον Ιησού οι δώδεκα μαθηταί και γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, απ’ την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια» (Λουκ. 8, 2). Η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν λοιπόν δαιμονισμένη και ο Χριστός της έβγαλε τα δαιμόνια, όπως έβγαλε και τα δαιμόνια τόσων άλλων ανθρώπων.

Και τότε ποια είναι η πόρνη, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, η πόρνη, για την οποία μιλάνε τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Η αμαρτωλή και διεφθαρμένη πόρνη, αυτή που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, μας είναι άγνωστη, είναι ανώνυμη. Ακούσατε σε κανένα τροπάριο το όνομα της πόρνης; Διαβάσατε στον Ευαγγελιστής Λουκά, που περιγράφει τη σχετική σκηνή, να αναφέρει πουθενά το όνομα της; Όχι! Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Απόστολοι, ενώ δεν έκρυβαν τις δικές τους ατέλειες και πτώσεις, όταν μιλάνε για μεγάλους αμαρτωλούς που μετανοούν, δεν αναφέρουν το όνομά τους. Δεν θέλουν να τους διαπομπεύσουν.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Πηγή: http://www.saint.gr

Ο Θεόφιλος, ο δικός μας ζωγράφος

Όταν στην Γαλλία, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης μεσουρανούσαν ο Πικάσο και άλλοι, στην Ελλάδα έζησε ταπεινά στο περιθώριο της ζωής και ζωγράφισε, ο λαϊκός δικός μας Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος, ο ζωγράφος
Ο Παύλος Μελάς, Θεόφιλος

Ο Βίος του Θεόφιλου

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε  στα 1867 στη Βαρεία της Μυτιλήνης.  Ήταν το πρώτο παιδί από τα 8 συνολικά της οικογένειας του (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Χατζημιχάλης και η Πηνελόπη Ζωγράφου. Ο Θεόφιλος σαν παιδί είχε ιδιαίτερα αδύναμη κράση και ένα «μέγα κουσούρι», όπως το θεωρούσαν τότε: Ήταν αριστερόχειρας.  Όλοι τον έλεγαν «ζερβοκουτάλα» και μισακάτη. Γονείς και δάσκαλοι προσπαθούσαν κάθε μέρα και βίαια να τον κάνουν δεξιόχειρα. Τον  τυραννούσαν, να του αλλάξουν τη φύση του δηλαδή. Έτσι  ο Θεόφιλος κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν  έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Κατέβαινε στο υπόγειο του σπιτιού του που το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη και ζωγράφιζε συνεχώς, ατελείωτες ώρες. Εκεί κλειδωμένος τραγουδούσε τα κλέφτικα τραγούδια.  Τραγουδούσε μόνο εκεί  για να μην τον ακούνε γιατί όταν ήταν νήπιο πέρασε μιαν αρρώστια που τον έκανε να τραυλίζει. Αυτό αγωνιζόταν συνεχώς να το κατανικήσει αλλά η προφορά του δεν ήταν ποτέ καθαρή. Δεν ήθελε να τον ακούσει ο κόσμος να τραγουδάει γιατί θα τον γιουχάριζε για τη δυσκολία της φωνής του.

Ο Θεόφιλος ήταν μικρός, καχεκτικός, βιασμένος από όλους και αποτραβηγμένος από όλους. Όμως, αυτός αγάπησε την λεβεντιά! Και σύμβολο της η φουστανέλα που σε όλη την ζωή του δεν την αποχωρίστηκε από πάνω του για να εκδυτικιστεί με τα κουστούμια της εποχής που έτρεξαν να φορέσουν όλοι στην Ελλάδα, ίσως για να κρύψουν τον Έλληνα με τα τσαρούχια και την κακομοιριά  που ένοιωθαν  σε αυτόν μέσα από τόσα χρόνια σκλαβιάς, που τους έκανε μάλλον να  ντρέπονται.   

Στο σχολείο γέμιζε τα τετράδια του με ζωγραφιές: Καΐκια και γοργόνες. Στην Τρίτη δημοτικού σταματά το σχολείο. Ο πατέρας του τον στέλνει στο παπουτσάδικο του νησιού για να γίνει τσαγκάρης αλλά ο Θεόφιλος το έσκαγε συνέχεια και πήγαινε τρεχάτος στον παππού του τον Κωνσταντή που ήταν αγιογράφος. Ο παππούς του έκανε αληθινά θαύματα μπροστά στα μάτια του. Έπαιρνε απλά ξύλα και σανίδια και  τα μετέτρεπε σε αγίους. Ο παππούς του τον λάτρευε. Τον κάθιζε στα πόδια του, τον αγκάλιαζε και του έδειχνε τη ζωγραφική του, του έλεγε ιστορίες: για τους βίους των αγίων, τους ήρωες του 1821, τον Μέγα Αλέξανδρο. Αυτοί οι ήρωες θα αποτυπωθούν στο έργο του Θεόφιλου.

Στο σπίτι η μάνα του τον παρακαλά, αφού τσαγκάρης δεν γινόταν, να δουλέψει σαν βοηθός κτίστη δίπλα στον θείο του. Πήγε. Μια μέρα όμως, ο Θεόφιλος ζωγραφίζει πάνω σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο μια γοργόνα που όταν την είδε ο θείος του έγινε έξαλλος και την έσβησε αμέσως. Στην Μυτιλήνη, ο κόσμος τον κορόιδευε για την φουστανέλα, τον χλεύαζαν και έφθασαν ακόμα και να τον χτυπούν. Ο Θεόφιλος φεύγει. Το σκάει από το σπίτι του με πονεμένη ψυχή από την απάνθρωπη συμπεριφορά των συγχωριανών του. Ήταν 16 χρονών. Πηγαίνει στη Σμύρνη. Εκεί έκανε θελήματα στο ελληνικό προξενείο όπου δούλευε σαν θυρωρός. Παράλληλα ζωγράφιζε και κέρδιζε και από εκεί κάποια χρήματα. Πάντα με θέματα από την ελληνική ιστορία.  Εκεί, στη Σμύρνη, κάποιοι τον κατηγόρησαν στους Τούρκους για αυτά, όταν ζωγράφιζε στο σπίτι του Δρουσάκη. Ο Δρουσάκης για να σώσει την κατάσταση, λέει πως ο Θεόφιλος είναι ένας τρελός και δεν αξίζει σημασίας. Ο Τούρκος αξιωματούχος τότε είπε: «Αν τούτος είναι τρελός, ντροπή σε εμάς τους γνωστικούς».

Μετά τη Σμύρνη, ο Θεόφιλος πηγαίνει στη Μακρινίτσα στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη ζώνη της φουστανέλας του, εκεί που έμπαιναν τα ντουφέκια, αυτός ζώνεται με πινέλα και χρώματα που τα έφτιαχνε ο ίδιος από τρίχες αλόγου και για τα χρώματα κοπανούσε λουλούδια και χορτάρια που έβρισκε άφθονα στην φύση μαζί με κρεμμύδια και φλούδες ροδιού. Μετά τα ανακάτευε με τις μπογιές των μπογιατζήδων. Για να δέσουν όλα, κάποιες φορές πρόσθετε γάλα συκιάς ή αυγό.

Σε αυτά τα μέρη ζωγραφίζει τοίχους σε μικρά μαγαζιά, σε βαρέλια, στις ταβέρνες και όπου βρει. Στα θέματα του προστίθενται πουλιά, δέντρα και λουλούδια. Θέματα καθημερινής ζωής, θρησκευτικά, ιστορικά και της παράδοσης μας. Ο Θεόφιλος έτσι κατάφερνε να επιβιώνει. Λίγα χρήματα ίσως, ένα πιάτο φαγητό και κρεμμύδια που ήταν η αδυναμία του. Συχνά έλεγε πως δεν πουλάει τα έργα του αλλά τα χαρίζει. Και δεν είχε άδικο. Μα, με τη ζωγραφική του δεν μπορούσε να ζήσει. Έτσι έκανε τον χαμάλη, ασβέστωνε τοίχους, ξεχορτάριαζε, κουβαλούσε νερό, και ότι άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε.

Σαν άνθρωπος ο Θεόφιλος χαρακτηριζόταν από πραότητα, απλότητα, μοναχικότητα, πόθο να εκφραστεί μέσα από τη ζωγραφική, και κάπου –  κάπου, παίζει τη φυσαρμόνικα του. Και ενώ ο ίδιος δεν έκανε κακό σε κανέναν, το ταπεινό ύφος της ζωής του, προκαλούσε τους ανθρώπους που ζούσαν στον αντίποδα και έψαχναν ευκαιρία να τον κοροϊδεύουν. Η καζούρα εναντίον του από μεγάλους και μικρούς αποτελούσε  την  καθημερινότητα της ζωής του. Οι μικροί όμως κάπως δικαιολογούνται κατά τον Θεόφιλο που αγαπούσε τα παιδιά. Ο Θεόφιλος έγραφε δικά του έργα με κυρίαρχο ήρωα τον Μ. Αλέξανδρο και οργάνωνε τα πιτσιρίκια να παίξουν θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος έφτιαχνε τα σκηνικά (υποτυπώδη βέβαια) και τα κουστούμια (για πανοπλίες διαμόρφωνε χαρτόκουτα). 

Το 1912 γνωρίζει σε ένα πανηγύρι τον Γιάννη Κοντό με την γυναίκα του Ασπασία όπου τον φιλοξένησαν σπίτι τους. Ο Κοντός ήταν μυλωνάς και γαιοκτήμονας. Του φέρθηκαν τόσο ανθρωπινά και αυτός τους ζωγράφισε τα ωραιότερα του έργα στους τοίχους του αρχοντικού τους. Έλεγε ο Κοντός για τον Θεόφιλο: «Αυτός παιδί μου ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια». Το όνομα του Θεόφιλου αργά και σταθερά γινόταν γνωστό και τον καλούσαν από τόπο σε τόπο για να ζωγραφίσει τοίχους σπιτιών και μαγαζιών. Ένα από τα ωραία περιστατικά είναι με έναν μαγαζάτορα που ήθελε να του ζωγραφίσει 2 λιοντάρια. Ο Θεόφιλος τον ρωτά «Και πώς τα θες; Δεμένα ή λυτά;» Ο μαγαζάτορας κοντοστέκεται και του λέει «Και ποια είναι η διαφορά;» Ο Θεόφιλος αποκρίνεται «Τα δεμένα κοστίζουν 10 φασολάδες και τα λυτά μια φασολάδα». Ο Θεόφιλος με αυτή τη διαφορά εννοούσε αν ήθελε να τα φτιάξει με καλά χρώματα ή με μπογιές που με την πρώτη βροχή χαλάνε. Ο μαγαζάτορας βέβαια απάντησε λυτά. Και επειδή ξεκινούσαν και οι βροχές, στη πρώτη βροχή τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν. Ο μαγαζάτορας γίνεται έξαλλος!  Ο Θεόφιλος ήρεμος του απαντά «Άνθρωπε μου, τι φωνάζεις; Λυτά δεν τα ήθελες τα λιοντάρια; Ε! Τι περίμενες; Να μείνουν πάντα εδώ; Αφού ήταν λυτά, έφυγαν»!!

Η ωραία περίοδος του Θεόφιλου ήταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή που ήρθαν οι πρόσφυγες Έλληνες από την ανατολή με τον πόνο και τον θρήνο στις καρδιές τους αλλά και το μεράκι τους που προσπαθούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Στη τέχνη τους προτιμούσαν την διακόσμηση και τα καθαρά χρώματα. Ο Θεόφιλος είχε αυτή τη ζωγραφική που ζητούσαν και επίσης και την εμπειρία να ζει στην Σμύρνη και να γνωρίζει τον πολιτισμό  ους. Πληρώνεται καλύτερα και τρώει και καλύτερα από τις εξαιρετικές συνταγές των προσφύγων. Όταν το 1930 οι παράγκες των προσφύγων πιάνουν φωτιά, χάνεται και η  ομορφιά στα έργα του Θεόφιλου, παρόλο που τότε αυτός δεν ζούσε μαζί τους.

Το 1927, ανεβασμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού. Κάποιος Βολιώτης για να διασκεδάσει με τους παραβρισκόμενους, τραβάει τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάζεται στο χώμα. Ματώνει το κεφάλι του και το χέρι του. Σπαράζει στους πόνους ενώ οι άλλοι χαχάνιζαν από το θέαμα. Σηκώνεται και απομακρύνθηκε αργά – αργά. Έτσι, έφυγε. Μαζεύει τα πράγματα του, όλα και όλα μέσα σε 3 μπαουλάκια και φεύγει το 1927 για την πατρίδα του την Μυτιλήνη. Μετά από 30 χρόνια.

Στο χωριό του οι συγγενείς του δεν τον εκτιμούν γιατί είχε την αμαρτία να γυρίσει όπως έφυγε. Δεν είχε γίνει σπουδαίος παρά ένας φτωχός μπογιατζής, όπως όλοι τον αποκαλούσαν.  Όμως υπήρχε η μάνα του. Ένας άνθρωπος που θα νοιαζόταν για την υγεία του, αλλά και τα αδέλφια του. Τα αδέλφια του είχαν βολευτεί με τα πρακτικά επαγγέλματα. Ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης ήταν επιπλοποιοί. Ο Μιχάλης εργολάβος. Οι αδελφές του Σοφία και Αθανασία είχαν παντρευτεί και η Ελπίδα είχε πεθάνει νέα. Αρχικά τον μαζεύει ο Σωτήρης.  Έπειτα θα μείνει με την οικογένεια της Σοφίας και τη μάνα τους. Στην Μυτιλήνη ζωγράφιζε καθημερινά σπίτια και μαγαζιά για ένα πιάτο φαγητό.  Όλο το νησί γέμισε με τις ζωγραφιές του. Στο τέλος της ζωής του, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Ένα στρώμα κατάχαμα, ένα ντουλάπι, δυο κασέλες, μια μικρή αυλή που φύτευε τα μπαξεβανικά του και δυο αμυγδαλιές. Παρέα του είχε την Μαρουλιώ, την γάτα του που υπερλάτρευε.

Ο Θεόφιλος πεθαίνει στις 24 Μαρτίου του 1934. Πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Η αδελφή του στις αναμνήσεις της περιγράφει «Ο μακαρίτης ήταν έξυπνος και γνωστικός και ας τον έλεγαν «παλαβό» και «αχμάκη». Οι κοιλαράδες που δεν τον ξέρανε και στερνά τον εμπορευτήκανε κιόλας».

Ένα χρόνο μετά, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου ως δείγμα της δουλειάς ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου της Ελλάδας. Πώς έγινε αυτό; Το 1928, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος βρισκόταν στον Βόλο. Είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου σε ένα μανάβικο. Τις φωτογράφισε και στο Παρίσι πια όπου έμενε, τις έδειξε στον (εκ καταγωγής Μυτιληνιό) Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριέν) – άνθρωπο που εξελίχθηκε σε μέγα κριτικό τέχνης. Ο Ελευθεριάδης ένα χρόνο μετά πηγαίνει στην Μυτιλήνη και αγοράζει μερικά έργα του Θεόφιλου. Από εδώ και πέρα, ο Τεριέν αναλαμβάνει την προώθηση του Θεόφιλου αλλά ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει για να δει την εξέλιξη. Ο Κώστας Ουράνης (ποιητής, δημοσιογράφος, πεζογράφος) γράφει «Αλλά ο Θεόφιλος δεν είναι πια σήμερα στη ζωή για να χαρεί την άξαφνη αυτή δόξα ή για να εκπλαγεί από αυτήν».

Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει

Η ζωγραφική του Θεόφιλου χωρίζεται σε 4 περιόδους. Η πρώτη όταν ήταν στη Σμύρνη από όπου δεν υπάρχουν έργα του. Η δεύτερη από το Πήλιο και Βόλο, η Τρίτη από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη ως τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη και η τέταρτη (1929-1934) όταν ήταν στη δούλεψη του Τεριέν (Teriant) μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε είχε μόνιμο εργοδότη και ζωγράφιζε σε πανί αρκετούς πίνακες που σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Μυτιλήνης.

Η ζωγραφική του δεν έχει την κλασική προοπτική, δεν έχει βάθος. Ούτε διαβάθμιση χρωματικών τόνων. Ότι στο έργο του φαίνεται μακρινό είναι χρωματισμένο όπως και ότι βρίσκεται κοντά. Το βάθος επιτυγχάνεται μόνο με το να ζωγραφίζει τα αντικείμενα μικρότερα. Το έργο του είναι επίπεδο όπως πχ του Ματίς ή της βυζαντινής τέχνης. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις ξεχωρίζει το κεντρικό πρόσωπο με 2 τρόπους: Τον τοποθετεί στη μέση του έργου και τον μεγεθύνει. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι στη τέχνη τους. Ακολουθεί μάλιστα (τυχαία και όχι επίτηδες) και την αντίληψη των αρχαίων Αιγυπτίων (ως ένα σημείο) που πίστευαν ότι όλα έπρεπε να φαίνονται για να υπάρχουν.  Γι αυτό τα τοποθετούσε στη σειρά όλα. Παρατηρώντας τις μορφές των ανθρώπων του, βλέπουμε πως έχουν δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι που όσο προχωρεί προς το σώμα, τα χέρια μικραίνουν και καταλήγει στα πόδια που μικραίνουν ακόμα περισσότερο. Τα γυναικεία πρόσωπα σχεδόν ίδια. Αντιγράφουν τα βυζαντινά πρότυπα. Τα παιδικά πρόσωπα έχουν όλα τη μορφή ηλικιωμένων. Το φόντο έντονα χρωματισμένο και διακοσμημένο με δέντρα, λουλούδια κτλ. Επίσης, για να ξεχωρίσουν όλα μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε περιγράμματα: Μια μαύρη γραμμή. Άλλο χαρακτηριστικό του: Σε κάθε έργο του σχεδόν, έγραφε κάτι πάνω του. Ήταν ανορθόγραφο και ασύντακτο μα τον εξυπηρετούσε για να σχολιάσει ή να επεξηγήσει το θέμα του.

«Δεν ξέρω την ιστορία όπως οι δάσκαλοι από τα βιβλία. Την ξέρω όπως την λέει ο τόπος και τα τραγούδια του. Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις» έλεγε ο Θεόφιλος. Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για αυτόν «Αληθινοί ελαιώνες επιτέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα. Γι αυτόν, ισότιμα με το σώμα του Χριστού, υπάρχουν τα λιβάδια με τις ανεμώνες και τα λιόδεντρα που αφήνουν ανάμεσα στα δάχτυλα τους να περάσει η θάλασσα».

Ο Τσαρούχης γράφει σε ειδικό κεφάλαιο για τον Θεόφιλο στο βιβλίο του  «Αγαθόν το  εξομολογείσθαι»: «Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα. Δεν ζωγραφίζει τα πράγματα μα τον ενθουσιασμό που του έδωσαν. Τα σέβεται και τα λατρεύει γιατί αυτά του δίνουν τους ενθουσιασμούς του. Ότι κάνει δεν μοιάζει πάντα με το πράγμα – τι παράλογη απαίτηση να μοιάζει το παράφορο αγκάλιασμα μας με αυτό που αγκαλιάζουμε».

Σύμφωνα με τον Θεόφιλο: «Στη ζωγραφική, πρέπει όλα να φαίνονται». Πρόκειται για έναν γνήσιο άνθρωπο με καλλιτεχνική ψυχή, που στόλισε και ομόρφυνε την ζωή στο πέρασμα του από αυτήν. Μια ψυχή που την  σμίλευσε ο πόνος και εκφράστηκε με τραγούδι και ζωγραφική.

Πηγή: http://texni-zoi.blogspot.com/2015/10/blog-post.html

Η Θεοδώρα η Αυτοκράτειρα (815 – μετά το 867)

Η Θεοδώρα (815 – μετά το 867) ήταν αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος του Θεόφιλου (829-842). Μετά τον θάνατο του εικονομάχου συζύγου της αναστήλωσε τις εικόνες και επέφερε οριστικό τέλος στην Εικονομαχία.

Η Θεοδώρα η Αυτοκράτειρα

Η Θεοδώρα, σύζυγος, μητέρα, αδελφή

Η Θεοδώρα καταγόταν από την Έβισσα της Παφλαγονίας και ήταν κόρη των εικονόφιλων Μαρίνου, ανώτερου αξιωματικού, και της Θεοκτίστης. Όταν η μητριά του Θεόφιλου, Ευφροσύνη κάλεσε νέες από όλη την αυτοκρατορία για να επιλέξει ο Θεόφιλος σύζυγο, η Θεοδώρα προτιμήθηκε από την έχουσα ισχυρότερη προσωπικότητα Κασσιανή.

Η συζυγική ζωή του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν ήταν εντελώς ανέφελη γιατί οι αδελφοί της Θεοδώρας Βάρδας και Πετρωνάς, και ειδικά ο τελευταίος τον πρώτο καιρό, κατεχρώντο της συγγένειάς τους με τον αυτοκράτορα, αλλά και η ίδια η Θεοδώρα ασχολήθηκε με κερδοσκοπικές επιχειρήσεις προς μεγάλην δυσαρέσκειαν του Θεόφιλου.

Πέραν αυτών -κι από μια περιπέτεια που είχε ο Θεόφιλος με μια κυρία της αυλής χωρίς συνέχεια-το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα θρησκευτικά φρονήματα της Θεοδώρας και της μητέρας της Θεοκτίστης.

Η Θεοκτίστη λάτρευε τις εικόνες –όπως όλες οι γυναίκες της αυτοκρατορίας. Αναγκάστηκε να φύγει από το παλάτι αλλά στο μοναστήρι που πήγε κατηχούσε τις εγγονές της, τις κόρες του Θεόφιλου, στην εικονολατρεία. Δεδομένου ότι ο Θεόφιλος δεν είχε ακόμη αποκτήσει τον Μιχαήλ και είχε κάνει συμβασίλισσά του την μεγαλύτερη κόρη του Θέκλα, απαγόρευσε τις επισκέψεις στο μοναστήρι και η πεθερά του άρχισε να τον κατηγορεί φανερά.

Το χειρότερο για τον Θεόφιλο ήταν ότι και η Θεοδώρα λάτρευε τις εικόνες. Συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από τον γελωτοποιό της αυλής να τις ασπάζεται αλλά όταν την κατηγόρησε ο Θεόφιλος, είπε πως κοιταζόταν στον καθρέφτη της. Δεν αντιδρούσε φανερά όπως η μητέρα της, τελικά όμως ήταν αυτή που ανέτρεψε την εκκλησιαστική πολιτική του συζύγου της και αναστήλωσε τις εικόνες.

Στις αρχές του 842 ο Θεόφιλος αρρώστησε βαριά. Προβλέποντας το τέλος του, ζήτησε από την Θεοδώρα και τους μεγάλους αξιωματούχους να ορκιστούν ότι τίποτα δεν θα ανέτρεπαν απ’ όσα θέσπισε και ότι θα διατηρούσαν τον Ιωάννη τον Γραμματικό στον πατριαρχικό θρόνο.

Μετά τον θάνατο του Θεόφιλου η Θεοδώρα ανέλαβε την επιτροπεία του γιου τους Μιχαήλ Γ’, με συνεπιτρόπους τον αδελφό της Βάρδα, τον μάγιστρο Μανουήλ και τον λογοθέτη Θεόκτιστο. Οι δύο τελευταίοι ήταν δεδηλωμένοι εικονομάχοι και μάλιστα τον Θεόκτιστο όρκισε προ παντός ο Θεόφιλος μαζί με την Θεοδώρα. Αλλά ήταν αυτοί που εισηγήθηκαν στην Θεοδώρα την αθέτηση των όρκων της προς τον Θεόφιλο και την αναστήλωση των εικόνων –για την οποία βέβαια κάθε άλλο παρά απρόθυμη ήταν.

Με βασιλική διαταγή ο πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός απομακρύνθηκε βίαια από το πατριαρχείο. Σύνοδος, μοναχών κυρίως, που συνήλθε εκ των υστέρων εξέλεξε πατριάρχη τον εικονόφιλο Μεθόδιο και αναθεμάτισε τον Ιωάννη και τους ομόφρονές του. Η Θεοδώρα ζήτησε να εξαιρεθεί ο Θεόφιλος από τον αναθεματισμό, παίρνοντας όρκο ότι στις τελευταίες του στιγμές μεταμελήθηκε και ασπάστηκε τις εικόνες. Ο Μεθόδιος «επείσθη» και έδωσε στην Θεοδώρα έγγραφη απαλλαγή του Θεόφιλου. Και στις 19 Φεβρουαρίου του 842 τελέσθηκε η Εορτή της Ορθοδοξίας για να πανηγυριστεί η αναστήλωση των εικόνων.

Ο Ιωάννης ο Γραμματικός εξορίστηκε και μαστιγώθηκε. Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Λέων ο Μαθηματικός, ο λογιότερος της εποχής του, καθαιρέθηκε. Το χειρότερο όλων ήταν ο ολοκληρωτικός πόλεμος που αποφάσισε η Θεοδώρα κατά των Παυλικιανών της Μικράς Ασίας, «για να τους επαναφέρει στην ευσέβεια». Κατά τους ίδιους τους εικονόφιλους χρονογράφους, εκατό χιλιάδες ήταν τα θύματα αυτού του πολέμου του κράτους προς υπηκόους του. Κατά το διάστημα της εξουσίας της Θεοδώρας δύο εκστρατείες υπό τον Θεόκτιστο κατά της αραβοκρατούμενης Κρήτης απέτυχαν, οι κτήσεις στην Απουλία και Καλαβρία υποτάχθηκαν στους Φράγκους, η Σικελία υποτάχθηκε σχεδόν ολόκληρη στους Μουσουλμάνους και οι επιδρομές των Αράβων στην Μικρά Ασία έγιναν συχνότερες και καταστρεπτικότερες, υποστηριζόμενες τώρα και από τους εναπομείναντες Παυλικιανούς.

Ο Μιχαήλ Γ’ μεγάλωσε υπό την επιμέλειαν του αδελφού της Θεοδώρας Βάρδα και πήρε -κατά τους χρονογράφους πάντοτε- την χειρότερη ανατροφή που μπορούσε να δοθεί: παραδομένος από μικρή ηλικία στα ποτά (εξ ου και η προσωνυμία Μέθυσος), στις ερωμένες και στις αρματοδρομίες.

Ο Βάρδας φιλοδοξούσε να μείνει μόνος επίτροπος της βασιλείας. Προκάλεσε ένταση στις σχέσεις των άλλων δύο συνεπιτρόπων με αποτέλεσμα ο Μανουήλ να αποσυρθεί. Ύστερα ο Βάρδας παρόξυνε τον ανεψιό του εναντίον του Θεόκτιστου λέγοντας ότι αυτός ήταν που συμβούλευε την Θεοδώρα να μη του δίνει χρήματα για τις ακολασίες του. Τελικά με την έγκριση του Μιχαήλ ο Βάρδας δολοφόνησε τον Θεόκτιστο το 854.

Ο θάνατος του πιστότερου συμβούλου της συντάραξε την Θεοδώρα. Βλέποντας ότι οι ενέργειες του αδελφού της αποσκοπούσαν στην εξουδετέρωσή της, και για ν’ αποφύγει τα χειρότερα, συγκάλεσε το 856 την Σύγκλητο, απέδωσε λογαριασμό της επιτροπείας της και έφυγε από τα ανάκτορα με τις θυγατέρες της. Άφησε ένα υπέρογκο ποσό στο δημόσιο ταμείο.

Αλλά ο Βάρδας δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Υπέβαλε στον Μιχαήλ τον φόβο ότι θα είχε την τύχη του Κωνσταντίνου ΣΤ’ που τον τύφλωσε η μητέρα του Ειρήνη η Αθηναία, και ο πατριάρχης Ιγνάτιος -που είχε διαδεχτεί το 846 τον Μεθόδιο- διατάχθηκε να κουρέψει μοναχές την Θεοδώρα και τις κόρες της. Ο Ιγνάτιος αρνήθηκε και τις κούρεψε ο άλλος αδελφός, ο Πετρωνάς. Η Θεοδώρα έζησε από τότε περιορισμένη και φτωχικά στα ανάκτορα του Καριανού απ’ όπου είδε την δολοφονία του αδελφού της και εν συνεχεία του γιου της από τον Βασίλειο τον Μακεδόνα.

Το λείψανο της Θεοδώρας βρίσκεται σήμερα στην Κέρκυρα, στο ναό της Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης. Η μνήμη της τιμάται στις 11 Φεβρουαρίου.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Θεοδώρα_(9ος_αιώνας)