Η Αστυπάλαια (900π.Χ.-…)

Η Αστυπάλαια βρίσκεται στο πιο δυτικό σημείο των Δωδεκανήσων. προς την πλευρά των Κυκλάδων, στοιχεία των οποίων υπάρχουν έντονα στο νησί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά την Μέσα (δυτική) και την Όξω (ανατολική), που ενώνονται με μια μικρή λωρίδα αμμουδιάς περίπου 100 μέτρων. Εξαρτημένα από αυτήν κατοικημένα νησάκια είναι ο Κουνούπος, η Οφιδούσα και η Σύρνα. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Χώρα ή Αστυπάλαια. Υπάρχουν ακόμα και τα χωριά Βαθύ, Λιβάδι και Μαλτεζάνα ή Ανάληψη.

Οι ντόπιοι προτιμούν να την ονομάζουν Αστροπαλιά. Στην αρχαιότητα λεγόταν και Ιχθυόεσσα, καθώς από τότε ήταν παράδεισος για τους ψαράδες που, ακόμα και σήμερα, δύσκολα θα απογοητευτούν, αν και τα ψάρια έχουν λιγοστέψει.

Η Αστυπάλαια
Τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην Αστυπάλαια

Η Αστυπάλαια ανήκε σε μια πολύ γνωστή οικογένεια. Ήταν κόρη του Αγήνορα και της Περιμήδης, αδελφή της Ευρώπης, την οποία απήγαγε ο Δίας, την έφερε στην Κρήτη και απέκτησε από αυτήν το Μίνωα. Ο βασιλιάς πατέρας τους έστειλε τους γιους του να φέρουν πίσω την κόρη του. Δεν την βρήκαν όμως και δεν έπεστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους. Ο δυστυχισμένος πατέρας έχασε και την άλλη του κόρη. Ο θεός Ποσειδώνας είδε την Αστυπάλαια την ερωτεύτηκε, την έκλεψε και την έφερε στο νησί που πήρε το όνομα της. Από τον έρωτα τους γεννήθηκαν δυο γιοι: ο Αγκαίος που ανδραγάθησε στην Αργοναυτική εκστρατεία και ο Ευρύπυλος, ο βασιλιάς της Κω.

Από τον 9ο π.Χ. άποικοι από τα Μέγαρα και το Άργος εγκαταστάθηκαν στο νησί. Στα 496π.Χ. το νησί εκπροσώπησε στους Ολυμπιακούς αγώνες ο πυγμάχος Κλεομήδης. Οι φονικές γροθιές του σκότωσαν τον αντίπαλο του και αυτό έγινε αίτια οι Ελλανοδίκες να μην τον ανακηρύξουν Ολυμπιονίκη. Γύρισε στην Αστυπάλαια με ταραγμένο μυαλό. Σε μια κρίση τρέλας γκρέμισε το σχολείο την ώρα που οι μαθητές έκαναν μάθημα. Σκοτώθηκαν 60 παιδιά. Ο Κλεομήδης εξαφανίστηκε. Το μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε «τελευταίο των ηρώων».

Στα χρόνια της ελληνιστικής περιόδου και της Ρωμαϊκής κατάκτησης η Αστυπάλαια ήταν περίφημο κέντρο εμπορίου ψαριών. Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν εκεί ναύσταθμο με κύριο καθήκον την καταπολέμηση των πειρατών.Οι νησιώτες συνέπραξαν πρόθυμα και εξασφάλισαν προνόμια.

Το 1207 κατακτήθηκαν από τη βενετική οικογένεια των Γκουερίνι. Το οικόσημο τους σώζεται στο κάστρο στη Χώρα. Την ξαναπήραν οι Παλαιολόγοι του Βυζαντίου το 1269 και την έχασαν ξανά το 1310.

Η Αστυπάλαια ήταν το τελευταίο των Δωδεκανήσων που έπεσε στα χέρια των Τούρκων: το 1537, 15 χρόνια μετά την άλωση της Ρόδου. Αρχηγός του στόλου, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα δεν παρέλειψε να λεηλατήσει το νησί. Οι συχνές επιδρομές του. το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, είχαν γίνει μάστιγα για τους νησιώτες. Οι νησιώτες τραβήχτηκαν στο «Κάστρο του Αη-Γάννη», ένα φυσικό οχυρό. Απόρθητο κατά την παράδοση και με μυστική είσοδο και κρυφή έξοδο σε γειτονικό λόφο. Ακόμη σώζονται εκεί λείψανα σπιτιών και μια δεξαμενή νερού.

Η συγκατοίκηση με τους πειρατές όμως ήταν επικίνδυνη. Το νησί ερήμωσε για να ξανακατοικηθεί στα 1577, όταν τα πράγματα ηρέμησαν. Η μετέπειτα ιστορία της Αστυπάλαιας είναι κοινή με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Η Κάλυμνος (3000π.Χ.-…)

Η Κάλυμνος είναι το τέταρτο σε έκταση νησί των Δωδεκανήσων με ορεινό έδαφος. Βρίσκεται ανάμεσα στην Λέρο και τη Κω, βορειοδυτικά της Ρόδου, σε απόσταση 183 μιλίων από τον Πειραιά. Περιβάλλεται από πλήθος μικρών νησιών. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Πόθια ή Ποθαία ή Κάλυμνος, λιμάνι στον μυχό ενός κόλπου στα νοτιοανατολικά του νησιού. Υπάρχουν ακόμη τα χωριά Χώρα, Βαθύ, Εμπορειός, Μασούρι, Μυρτιές και Πάνορμος.

Η Κάλυμνος
Λιθογραφία του 1880 που παρουσιάζει τη διαδικασία αλιείας των σφουγγαριών

Το μεγάλο βυζαντινό κάστρο, με εννιά ολόλευκα εκκλησάκι και ερείπια σπιτιών προβάλλει επιβλητικό πάνω από την παλιά πρωτεύουσα, Χώρα. Η περιοχή είναι γεμάτη κάστρα. Το Καστέλι κοντά στο Μασούρι και το ερειπωμένο βυζαντινό στην Τέλενδο «συνδέονται» καθώς ο θρύλος μιλά για το «βασιλόπουλο» του Καστελιού και την αγαπημένη του στο κάστρο της Τελένδου.

Άλλος θρύλος αναφέρεται στο μοναστήρι-κάστρο της κυρά-Ψηλής που χτίστηκε πάνω από το Καλύμνιο Ρούσο. Τον είχαν πάρει οι Τούρκοι με το παιδομάζωμα, είχε γίνει γενίτσαρος και μετά πασάς με το όνομα Γκιουλ Αχμέτ, πέρασε από το νησί, θυμηθηκε τη γενιά του, αναγνώρισε τον πατέρα του και έφτιαξε το μοναστήρι. Υπάρχουν ακόμα και το τιτανικό Καστρί των νεολιθικών χρόνων στον Εμπορειό και το κάστρο της Παναγίας Χρυσοχεριάς που χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες.

Στην «ευθύνη» της Καλύμνου ανήκουν και οι βραχονησίδες Ίμια, όπου συνέβη το θερμό επεισόδιο τον Ιανουάριο του 1996.

Ευρήματα Νεολιθικά και της Νεοανακτορικής περιόδου (μετά το 1700π.Χ.) μαρτυρούν της απώτερους χρόνους κατοίκησης του νησιού. Η ιστορική διαδρομή των νησιωτών είναι όμοια με εκείνη των υπολοίπων Δωδεκανησίων.

Η ιδιαιτερότητα των Καλυμνίων είναι η ζύμωση τους με τους βυθούς των θαλασσών Σκληροτράχηλοι και τολμηροί σφουγγαράδες, δημιούργησαν έπος, από όταν η σπογγαλιεία αποτελούσε το πιο επικίνδυνο επάγγελμα που θαλασσινός θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αν επιβίωνε στους βυθούς δύσκολα ξέφευγε από τη «νόσο των δυτών».

Τα σφουγγάρια είναι ζώα της θάλασσας από τα πιο ατελή. Ανήκουν στο γένος των κοιλεντερωτών και περιλαμβάνουν πάρα πολλά είδη απλωμένα στις θερμές και εύκρατες θάλασσες κυρίως της Μεσογείου. Περισσότερο μοιάζουν με φυτά, έχουν ακανόνιστο σώμα, συνήθως κυπελλοειδές ή σχεδόν σφαιρικό μαλακό και γεμάτο πόρους. Ο σκελετός τους αποτελείται από ελαστικές ίνες. Το χρώμα τους είναι καφέ πάνω και σταχτοκίτρινο κάτω, Πιο διαδεδομένα είναι τα φαρμακευτικά σφουγγάρια και η τσιμούχα. Η Μεσόγειος (Αιγαίο, Αδριατική), η Ερυθρά θάλασσα και η Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι οι τόποι όπου οι σφουγγαράδες τα βρίσκουν.

Παλαιότερα η αναχώρηση των σφουγγαράδων αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς για την Κάλυμνο. Γινόταν τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, αφού προηγουμένως όλο το νησί συμμετείχε στη [γιορτή της αγάπης» με κοινό τραπέζι, γλέντι και χορό. Η γιορτή επιβιώνει τη Πόθια, ως αναβίωση της παράδοσης μεταφερόμενη στην κεντρική πλατεία το Πάσχα και συμπληρωμένη με αναπαράσταση της δουλειάς των σφουγγαράδων με το σκάφανδρο και την καύση βεγγαλικών.

Για την αλίευση των σφουγγαριών οι σφουγγαράδες πρέπει να φτάσουν ως το βυθό της θάλασσας σε βάθος 91 μέτρα και μισό (πενήντα οργιές). Σήμερα, η αλίευση γίνεται με σύγχρονο εξοπλισμό. Στην Κάλυμνο λειτουργεί η μοναδική κρατική σχολή δυτών.

Παλιά, η δουλειά ήταν πολύ σκληρή και αρκετά επικίνδυνη και γινόταν με σκάφανδρο, μια αδιάβροχη και αεροστεγής στολή που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα ως το λαιμό και άφηνε γυμνές μόνο τις παλάμες των χεριών. Πάνω από τη στολή ο δύτης φορούσε παπούτσια από μολύβι, με μολυβένιες πλάκες για να μπορεί εύκολα να βυθιστεί. Στο άνοιγμα του λαιμού, βιδωνόταν βαρύ μεταλλικό κράνος με γυάλινα φινιστρίνια, που επέτρεπαν στο δύτη να βλέπει. Στο πίσω μέρος του μεταλλικού κράνους προσαρμοζόταν σωλήνας, του οποίου το άλλο άκρο βρισκόταν σε αντλία πάνω στο σφουγγαράδικο.

Πριν βγουν στο εμπόριο τα σφουγγάρια υφίστανται ειδική επεξεργασία για να απαλλαγούν από το γλοιώδες υγρό που κουβαλούν. Στην Κάλυμνο λειτουργούν ειδικά εργαστήρια.

Η Κως (3000π.Χ.-…)

Η Κως βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Ρόδου ανάμεσα στην Κάλυμνο και τη Νίσυρο, πλάι στις ακτές της Μικράς Ασίας, στο στόμιο του κόλπου της Αττάλειας, 220 μίλια από τον Πειραιά. Είναι το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Δωδεκανήσων, πεδινό και εύφορο. Οι αλυκές του συγκαταλέγονται στις καλύτερες της Μεσογείου.

Η Κως
Χαλκογραφία με τον πλάτανο του Ιπποκράτη στην Κω

Πρωτεύουσα και λιμάνι είναι η πόλη της Κω, χτισμένη κατά μήκος του μυχού ενός κόλπου, στα βορειανατολικά του νησιού, στη θέση της αρχαίας πόλης που δημιουργήθηκε το 366π.Χ. Καταστράφηκε από σεισμό στα 142μ.Χ. αλλά και στα 469 και 554μ.Χ. Ο σεισμός του 1933 έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούς να χτίσουν μια καινούργια πόλη με σύγχρονο οδικό ιστό και ταυτόχρονα αποκάλυψε την αρχαία κάτω από τα ερείπια των σπιτιών που τότε κατέρρευσαν.

Η ιστορική διαδρομή των κατοίκων της Κω, από την εποχή του Λίθου ως τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν κοινή με των άλλων νησιών του συμπλέγματος. Η μοναδικότητα της εμφανίστηκε τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα όταν έφτασε στην πιο μεγάλη της ακμή.

Η φήμη του Ασκληπιού και η διδασκαλία του Ιπποκράτη μετέτρεψαν την γύρω περιοχή σε αστικό κέντρο. Στα ιερά του θεού Ασκληπιού προσέρχονταν καθημερινά ασθενείς για να τους «θεραπεύσει ο θεός». Από τα 300 που γνωρίζουμε να υπήρχαν, αρχαιότερο ήταν της Τρίκκης (Τρίκαλα Θεσσαλίας) και σπουδαιότερο της Επιδαύρου. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. άρχισε να αποκτά φήμη και το Ασκληπιείο της Κω, που τότε δημιουργήθηκε. Διέθετε θειούχες ιαματικές πηγές και γρήγορα ξεπέρασε όλα τα άλλα σε σπουδαιότητα, καθώς οι εκεί θεραπευμένοι αποτελούσαν την ακαταμάχητη ζωντανή διαφήμιση.

Το διηύθυνε ένας μεγάλος ιερέας σε συνεργασία με έναν πυροφόρο (βοηθό). Ακόμη, υπήρχαν πολλοί ιερομνήμονες (νοσοκόμοι), νωεκόροι και ιερείς. Οι προσευχόμενοι, πρώτα λούζονταν, μετά προσέφεραν τα αφιερώματα τους κι έπειτα θεραπεύονταν από ιερέα, είτε πρακτικά είτε με υποβολή.

Εκείνο τον καιρό συνέπεσε να ιδρυθεί στον ίδιο χώρο και ιατρική σχολή που είχε την τύχη να φιλοξενεί διδάσκαλο τον Ιπποκράτη.

Ο μεγάλος Κώος επιστήμονας και φιλόσοφος γεννήθηκε το 460π.Χ. και είναι αυτός που θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη. Μελέτησε τον ανθρώπινο οργανισμό και τις ιδιότητες, τις αρρώστιες και τις θεραπευτικές αγωγές. Προσήγαγε τις ειδικότητες παθολογία, διαγνωστική, χειρουργική, γυναικολογία και μαιευτική.

Παρόλο που δίδασκε μέσα σε χώρο ιερού, απάλλαξε την ιατρική από τον εμπειρικό και τον ιερατικό της χαρακτήρα. Με το όνομα του σώζονται 72 συγγράμματα στην ιωνική διάλεκτο.

Ο συνδυασμός Ασκληπιείου-Ιπποκράτη έκανε εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία να προσέρχονται στην περιοχή με αποτέλεσμα να ξεφυτρώνουν πανδοχεία, μαγαζιά και όλα εκείνα τα επαγγέλματα που συντηρούνταν από τους ταξιδιώτες. Ο πληθυσμός συνεχώς αυξανόταν. Το νησί έφθασε κάποια στιγμή να αριθμεί 160.000 κατοίκους.

Στα 366π.Χ., οι γύρω από το λιμάνι οικισμοί ενώθηκαν και δημιούργησαν την πόλη της Κω, ενώ, στα νότια του νησιού, η εκεί Αστυπάλαια (σημερινά Παλάτια) έχασε τα πρωτεία.

Με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Κως εντάχθηκε πρώτα στο κράτος του Αντίγονου. Με τη συνθήκη του 311π.Χ. ο Αντίγονος την παραχώρησε στον Πτολεμαίο. Στο διάστημα αυτό η ιατρική σχολή συνέχισε να λειτουργεί με δασκάλους κάποιους άξιους μαθητές του Ιπποκράτη και άλλους σπουδαίου γιατρούς στη συνέχεια. Η φήμη του Ασκληπιείου μεγάλωνε. Μαζί και η έκταση του. Είχε διαμορφωθεί σε τρία επίπεδα, με το μεσαίο να φιλοξενεί τον αρχαιότερο απλό ναό του Ασκληπιού και τον βωμό. Στο κάτω επίπεδο, όπου βρίσκονταν το θεραπευτήριο και οι πηγές, είχαν εγερθεί προπύλαια, κόγχες που φιλοξενούσαν αγάλματα, κτίσματα και στοές. Στο πάνω επίπεδο κτίστηκε επιβλητικός ναός του Ασκληπιού. Ογδόντα σκαλοπάτια οδηγούν από το κάτω επίπεδο στο επάνω.

Την εποχή των Πτολεμαίων, το νησί αναδείχθηκε σε θέρετρο της αριστοκρατίας. Άλλωστε, δύο μόλις χρόνια μετά την απόκτηση του, ο Πτολεμαίος Α’ είδε να γεννιέται εκεί ο γιος του, μετέπειτα Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος.

Στα 190π.Χ. η Κως πέρασε στη ρωμαϊκή επικράτεια, αγαπημένο νησί των αυτοκρατόρων. Ανάμεσα τους ο Κλαύδιος την επισκεπτόταν στα χρόνια 41 με 51 μ.Χ., οπότε τον δηλητηρίασε η δεύτερη γυναίκα του Αγριππίνα, ώστε να περάσει ο θρόνος στο γιο της Νέρωνα.

Όπως και τα άλλα Δωδεκάνησα, με τον χωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Κως πέρασε στη δικαιοδοσία του μετέπειτα Βυζαντινού κράτους. Στα 431 έγινε έδρα επισκόπου.

Ακολούθησε την κοινή μοίρα των Δωδεκανήσων και το 1315, έξι χρόνια μετά τη Ρόδο έγινε τμήμα του ιπποτικού κράτους των Ιωαννιτών. Η σπουδαιότητα που απέκτησε το νησί την εποχή των ιπποτών αντικατοπτρίζεται στα σπουδαίο οχυρωματικά έργα του κάστρου και του τείχους στο λιμάνι, καθώς και του κάστρου στην Αντιμάχεια.

Οι Οθωμανοί προσπάθησαν να κυριεύσουν την Κω στα 1452, μια χρονιά πριν πέσει η Κωνσταντινούπολη και στα 1477. Αποκρούστηκαν και τις δύο φορές. Την πήραν μόνο όταν οι Ιωαννίτες παρέδωσαν τη Ρόδο. Την κράτησαν ως το 1912 όποτε τα Δωδεκάνησα καταλήφθηκαν από τους Ιταλούς. Το 1948 η Κως ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.

Η Κως γέννησε τη Νίσυρο

Το αίμα του Ουρανού, όταν τον ακρωτηρίασε ο Κρόνος, έπεσε στη Γη και τη γονιμοποίησε. Έτσι γεννήθηκαν οι Γίγαντες, όντα τεράστια και ρωμαλέα, που θέλησαν κάποια στιγμή να διεκδικήσουν την εξουσία του Σύμπαντος από τους θεούς του Ολύμπου. Ξεκίνησε πόλεμος φοβερός, η Γιγαντομαχία. Γράφει ο Απολλόδωρος: «Τον Γίγαντα Πολυβώτη τον κυνήγησε ο Θεός Ποσειδώνας μέσα στο Αιγαίο, τον πρόφτασε στα νοτιοανατολικά, έκοψε με την τρίαινα ένα κομμάτι από την Κω και με αυτό πλάκωσε τον Γίγαντα. Έτσι σχηματίστηκε η Νίσυρος και από κάτω της είναι θαμμένος ο Πολυβώτης». Οι καπνοί που βγαίνουν από τον κρατήρα του ηφαιστείου είναι η ανάσα του του.

Σχεδόν κυκλικό νησί, ανάμεσα στην Τήλο και τη Κω, σε απόσταση 202 μιλίων από τον Πειραιά. η Νίσυρος είναι στην πραγματικότητα η πάνω από τη θάλασσα κορυφή του ηφαιστείου που ακόμα αχνίζει. Ο κρατήρας του έχει διάμετρο 4χλμ. και είναι προσιτός στον επισκέπτη. Κατά τη μετάβαση εκεί η μυρωδιά από το θειάφι γίνεται όλο και πιο έντονη. Λιμάνι και πρωτεύουσα το νησιού είναι το Μανδράκι, με τη θερμή ιαματική αλιπηγή.

Πάνω από το Μανδράκι στέκονται η ακρόπολη με τα καλοδιατηρημένα τείχη και τα ερείπια του κάστρου των Ιωαννιτών Ιπποτών (1315). Κοντά τους Παναγία Σπηλιανή (1600) με πλούισα βιβλιοθήκη. Ο ορεινός οικισμός Εμπορειός βρίσκεται στο δρόμο προς το ηφαίστειο, ενώ τα Νικιά ακόμη ψηλότερα.

Δυο μίλια βορειοδυτικά από τη Νίσυρο υπάρχει το νησί Γυαλί, όπου σήμερα συνεχίζεται η εξόρυξη ελαφρόπετρας. Στην αρχαιότητα εκεί έβγαζαν οψιανό για να τον χρησιμοποιήσουν για λεπίδες. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν αποθέματα. Η ιστορία του νησιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Ρόδο.

Η Κάσος, οι Θερμοπύλες του Αιγαίου

Ένας βράχος που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα, μόλις τρία μίλια νοτιοδυτικά της Καρπάθου, η Κάσος, είναι το πιο νότιο νησί των Δωδεκανήσων, σε απόσταση 255 μιλίων από τον Πειραιά.

Η Κάσος
Πανοραμική άποψη του Φρυ σε καρτποστάλ των πρώτων χρόνων της ιταλικής κατοχής

Το βουνό Πρίωνας εμποδίζει τη πρόσβαση στα βόρεια του νησιού ενώ οι απότομες πλαγιές του όρους Περίολας ορθώνονται στα νότια. Ανάμεσα τους το βουνό Σίσφιο, φράζει την πρόσβαση στην ανατολική ακτή. Έτσι, οι οικισμοί στριμώχνονται σε ακτίνα έως τρία χιλιόμετρα από το λιμάνι και πρωτεύουσα Φρυ περίπου στη μέση της δυτικής ακτής, εκεί όπου σχηματίζεται όρμος σαν φρύδι, εξ ου και το όνομα.

Εκτός από το Φρυ στην Κάσο υπάρχουν ακόμη τέσσερις οικισμοί: η μεσόγεια Αγία Μαρίνα με διατηρημένα σπίτια καπεταναίων, το επίσης μεσόγειο Αρβανιτοχώρι, ο Εμπορειός, πιο ψηλά η Παναγιά και ακόμη πιο πάνω το Πόλι.

Η ιστορική αναδρομή των κατοίκων είναι συνδεδεμένη με αυτή της γειτονικής Καρπάθου. Στα 1824, όμως, οι Κάσιοι ανέδειξαν το νησί τους σε νεότερες Θερμοπύλες του Αιγαίου. Ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου του 1821, πρώτοι από όλους στα Δωδεκάνησα, με πρωτεργάτες τους Θεόδωρο Κονταρτσόγλου και Παπακανάρη. Εκείνα τα χρόνια εξοπλισμένα εμπορικά πλοία τους ήταν σχεδόν ένα έτοιμος στόλος.

Τολμηροί ναυτικοί και εμπειροπόλεμοι, όργωναν τις θάλασσες και αντιμετώπιζαν με επιτυχία τους πειρατές. Όταν επαναστάτησε και η Κρήτη ο πια «πολεμικός στόλος» της Κάσου έσπευσε να την στηρίξει.

Οι Κάσιοι ανδραγάθησαν και απέδειξαν έμπρακτα στον Αιγύπτιο Χουσεΐν ότι ήταν υποχρεωμένος να τους υπολογίζει. Τέλη Απριλίου του 1824, η Επανάσταση στην Κρήτη είχε σβήσει. Τα καράβια της Κάσου επέστρεψαν στη βάση τους. Οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά ότι είχε έρθει η σειρά τους. Ήταν η εποχή της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης και της οθωμανικής επίθεσης στα μέτωπα της Επανάστασης.

Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ ορίστηκε αρχηγός των χερσαίων δυνάμεων, ενώ ο αιγυπτιακός στόλος δρούσε στο Αιγαίο. Ο Χουσεΐν μπέης ήταν ακόμα απασχολημένος στην Κρήτη, όταν μοίρα του αιγυπτιακού στόλου φάνηκε ανοιχτά της Κάσου. Προδομένοι από την αδιαφορία και τις καθυστερήσεις της κεντρικής διοίκησης στη λήψη αποφάσεων, οι νησιώτες γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν να περιμένουν από πουθενά.

Οργάνωσαν την άμυνα τους και με τριάντα κανόνια μπροστά από τα χωριά Αγία Μαρίνα, Αρβανιτοχώρι, Παναγιά και Πόλι και έστησαν βίγλες στις απόκρημνες περιοχές του νησιού, να προσέχουν τα νώτα τους. Στις 14 Μαΐου 1824, τα αιγυπτιακά πλοία παρατάχθηκαν έξω από την Κάσο. Οι εξακόσιοι Κρητικοί που είχαν έρθει πρόσφυγες στο νησί ενώθηκαν με τους υπερασπιστές, ανεβάζοντας τη δύναμη σε υπολογίσιμο αριθμό.

Στήθηκε συνεδρίαση καπετάνιων και προκρίτων με θέμα αν θα έπρεπε να δηλώσουν υποταγή ή να αμυνθούν. Την απόφαση πήραν οι Αιγύπτιοι που ξεκίνησαν κανονιοβολισμό της παραλίας. Τα ελληνικά κανόνια απάντησαν.

Η αιγυπτιακή ναυαρχίδα «Αφρική» θέλησε να πλησιάσει πιο κοντά. Έπεσε σε ύφαλο, έπαθε μεγάλη ζημιά και αποχώρησε Δυο μέρες αργότερα αποχώρησαν και τα υπόλοιπα αιγυπτιακά πλοία.

Στις 27 Μαΐου 1824 ξαναφάνηκαν. Αυτή τη φορά στόλος από 25 πλοία με 4.000 Αλβανούς υπό το ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, με γενικό αρχηγό τον Χουσεΐν μπέη. Αγκυροβόλησαν μπροστά από το νησάκι Μακρά και άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Η Κάσος απάντησε.

Οι κανονιοβολισμοί συνεχίστηκα για 48 ώρες. Τη νύχτα προς το τρίτο ξημέρωμα, 18 «αποβατικά» γεμάτα στρατό κινήθηκαν προς τα βόρεια της Αγίας Μαρίνας. Η προσοχή των αμυνόμενων στράφηκε προς αυτό το σημείο. Την ίδια ώρα περίπου τριάντα βάρκες με οπλισμένους Αλβανούς, αρχηγό τον χιλίαρχο Μουσά και αρχηγό τον Κάσιο Ζαχαριά (σύγχρονο της Επανάστασης Εφιάλτη), έπλεαν μέσα στο σκοτάδι προς τη νότια πλευρά της Αγίας Μαρίνας, στον Αντιπέρατο.

Κανένας δεν υπήρχε εκεί, να τους δει και να ειδοποιήσει, καθώς ο τόπος είναι απρόσιτος. Και μονάχα ένα μονοπάτι κακοτράχαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αναρρίχηση. Είχαν τοποθετηθεί έξι νησιώτες να προσέχουν, αλλά και αυτοί δε μπορούσαν να φανταστούν ότι υπήρχε προδότης που «ξεναγούσε» τον εχθρό. Αιφνιδιάστηκαν. Αν είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τους Αλβανούς μπορούσαν να τους κρατήσουν, ώσπου να έρθουν ενισχύσεις, καθώς η τοποθεσία τούς το επέτρεπε. Οι τρεις σκοτώθηκαν, οι άλλοι τρεις πρόλαβαν να φύγουν.

Έχοντας αποκτήσει ισχυρό προγεφύρωμα ο Χουσεΐν έστειλε στον Αντιπέρατο και άλλους, συνολικά δυο χιλιάδες Αλβανούς. Ξημερώματα έπεσαν αιφνιδιαστικά στα νώτα των Κασίων. Οι υπερασπιστές του νησιού απέκρουσαν με γενναιότητα αλλά δεν μπορούσαν πια να εμποδίσουν την απόβαση στην παραλία, μπροστά στην Αγία Μαρίνα. Βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά.

Ο Χουσεΐν τους μήνυσε να παραδοθούν και σε αντάλλαγμα εγγυάτο τη ζωή και την ελευθερία τους. Γνώριζαν από την εμπειρία τους στην Κρήτη ότι ο Αιγύπτιος τιμούσε το λόγο του. Γνώριζαν ότι ο αγώνας τους ήταν χαμένος. Απάντησαν όμως με μια κασιωτική παραλλαγή του «Μολών λαβέ».

Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Κάποια στιγμή με ηρωικό γιουρούσι διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές. Κάποιοι έφτασαν στην ακτή, πρόλαβαν να μουν σε ελληνικά πλοία και έφυγαν στην Κάρπαθο. Άλλοι πήραν τα βουνά, υποχωρώντας και πολεμώντας.

Ο πλοίαρχος Μάρκος Μαλλιαράκης με σαράντα ναύτες οχυρώθηκε στη Λαγκά. Συνέχισε να πολεμά ώσπου οι περισσότεροι άνδρες του έπεσαν και ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Τον οδήγησαν δεμένο στο Χουσεΐν. Ο Αιγύπτιος ήταν πρακτικός άνθρωπος. Του πρότεινε να αναλάβει πλοίαρχος σε καράβι του στόλου του Ισμαήλ Γιβραλτάρ καθώς το ναυτικό του έπασχε από ικανούς αξιωματικούς. Ο Μαλλιαράκης δέχθηκε και ο Χουσεΐν διέταξε να τον λύσουν. Αμέσως ο Μαλλιαράκης αφόπλισε έναν Αιγύπτιο και με το σπαθί του σκότωσε τρεις άλλους. Χίμηξαν απάνω του οι υπόλοιποι και τον έσφαξαν.

Η άρνηση των υπερασπιστών στην πρόταση να παραδοθούν θεωρήθηκε από τον Χουσεΐν ότι ακύρωνε τις υποσχέσεις του. Επί 24 ώρες, οι άνδρες σφάζονταν, γυναίκες και παιδιά βιάζονταν, ενώ τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Δυο χιλιάδες νησιώτες αρπάχτηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα. Στο τέλος του 24ώρου ο Χουσεΐν διέταξε να σταματήσουν τα έκτροπα. Σκότωσε με τα χέρια του όσους δεν πειθάρχησαν.

Στους δρόμους κείτονταν άλλες δύο χιλιάδες νεκροί, μαχητές και άμαχοι. Στην έρημη Κάσο εγκαταστάθηκε Τούρκος διοικητής. Η γειτονική Κάρπαθος δήλωσε υποταγή. Ο Χουσεΐν γύρισε στην Κρήτη.

Μόλις 16 χρόνια αργότερα, το 1840, η Κάσος άρχισε πάλι να γνωρίζει ανάπτυξη. Τότε χτίστηκε και η σημερινή της πρωτεύουσα, το Φρυ.

Η Κάρπαθος (3000π.Χ.-…)

Η Κάρπαθος, η αρχαία τετράπολις (ο Όμηρος την ονομάζει «Ανεμόεσσα», γιατί έχει πολλούς ανέμους), κάποτε ήταν ενωμένη με την γειτονική Κάσο και τη βόρεια συνέχεια της τη Σαρία. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της Ρόδου, καταμεσής στο Καρπάθιο πέλαγος, βορειοανατολικά της Κρήτης, 242 μίλια από τον Πειραιά.

Η Κάρπαθος
Η Κάρπαθος

Από την Κάσο χωρίστηκε πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Από τη Σαρία, πρόσφατα. Στο καταποντισμένο τμήμα, που κάποτε ήταν στεριά, ήταν αναπτυγμένη η αρχαία πόλη Νίσυρος που τώρα βρίσκεται στο βυθό. Ο Στράβων την πρόλαβε και την περιέγραψε.

Το νησί είναι κυριολεκτικά μακρόστενο, στην ουσία κορυφή υποθαλάσσιας οροσειράς, που «σκάει μύτη» πάνω από τα νερά. Έχει μήκος 48χλμ και πλάτος 12. Διατρέχεται από την οροσειρά Κυμαράς. Το τελικό αποτέλεσμα είναι είναι ένας πανέμορφος συνδυασμός βουνού και θάλασσας. Πρωτεύουσα και λιμάνι είναι τα Πηγάδια ή Κάρπαθος

Όταν ο Ουρανός και η Γη ενώθηκαν, γεννήθηκαν δώδεκα παιδιά: έξι Τιτάνες και έξι Τιτανίδες. Αρχηγός των Τιτάνων ήταν ο Κρόνος αλλά αυτός στον οποίο οι άνθρωποι οφείλουν την ύπαρξη τους είναι ο Ιαπετός, ο πρώτος άνθρωπος της Καρπάθου: Από τη νύμφη Κλυμένη απέκτησε γιους: τους Άτλαντα, Μενοίτιο, Προμηθέα και Επιμηθέα.

Ο Προμηθέας έπλασε τον πρώτο άνθρωπο και έσωσε τον Δευκαλίωνα και τη σύζυγό του Πύρρα, μόνο αυτούς από τον κατακλυσμό με τον οποίο ο Δίας εξαφάνισε τον ανθρώπινο γένος. Ο Ιαπετός ταυτίζεται με έναν από τους γιους του Νώε, τον Ιάφεθ, που σώθηκε από τον κατακλυσμό και έγινε γενάρχης των λευκών της Ασίας και της Ευρώπης.

Η ταύτιση του Άτλαντα Ιαπετού με την Κάρπαθο δεν είναι τυχαία. Στα 1450π.Χ., η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης προκάλεσε παλιρροϊκό κύμα-φονιά, ύψους 250μ. Σάρωσε τα πάντα στο διάβα του, χτυπώντας την Κρήτη και τις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Η Κάρπαθος βρέθηκε στην ορμητική ακμή της διαδρομής του. Με τα βουνά της φυσικούς κυματοθραύστες. Κάθε ζωντανό αφανίστηκε. Αν κάποιος επέζησε, πρέπει να ήταν ο ακαταμάχητος Τιτάνας. Και ο Ιαπετός ήταν βέβαια ο πρόγονος του ανθρώπου.

Νεολιθικά λείψανα στις σπηλιές του νησιού και ένα πέτρινο άγαλμα γυναίκας πείθουν ότι στην Κάρπαθο ζούσαν άνθρωποι τουλάχιστον στη Νεολιθική Εποχή. Από το 2800π.Χ. πρέπει να είχε επικοινωνία με την Κρήτη, ενώ ευρήματα μινωικής εποχής μαρτυρούν τη συνέχιση της εκεί κατοίκησης ως τον «κατακλυσμό», αποτέλεσμα της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης.

Τον 14ο π.Χ. αιώνα το νησί δέχθηκε Μυκηναίους αποίκους. Τον 13ο αιώνα π.Χ. το Ποσείδιο, (σημερινά Πηγάδια) ερήμωσε είτε από τη γεωλογική καταστροφή (περίπου το 1230 π.Χ.) είτε από επιδρομή των «λαών της θάλασσας».

Την ίδια εποχή δημιουργήθηκε και η πόλη Κάρπαθος, ενώ λίγα χρόνια αργότερα το νησί συνεισέφερε μαζί με τα γειτονικά νησιά στην δύναμη τριάντα πλοίων που υπό τον Φείδιππο και τον Άντιφο εξεστράτευσαν στην Τροία.

Η μετέπειτα ιστορική πορεία των νησιών είναι ίδια με αυτή των λοιπών Δωδεκανήσων. Στα ιστορικά χρόνια γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη, ενώ στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ανήκε στη Ρόδο με την οποία ακολούθησε κοινή διαδρομή.

Στη βυζαντινή εποχή εντάχθηκε στο θέμα της Κρήτης. Όταν η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους σταυροφόρους (1204), η Κάρπαθος πέρασε στην επικράτεια του βυζαντινού «αυθέντη» της Ρόδου Λέοντα Γαβαλά.

Ο Βενετός Αντρέα Κορνάρο, μέλος οικογένειας αριστοκρατών κατέλαβε για λογαριασμό του την Κάρπαθο το 1206. Στα 1282 πέρασε στα χέρια του Γενουάτη Αντρέα Μορέσκο, για να καταλήξει στο κράτος των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου το 1309.

Υπέστη πάρα πολλές λεηλασίες όταν η Ρόδος πέρασε στους Τούρκους στα 1522 και στα 1537, χρονιά που παραδόθηκες τις οθωμανικές δυνάμεις. Οι πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν πολλούς νησιώτες να μεταναστεύσουν. Επαναστάτησε το 1821 αλλά παραδόθηκε χωρίς μάχη μετά την καταστροφή της γειτονικής Κάσου το 1824.

Η Λέρος (5000π.Χ-…)

Η Λέρος είναι το νοτιότερο νησί στη συστάδα των Βόρειων Δωδεκανήσων. Είναι, όπως και η Πάτμος, νησί με πεδινές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Κλειδί. Από τον Πειραιά απέχει 171 μίλια. Πρωτεύουσα της Λέρου είναι ο Πλάτανος με τον οποίο έχουν ενωθεί οι οικισμοί Αγία Μαρίνα και Παντέλι, κάτω από το κάστρο και δεσπόζει σε λόφο ψηλά. Λιμάνι του νησιού είναι το Λακκί (Πόρτο Λάγκο των Ιταλών, που δημιούργησαν εκεί μια «ευρωπαϊκή» πόλη). Με τα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Ιταλών στο λιμάνι, το Λακκί έφτασε να θεωρείται από τους καλύτερους ναύσταθμους της Ευρώπης.

Η Λέρος
Αεροφωτογραφία του 1943 από το Λακκί Λέρου

Η Λέρος κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια. Στην τοποθεσία Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοι της αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Φοίνικες. Κατόπιν έρχονται οι Λύκιοι και οι Ετεοκρήτες, την εποχή της θαλασσοκρατίας του Μίνωα.

Αργότερα φτάνουν οι Δωριείς, που τους διώχνουν οι Ίωνες και επικρατούν στο νησί. Συμμετείχε στην τρωική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Όμηρο. Μάλιστα, την ηγεσία της αποστολής ανέλαβαν δύο εγγονοί του Ηρακλή, ο Άντιφος και ο Φείδιππος. Το 494π.Χ. η Λέρος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.

Την εποχή που ακολουθεί, το νησί εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, που, υπό την ηγεσία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό σύνδεσμο εναντίον των Περσών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων. Περιήλθε στο τέλος του στους Σπαρτιάτες. Οι Πέρσες επανήλθαν, αλλά διώχθηκαν οριστικά με τη νικηφόρα προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με ονόματα Μακεδόνων φανερώνουν μια αδιάλειπτη ιστορική πορεία, από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια. Φρούριο, που η ανέγερση του ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, είναι το Μπρούζι, που βρίσκεται στη νότια είσοδο του κόλπου της Αγίας Μαρίνας.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Λέρος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Δωδεκανήσων. Για την τοπική ιστορία σημαντικό γεγονός αποτελεί η απόφαση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού να παραχωρήσει μεγάλο τμήμα της Λέρου στον κατά κόσμο Ιωάννη Λατρινό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. Φτάνοντας στην Πάτμο ο Χριστόδουλος χτίζει στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το μετόχι του Αγίου Γεωργίου, με υλικά από τον αρχαίο ναό της Άρτεμης. Όμως, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι με την απόφαση του αυτοκράτορα και το 1087 ξεσηκώθηκαν. Ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε τον Ιούλιο της χρονιάς εκείνης μας πληροφορεί για τη μεταφορά των εξεγερμένων από το «Κάστρο των Λεπίδων» «ένεκα ερίδων των μοναχών και των κατοίκων».

Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν τη Λέρο. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, κυρίως το 1455 και το 1456. Συχνές είναι και οι επισκέψεις του τουρκικού στόλου. Το 1505 και το 1508 επιτίθεται στη Λέρο ο Κεμάλ Ρέις. Τη δεύτερη φορά διέθετε δύναμη 4.000 ανδρών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο 26 σκάλες, 4 κανόνια και 4 μπομπάρδες. Η πολιορκία κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε. Τον Ιανουάριο του 1523, η Λέρος, μετά την πολιορκία, παραδίνεται στους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν.

Οι Λέριοι, όπως όλοι οι Δωδεκανήσιοι, θα πάρουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκοκρατία στη Λέρο θα κρατήσει μέχρι τις 13 Μαΐου 1912, οπότε αποβιβάστηκαν στο νησί τα ιταλικά στρατεύματα. Η τουρκική φρουρά δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση.

Παρά τα σχέδια των Ιταλών, η ελληνικότητα των κατοίκων της Λέρου και των Δωδεκανήσων γενικότερα παρέμεινε ακλόνητη. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. 

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη

Βορειοδυτικά της Ρόδου, απέναντι από τη μικρασιατική ακτή βρίσκονται τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη, που φράζουν τον «Κόλπο Σύμης» στα τουρκικά παράλια. Τα νησιά συνδέονται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τη Ρόδο και τα καλοκαίρια με τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων και τις Κυκλάδες.

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Υπογράφεται στη Σύμη το Πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς στους συμμάχους

Πετρώδης και ορεινή η Σύμη είναι η «Μεσοποντίς» και μετέπειτα «Αίγλη» των αρχαίων («Σουμπεκή αντά», όσο την κατείχαν οι Τούρκοι). Σε αυτή ανήκουν διοικητικά τα νησάκια «Νύμος» και «Σεσκλί». Πρωτεύουσα είναι η Πάνω Σύμη ή Χώρα κοντά στο λιμάνι (Γιαλός). Μουσείο, κάστρο των Ιπποτών και παλιά αρχοντικά αποτελούν ιδιαίτερα αξιοθέατα της πόλης. Ο παραλιακός Εμπορειός και ο Πανορμίτης με την περιώνυμη μονή των Ταξιαρχών στη νότια άκρη του νησιού, συμπληρώνουν τους οικισμούς του νησιού.

Η γραφική Τήλος είναι ορεινή αλλά καλά καλλιεργημένη. Οικισμοί της είναι το Μεγάλο Χωριό, το Μικρό Χωριό και τα Λειβάδια. Ερείπια πελασγικού τείχους και μυκηναϊκοί τάφοι, το κάστρο και παλιά μοναστήρια συμπληρώνουν το σκηνικό του νησιού.

Σε απόσταση πέντε μιλίων από τη Ρόδο βρίσκεται η Χάλκη. Το μικρό αυτό νησάκι διαθέτει ένα παράλιο οικισμό, την ομώνυμη πρωτεύουσα και λιμάνι Χάλκη ή Νημποριό και ένα μεσόγειο, το Χωριό. Το νησί Χάλκη, όπου βρίσκεται η Ιερή Θεολογική Σχολή, είναι διαφορετικό από αυτό των Δωδεκανήσων. Αυτό το νησί «Χάλκη» βρίσκεται στα Πριγκηποννήσια.

Τα τρία νησιά στο πέρασμα των αιώνων είναι συνδεδεμένα με τη Ρόδο και την ιστορική διαδρομή των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Γιος του βασιλιά της Σύμης Χάροπα και της βασίλισσας Αίγλης ήταν ο ωραίος Νηρέας που κάποια στιγμή ταξίδεψε στη Σπάρτη για να διεκδικήσει το χέρι της Ωραίας Ελένης. Εκείνη προτίμησε το Μενέλαο, αλλά ο Νηρέας θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να συμμετάσχει στην εκστρατεία στην Τροία, όταν την έκλεψε ο Πάρις. Συμβολική η συμμετοχή του, μόλις τρία πλοία, αλλά ο Νηρέας έκλεψε καρδιές, καθώς αναδείχτηκε ο πιο ωραίος των Ελλήνων που πολέμησαν στον κάμπο του Ιλίου.

Στα ιστορικά χρόνια η Τήλος απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στην ποιήτρια Ηρίννα. Έζησε τον 4ο π.Χ. αιώνα και κατάφερε να διχάσει το πανελλήνιο με το ποιητικό της ταλέντο, αν και πέθανε στα 19 της χρόνια. Έγραψε λυρικά ποιήματα και πανέμορφα επιγράμματα. Οι στίχοι της «εκρίθησαν ίσοι Ομήρω», αλλά οι κακιές γλώσσες έλεγαν ότι μιμήθηκε τη Σαπφώ. Έτσι κι αλλιώς, τιμήθηκε πολύ από τους συγχρόνους της.

Στα νεότερα χρόνια η Σύμη έγινε ο τόπος, όπου στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο με το οποίο οι Ιταλοί παρέδωσαν τα Δωδεκάνησα στους συμμάχους (εν προκειμένω τους Άγγλους).

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Άνθρωποι κάθε ηλικίας ξεχύθηκαν στους δρόμους της Σύμης να γιορτάσουν την απελευθέρωση της

Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα

Τα Δωδεκάνησα γνώρισαν επιδρομείς και κατακτητές στο πέρασμα των αιώνων. Όλα αυτά τα πάθη και οι κακουχίες που πέρασαν οι Δωδεκανήσιοι δεν μπόρεσαν παρά να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ιστορική στέρεη αλυσίδα της ελληνικότητας των νησιών μας. Γιατί τα Δωδεκάνησα δεν ήταν τίποτα άλλο από ελληνικά. Με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947 τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν επίσημα στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα
Τα Δωδεκάνησα

Τα Δωδεκάνησα και τα οικονομικά τους

Η οικονομία τους ήταν διαλυμένη, όχι μόνο γιατί προηγήθηκε ο καταστροφικός πόλεμος, που εκδικήθηκε ιδιαίτερα το Αιγαίο, αλλά κυρίως γιατί η ιταλική κατοχή των νησιών εξουδετέρωσε κάθε παραδοσιακή παραγωγική δραστηριότητα του γηγενή πληθυσμού, εξαναγκάζοντας τον σε φυγή. Ευνόησε το εβραϊκό και τουρκικό στοιχείο, ιδιαίτερα αισθητό σε Ρόδο και Κω, χρησιμοποιώντας και σαν αιχμή στην αφελληνική της τακτική. Συνέδεσε και στήριξε την όλη δομή της οικονομίας των νησιών στα συμφέροντα της μικροπολιτικής Ιταλίας, στις βραχυπρόθεσμες ανάγκες του κατακτητή και στις μακρόπνοες βλέψεις του ιταλικού φασισμού σ’ αυτό το νευραλγικό σημείο της Μεσογείου.

Ο αγροτικός πληθυσμός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γη και να μεταναστεύσει στην ελεύθερη Ελλάδα και στο εξωτερικό, για να επιβιώσει εθνικά και βιολογικά, είτε να μετασχηματιστεί σε εργάτη οικοδομών, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’30, στα εργοτάξια των δημοσίων έργων του κατακτητή, όπου με μειωμένο μεροκάματο σε σύγκριση με το μεροκάματο που εισέπραττε ο Ιταλός «άποικος». Τα εντυπωσιακά κτίρια σε Ρόδο και Κω έγιναν κυριολεκτικά με τον ιδρώτα και το αίμα του δωδεκανησιακού λαού. Αυτό αποτέλεσε και το επιχείρημα της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο των Παρισίων που τερμάτιζε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραχωρούσε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, να αποκρούσει την αξίωση της Ιταλίας, που ζητούσε αποζημίωση για τα κτίρια που κατασκεύασε στα νησιά.

Το εμπόριο στα νησιά ελεγχόταν κυρίως από από δυο-τρεις μεγάλες ιταλικές εισαγωγικές επιχειρήσεις, που είχαν την αμέριστη συμπαράσταση των ιταλικών τραπεζών και κυρίως από το εβραϊκό εμπορικό κατεστημένο, που διέθετε και την τράπεζα του (Τράπεζα Αλχαδέφ), που συνεργαζόταν αρμονικά με την κρατούσα τάξη. Οι μόνες αξιόλογες εμπορικές επιχειρήσεις που ανήκαν στο γηγενή ελληνικό πληθυσμό, ήταν οι σπογγοεμπορικές, που δρούσαν στη Σύμη και την Κάλυμνο.

Τα νησιά αυτά από τα μέσα του 19ου αιώνα ήλεγχαν το παγκόσμιο εμπόριο των φυσικών σπόγγων με καταστήματα που διατηρούσαν στο Λονδίνο, την Τεργέστη, την Οδησσό και την ελεύθερη Ελλάδα. Το εμπόριο κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής ήταν κυρίως εισαγωγικό, με ευνοϊκή μεταχείριση των ιταλικών προϊόντων, μέσω ενός ειδικού τοπικού δασμολογίου, που εξυπηρετούσε τις αυξημένες και εξειδικευμένες ανάγκες των Ιταλών «αποίκων» και του στρατού κατοχής, που αριθμούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες.

Αλλά και στη μεταποίηση η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Κάποιες βασικές βιομηχανίες, όπως η αλευροβιομηχανία, η καπνοβιομηχανία, η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, η ελαιουργία, η οινοποιία και η κεραμουργία, δημιουργήθηκαν και ελέγχονταν από τους «αποίκους» βιομήχανους του Μιλάνου, για να εξυπηρετούν και αυτές τις ανάγκες της κατάκτησης. Οι παραδοσιακές μικροβιομηχανίες του ντόπιου στοιχείου (βυρσοδεψία, σαπωνοποιία, οινοποιία) συνθλίβονταν υπό την πίεση του άνισου ανταγωνισμού και διατηρούνταν σε λειτουργία για λόγους κυρίως οικογενειακού γοήτρου.

Και ο τουρισμός, τον οποίο ιδιαίτερα πρόσεξε η ιταλική διοίκηση, ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά από επιχειρήσεις ιταλικών συμφερόντων. Από τος αρχές της δεκαετίας του ’30, οι Ιταλοί διέβλεψαν τις δυνατότητες της Ρόδου για τουριστική ανάπτυξη και άρχισαν να εκτελούν μια σειρά από έργα, με τα οποία στόχευαν να καθιερώσου το νησί ως διεθνές τουριστικό κέντρο της Μεσογείου. Κατασκεύασαν το «Ξενοδοχείον των Ρόδων», ένα από τα πολυτελέστατα ξενοδοχεία της Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο σήμερα στεγάζει το Καζίνο της Ρόδου, καθώς και άλλα ξενοδοχεία. Οι Ιταλοί ανέδειξαν την μεσαιωνική πόλη και κατασκεύασαν το «Μέγαρο των Ιπποτών», αξιοποίησαν το Υδροθεραπευτήριο της Καλλιθέας,δημιούργησαν λουτρικές εγκαταστάσεις και γήπεδα γκολφ, καθώς και άλλα έργα τουριστικής υποδομής και συνέδεσαν τη Ρόδο με την Ιταλία αεροπορικώς και θαλάσσια με την «Adriatica» που εκτελούσε περιηγητικά δρομολόγια στη Μεσόγειο.

Τα έργα αυτά, που αποτέλεσαν τη βάση για το ξεκίνημα μετά την απελευθέρωση του ροδιακού τουρισμού, ήταν το μόνο θετικό στοιχείο της ιταλικής κατοχής των νησιών.

Ο πληθυσμός των Δωδεκανήσων

Οι οικονομικές συνθήκες στα νησιά είχαν και επιπτώσεις στις δημογραφικές εξελίξεις της περιοχής. Το 1947 στην πρώτη γενική απογραφή πληθυσμού οι κάτοικοι των Δωδεκανήσων ήταν 115.343. Λιγότεροι κατά 32.000 από το 1910 και κατά 20.000 κατά το 1936, σύμφωνα με τις αντίστοιχες απογραφές της τουρκικής και της ιταλικής διοίκησης. Από τη μέρα που οι Ιταλοί ήρθαν στα Δωδεκάνησα (Μάιος 1912), άρχισε η μαζική φυγή του πληθυσμού και ολοκληρώθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πενήντα χιλιάδες Δωδεκανήσιοι είχαν εγκατασταθεί στην Αμερική, την Αυστραλία και την ελεύθερη Ελλάδα. Η παρουσία των Καρπαθίων και των Νισύριων ήταν έντονη στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, όπου πολλοί από αυτούς διατηρούσαν εστιατόρια την 36 Λεωφόρο. Οι Ροδίτες συγκεντρώθηκαν στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Οι Χαλκίτες, οι Συμιακοί και οι Καλύμνιοι εγκαταστάθηκαν στο Τάρπον Σπρινγκ της Φλόριδας. Οι Καστελοριζιοί της Αυτσραλίας έφτασαν τους 15.000.

Στην Αθήνα και στο Πειραιά είχαν εγκατασταθεί χιλιάδες Δωδεκανήσιοι. Χατζηκυριάκειο, Δραπετσώνα, Άγιος Νείλος είναι περιοχές με μεγάλο πληθυσμό από τη Σύμη. Τα «Καρπάθικα» ίδρυσαν οι Καρπάθιοι που βρέθηκαν και στο Μαρούσι και στην Πεντέλη, τεχνίτες άριστοι στο λάξευμα της πέτρας και του μαρμάρου και ακόμη και στου Ψυρρή και στην Πλάκα.

Οι Δωδεκανήσιοι τα χρόνια της διασποράς συντηρούσαν τα σχολεία στα νησιά, έχτισαν εκκλησίες, ξεχρέωσαν τα χρέη των γονιών τους και πάντρεψαν τις αδελφές που έμειναν πίσω. Και το πιο σημαντικό: σήκωσαν το βάρος του Δωδεκανησιακού Αγώνα.

Τα Δωδεκάνησα διοικούνται από Έλληνες

Μετά το πέρας των εορτών για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων το ελληνικό κράτος έστειλε ό,τι καλύτερο διέθετα για να στελεχώσει τη νεοσύστατη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου. Σύμβουλοι Επικρατείας τέθηκαν επικεφαλής των τοπικών υπηρεσιών, ανώτατοι διπλωματικοί υπάλληλοι ανέλαβαν τις εξωτερικές υποθέσεις, γνωστοί οικονομολόγοι ανέλαβαν τα οικονομικά, διακεκριμένοι δικαστές ίδρυσαν τα πρώτα δικαστήρια. Οι μεγάλες τότε τράπεζες, η Εθνική, η Ιονική, η Αγροτική, η Τράπεζα της Ελλάδος, ίδρυσαν αμέσως υποκαταστήματα στη Ρόδο, με διευθυντές έμπειρους τραπεζίτες που αφουγκράστηκαν τις ανάγκες της αγοράς και συμπαραστάθηκαν στους επιχειρηματίες στα πρώτα τους βήματα.

Από τα πρώτα μελήματα του ελληνικού κράτους ήταν να αποδώσει στους αγρότες τη γη που τους είχε δημεύσει ο κατακτητής. Έπειτα να νοικοκυρέψει την ακίνητη περιουσία που βρήκε, δημιουργώντας ένα ειδικό τοπικό φορέα διαχείρισης. Να διατηρήσει και να κατοχυρώσει το τοπικό δασμολογικό καθεστώς για να τονώσει την αγορά και να κρατήσει το κόστος ζωής χαμηλό. Ακόμη να εφαρμόσει χαμηλούς συντελεστές στην άμεση φορολογία που σταδιακά εξομοιώθηκε. Να μην επιβάλλει ορισμένους φόρους κατανάλωσης που ίσχυαν στην υπόλοιπη Ελλάδα ή να τους εφαρμόσει μεμονωμένα. Να χρηματοδοτήσει γενναία τον ιδιωτικό τομέα στην αρχή και στη συνέχεια να εφαρμόσει με χαλαρότητα τους πιστοδοτικούς περιορισμούς που ίσχυαν στη λοιπή Ελλάδα. Και ακόμη να ενισχύσει τον τουρισμό των Δωδεκανήσων, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές φυσικές και πολιτιστικές συνθήκες με έργα υποδομής και με την παροχή μακροπρόθεσμων κατασκευαστικών δανείων, για τη δημιουργία των απαραίτητων έργων για τον τουρισμό.

Επιπλέον, στα Δωδεκάνησα κατασκευάστηκαν λιμάνια και αεροδρόμια σε όλα τα νησιά, λαϊκές κατοικίες, δρόμοι και σχολεία. Ιδρύθηκε η τότε Παιδαγωγική Ακαδημία στη Ρόδο. Ενισχύθηκε η τοπική αυτοδιοίκηση με ειδικούς οικονομικούς πόρους. Το ελληνικό κράτος έδωσε όσα έπρεπε και όσα μπορούσε. ήταν προκλητικά ευνοϊκό με τα Δωδεκάνησα. Αλλά και ο γηγενής πληθυσμός έδωσε πολλά στο ελληνικό κράτος. Έμεινε στον τόπο του και δημιούργησε. Το «αναπτυξιακό θαύμα» ήταν η συγκυρία: της εύνοιας της φύσης, της στοργής του κράτους και της θέλησης του γηγενή πληθυσμού για δημιουργία.

Οι δημογραφικές εξελίξεις, οι μεταβολές στα οικονομικά μεγέθη και οι δείκτες ευημερίας στα πιστοποιούν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πρόοδο που σημειώθηκε στα Δωδεκάνησα μετά την απελευθέρωση τους. Μια πρόοδος που οφείλεται αποκλειστικά στην ανάπτυξη του τουρισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr