Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 – 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου
Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Βίος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του  πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους  γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση.

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ’ όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην  επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1934

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».

Ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου στα Δεκεμβριανά

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των  Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μεταπολεμική περίοδος

1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής
1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952  συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το  παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο  Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα.

Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό  χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της.

Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο  στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκρούεται με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β’, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ’ όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα, ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ξέσπασε η  υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον  Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ’ υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών.

Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί.

Το τέλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας».

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες.

Οι ρήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

  • Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».
  • Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».
  • Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»
  • Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».
  • «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»
  • Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παπανδρέου

Please follow and like us:
error0

«ΑΣΠΙΔΑ»

Στην αρκετά μακρά ιστορία των μυστικών οργανώσεων που ταλάνισαν το εσωτερικό του ελληνικού στρατού από το 1909 έως το 1974, μία –αν και έχει περάσει μισός αιώνας από την αποκάλυψή της– εξακολουθεί να καλύπτεται από αχλύ μυστηρίου. Η οργάνωση «ΑΣΠΙΔΑ» (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα Ιδέα Δημοκρατία Αξιοκρατία) ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αντιμετωπιζόταν ως απόλυτο ψεύδος, ως μια σκευωρία που άνοιξε τον δρόμο για τη δικτατορία του 1967.

Στη δίκη για τον «ΑΣΠΙΔΑ»
Ο κατηγορούμενος λοχαγός Αρ. Μπουλούκος με τον αδελφό του Διονύσιο και τον συνήγορο υπεράσπισης Ευάγγελο Γιαννόπουλο στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Το Στρατοδικείο τον καταδίκασε σε 18 χρόνια κάθειρξη.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, και το παρόν άρθρο θα επιχειρήσει να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της υπόθεσης αυτής. Τον Φεβρουάριο του 1964 η Ένωσις Κέντρου με αρχηγό τον Γ. Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με το σαρωτικό 52,8%. Η δημοτικότητα της νέας κυβέρνησης στον Στρατό ήταν αμφίβολη λόγω και της ρητορικής του Ανένδοτου Αγώνα, που θεώρησε τον Στρατό κομματική μηχανή της ΕΡΕ. Βέβαια η Ε.Κ. είχε και υποστηρικτές εντός του στρατεύματος, οι οποίοι θεωρούσαν πως στα ανώτατα κλιμάκια κυριαρχούσαν φανατικοί αντίπαλοι του Κέντρου έτοιμοι ακόμη και να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Γι’ αυτόν τον λόγο τόσο ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Π. Γαρουφαλιάς, όσο και ο υφυπουργός του Μ. Παπακωνσταντίνου κατακλύστηκαν από υπομνήματα αξιωματικών που ζητούσαν σαρωτικές μεταβολές στη σύνθεση της διοίκησης του Στρατού. Τελικά, η συμβιβαστική έναντι των Ανακτόρων τακτική του Γεωργίου Παπανδρέου προκάλεσε δυσαρέσκεια στους νεότερους και δυναμικότερους οπαδούς της Ε.Κ. στο στράτευμα. Ένας από αυτούς, ο 32χρονος λοχαγός Α. Μπουλούκος, τον Ιούλιο του 1964, επικαλούμενος τον φόβο δεξιού πραξικοπήματος, προχώρησε στην ίδρυση της οργάνωσης «ΑΣΠΙΔΑ».

Η συγκρότηση μιας περίεργης κίνησης στρατιωτικών

Ο Μπουλούκος, παλαιός οπαδός του Γ. Γρίβα, διατηρούσε εχθρική στάση έναντι των κυβερνήσεων Καραμανλή για την εγκατάλειψη της ενωτικής προοπτικής στο Κυπριακό. Οταν ο Γρίβας το 1960 εμφανίστηκε ως ένας από τους ηγέτες της κεντρώας αντιπολίτευσης, ο Μπουλούκος ενθουσιωδώς συμμετείχε στη δημιουργία μιας συνωμοτικής ομάδας αξιωματικών η οποία φαίνεται πως στόχευε ακόμη και σε δυναμική αναμέτρηση με την κυβέρνηση. Η «κίνηση Γρίβα» έγινε εύκολα αντιληπτή και διαλύθηκε μέσω δυσμενών μεταθέσεων ευάριθμων στελεχών· η σύντομη αυτή εμπειρία πάντως υπήρξε καθοριστική για τον Μπουλούκο, ο οποίος προφανώς δεν μετέβαλε την πίστη του στην αναγκαιότητα σύμπηξης συνωμοτικών ομάδων μέσα στον Στρατό.

Αρχικά, ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ στράφηκε στους παλαιούς συντρόφους του από την «κίνηση Γρίβα» και κατάφερε να επανασυγκολλήσει τον πυρήνα της. Πιθανότατα ο (διαβόητος τη δεκαετία του 1980) λοχαγός διαβιβάσεων Θ. Τόμπρας ανέλαβε τη σύνταξη του όρκου της οργάνωσης. Σε ομολογουμένως περίεργα ελληνικά και με έντονη επιρροή από το αντίστοιχο κείμενο του ΙΔΕΑ, δινόταν έμφαση στην προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου από οιανδήποτε επιβουλή (κομμουνιστική ή μη), στην ανάγκη δημιουργίας μιας Μεγάλης Ελλάδας (μια σαφής αναφορά στη φιλοδοξία της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα) και στην υποχρέωση ένταξης στην οργάνωση αποκλειστικά αποφοίτων της Σχολής Ευελπίδων. Με βάση τις μαρτυρικές καταθέσεις βαθμοφόρων που βολιδοσκοπήθηκαν από τον Μπουλούκο, η οργάνωση δήλωνε αντίθετη προς τη Δεξιά και την Αριστερά, δεν είχε αντιμοναρχική στόχευση και ως βασικό της σκοπό έθετε την εξυπηρέτηση των μελών της σε θέματα ευνοϊκών τοποθετήσεων και προαγωγών. Μέχρι το φθινόπωρο του 1964, ο Μπουλούκος, εκμεταλλευόμενος τη θητεία του στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), είχε καταφέρει να μυήσει τουλάχιστον 40 κατώτερους αξιωματικούς, ακόμη και μέσα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ).

Ταυτοχρόνως, ο επικεφαλής της οργάνωσης επιδίωξε να έρθει σε επαφή με πολιτικά πρόσωπα και στράφηκε στον φιλόδοξο, ραγδαία ανερχόμενο, αλλά άπειρο περί τα πράγματα της χώρας, υπουργό Προεδρίας Ανδ. Παπανδρέου. Η σχέση Μπουλούκου – Παπανδρέου εξακολουθεί να έχει σκοτεινές πτυχές. Καθώς φαίνεται, ο αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ αποκάλυψε την ύπαρξη της οργάνωσης στον υπουργό και ζήτησε τη βοήθειά του, κάτι που δεν σημαίνει και ανάληψη της πολιτικής αρχηγίας εκ μέρους του υπουργού. Ο Ανδρέας δεν απέρριψε, ως ώφειλε, την επαφή με τον Μπουλούκο, πιθανόν θέλοντας πληρέστερη ενημέρωση για τα ενδότερα στο Στράτευμα. Ομως, μέσα στους επόμενους μήνες του 1964, οι επαναλαμβανόμενες αντιΝΑΤΟικές αναφορές του Ανδρέα τον αποξένωσαν από τον φιλοδυτικό Μπουλούκο.

Αποκάλυψη του «ΑΣΠΙΔΑ» και πολιτικές επιπτώσεις

Ο Μπουλούκος, είτε γιατί προξενούσε προβλήματα στα κεντρικά της ΚΥΠ είτε γιατί θέλησε να επεκτείνει την επιρροή του ΑΣΠΙΔΑ, μετατέθηκε στην Κύπρο στα τέλη του 1964. Στη Μεγαλόνησο όμως υπηρετούσαν πολλοί αντιπαπανδρεϊκοί αξιωματικοί και οι συνωμοτικές κινήσεις του έγιναν αντιληπτές. Ο παλαιός του πάτρωνας Γρίβας έπαυσε να τον καλύπτει και την άνοιξη του 1965 ο Α/ΓΕΣ Γεννηματάς έλαβε τις πρώτες καταγγελίες για τον υπερκινητικό λοχαγό. Τελικά, τον Μάιο του 1965 ο Γρίβας κατηγόρησε ευθέως τον Μπουλούκο για συνωμοσία, αφήνοντάς τον όμως να γυρίσει ανενόχλητος στην Ελλάδα, και την ίδια ώρα ενημέρωσε τον βασιλιά και τον υπουργό Εθνικής Αμυνας, όχι όμως και τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου.

Την πρωτοβουλία κινήσεων πήρε πλέον ο Γαρουφαλιάς, που προφανώς δεσμεύθηκε απέναντι στον Γ. Παπανδρέου ότι θα φρόντιζε να μην αναμειχθεί το όνομα του Ανδρέα στην υπόθεση. Απομάκρυνε τους ελάχιστους ανώτερους αξιωματικούς που ήταν αφοσιωμένοι στην κυβέρνηση στον τομέα των πληροφοριών και ανέθεσε στον, ανεπίληπτης εθνικοφροσύνης, αρχηγό του Στρατιωτικού Δικαστικού Σώματος, αντιστράτηγο Σίμο, τις ανακρίσεις. Το πόρισμα Σίμου απέδωσε μικρή σημασία στην οργάνωση και πρότεινε πειθαρχικά μέτρα για ελάχιστους αξιωματικούς, με πρώτο φυσικά τον Μπουλούκο. Η όποια ελπίδα για μυστικές ανακρίσεις κατέρρευσε νωρίς και αντιπολιτευόμενες εφημερίδες αποκάλυψαν την υπόθεση, κατηγορώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου ως ηγέτη της οργάνωσης.

Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ όμως εμφανίστηκε σε μια ταραχώδη εποχή και η ψύχραιμη αντιμετώπισή της αποτέλεσε πολυτέλεια. Οι σχέσεις μεταξύ βασιλιά Κωνσταντίνου και κυβέρνησης επιδεινώνονταν ραγδαία λόγω της επιθυμίας του πρώτου να έχει βαρύνοντα λόγο στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Μόλις η καταγγελία για την ύπαρξη συνωμοσίας στο στράτευμα διέρρευσε, ο βασιλιάς και η ΕΡΕ (που από καιρό θεωρούσε την Ε.Κ. οιονεί επαναστατικό κόμμα) ένιωσαν δικαιωμένοι. Την ίδια ώρα, ο κεντρώος Τύπος αντιμετώπισε τον ΑΣΠΙΔΑ ως κατασκευασμένη σκευωρία και τον Α/ΓΕΣ Γεννηματά ως υπεύθυνο για μεγαλοποίηση της υπόθεσης. Σε αυτή τη γραμμή προσχώρησε τελικά και ο Γ. Παπανδρέου, με αποτέλεσμα η επιθυμία του για ανάληψη από τον ίδιο του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και για αντικατάσταση του Γεννηματά να οδηγήσει στην πλήρη ρήξη με το Στέμμα τον Ιούλιο του 1965.

Σε ένα φορτισμένο κλίμα οι ανακρίσεις για τον ΑΣΠΙΔΑ συνεχίστηκαν από τον στρατιωτικό ανακριτή Λαγάνη. Οι εκατοντάδες μαρτυρικές καταθέσεις που συσσωρεύθηκαν όμως ελάχιστη βοήθεια προσφέρουν μέχρι και σήμερα στην κατανόηση του τι ακριβώς ήταν ο ΑΣΠΙΔΑ: στη συντριπτική τους πλειονότητα οι μάρτυρες κατηγορίες ασχολούνταν με τα πολιτικά φρονήματα των υποτιθέμενων συνωμοτών και όχι με πραγματικές πτυχές της δράσης τους. Το βούλευμα που εκδόθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1966 πρότεινε την παραπομπή σε δίκη 27 αξιωματικών με τη βαρύτατη κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, προσδιορίζοντας ως αρχηγούς τους συνταγματάρχες Παπατέρπο και Αναγνωστόπουλο, ουσιαστικούς επικεφαλής της ΚΥΠ επί Ε.Κ. Είναι αυτονόητο πως για τις εφημερίδες της Κεντροδεξιάς οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι, ενώ για εκείνες του Κέντρου και της Αριστεράς θύματα του δεξιού παρακράτους. Την ίδια στιγμή, αντίθετα με την επίσημη γραμμή του κόμματός τους, σε συνομιλίες τους με Αμερικανούς διπλωμάτες, τόσο ο Ανδρέας όσο και ο Μ. Παπακωνσταντίνου αναγνώριζαν τον ΑΣΠΙΔΑ ως πραγματική οργάνωση, αλλά με μόνο στόχο την αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών της, χωρίς πολιτική ατζέντα.

Η δικαστική διερεύνηση και η ετυμηγορία για τους 27

Η δίκη των εμπλεκομένων ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1966 και διήρκεσε πέντε μήνες. Τόσο η αμερικανική, όσο και η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα ήλπιζαν πως από την ακροαματική διαδικασία θα προέκυπτε καταφανής ανάμειξη του Ανδρέα που θα οδηγούσε στον εξοβελισμό του από την πολιτική ζωή και σε ομαλοποίηση της κατάστασης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη: οι μαρτυρίες δεν βοήθησαν σε μια πιο διαφωτιστική προσέγγιση της οργάνωσης, ενώ οι αλληλοκατηγορίες και η διαρκής ένταση μεταξύ κατηγορουμένων και έδρας δεν άφηναν τη διαδικασία να εξελιχθεί. Οταν μάρτυρας κατηγορίας υπονόησε ότι εμπλεκόμενος στη συνωμοσία ήταν και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, αντιστράτηγος Τσολάκας, το Στρατοδικείο αποφάσισε να συνεχιστεί η διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, συσκοτίζοντας ακόμη περισσότερο την αλήθεια. Η ετυμηγορία ανακοινώθηκε στα μέσα Μαρτίου του 1967 και περιελάμβανε την αθώωση 12 εκ των 27 κατηγορουμένων και ποινές που ξεκινούσαν από 18 χρόνια κάθειρξη (για τους Παπατέρπο και Μπουλούκο) και κατέληγαν στα δύο χρόνια φυλάκισης για άλλους κατηγορουμένους. Οι ποινές ήσαν μάλλον χαμηλές δεδομένης της βαρύτητας των κατηγοριών. Ας σημειωθεί πως οι καταδικασμένοι αξιωματικοί συμπεριελήφθησαν στην αμνηστία που χορήγησε η Χούντα τον Δεκέμβριο του 1967. Η άρση της ασυλίας του Α. Παπανδρέου προκειμένου να προσαχθεί σε δίκη ως πολιτικός αρχηγός της συνωμοσίας του ΑΣΠΙΔΑ αποτέλεσε τροχοπέδη στις απόπειρες συνεννόησης μεταξύ των μεγάλων αστικών κομμάτων και θεωρείται μία από τις αιτίες κατάρρευσης της υπηρεσιακής κυβέρνησης Παρασκευόπουλου, που άνοιξε τον δρόμο για νέα όξυνση των πολιτικών παθών.

Συμπερασματικά, η υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» προκάλεσε αναταράξεις δυσανάλογες του μεγέθους της και της δράσης της οργάνωσης. Κατά πάσα πιθανότητα κεντρική επιθυμία του εμπνευστή της συσσωμάτωσης Μπουλούκου ήταν η διαμόρφωση ενός δικτύου αλληλοϋποστήριξης, όπως είχε καταλήξει ο ΙΔΕΑ. Είναι εντυπωσιακό το πώς από τους κατηγορουμένους της δίκης ελάχιστοι είχαν πραγματική σχέση με την οργάνωση: οι περισσότεροι διώχθηκαν μάλλον για τα φρονήματά τους παρά για την όποια συνωμοτική ζύμωση. Η Ε.Κ. έχασε τα αδύναμα ερείσματά της στον τομέα των μυστικών υπηρεσιών και οι σχέσεις της με την ΕΡΕ δηλητηριάστηκαν, εμποδίζοντας την απαραίτητη μετά τα Ιουλιανά του 1965 καταλλαγή στην πολιτική ατμόσφαιρα. Ουσιαστικά, ωφελημένοι από την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν δύο παράγοντες: Αρχικά, η ομάδα του Γ. Παπαδόπουλου που πρωταγωνίστησε στην εξουδετέρωση της ομάδας Μπουλούκου αποδεικνύοντας τη χρησιμότητά της στους πάτρωνές της: στελέχη που έγιναν πασίγνωστα μετά την 21η Απριλίου όπως οι Θεοφιλογιαννάκος, Στειακάκης, Παλαιολόγος υπήρξαν δυναμικοί μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη. Ο άλλος ωφελημένος ήταν ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου: οι οξείες επιθέσεις που δέχθηκε δεν τον αποδυνάμωσαν. Για τις μάζες του Κέντρου και της Αριστεράς ήταν ο ριζοσπάστης ηγέτης που φόβιζε το «κατεστημένο», το οποίο για να τον αποδυναμώσει στρεφόταν σε μηχανορραφίες, όπως η «σκευωρία» του ΑΣΠΙΔΑ.

Το κείμενο είναι του κ. Δημήτρη Παπαδιαμάντη, διδάκτωρος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Εθνικού – Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/882322/article/epikairothta/ellada/h-ypo8esh-aspida

Please follow and like us:
error0