Η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941)

Η Πηνελόπη Δέλτα (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 24 Απριλίου 1874 – Αθήνα, 2 Μαΐου 1941) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Η Πηνελόπη Δέλτα
Η Πηνελόπη Δέλτα

Η Πηνελόπη Μπενάκη – Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τον επιχειρηματία και εθνικό ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και την Βιργινία Χωρέμη, μέλος της ισχυρής τότε εμπορικής οικογένειας Χωρέμη της Αλεξάνδρειας. Η Πηνελόπη ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας ήταν: η Αλεξάνδρα Μπενάκη Χωρέμη – Daves, ο Αντώνης Μπενάκης, ο Κωνσταντίνος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος Μπενάκης και η Αργίνη Μπενάκη – Σαλβάγου.

Η Πηνελόπη Δέλτα έγραψε ιστορίες και παραμύθια για παιδιά. Υπηρέτησε την παιδική λογοτεχνία όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα. Σήμερα θεωρείται η συγγραφέας που έβαλε γερές βάσεις στο παιδικό βιβλίο. Με μια ψυχή γεμάτη Ελλάδα, με μια παιδικότητα -με την καλή έννοια- ύφους, έδωσε αριστουργήματα στην παιδική μας λογοτεχνία. Λάτρεψε το παιδί και λατρεύτηκε από αυτό. Τρία πράγματα λάτρεψε στη ζωή της η Πηνελόπη Δέλτα: την Ελλάδα, το παιδί και τους φτωχούς. Και τα τρία τα υπηρέτησε πιστά και στα τρία έδωσε τον εαυτό της. Στα παιδιά έδωσε αφηγήματα διαποτισμένα από την ιστορία μας και από τις παραδόσεις μας, στους φτωχούς στάθηκε συμπαραστάτης και αρωγός και στην Ελλάδα, με την κοινωνική και πνευματική της προσφορά, δεν άφησε τομέα που να μην κάλυψε με τον γνήσιο πατριωτισμό της.

Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα

  • 1909: Για την Πατρίδα
  • 1909: Η καρδιά της βασιλοπούλας
  • 1910: Παραμύθι χωρίς όνομα
  • 1911: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
  • 1915: Παραμύθια και άλλα
  • 1921: Τ’ Ανεύθυνα
  • 1922: Στο Κοτέτσι (παραμύθι)
  • 1925: Η ζωή του Χριστού – (δίτομο)
  • 1927: Το γκρέμισμα
  • 1932: Τρελαντώνης
  • 1935: Μάγκας
  • 1937: Στα μυστικά του βάλτου
  • 1939: Οι Ρωμιοπούλες (μυθιστόρημα για ενήλικες)

Το τέλος της ζωής της στάθηκε, δυστυχώς, μια πράξη επιβεβαίωσης αυτής της ξέφρενης λατρείας της για την πατρίδα. Πέθανε λίγες μέρες αφότου μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, από δυνατό ψυχικό κλονισμό στις 2 Μαΐου 1941.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Πηνελόπη_Δέλτα

Ο Αδόλφος Χίτλερ χρειάζεται ψυχολόγο

Ο Αδόλφος Χίτλερ και οι Ναζί διέπραξαν μια σειρά από αποτρόπαιες πράξεις κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, οδηγώντας στο θάνατο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές.

Στην πραγματικότητα, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πραγματοποιήθηκε η μαζική δολοφονία περίπου έξι εκατομμυρίων Εβραίων, καθώς και ο θάνατος εκατομμυρίων άλλων ατόμων συμπεριλαμβανομένων Ρομά και ομοφυλοφίλων.

Ο Αδόλφος Χίτλερ
Ο Αδόλφος Χίτλερ

Ο εγκληματίας Αδόλφος Χίτλερ

Πολλοί επιστήμονες εκείνης της εποχής προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν το ψυχολογικό προφίλ του Χίτλερ.

Μία από τις πρώτες δημοσιευμένες αναφορές της προσωπικότητας του Χίτλερ πραγματοποιήθηκε από τον Ελβετό ψυχίατρο, ψυχαναλυτή και μαθητή του Φρόυντ, Carl Jung.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Jung συνάντησε στο Βερολίνο και παρατήρησε την αλληλεπίδραση μεταξύ του Χίτλερ και του Ιταλού δικτάτορα Μουσολίνι.

Αυτό που σημείωσε ήταν ότι ο Μουσολίνι του φάνηκε ότι ήταν ένας «αυθεντικός άνθρωπος», που είχε ζεστασιά και ενέργεια, ενώ ο Χίτλερ του ενέπνευσε μόνο φόβο. Κατά το χρονικό διάστημα της αλληλεπίδρασής τους, ο Jung είπε ότι ο Χίτλερ δεν γέλασε καθόλου και του φάνηκε ότι ήταν «σε κακή διάθεση, μουτρωμένος». Ο Jung τον έκρινε, επίσης, ως ασεξουαλικό και ανελέητο, με μοναδικό σκοπό να ιδρύσει το Τρίτο Ράιχ.

Ο Αμερικανός ψυχαναλυτής Walter Charles Langer παρείχε μια ακόμη ψυχαναλυτική αξιολόγηση του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιώντας πηγές που ήταν διαθέσιμες μέχρι το 1943. Διέγνωσε τον Χίτλερ ως νευρωτικό στα όρια του ψυχωτικού, με σύμπλεγμα του Μεσσία, με μαζοχιστικές τάσεις, με ισχυρές σεξουαλικές διαστροφές και με υψηλή πιθανότητα ομοφυλοφιλίας. Ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι ο Χίτλερ είχε πολλές σχιζοφρενικές τάσεις και ότι το πιθανότερο ήταν πως θα αυτοκτονούσε.

Η πιο διάσημη ψυχολογική μελέτη για τον Χίτλερ πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου από τον Henry A. Murray- πρώην διοικητή της Ψυχολογικής Κλινικής του Χάρβαρντ- για λογαριασμό του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών, το οποίο ήταν μια υπηρεσία πληροφοριών που σχηματίστηκε από τις ΗΠΑ τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Murray ανέφερε ότι, παρόλο που υπήρχαν λίγες διαθέσιμες πληροφορίες για την παιδική ηλικία του Χίτλερ, η συγκεκριμένη χρονική περίοδος ήταν ασταθής. Ο πατέρας του περιγράφεται ως τυραννικός και βίαιος και, ύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Michael Stone, φημολογείται ότι χτυπούσε τακτικά τόσο τον Χίτλερ όσο και τον μεγαλύτερο αδερφό του με ένα μαστίγιο.

Ο Stone, μάλιστα, θεωρούσε ότι το μίσος του Χίτλερ για τον πατέρα του πυροδότησε το μίσος του για τους Εβραίους, οι οποίοι λειτούργησαν ως «αποδιοπομπαίοι τράγοι» για την οργή που του είχε δημιουργηθεί.

Ο Murray, τέλος, αναγνώριζε ότι ο πυρήνας του μίσους και της οργής του Χίτλερ ήταν και η «κινητήριος δύναμη» της καριέρας του, και υποστήριζε ότι μια διεξοδική μελέτη της προσωπικότητας του Χίτλερ είναι μια σημαντική συνεισφορά στην ψυχιατρική και την επιστήμη, επειδή η δημοσίευση της συμπεριφοράς του Χίτλερ μπορεί να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας για άλλους «υποψήφιους Χίτλερ».

Πηγή: https://www.psychology.gr

«Ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών

Η ιδέα για την «ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών, σωματικά και ψυχικά, δεν ήταν βέβαια καινούρια, αλλά ήταν η ακραία απόληξη του κύματος ευγονικής που σάρωνε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα πολλές χώρες της Ευρώπης καθώς και τις ΗΠΑ.


«Ευθανασία» ανεπιθύμητων ασθενών
Η επιστολή εξουσιοδότησης της επιχείρησης που υπογράφηκε από το Χίτλερ

Η επιχείρηση για την «ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών

Ενδεικτικό των προτεραιοτήτων της ναζιστικής δολοφονικής μηχανής ήταν πως την 1η Σεπτέμβρη 1939, μαζί με την κήρυξη του φονικότερου καταγεγραμμένου πολέμου στην ιστορία, υπογράφηκε προσωπικά από το Χίτλερ ένα έγγραφο με το οποίο εγκαινιαζόταν η συστηματική επιχείρηση «ευθανασίας» χιλιάδων ΑμεΑ και ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές, στο όνομα της διατήρησης της φυλετικής καθαρότητας του γερμανικού έθνους.

Ο Φύρερ, με το εν λόγω έγγραφο, το οποίο δεν είχε τυπική νομική ισχύ, ακριβώς επειδή οι ναζί δεν ήθελαν να δημοσιοποιήσουν το νέο τους έγκλημα, εξουσιοδοτούσε τον επικεφαλής της καγκελαρίας του Ράιχ Φίλιπ Μπούλερ, καθώς και τον προσωπικό του γιατρό, Καρλ Μπραντ, «να διευρύνουν τις αρμοδιότητες ιατρών που θα καθοριστούν ονομαστικά, ώστε όσοι έχουν στα ανθρωπίνως δυνατά όρια εκτίμησης κριθεί ανίατα ασθενείς να λάβουν έναν ελεήμονα θάνατο».

Επρόκειτο για την αρχή της Επιχείρησης Τ4, που πρόσθεσε άλλη μια σελίδα φρίκης και ντροπής στο μακρύ κατάλογο των ναζιστικών ανοσιουργημάτων. Η ιδέα για την «εκκαθάριση» των σωματικά και ψυχικά ανεπιθύμητων ασθενών δεν ήταν βέβαια καινούρια, αλλά ήταν η ακραία απόληξη του κύματος ευγονικής που σάρωνε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα πολλές χώρες της Ευρώπης καθώς και τις ΗΠΑ, με γνωστότερο παράδειγμα τη Σουηδία, όπου οι υποχρεωτικές στειρώσεις ψυχικά ασθενών, αναπήρων, αλλά και «αντικοινωνικών» ατόμων, ήταν πρακτική που σταμάτησε μόλις τη δεκαετία του ’70.

Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα την ευθανασία της «ανάξιας ζωής», η ιδέα ανήκε στον αυστριακό ψυχολόγο Άντολφ Γιοστ, που το 1895 κυκλοφόρησε τη μπροσούρα Το δικαίωμα στο θάνατο. Σε αυτή όριζε πως η αξία της ζωής ενός ανθρώπου ορίζεται από την αξία που έχει για το ίδιο το άτομο, δηλαδή την αναλογία χαράς και πόνου που βιώνει, καθώς και από το κόστος και τα οφέλη που συνεπάγεται για το κοινωνικό σύνολο η ύπαρξή του. Σε περίπτωση που το «ισοζύγιο» ήταν αρνητικό, ο θάνατος πρόβαλε ως θετική εναλλακτική. Κατά μία ειρωνεία της τύχης, ο ίδιος ο Γιοστ πέθανε πάμφτωχος σε ηλικία μόλις 34 ετών σε ψυχιατρείο του Ζόραου.

Παρόλα αυτά, οι ιδέες του δεν ξεχάστηκαν, και στη δεκαετία του ’20 άρχισαν να προπαγανδίζονται εκ νέου στη Γερμανία από το νομικό Καρλ Μπίντινγκ και τον ψυχίατρο και νευρολόγο Άλφρεντ Χόχε, με το έργο Η νομιμοποίησης εξόντωσης της ανάξιας ζωής.

Οι ναζί υιοθέτησαν με ενθουσιασμό τις ιδέες των συγγραφέων και το 1929, πριν ακόμα έρθουν στην εξουσία δηλαδή, ο Χίτλερ διακήρυσσε στο ετήσιο κομματικό συνέδριο της Νυρεμβέργης πως Ο παραμερισμός 700.000 – 800.000 των πιο αδύναμων ανάμεσα σε ένα εκατομμύριο νεογνά κάθε χρόνο σημαίνει ενδυνάμωση κι όχι αποδυνάμωση του έθνους. Στην ίδια διοργάνωση, μερικά χρόνια αργότερα, το 1935, ο Χίτλερ ανακοίνωσε στον επικεφαλής των ιατρών του Ράιχ, Γκέρχαρντ Βάγκνερ πως σκόπευε να κάνει στην άκρη τους ανίατα ψυχικά ασθενείς, το αργότερο στην περίπτωση ενός μελλοντικού πολέμου.

Η «ευθανασία» των παιδιών

Πρόδρομος της επιχείρησης Τ4 ήταν η λεγόμενη «ευθανασία των παιδιών». Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργείου εσωτερικών του Ράιχ στις 18 Αυγούστου 1939, που έφερε την ένδειξη «αυστηρά απόρρητο», μαιευτήρες και μαίες, όπως και τα νοσοκομεία στα οποία εργάζονταν υποχρεούνταν να ενημερώνουν το κράτος αν υπήρχαν νεογέννητα που έφεραν «ύποπτα» χαρακτηριστικά σωματικής ή νοητικής στέρησης. Αρχικά το όριο ηλικίας θεσπίστηκε στα 3 έτη, σύντομα όμως περιέλαβε και ασθενείς ως 16 ετών. Μετά την αποστολή των φακέλων, μια επιτροπή αποφάσιζε ποια παιδιά θα κατέληγαν στο πρόγραμμα ευθανασίας και ποια θα επιζούσαν.

Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου το μέλλον των παιδιών θα καθορίζονταν από τους γιατρούς σε μεταγενέστερο χρόνο, ανάλογα με την εξέλιξη της αναπηρίας ή της ασθένειάς τους στο μέλλον.

Αλλά και τα καταδικασμένα σε θάνατο παιδιά χρησίμευαν επί μήνες ως πειραματόζωα κλινικών μελετών, ενώ οι εγκέφαλοί τους αφαιρούνταν μετά θάνατο για περαιτέρω εξέταση. Οι ιθύνοντες προσπαθούσαν να αποδίδουν τους θανάτους σε φυσικά αίτια, υποσιτίζοντας τα παιδιά και κρατώντας τα σε χώρους χωρίς θέρμανση, με αποτέλεσμα να θερίζουν οι πνευμονίες, ο τύφος και η φυματίωση. Σε πολλές ακόμα περιπτώσεις η εξόντωση επέρχονταν με σταδιακή χορήγηση υπερδοσολογίας βαρβιτουρικών και μορφίνης, που έμπαιναν στο φαγητό ή χορηγούνταν ενέσιμα ως δήθεν «φάρμακα κατά του τύφου».

Τίργκαρτεν 4 ή Τ4

Το ξέσπασμα του πολέμου πράγματι ριζοσπαστικοποίησε, όπως είχε προαναγγείλει ο Χίτλερ, τη δολοφονική διάθεση του καθεστώτος έναντι των ΑμεΑ και των ψυχικά ασθενών, έτσι ώστε από τον Οκτώβρη του 1939 ξεκίνησε η εφαρμογή του προγράμματος και σε βάρος ενηλίκων, οι οποίοι είχαν καθοριστεί κατ’ αρχάς σε 70.000. Η υπηρεσία που ανέλαβε το καθήκον αυτό στεγαζόταν στην οδό Τίργκαρτεν 4 στο Βερολίνο, εξού και στην ιστοριογραφία επικράτησε ο όρος Τ4 για ολόκληρη τη βιομηχανία εξόντωσης ασθενών.

«Ευθανασία» των ανεπιθύμητων ασθενών
Ανάκτορο Ζόνενσταϊν στην Πίρνα της Σαξονίας. Εδώ θανατώθηκαν περίπου σε θαλάμους αερίων 13000 περίπου ασθενείς καθώς και 1000 αιχμάλωτοι στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Στόχος ήταν η εξάλειψη των ανίατων κληρονομικών ασθενειών και η μείωση του κόστους περίθαλψης των ασθενών. Όλα τα νοσοκομεία, άσυλα και παρεμφερείς δομές υποχρεούνταν να καταγράψουν όλους τους ασθενείς που έπασχαν από σχιζοφρένεια, επιληψία, εγκεφαλίτιδα, νοητική στέρηση, παράλυση, νόσο Χάντιγκτον, άνοια, επίσης όλους όσοι διέμεναν πάνω από 5 χρόνια σε ένα ίδρυμα ή είχαν διαπράξει ποινικά αδικήματα, όπως και τους αλλοδαπούς και τους μη άριους τρόφιμους. Ακολουθούσε και πάλι η αξιολόγηση μιας επιτροπής, που έκρινε τη ζωή, το θάνατο ή την αναμονή για διεξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο μέλλον.

Οι μελλοθάνατοι μεταφέρονταν αρχικά σε «ενδιάμεσα ιδρύματα», κυρίως ψυχιατρεία, για να καθησυχάζονται οι συγγενείς, αλλά και να αποφεύγεται ο συνωστισμός σε αυτά καθεαυτά τα «Ιδρύματα θανάτου». Όταν οι ασθενείς κατέφθαναν στον προορισμό τους, γδύνονταν, ζυγίζονταν, μετριούνταν και φωτογραφίζονταν, πριν εξεταστούν για τελευταία φορά από τους γιατρούς, που στόχο είχαν να εφεύρουν μια αληθοφανή αιτία θανάτου για το πιστοποιητικό που θα εκδιδόταν αργότερα. Οι ασθενείς στέλνονταν τάχα για μπάνιο, σε θαλάμους αερίων, που τότε χρησιμοποιήθηκαν πιλοτικά για πρώτη φορά, όπου διοχετεύονταν μονοξείδιο του άνθρακα. Στη συνέχεια τα πτώματα καίγονταν σε κρεματόρια, ενώ νωρίτερα τους αφαιρούνταν τα χρυσά δόντια.

Στις 31 Γενάρη 1941, ο Γκέμπελς σημείωνε στο ημερολόγιο του: Συζήτηση με το Μπούλερ για τη σιωπηλή εκκαθάριση ψυχασθενών. 40.000 έφυγαν, 60.000 ακόμα πρέπει να φύγουν. Είναι μια σκληρή, αλλά αναγκαία δουλειά. Και πρέπει να γίνει τώρα. Ο Μπούλερ είναι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτό.

Στις 24 Aυγούστου 1944 ο Χίτλερ έδωσε προφορικά την εντολή στους Μπούλερ και Μπραντ να ανασταλλεί η επιχείρηση Τ4, συνεχίστηκε όμως κανονικά το πρόγραμμα παιδικής ευθανασίας, καθώς και μεμονωμένες θανατώσεις ενήλικων ασθενών σε ιδρύματα. Επίσης, τρία από τα επίσημα ιδρύματα θανάτου παρέμειναν εν λειτουργία ως το τέλος του πολέμου, για τη θανάτωση αιχμαλώτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που ήταν πλέον πολλοί άρρωστοι για να εργαστούν. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο πρόωρος τερματισμός της Τ4 οφείλεται περισσότερο στο γεγονός πως την ίδια περίπου εποχή κορυφώθηκε η επιχείρηση εξόντωσης των Εβραίων και άλλων «μιασμάτων» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με αποτέλεσμα οι «σπεσιαλίστες του θανάτου» να είναι πλέον απαραίτητοι σε άλλες δομές. Ο τελικός αριθμός των θυμάτων είναι δύσκολο να υπολογιστεί, εκτιμάται όμως πως πέρα από τους 70.000 βεβαιωμένους νεκρούς της Τ4, οι συνολικές θανατώσεις όλων των συστηματικών και μεμονωμένων ευθανασιών μπορεί να ανέρχονται και περί τις 300.000.

Οι αντιδράσεις

Ο λόγος που περιορίστηκε το πρόγραμμα ευθανασίας αποδίδεται συνήθως στις εκτεταμένες για τα δεδομένα του Γ’ Ράιχ αντιδράσεις. Γεγονός που είχε να κάνει πως εν προκειμένω η εγκληματική δράση δεν στοχοποιούσε «μόνο» Εβραίους, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους και γενικά apri ori δαιμονοποιημένους αντιπάλους και μειονότητες, αλλά και τα παιδιά, τους συγγενείς και τους φίλους, «άριων» και κατά τα λοιπά απόλυτα νομοταγών πολιτών.

Δεν είναι τυχαίο που στις αντιδράσεις πρωτοστάτησαν επίσκοποι κυρίως της καθολικής, αλλά και της – ακόμα πιο στενά συνδεδεμένης με το κράτος – προτεσταντικής εκκλησίας, μαζί με συγγενείς θυμάτων, αλλά και μεμονωμένους διευθυντές κι εργαζόμενους στα ιδρύματα όπου γινόταν η διαλογή των προς εξόντωση ασθενών.

Η τύχη των εγκληματιών

Παρά την εξόφθαλμη παρανομία της υπόθεσης, ακόμα και με βάση το δίκαιο της ναζιστικής Γερμανίας, ένας και μόνο δικαστής τόλμησε να ορθώσει το ανάστημά του στη θεσμική ορθότητα της διαδικασίας. Επρόκειτο για το δικαστή Λόταρ Κρέισιγκ, από το Βραδεμβούργο του Χάβελ, που αναλάμβανε συστηματικά κηδεμονίες παιδιών με αναπηρία ή ψυχικές παθήσεις, τα οποία είχαν εγκαταλείψει ή αδυνατούσαν να κρατήσουν οι γονείς τους. Ο Κράισιγκ θορυβήθηκε όταν διαπίστωσε πως αυξανόμενος αριθμός των παιδιών υπό την ευθύνη του δηλώνονταν ως νεκρά.

Το 1940 διαβίβασε την υποψία του για μαζικές δολοφονίες των ασθενών αυτών στο υπουργείο δικαιοσύνης, απ’ όπου προσπάθησαν να τον φιμώσουν, ενημερώνοντάς τον πως η επιχείρηση γινόταν υπό την αιγίδα του Μπούλερ. Ο Κράισιγκ τότε δε δίστασε να υποβάλλει μήνυση κατά του διευθυντή της καγκελαρίας για φόνο, ενώ εξέδωσε διαταγές απαγόρευσης μεταφοράς παιδιών υπό την κηδεμονία του από τα ιδρύματα στα οποία φιλοξενούνταν. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο Κράισιγκ δε συνελήφθη, ωστόσο βγήκε σε αναγκαστική σύνταξη ώστε να ανακοπεί η ενοχλητική του δράση

Σε ό,τι αφορά την τύχη των γιατρών, νοσηλευτών και υπόλοιπων συμμετεχόντων στην εξόντωση των ανεπιθύμητων ασθενών, η μεταπολεμική αστική δικαιοσύνη αντιμετώπισε με εξαιρετική επιείκια την περίπτωσή τους. Από τις 438 συνολικά ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν, κυρίως σε βάρος γιατρών και δευτερευόντως δικαστών για το θέμα, μόλις το 6,8% έφτασε τελικά στα δικαστήρια, με τη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων να λήγει με χαμηλές ποινές, αλλά και αρκετές αθωώσεις.

Ο μόνος που λογοδότησε για τα εγκλήματά του (που δεν περιλάμβαναν μόνο την επιχείρηση Τ4), ήταν ο Καρλ Μπραντ, στη λεγόμενη Δίκη των Γιατρών, όπου καταδικάστηκε και εκτελέστηκε το 1948. Όσο για το βασικό διοργανωτή της επιχείρησης, το Φίλιπ Μπούλερ, είχε προλάβει να αυτοκτονήσει λίγες μέρες μετά τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας, στις 19 Μαΐου 1945.

Σήμερα υπάρχουν πολλά μνημεία διάσπαρτα σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας που υπενθυμίζουν το έγκλημα, χρειάστηκε όμως να περάσουν 65 χρόνια από το τέλος του πολέμου, ώστε η Γερμανική Ψυχιατρική Εταιρεία να ζητήσει το 2010 επίσημα συγγνώμη για τα δεινά και την αδικία που προκάλεσαν στα θύματα και τους συγγενείς τους Γερμανοί και Γερμανίδες ψυχίατροι στο όνομα της ψυχιατρικής και για την υπερβολικά μακροχρόνια σιωπή, ωραιοποίηση και απώθηση των γεγονότων που ακολούθησε μετέπειτα.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr

Άουσβιτς

Την άνοιξη του 1944 η ηγεσία των Συμμαχικών δυνάμεων έλαβε πληροφορίες για κτηνωδίες στο Άουσβιτς -Μπιρκενάου στη νότια Πολωνία- ένα μέρος που πλέον είναι γνωστό ως ένα από τα πλέον φρικιαστικά στρατόπεδα θανάτου των Ναζί. Δύο Εβραίοι κρατούμενοι που απέδρασαν αποκάλυψαν τι συνέβαινε, οπότε η διοίκηση των Συμμάχων βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα, ενώ ο πόλεμος έμπαινε στην τελική του φάση: Να αποσταλούν αεροπλάνα για να βομβαρδίσουν το στρατόπεδο θανάτου, παρά τον κίνδυνο μεγάλων απωλειών ζωών κρατουμένων, ή το κόστος (τόσο στρατιωτικό, όσο και από πλευράς πιθανής απώλειας ζωής) ήταν πολύ μεγάλο, δεδομένου ότι ο πόλεμος βρισκόταν σε κομβικό σημείο; Όπως αναφέρεται σε σχετικό δημοσίευμα του Live Science, σε νέο ντοκιμαντέρ του PBS, με τίτλο «Secrets of the Dead: Bombing Auschwittz», ιστορικοί εξετάζουν το δίλημμα των ηγετών των Συμμάχων, μεταξύ μιας «ηθικής» μεν, αλλά άκαρπης στρατιωτικά επιχείρησης και της χρήσης της πλήρους ισχύος τους για να ηττηθεί η πολεμική μηχανή των Ναζί.

Άουσβιτς

Οι αριθμοί των κρατουμένων στο Άουσβιτς εκτινάχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου: Τον Αύγουστο του 1944 βρίσκονταν εκεί περίπου 400.000 άνθρωποι, οι 205.000 εκ των οποίων Εβραίοι και οι άλλοι 195.000 Πολωνοί, Σοβιετικοί, Ρομά κ.α. Όταν ο Ρούντολφ Βρμπα και ο Άλφρεντ Βέτσλερ απέδρασαν τον Απρίλιο του 1944 έδωσαν στους Συμμάχους μαρτυρίες για τους θαλάμους αερίων και τις μαζικές εξοντώσεις ανθρώπων,σ ε αδιανόητη κλίμακα. Η μαρτυρία τους αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Πρωτόκολλο Άουσβιτς, σύμφωνα με το PBS. Από τον Μάιο ως τον Ιούλιο, αντίγραφά του έφτασαν στην Ελβετία, στην Ουάσιγκτον και στην ηγεσία των Συμμαχικών δυνάμεων- με τον ίδιο τον Τσώρτσιλ να συστήνει βομβαρδισμό του στρατοπέδου.

Ωστόσο εν τέλει δεν απεστάλησαν βομβαρδιστικά, αν και οι συμμαχικές επιδρομές ήδη στοχοποιούσαν το χημικό εργοστάσιο της IG Farben που βρισκόταν μόλις 6 χλμ από το στρατόπεδο θανάτου και μάλιστα χρησιμοποιούσε κρατουμένους- σκλάβους ως εργατικό δυναμικό. Διάφοροι παράγοντες έκαναν τους Συμμάχους να απορρίψουν το Άουσβιτς ως πιθανό στόχο, σύμφωνα με την Τάμι Ντέιβις Μπιντλ, καθηγήτρια ιστορίας και στρατηγικής εθνικής ασφαλείας στο US Army War College στο Καρλάιλ της Πενσιλβάνια.

Ένας από τους λόγους, είπε στο Live Science η Μπιντλ, έχει τις ρίζες του στον αντισημιτισμό στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος υποδαυλιζόταν από τη ναζιστική προπαγάνδα που υποδείκνυε ότι οι Εβραίοι χειραγωγούσαν τη Συμμαχική πολεμική προσπάθεια. «Οι πολιτικοί ανησυχούσαν εάν φαινόταν πως καταβάλλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για τους Εβραίους» είπε σχετικά. Αξίζει να σημειωθεί πως πολλές προσωπικότητες στην ηγεσία των ΗΠΑ (Εβραίοι και μη) συμφωνούσαν τότε πως η διατήρηση της υποστήριξης της κοινής γνώμης προς τον πόλεμο προϋπέθετε την υποβάθμιση των θεμάτων που είχαν να κάνουν με Εβραίους, σύμφωνα με τον Μάικλ Μπέρενμπαουμ, καθηγητή Εβραϊκών Μελετών στο Αμερικανοεβραϊκό Πανεπιστήμιο στο Λος Άντζελες. «Υπήρχε ο φόβος πως οι Αμερικανοί θα υποστήριζαν την πολεμική προσπάθεια λιγότερο εάν νόμιζαν πως ο πόλεμος ήταν για τους Εβραίους» είπε ο Μπέρενμπαουμ στο Live Science.

Άουσβιτς

Υπήρχε επίσης το ζήτημα του κατά πόσον μπορούσε να βομβαρδιστεί με ακρίβεια το Άουσβιτς: Υπήρχαν κάποιες φωτογραφίες του στρατοπέδου από αέρος, και το Πρωτόκολλο Άουσβιτς παρείχε επιπλέον πληροφορίες για τα κτίρια, οπότε και θα μπορούσε να επιχειρηθεί βομβαρδισμός στόχων που θα επέφεραν μικρότερες απώλειες. Ωστόσο κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι βομβαρδισμοί από αέρος ήταν εξαιρετικά ανακριβείς, οπότε και, όπως εκτιμά η Μπιντλ, θα είχαν σκοτωθεί πιο πολλοί κρατούμενοι από αυτούς που θα σώζονταν.

«Θα έπρεπε να ρίξεις 220 βόμβες στο καθένα από τα τέσσερα κρεματόρια στο Άουσβιτς – Μπιρκενάου για να έχεις 90% πιθανότητες να χτυπήσει μία κάθε κρεματόριο» είπε σχετικά.

Επιπρόσθετα, μια αποστολή βομβαρδιστικών στο Άουσβιτς θα στερούσε πολύτιμους στρατιωτικούς πόρους από την κύρια πολεμική προσπάθεια: «Βλέπουμε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τείνουμε να σκεφτόμαστε πως ήταν πιθανότατα προφανές ότι θα κερδίζαμε. Δεν ήταν» τόνισε η ίδια. Το «παράθυρο» το 1944 κατά το οποίο ήταν δυνατόν να πληγεί το Άουσβιτς ήταν μια από τις εντονότερες περιόδους των συγκρούσεων στην Ευρώπη, καθώς οι Σύμμαχοι προσπαθούσαν να προωθηθούν ανατολικά, να εξουδετερώσουν τις βάσεις εκτόξευσης πυραύλων των Ναζί και να εμποδίσουν την ανάκαμψη της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας (Luftwaffe).

«Ο στρατός περιφρουρούσε τους πόρους του. Μαχόταν για τη ζωή του το 1944» είπε η Μπιντλ. «Από τη μία πλευρά, υπάρχει η άποψη της αξιοποίησης πόρων για να πληγεί αυτός ο στόχος. Στην άλλη πλευρά, υπάρχει η αντίληψη πως οι Γερμανοί πρέπει να ηττηθούν πάση θυσία, και όλα πρέπει να επικεντρωθούν στη στρατιωτική επικράτηση».

Επίσης, ακόμα και αν είχε γίνει μια τέτοια επιχείρηση, δεν θα επρόκειτο για μια «μαγική λύση» που θα έσωζε εκατομμύρια ζωές, σημείωσε ο Μπέρενμπαουμ: Τη στιγμή που οι Σύμμαχοι θα ήταν έτοιμοι για κάτι τέτοιο, θα ήταν ήδη πολύ αργά για τα περισσότερα από τα θύματα του Ολοκαυτώματος: Οι Ναζί είχαν κλείσει ήδη τα περισσότερα στρατόπεδα θανάτου ενώ υποχωρούσαν- και επίσης το 90% των ανθρώπων που βρήκαν τον θάνατο στο πλαίσιο της συστηματικής εξόντωσης από πλευράς του Γ′ Ράιχ ήταν ήδη νεκροί, τόνισε σχετικά.

Παρόλα αυτά, μια τέτοια επιχείρηση θα είχε στείλει ηχηρό μήνυμα πως τέτοιου είδους κτηνωδίες δεν μένουν αναπάντητες: «Εύχομαι να το είχαμε κάνει» είπε η Μπιντλ. «Εύχομαι να μπορούσαμε να βλέπουμε πίσω, στο ιστορικό του πολέμου, και να λέμε ότι κατανοήσαμε πόσο φρικτό ήταν αυτό και ότι θελήσαμε να κάνουμε μια ηθική διακήρυξη».

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/entry/ntokimanter-yiati-oi-semmachoi-den-vomvardisan-toaoesvits_gr_5e26c558c5b673621f7b5f34?utm_hp_ref=gr-homepage

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων είναι ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Τα γεγονότα πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο Γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 Γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα»

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Χωρίς δικαίωση το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/710

Ο Ναπολέων Ζέρβας (1891-1957)

Ο Βίος του Ναπολέοντα Ζέρβα

Ο Ναπολέων Ζέρβας γεννήθηκε το 1891 στην Άρτα, πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Ζέρβας- πολέμησε το 1897 για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους-και μητέρα του η Ευανθία το γένος Κωνσταντοπούλου. Η οικογένεια των Ζερβαίων, σαν γνήσια Σουλιώτικη φάρα, πρωτοστάτησε στους αγώνες κατά του Αλή πασά και πολλοί από αυτούς υπήρξαν οπλαρχηγοί στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος ο Ζέρβας υπαινισσόταν την ιστορική καταγωγή του λέγοντας πολλές φορές: «Είμαι Ναπολέων, είμαι και Ζέρβας».

Ο Ναπολέων Ζέρβας
Ο Ναπολέων Ζέρβας (δεύτερος από αριστερά)

Ο Ναπολέων Ζέρβας στρατιωτικός

Ο Ναπολέων Ζέρβας το 1910 κατατάσσεται ως εθελοντής οπλίτης στο στράτευμα, τα χρόνια είναι δύσκολα απαιτούν αγώνες και θυσίες και ο ίδιος το ξέρει καλά. Επηρεασμένος από το κίνημα στο Γουδί και τον «Στρατιωτικό σύνδεσμο» είναι φανατικός υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πολεμά στους Βαλκανικούς και προάγεται τιμητικά στο βαθμό του Ανθυπασπιστή «επ’ανδραγαθία». Το 1914 αποφοιτά από τη Σχολή Υπαξιωματικών. Σαν γνήσιος Φιλελεύθερος και σφόδρα αντιβασιλικός στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού προσχωρεί στο κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» το 1916. Μάλιστα για ένα διάστημα θα διατελέσει και υπασπιστής της τριανδρίας Βενιζέλου-Δαγκλή-Κουντουριώτη.

Το 1917 πολεμά στο Μακεδονικό μέτωπο εναντίον των Γερμανοβουλγάρων. Εξαιτίας του θάρρους και της ανδρείας του το 1920 φτάνει στο βαθμό του Ταγματάρχη «επ’ ανδραγαθία». Το ’21 επιστρέφει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Ζέρβας, μαζί με μια ομάδα βενιζελικών αξιωματικών εξορίζεται αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στο στράτευμα μετά την Μικρασιατική καταστροφή ως Ταγματάρχης. Το καλοκαίρι του 1925 διορίζεται Φρούραρχος Αθηνών από το στρατιωτικό καθεστώς του Πάγκαλου.

Ένα χρόνο μετά θα αλλάξει «στρατόπεδο» και θα ανατρέψει τον Πάγκαλο στο πλευρό του Γεωργίου Κονδύλη. Παρ’ όλα αυτά ο Κονδύλης θα αξιώσει τη διάλυση των δύο Ταγμάτων Δημοκρατικής Φρουράς, των οποίων ηγούνταν οι Ζέρβας, Ντερτιλής. Αποτέλεσμα ήταν οι αιματηρές συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας και η οριστική διάλυση των Ταγμάτων. Οι δύο αξιωματικοί πέρασαν από Στρατοδικείο και αμνηστεύτηκαν αργότερα (1928) από την κυβέρνηση του Βενιζέλου.

Ο Ζέρβας αποστρατεύεται με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ακόμη και στον πόλεμο του ’40 δεν του επετράπη να πολεμήσει τον εισβολέα. Σύντομα όμως θα οδηγούνταν στην κορύφωση ενός προσωπικού μεγαλείου, ικανού να τον συμπεριλάβει στο πάνθεο των Ηρώων της νεότερης Ελληνικής ιστορίας.

Στις 27 του Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Στις 14 Απριλίου ο Ναπολέων Ζέρβας θα φυλακισθεί στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη για δύο ολόκληρες βδομάδες. Γράφει ο έμπιστος του Ζέρβα, Μιχάλης Μυριδάκης (Αγώνες της Φυλής – Εθνική Αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ 1941-1944, τόμος Ά, σελ. 15): «Ο Ζέρβας από τις φυλακές του Μακρυγιάννη με πόνο στην ψυχή και συντριβή έβλεπε τους υπερφίαλους Γερμανούς να υψώνουν τον αγκυλωτό σταυρό στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως κι αυτός ευρισκόταν φυλακισμένος σαν επικίνδυνος αγγλόφιλος…».

Και ενώ οι γερμανόφιλοι αφέθηκαν ελεύθεροι, μετά την είσοδο των Γερμανών, η κράτηση του Ζέρβα έγινε αυστηρότερη. Το καθεστώς του Μεταξά δεν του συγχωρεί τις μυστικές του επαφές με τους Βρετανούς. ‘Ηδη απο τον Φλεβάρη του ’41 ο Ζέρβας συναντήθηκε με τον Άντονυ Ήντεν στην Αθήνα με σκοπό τη δημιουργία αντάρτικου εναντίον των Γερμανών. Ο Ζέρβας βλέποντας μπροστά από την εποχή του, πρότεινε στον Ήντεν να εφαρμόσει την θεωρία του «εδαφικού πολέμου», δηλαδή του ανταρτοπολέμου. Πίστευε ότι έτσι θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά οι Γερμανοί.

Την ίδια περίοδο ακριβώς, έστελνε υπομνήματα στον Άγγλο ναύαρχο Τερλ για τον ίδιο σκοπό. Τον Μάρτιο του 1941, ο Ζέρβας παρέδωσε σε Βρετανό αξιωματικό μία λίστα με γερμανόφιλους αξιωματικούς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πρίν την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Ζέρβας είχε παρευρεθεί μία τουλάχιστον φορά σε μυστική συνάντηση με γερμανόφιλους παράγοντες. Επειδή ο Ζέρβας ήταν φανατικός αγγλόφιλος, δεν αποκλείεται να λειτούργησε εκείνη την περιόδο σαν πληροφοριοδότης των Βρετανών.

Άλλωστε, λίγο πριν την κατάληψη της πόλης των Αθηνών από τα χιτλερικά στρατεύματα και οι γερμανόφιλοι και οι αγγλόφιλοι διαφωνούσαν με την πολιτική του Μεταξά, αμφότεροι για δικούς του λόγους. Η φασιστική Γκεστάπο θα τον στοχοποιήσει, γιατί ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε τη σημασία του ανταρτοπολέμου, θα τον καλέσει αρκετές φορές στα κρατητήρια της με αποκορύφωμα την τελευταία του «επίσκεψη» μια νύχτα του Ιουλίου του 1942. Εκεί οι Γερμανοί θα του ξεκαθαρίσουν ότι γνωρίζουν τη συνομωτική του δράση και τις επαφές του με τους Άγγλους, ωστόσο δεν είχαν αποδείξεις.

Παρ’όλα αυτά τον ενημέρωσαν πως «αν όμως σε συλλάβουμε, αύριο ή μεθαύριο, θα σε εκτελέσουμε». Αυτή η απειλή των Γερμανών σε συνδυασμό με τις απειλές του Μπάμπη Κουτσογιαννόπουλου, ηγετικού μέλους του «Προμηθέα ΙΙ» συνδέσμου των Βρετανών με την Αθήνα, θα επισπεύσουν την έξοδο του Ζέρβα στο βουνό. Αργότερα θα αποδειχτεί ο σκοτεινός ρόλος του Κουτσογιαννόπουλου με τις δυσμενέστατες εκθέσεις που έστελνε στους Άγγλους για τον Ζέρβα.

Η προσωπική εμπάθεια του για τον Στρατηγό, σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη συμπάθεια προς το ΕΑΜ οδήγησε πολλούς στο να υποθέσουν ότι ο Κουτσογιαννόπουλος ήταν πράκτορας του ΕΑΜ. Τελικά ο Ζέρβας μαζί με την ηρωική ολιγομελή ομάδα του θα ανέβουν στο βουνό την 23η Ιουλίου 1942. Από εκείνη την ημέρα ο ΕΔΕΣ, που προϋπήρχε από το 1938, απέκτησε τη στρατιωτική-αντάρτικη ταυτότητα του τις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ).

Η πρώτη ρίψη των Άγγλων γίνεται δύο μήνες μετά, στις 29 Αυγούστου 1942, εξαιτίας του Κουτσογιαννόπουλου αλλά και του Σεφεριάδη, υπεύθυνου για τις ρίξει και αποδεδειγμένου πράκτορα του ΕΑΜ, που δυσπιστούσαν απέναντι σε πρωτοπόρους αξιωματικούς όπως ο Ζέρβας και ο Ψαρρός, αλλά δεν δίσταζαν να τροφοδοτούν λήσταρχους όπως ο Καραλίβανος και βεβαίως το ΕΑΜ. Η πίκρα του Ζέρβα τον πρώτο καιρό στο βουνό ήταν έντονη και για έναν άλλο λόγο, στο Βάλτο όπου αρχικά εγκατέστησε το αρχηγείο του οι χωρικοί προσπάθησαν τον παραδώσουν στους Ιταλούς γιατί έτσι πίστευαν ότι δεν θα τους βρει κανένα κακό. Θυμόταν ο Κομνηνός Πυρομάγλου τα λόγια του Ζέρβα πριν φύγουν για το βουνό: «Μην παραξενεύεσαι όταν σου λένε πως το αντάρτικο είναι τρέλα. Οι στιγμές είναι σκληρές και δύσκολες. Τους έχει φύγει η ψυχή. Η καρδιά τους μίκρυνε. Πρέπει πρώτα να ξεκινήσει ο ένας. Εκεί που θα πάμε αντρειώνεται ο άνθρωπος». Γαύροβο, Γοργοπόταμος, Σκουληκαριά, Νεράιδα, Πάργα, Παραμυθιά, Πρέβεζα, Μενίνα, Δωδώνη είναι μερικές από τις μεγαλύτερες μάχες του Ζέρβα κατά των Γερμανοϊταλών.

Στον Γοργοπόταμο (25-26 Νοεμβρίου 1942) η ενωμένη εθνική αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με τους ηρωικούς Άγγλους σαμποτέρ έστειλε το μήνυμα στον εχθρό. Ο Ζέρβας σαν αρχηγός της επιχείρησης, με τη δραστική ενίσχυση του Βελουχιώτη και του ανυπέρβλητου Έντυ Μάγιερς, εφήρμοσε το σχέδιο της ανατίναξης της γέφυρας με αποτέλεσμα να επικηρυχθεί από τους Ιταλούς, που τον ζητούσαν νεκρό ή ζωντανό.

Μετά από τα γεγονότα αυτά ο ΕΛΑΣ θέλησε να μονοπωλήσει την αντίσταση, αφανίζοντας όλες τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις πλήν του Ζέρβα. Απόρροια αυτού, ήταν και οι δήθεν συνεργασίες του Ζέρβα με τους ναζί. Τον Δεκέμβρη του 1942 ο Βελουχιώτης θα δείξει τις προθέσεις του με τα όσα συνέβησαν στην μονή της Ροβέλιστας, όπου ενώ πήγε με σκοπό την αιματοχυσία, άλλαξε στάση όταν αντιλήφθηκε ότι ο Ζέρβας είχε πληροφορηθεί τους σκοπούς του και ήλεγχε την περιοχή.

Όσον αφορά την συνεργασία του Ζέρβα με τον εχθρό, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά από τους πρωταγωνιστές της αντίστασης για μια τέτοια ενέργεια. Όπως και οι Βρετανοί σύνδεσμοι αναιρούν την συγκεκριμένη κατηγορία. Ο Έντυ Μάγιερς στο βιβλίο του «Η Ελληνική Περιπλοκή ( σελ. 261)» αναφέρει ότι η φήμη αυτή ήταν στημένη διάδοση των Γερμανών, με σκοπό να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο και συνεχίζει (σελ. 275): «Από την άνοιξη του 1942, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην ύπαιθρο, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ άρχισε να ζημιώνει την υπόθεσή του δείχνοντας έλλειψη ανοχής ( υπερβολική για τα δικά μας πρότυπα ) απέναντι σε οποιοδήποτε ανταγωνιστή του στο πεδίο της μάχης και δίνοντας στους μεταπολεμικούς του στόχους μεγαλύτερη προσοχή σε σχέση με τον αγώνα του ενάντια στον κοινό εχθρό. Θεωρούσε σαν δεδομένο ότι όσοι δεν ήταν πραγματικά μαζί του, ήταν εναντίον του και συμπεριφερόταν ανάλογα».

Για την ίδια ακριβώς περίοδο στο βιβλίο του «Περιπέτεια με τους αντάρτες ( σελ. 213)» ο Νίκολας Χάμμοντ αναφέρει: «Επειδή ο ΕΛΑΣ δεν μπορεί να ελπίζει τώρα πια ότι θα εξολοθρεύσει τον ΕΔΕΣ, θέλει να τον κρατήσει περιορισμένο σε μικρή περιοχή και να τον συκοφαντεί με τον προπαγάνδα του».

Επίσης, η γενική έκθεση του Άρη Βελουχιώτη προς το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ τον Οκτώβρη του 1943 αναιρεί την ψευδή κατηγορία, όπως άλλωστε και ο επίσημος ιστορικός του ΕΛΑΣ Σόλωνας Γρηγοριάδης. Οι ανταρτικές δυνάμεις του Στρατηγού θα αντέξουν κάτω από ταυτόχρονες επιθέσεις Ελασιτών – Γερμανών καθόλη την διάρκεια Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1943. Οι απώλειες θα είναι τεράστιες και σε μερικές περιοχές θα προκαλέσουν την διάλυση μερικών μονάδων του ΕΔΕΣ.

Την επόμενη χρονιά, το 1944, θα αρχίσει η αναδιοργάνωση των μονάδων της οργάνωσης, καθώς και η δημιουργία νέων μεραρχιών όπως η Χ και η ΙΧ, που θα γράψουν σελίδες δόξας κατά την διάρκεια της επιχείρησης Κιβωτός του Νώε, τον Σεπτέμβριο του ’44. Τελικά, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν τον Φλεβάρη του 1945 ύστερα απο αδικαιολόγητη απαίτηση των Άγγλων, αποδεικνύοντας το βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν στην πλάτη του Ζέρβα. Ο Χάιντς Ρίχτερ, στο » Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, τόμος Β’, σελίδα 221″ αναφέρει: «Δεν αρκούσε να αποστρατευθούν οι ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, διότι η ηθική και πολιτική δύναμη του ΕΔΕΣ θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Έπρεπε να υποστή μια ηθική και στρατιωτική υποταγή. Και τότε καταστρώθηκε το ύπουλο σχέδιο να τσακισθή ο ΕΔΕΣ από τον ΕΛΑΣ. Για να βεβαιωθούν ότι θα πραγματοποιηθή το ποθητό αποτέλεσμα, οι Βρετανοί πήραν ορισμένα μέτρα ( τα οποία θα αναφέρουμε εν συνεχεία). Όταν όμως ο ΕΛΑΣ δεν κατόρθωσε να υπερισχύσει αμέσως εναντίον του ΕΔΕΣ και ο τελευταίος ήρχισε αμυντικόν αγώνα, το B.B.C. διέδωσε, ότι ο ΕΔΕΣ διαλύθηκε. Για να μην διαψευσθή, όμως, οι Βρετανοί διέταξαν την εκκένωση της περιοχής από τον ΕΔΕΣ για να διατηρηθή έτσι ο μύθος της διαλύσεώς του…».  

Ο Ναπολέων Ζέρβας πολιτικός

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1945 ο Ναπολέων Ζέρβας θα πολιτευτεί και θα ιδρύσει το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος (ΕΚΕ). Στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946 το ΕΚΕ εξέλεξε 22 βουλευτές. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950  το ΕΚΕ πήρε το 3,65% κι εξέλεξε 7 βουλευτές. Στις εκλογές του1952, ενώ το ΕΚΕ είχε ενσωματωθεί στο κόμμα των Φιλελευθέρων, ο Ζέρβας δεν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής. Διετέλεσε 4 φορές υπουργός, άνευ Χαρτοφυλακίου, Δημόσιας Τάξεως, Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας. Η πολιτική ήταν το όνειρό του, αν και δεν πέτυχε και πολλά πράγματα.

Αναμφίβολα, το προσωπικό μεγαλείο του, ήταν την περίοδο 1942-1944. Ο Σόλωνας Γρηγοριάδης χαρακτήρισε τον Ζέρβα «πολέμαρχο αληθινό» για τα όσα χτυπήματα κατάφερε στον κοινό εχθρό. Οι επικριτές του, προσπάθησαν να μειώσουν την προσφορά του, λέγοντας ότι ανέβηκε στο βουνό και στο αντάρτικο για προσωπικά οφέλη.

Αναμφισβήτητα είχε και προσωπικά κίνητρα και βλέψεις. Ενδιαφερόταν για το μέλλον του. Στην παγκόσμια ιστορία, σε όλες τις περιόδους, οι μεγάλες προσωπικότητες είχαν και προσωπικές βλέψεις. Η τεράστια προσφορά του Ζέρβα στην πατρίδα δεν ήταν δυνατόν να ήταν μόνο απόρροια των βλέψεών του. Ο Διονύσης Μπενετάτος, γραμματέας της Επιτροπής του ΕΑΜ Αθήνας, έγραψε για τον Ζέρβα (βλ. «Το χρονικό της Κατοχής», σελ. 78-79): «Ο Ναπολέων Ζέρβας με τα εκτεταμένα ενδιαφέροντά του, επιζητούσε από το ένα μέρος μια θέση στον αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως από ιστορική φιλοδοξία εναρμονισμένη με τις οικογενειακές παραδόσεις των Ζερβαίων και τις ανάγκες του αγώνα εναντίον των κατακτητών και από το άλλο μέρος ο Ζέρβας απέβλεπε, σαν συνέχεια της αντιστάσεως, με έρεισμα τον αγώνα εναντίον των κατακτητών, να προβληθή σαν πολιτικός αρχηγός με αξιώσεις να κυβερνήσει την χώρα μετά την απελευθέρωση... Πριν προχωρήσουμε σε περισσότερη ανάλυση της αντιμετωπίσεως των προσωπικών επιδιώξεων του Ζέρβα θα είμαστε άδικοι αν δεν αναγνωρίσουμε ότι ο Ζέρβας δόθηκε ολότελα στον αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως με το αναμφισβήτητο θάρρος που είχε και την ικανότητα που τον διέκρινε, διακινδυνεύοντας τα πάντα, τον εαυτό του, την οικογένειά του ολόκληρη και τις οικογένειες των αδελφών του. Η πράξη της αυτοθυσίας καλύπτει την σκιά των υποκειμενικών επιδιώξεων, όπως και η πορεία του αγώνα κάλυψε πολλά άλλα προηγούμενα σφάλματα και παρεκτροπές του Ναπολ. Ζέρβα…».

Αν δούμε την ζωή του Ζέρβα, αυτή είναι συνυφασμένη με την δράση και την ανατροπή. Συμμετείχε σε κινήματα, διετέλεσε Φρούραρχος Αθηνών και ήρθε σε ρήξη με πρόσωπα σημαντικά της τότε Αθήνας, όπως ο εκδότης Λαμπράκης καθώς και ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, λόγω των συνεχών και αναλυτικών ερευνών του Ζέρβα στους λογαριασμούς του τελευταίου. Οπωσδήποτε, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας.

Άφησε την τελευταία του πνοή την 10η Δεκεμβρίου 1957, μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία από καρδιακή ανεπάρκεια. Η σορός του μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη και εξετέθηκε για λαϊκό προσκύνημα. Πλήθος κόσμου ακολούθησε την νεκρική πομπή, ενώ όλος ο πολιτικός κόσμος έδωσε το παρόν. Οι φίλοι και συμπολεμιστές του Στρατηγού δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Ο λόγος μάλιστα, του Κομνηνού Πυρομάγλου, για τον φίλο και αρχηγό του, ήταν συγκλονιστικός. 

Ο Άρης Βελουχιώτης για τον Ναπολέοντα Ζέρβα

«Έχει ο τακτικός στρατός άλλον άντρα σαν κι’ αυτόν;» αυτά τα λόγια φέρεται να είπε ο Άρης Βελουχιώτης στους αντάρτες του, για τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα. Η παραδοχή αυτή και μόνο από τον Άρη, τον μεγαλύτερο πολέμιο του Στρατηγού, είναι αρκετή για να αναιρέσει τις όποιες κατηγορίες-θεωρίες αναπτύχθηκαν από την αριστερά, από την μεταπολίτευση και μετά.

Πηγή: https://ellas2.wordpress.com/2014/12/10/ναπολέων-ζέρβας-ένας-αληθινός-πολέμα/

Η Απελευθέρωση της Αθήνας (1944)

Η Απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Θεωρείται ως επίσημη λήξη της  κατοχικής περιόδου. Σε αντίθεση, πάντως, με τις υπόλοιπες χώρες, στην Ελλάδα δεν εορτάζεται η απελευθέρωση, αλλά η έναρξη του πολέμου  (28η Οκτωβρίου 1940). Αντίθετα, η ημερομηνία της Απελευθέρωσης περνά, σχετικά απαρατήρητη.

Η  Απελευθέρωση της Αθήνας
Η Απελευθέρωση της Αθήνας (1944)

Η μέρα της Απελευθέρωσης

Την ιστορική εκείνη ημέρα, ο Αθηναϊκός λαός παρακολούθησε την κατάθεση στεφάνου από τον επικεφαλής των αποχωρούντων Γερμανών μαζί με τον κατοχικό (διορισμένο) δήμαρχο στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη. Όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το χώρο της Πλατείας Συντάγματος, το πλήθος ποδοπάτησε το στεφάνι και στη συνέχεια εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξέσπασαν σε αλαλαγμούς χαράς, γιορτάζοντας τη μεγάλη στιγμή που περίμεναν να έλθει τριάμισι ολόκληρα χρόνια.

Η αποχώρηση των Γερμανών

Το πρωί (8:00 π.μ.) της 12ης Οκτωβρίου 1944 ο στρατηγός Φέλμι συνοδευόμενος από το δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο κατάθεσε ένα στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη, ενώ ήδη οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών εγκατέλειπαν από νωρίς την Αθήνα διαμέσου της Ιεράς Οδού. Στις 9:15 π.μ. η γερμανική φρουρά της Ακρόπολης προχώρησε στην υποστολή της ναζιστικής σημαίας έπειτα από συνολικά 1.624 μέρες κατοχής (ή 3,5 έτη, που μεσολάβησαν από τον Απρίλιο του 1941 έως εκείνη την ημέρα) και ένας στρατιώτης τύλιξε βιαστικά το σύμβολο της κατοχής και αποχώρησε από τον Ιερό Βράχο.

Άφιξη της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας

Στις 18 Οκτωβρίου του 1944 έφτασε στην Αθήνα, μαζί με βρετανικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Σκόμπυ και τους άνδρες του «Ιερού Λόχου» της Μέσης Ανατολής, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου με μέλη της κυβέρνησης και τους Σπηλιωτόπουλο, Ζέβγο, οι οποίοι έσπευσαν στην Ακρόπολη υψώνοντας σε πανηγυρικό κλίμα τη γαλανόλευκη. Την ελληνική σημαία παρέδωσε στον πρωθυπουργό ο νέος δήμαρχος, της απελευθερωμένης πια πόλης Αριστείδης Σκληρός παρουσία του βρετανού πρεσβευτή Λίπερ και του αντιναύαρχου Μάνσφιλντ. Αντίθετα, στις ανταρτικές δυνάμεις δεν επιτράπηκε η είσοδος στην πρωτεύουσα, πλην ενός μικρού τμήματος του 34ού συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον λοχαγό Απόστολο Κοκμάδη το οποίο παραστάθηκε συμβολικά στην τελετή. Εν συνεχεία η πομπή των επισήμων κατευθύνθηκε στη Μητρόπολη, όπου τελέσθηκε δοξολογία και ακολούθησε ο «Λόγος της Απελευθέρωσης» από τον πρωθυπουργό, ο οποίος εκφωνήθηκε από κτίριο της Πλατείας Συντάγματος προς ένα σχεδόν παραληρούν ακροατήριο, το οποίο κραύγαζε συνθήματα για «λαοκρατία», «τιμωρία των δωσιλόγων» κ.λ.π. Ο Παπανδρέου απέφυγε να εκδηλώσει τις σαφείς προθέσεις του επί του πολιτειακού ζητήματος.

Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τρία γεγονότα σημάδεψαν την Ελλάδα. Πρώτον, η κυκλοφορία στις 3 Νοεμβρίου, του μεγαλύτερου σε ονομαστική αξία ελληνικού χαρτονομίσματος των 100 δισεκατομμυρίων δραχμών, το οποίο έφερε την υπογραφή του τότε Διοικητή της τράπεζας της Ελλάδος Ξενοφώντος Ζολώτα. Ήταν το τελευταίο χαρτονόμισμα κατοχικών -έστω και να οι Γερμανοί είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα- δραχμών. Λίγες μέρες αργότερα εισήχθη ένα νέο νόμισμα, η νέα δραχμή, της οποίας η ισοτιμία προς την κατοχική δραχμή καθορίστηκε στις 50.000.000.000 κατοχικές δραχμές και προς τη χρυσή λίρα 1/2060. Τα νέα τραπεζογραμμάτια εκδόθηκαν στην Αγγλία και έφεραν την υπογραφή του Υπουργού Οικονομικών Α. Σβώλου.

Δεύτερον, η απόφαση του Πρωθυπουργού Παπανδρέου για αποστράτευση και αφοπλισμό όλων των αντιστασιακών οργανώσεων μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου του 1944 και, τέλος, η παραίτηση την 1η Δεκεμβρίου των υπουργών που ανήκαν στο χώρο του ΕΑΜ από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η χώρα, έπειτα από ένα σύντομο διάλειμμα εισερχόταν στην πιο ζοφερή, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, περίοδο της Ιστορίας της.

Στα χρόνια της Κατοχής είχαν αναπτυχθεί -τόσο μέσα στην ίδια τη χώρα όσο και στους Έλληνες που συνέχιζαν τον πόλεμο στο εξωτερικό- διάφορες και εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενες προσδοκίες για το δρόμο που θα ακολουθούσε η Ελλάδα μετά το τέλος του αιματηρού πολέμου. Οι προσδοκίες αυτές, μετά την αποτυχία διαφόρων προσπαθειών για συγκερασμό τους, είχε να αντιμετωπίσει έναν κυκεώνα, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, που της κληροδότησε η προηγούμενη περίοδος. Η στοιχειώδης συνεννόηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων του τόπου, καθώς και η σταθερότητα του κυβερνητικού μηχανισμού, αποτελούσαν βασικά προαπαιτούμενα της προσπάθειας για την ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν άργησε όμως να φανεί ότι καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Το Θαύμα της Παναγίας της Σκριπούς (1943)

Η Παναγία η Σκριπού
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σκριπούς

Τα Γεγονότα του Θαύματος

Οι αντάρτες του Ορχομενού

Βρισκόμαστε στα μαύρα χρόνια της κατοχής. Ο λαός μας υποφέρει τα πάνδεινα. Ο κατακτητής του στερεί όχι μόνο το οξυγόνο της λευτεριάς, αλλά πολλές φορές και την ίδια την τροφή. Και ο Ρωμιός, που πλάστηκε από το Θεό για να ζει ελεύθερος, ο Έλληνας, του οποίου «ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει», δεν μπορεί να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια. Όσο μπορεί οργανώνεται κι όσο μπορεί προσπαθεί να αντισταθεί στο θηρίο του Ναζισμού.

Έτσι και στην περιοχή της Σκριπούς, αργότερα Ορχομενός, οι κάτοικοι οργανώνονται και σκέφτονται, πώς μπορούν να βοηθήσουν την πατρίδα που στενάζει κάτω από την μπότα του αδίστακτου κατακτητή. Μόλις λοιπόν οι κάτοικοι της περιοχής, οι Ορχομένιοι ακούνε ότι οι Ιταλοί, το ένα θηρίο του φασισμού, συνθηκολόγησαν, αποφασίζουν να πάνε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λιβαδειάς, όπου υπήρχε ιταλική φρουρά, για να πάρουν τα όπλα των Ιταλών. Φτάνουν στο σταθμό των τρένων με κασμάδες, φτυάρια, ξύλα κι άλλα «όπλα»! Αιώνιε Έλληνα, αθάνατε Ρωμιέ, που είσαι έτοιμος ακόμα και με τα ίδια σου τα χέρια, με τα νύχια και τα δόντια σου, να αγωνιστείς για τη λευτεριά της πατρίδας σου! Εκεί, λοιπόν, στο σταθμό του τρένου, οι Ορχομένιοι ζητούν από τους Ιταλούς να τους παραδώσουν τον οπλισμό τους, διότι σε αντίθετη περίπτωση μεγάλη δύναμη ανταρτών που βρισκόταν στο Τζαμάλι (περιοχή με κτήματα της Παναγίας στα οποία σήμερα έχουν εγκατασταθεί Σαρακατσάνοι, οι οποίοι ίδρυσαν το χωριό Διόνυσο) θα τους κτυπήσει. Η Ιταλική φρουρά βρίσκεται σε αμηχανία και δεν ξέρει τι να κάνει. Την τελευταία στιγμή αποφασίζουν να έλθουν σε επαφή με το Ιταλικό Στρατηγείο και από εκεί τους δίνουν εντολή να παραδοθούν στους Γερμανούς, στους οποίους θα δώσουν και τον οπλισμό τους. Οι Ορχομένιοι φεύγουν άπρακτοι και γυρνούν στον Ορχομενό.

Οι Γερμανοί στον Ορχομενό

Οι Ιταλοί του σιδηροδρομικού σταθμού παραδόθηκαν κανονικά στους Γερμανούς. Όταν όμως έγινε η παράδοση στους Γερμανούς θεώρησαν καλό να αναφέρουν και το περιστατικό που έγινε με τους Ορχομένιους. Οι Γερμανοί στο άκουσμα του γεγονότος εξοργίστηκαν. Έξαλλοι από το θυμό τους, αποφασίζουν να τιμωρήσουν παραδειγματικά τον Ορχομενό και τους κατοίκους του. Έτσι ο Γερμανικός στρατός κινείται προς τον Ορχομενό με τριπλή αποστολή:

Α) Να ενεργήσει αναγνωριστικά και να ελέγξει αν στην περιοχή υπάρχει τόσο μεγάλη δύναμη ανταρτών, όση είχαν αναφέρει οι Ορχομένιοι στην Ιταλική φρουρά.

Β) Να τιμωρήσει σκληρά τους κατοίκους του Ορχομενού επειδή κάποιοι από αυτούς διανοήθηκαν και τόλμησαν να ζητήσουν από τους Ιταλούς να τους παραδώσουν τα όπλα τους.

Γ) Να κάψει τη Σκριπού και την Πετρομαγούλα και να παραδώσει ολόκληρο τον Ορχομενό στην κόλαση της φωτιάς.

Οι Γερμανικός στρατός στον Ορχομενό. Λεπτομέρεια από εικόνα αναπαράστασης του Θαύματος της Μεγαλόχαρης

Οι Γερμανοί ξεκινούν σιδερόφρακτοι, φοβεροί και αδίσταχτοι. Στις γραμμές του τρένου στήνεται «μπλόκο» για να αποκλειστεί τελείως ο Ορχομενός. Το θλιβερό μαντάτο, όμως, δεν άργησε να μαθευτεί. Λέγεται, ότι κάποιος συνεργάτης των Γερμανών πρόλαβε και ειδοποίησε τους Ορχομένιους. Οι κάτοικοι του Ορχομενού είναι ανάστατοι για το κακό που τους βρήκε και τη συμφορά που πλησιάζει. Το πέπλο του θανάτου και της καταστροφής τους σκεπάζει μαζί με την πόλη τους. Οι περισσότεροι κάτοικοι φεύγουν στα χωράφια για να σωθούν. Οι πιο πολλοί πηγαίνουν προς την περιοχή του Τζαμαλιού. Στον Ορχομενό μένουν ελάχιστοι, οι οποίοι κρύβονται στα σπίτια τους. Ο Ορχομενός είναι μια έρημη πόλη και μοιάζει με νεκρή πολιτεία.

Οι Γερμανοί φθάνουν στον Ορχομενό τις βραδινές ώρες της 9ης Σεπτεμβρίου. Ένα τμήμα του Γερμανικού στρατού παραμένει στον Ορχομενό και ετοιμάζει τη φωτιά και την καταστροφή του Ορχομενού, ενώ ένα άλλο τμήμα με τρία τανκς προχωρεί προς το Τζαμάλι έχοντας διπλή αποστολή:

Α) Να ενεργήσει αναγνωριστικά και να ελέγξει πόσο μεγάλη δύναμη ανταρτών υπήρχε στην περιοχή.

Β) Να αναγκάσει όσους κατοίκους είχαν φύγει προς εκείνη την κατεύθυνση να γυρίσουν πίσω.

Τα τρία τανκς περνάνε μπροστά από την εκκλησία της Μεγαλόχαρης, η οποία δεσπόζει μέσα στην πόλη του Ορχομενού. Από τα παράθυρά της διακρίνεται το φως των καντηλιών· είναι το μόνο φως μέσα στην έρημη πόλη. Αυτό το τρεμάμενο φως δείχνει ότι εκεί κάποιος αγρυπνεί, δείχνει ότι η καρδιά του Ορχομενού απόψε κτυπά εκεί. Κοντεύουν μεσάνυχτα. Τα τρία Γερμανικά τανκς, το ένα μετά το άλλο και ο Γερμανικός στρατός προσπερνάνε την εκκλησία της Θεομήτορος και απομακρύνονται γύρω στα πεντακόσια πενήντα μέτρα. Ξαφνικά όμως, το πρώτο τανκ ακινητοποιείται στη μέση του δρόμου. Δεν προχωρεί πια, ούτε μπροστά, ούτε πίσω. Το δεύτερο τανκ δοκιμάζει να περάσει δίπλα στο πρώτο, αλλά πέφτει σε ένα μικρό χαντάκι, μια «σούδα», όπως λένε οι κάτοικοι της περιοχής και ακινητοποιείται. Το τρίτο τανκ στρίβει λίγο και δοκιμάζει να περάσει μέσα από ένα χωράφι, αλλά και αυτό το περιμένει η ίδια τύχη. Τρία τανκς ακινητοποιημένα· δεν μπορούν να προχωρήσουν μπροστά, αλλά ούτε και κατορθώνουν να γυρίσουν πίσω. Τα τανκς που διέσχιζαν τα ποτάμια και τις ερήμους της Βόρειας Αφρικής, μένουν ακίνητα, «παράλυτα», σε ένα ίσιωμα. Μάταια αγωνίζονται οι Γερμανοί να τα μετακινήσουν. Βρίσκουν κάποιους Ορχομένιους κρυμμένους μέσα στις καλαμιές και τους αναγκάζουν κι αυτούς να βοηθήσουν, αλλά κι αυτοί δεν καταφέρνουν τίποτα. Κανένα αποτέλεσμα. Τα τανκς παραμένουν ακίνητα. Λες και κάποια αόρατη δύναμη τα τραβά προς τα έγκατα της γης και τα εμποδίζει να προχωρήσουν.

Η ημέρα του θαύματος

Ξημερώνει η 10η Σεπτεμβρίου και ο επικεφαλής αξιωματικός, που λέγεται Όφμαν, συνοδευόμενος από κάποιους στρατιώτες και μερικούς Ορχομένιους επιστρέφει πίσω στον Ορχομενό, αναζητώντας βοήθεια. Στην περιοχή του Ορχομενού ζούσε τότε ο Σέρβος Γιαννάτζης Δανιηλάτος, ο οποίος γνώριζε πάρα πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα. Αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, αναζητεί ο Όφμαν, ώστε να μπορέσει να συνεννοηθεί και να ζητήσει βοήθεια. Αφού τον βρήκε, τον ρώτησε αν υπάρχει κάποιο τρακτέρ στην περιοχή για να τραβήξει τα τανκς. Πράγματι, εκείνη την εποχή υπήρχε ένα και μοναδικό τρακτέρ στην περιοχή, το οποίο, μάλιστα, άνηκε στον Γεωργικό Συνεταιρισμό και το οποίο οδήγησε ένας άλλος κάτοικος του Ορχομενού, ο αείμνηστος Νικόλαος Γούλας. Αφού παρέλαβαν το τρακτέρ, επέστρεψαν στον τόπο που είχαν ακινητοποιηθεί τα τανκς. Με τη βοήθεια του τρακτέρ τα τανκς ξεκίνησαν αμέσως να κινούνται. Ο Όφμαν έκπληκτος φωνάζει «Θαύμα! Θαύμα! Τα τανκς κινήθηκαν σαν να ήταν άδεια σπιρτόκουτα» και συνεχίζει «Όλη νύχτα προσπαθούσαμε να τα κινήσουμε και τίποτα δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τώρα πριν προλάβει καλά-καλά το τρακτέρ να βάλει μπροστά, το κάθε ένα από τα τανκς κινήθηκε.»

Η ομολογία του Γερμανού αξιωματούχου

Αμέσως μετά ο Όφμαν απευθυνόμενος στο Γιαννάτζη τον ρωτάει «Σας παρακαλώ, τι έχετε εδώ στον Ορχομενό;» Ο Γιαννάτζης του μίλησε για το θησαυρό του Μινύα, το θολωτό τάφο που ανακάλυψε ο μεγάλος ιστορικός Ερρίκος Σλήμαν. Ο Γερμανός δεν έδειξε καθόλου ενδιαφέρον και δείχνοντας με το χέρι του την εκκλησία ρώτησε «Τι εκκλησία είναι αυτή;». Ο Γιαννάτζης, μη γνωρίζοντας να του πει στα Γερμανικά «η Κοίμησις της Θεοτόκου», του εξήγησε «Είναι που έφυγε η Παναγία και πήγε στους ουρανούς». Αμέσως ο Όφμαν ζήτησε επιτακτικά να επισκεφθεί την εκκλησία.

Ο Όφμαν μαζί με τους στρατιώτες του, το Γιαννάτζη και τους Ορχομένιους που βοήθησαν να μετακινηθούν τα τανκς πορεύθηκαν προς την εκκλησία. Στο μεταξύ, στην εκκλησία έφτασαν και άλλοι Ορχομένιοι που έμαθαν τα γεγονότα. Ειδοποιήθηκε ο εφημέριος της Παναγίας, ο αείμνηστος παπά-Σεραφείμ Παπαπαναγιώτου και μαζί του κατέφθασε και ο εφημέριος του Ευαγγελιστή Λουκά παπά-Μάρκος Αρμακόλας. Σχεδόν ταυτόχρονα έφθασαν στην εκκλησία ο Πρόεδρος της Σκριπούς Δημήτριος Γκικόπουλος και ο Πρόεδρος της Πετρομαγούλας Δημήτριος Βούτσας.

Αφού μπήκαν όλοι στην εκκλησία, ο Όφμαν, προχωρώντας μπροστά από τους υπόλοιπους, κοίταζε δεξιά κι αριστερά τις εικόνες που ήτανε κρεμασμένες στους τοίχους και στο τέμπλο, δίνοντας την εντύπωση πως κάτι αναζητούσε κι έψαχνε. Αφού διέσχισε το παρεκκλήσιο του Αποστόλου Πέτρου και τον κυρίως ναό έφθασε στο παρεκκλήσι του Αποστόλου Παύλου. Εκεί, μόλις αντίκρισε το τέμπλο, γονάτισε έντρομος και έδειξε την εικόνα της Παναγίας που βρισκόταν στερεωμένη σε αυτό. Πρόκειται για μια ωραιότατη εικόνα Ρωσικής τεχνοτροπίας, στην οποία η Παναγία που εικονίζεται, όπου κι αν σταθείς, σε παρακολουθεί με το γεμάτο αγάπη βλέμμα της. Δείχνοντας, λοιπόν, την εικόνα αυτή της Παναγίας ο Όφμαν αναφώνησε:

«Αυτή η γυναίκα σας έσωσε· να την τιμάτε και να τη δοξάζετε.»

Η Παναγία κάνει το θαύμα της
Αναπαράσταση του θαύματος της Παναγίας

Αργότερα ο Όφμαν, μαζί με τους άλλους Γερμανούς ομολόγησε τι πραγματικά είχε συμβεί. Την ώρα που προχωρούσαν προς το Τζαμάλι, ακούστηκε ένας μεγάλος θόρυβος και μια γυναικεία κραυγή πόνου και αγωνίας. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους, μέσα σε φωτεινή νεφέλη, μια μεγαλοπρεπή γυναίκα με αυστηρό ύφος, έχοντας σηκωμένο το χέρι της σε απαγορευτική στάση και τότε ήταν που σταμάτησε το πρώτο τανκς. Η γυναίκα παρέμεινε σε αυτή τη στάση και τους εμπόδιζε να προχωρήσουν, μέχρι που ακινητοποιήθηκαν και τα τρία τανκς. Όταν λοιπόν αντίκρισε την εικόνα της Παναγίας, στο τέμπλο του παρεκκλησίου του Αποστόλου Παύλου, αναγνώρισε αυτή τη γυναίκα που τους σταμάτησε το προηγούμενο βράδυ, απλά σηκώνοντας το χέρι της.

Ο Όφμαν τότε είπε στους Ορχομένιους να μην φοβούνται τίποτα κι ότι, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ο Ορχομενός θα είναι κάτω από την προστασία του. Και πραγματικά δόθηκε στον Όφμαν η ευκαιρία και κράτησε την υπόσχεσή του. Όταν λίγους μήνες μετά δημιουργήθηκε κάποιο επεισόδιο με τους αντάρτες, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους άντρες κατοίκους στην πλατεία του Ευαγγελιστή Λουκά. Εκεί έγινε κάποια επιλογή και αυτούς που επέλεξαν τους οδήγησαν στα κρατητήρια της Λιβαδειάς. Ενώ επρόκειτο να γίνει και νέα επιλογή και οι άνδρες να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επενέβη ο Όφμαν και οι Ορχομένιοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Αφιερώματα στην Παναγία από τον Γερμανό

Σε ένδειξη σεβασμού προς την Παναγία, ο Όφμαν πρόσφερε ορισμένα χρήματα στο εκκλησιαστικό συμβούλιο. Συγκεντρώθηκαν και άλλα χρήματα και με τα χρήματα αυτά, έγιναν δύο λάβαρα. Το ένα απεικόνιζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, ενώ το δεύτερο αποτέλεσε την πρώτη απεικόνιση του θαύματος της Παναγίας. Στο λάβαρο αυτό, εικονίζεται η Παναγία με ύφος αυστηρό και με το δεξί της χέρι υψωμένο σε απαγορευτική στάση, ενώ τα τανκς είναι ριγμένα μπροστά της εδώ κι εκεί. Στα πόδια της Παναγίας εικονίζονται γονατιστοί ένας άνδρας, μία γυναίκα και ένα παιδί, τους οποίους η Παναγία προστατεύει με το αριστερό της χέρι. Τα τρία αυτά πρόσωπα συμβολίζουν όλο το λαό του Ορχομενού, τον οποίο προστάτευσε και έσωσε η Παναγία.

Οι Ορχομένιοι για να ευχαριστήσουν τον Όφμαν και τους Γερμανούς στρατιώτες του, που όχι μόνο δεν τους πείραξαν, αλλά άφησαν και χρήματα στην εκκλησία της Μεγαλόχαρης, τους έκαναν μεγάλο τραπέζι και οι Γερμανοί έτρωγαν και έπιναν μέχρι το απόγευμα. Μας διηγούνται μάλιστα σήμερα κάποιες γιαγιάδες, πως τότε σαν μικρά κορίτσια, θυμούνται που τις έστελναν οι γονείς τους στο σπίτι για να φέρουν ψωμί, τυρί, κρασί, αυγά, κανένα κοτόπουλο και ότι άλλο είχαν οι άνθρωποι στα σπίτια τους για να κάνουν το τραπέζι αυτό στον Όφμαν και τους στρατιώτες του. Όσοι, μάλιστα, κάθισαν στο τραπέζι αυτό, μεταξύ τους και ο τότε πρόεδρος της κοινότητας Σκριπούς αείμνηστος Δημήτριος Γκικόπουλος, θυμούνται τον Όφμαν να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά μια στερεότυπη φράση. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να ρωτήσουν το Σέρβο Γιαννάτζη, τι έλεγε συνέχεια ο Γερμανός. Λοιπόν, ο Όφμαν επαναλάμβανε τη φράση «Να χρωστάτε χάρη στην Παναγία, γιατί σήμερα θα παθαίνατε μεγάλο κακό».

Αργά το απόγευμα οι Γερμανοί έφευγαν προς την ίδια κατεύθυνση από την οποία ήλθαν, με τις κάννες των πυροβόλων στα τανκς τους κατεβασμένες σε ένδειξη πένθους και αποτυχίας. Στον Ορχομενό που ήλθαν, δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους και δεν εκτέλεσαν την αποστολή τους, γιατί νικήθηκαν από την Παναγία.

10 Σεπτεμβρίου 1943

Ο Ήλιος κρύφτηκε πίσω από την οροσειρά του Ακοντίου. Οι Γερμανοί έχουν ήδη φύγει. Ο Ορχομενός και οι κάτοικοί του σώθηκαν. Και οι Ορχομένιοι με τους ιερείς τους βρίσκονται στην εκκλησία της Παναγίας. Ψέλνουν παράκληση και δοξολογία. Ευχαριστούν και ευγνωμονούν την Πολιούχο και Σώτειρά τους, τη Γλυκιά Παναγία.

10 Σεπτεμβρίου 1943. Μέρα θαύματος. Μέρα ευγνωμοσύνης, ευχαριστίας και χαράς για όλο τον Ορχομενό και τους κατοίκους του.

Πηγή: http://www.panagiaskripou.gr/

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς (1944)

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς έχει μείνει στην ιστορία ως τραγωδία για τη Νίκαια, κατά την οποία διεξήχθησαν ομαδικές εκτελέσεις στην περιοχή από τα Γερμανικά Κατοχικά Στρατεύματα, ως αντίποινα της Μάχης της Κοκκινιάς που είχε προηγηθεί.

Τα γεγονότα του Μπλόκου της Κοκκινιάς αναπαριστώνται στην ταινία «Το Μπλόκο» του 1965 του Άδωνι Κύρου.

Η Μάντρα της Κοκκινιάς ως μνημειακός χώρος για το Μπλόκο της Κοκκινιάς
Η Μάντρα της Κοκκινιάς ως μνημειακός χώρος

Τα Γεγονότα

Κοκκινιά. Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944. Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει. Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρoς και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς.

Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους. Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ό,τι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους.

Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, τα παλικάρια γονατισμένα και με τα πρόσωπα τους γυρισμένα προς την Μάντρα περιμένουν με αγωνία. Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά. Ο συνταγματάρχης των ταγματασφαλιτών Ι. Πλυτζανόπουλος, που φοράει κάσκα και κρατά μαστίγιο, δίνει το γενικό πρόσταγμα. Ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος με τον γιό του «μπέμπη» (Θεόδωρο Σγούρο) που είναι ντυμένος τσολιάς και οπλισμένος με αραβίδα παίρνουν θέσεις.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.

Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του ΚΚΕ, Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομματιάζουν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για εκτέλεση. Τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος. Οι δοσίλογοι Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης (της Ειδικής Ασφάλειας), Μητρόπουλος, Γκίνος, μαζί με τον λοχαγό Παπαγεωργίου και τον διερμηνέα Ανθόπουλο συνεχίζουν με το δάχτυλο τεντωμένο: «Εσύ εκεί, και εσύ εμπρός σήκω. Εσύ ο κομμουνιστής».

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν». Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη αντάρτισσα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Κουμπάκη και η Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.

την πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν… Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν! Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι «Έλληνες» συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον χαφιέ Ι.Πλυντζανόπουλο, τον έπιασε από το λαιμό και του βγάζει την κουκούλα. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.

Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου. Ανάμεσα τους και οι προδότες Μπατράνης και Μπεμπέκογλου.

Κατόπιν διαταγής οι Εργάτες του Δήμου, θάβουν τους εκτελεσμένους της Μάντρας στο Γ’ Νεκροταφείο και τους εκτελεσμένους των Καμένων στο Νεκροταφείο της Ανάληψης.

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού. (…)

Η Μάντρα της Κοκκινιάς

Ο τόπος αυτός αφορά την κτιριακή εγκατάσταση ενός προπολεμικού ταπητουργείου, το οποίο ανήκε στην αγγλική εταιρεία “Οριένταλ Κάρπετ” και λειτουργούσε από το 1929 μέχρι τα πρώτα χρόνια της περίοδου της Κατοχής όπου αδρανοποιήθηκε. Στο ανενεργό πλέον ταπητουργείο επί της Κατοχής, Γερμανοί κατακτητές και ντόπιοι συνεργάτες τους, εκτέλεσαν 75 συνολικά Έλληνες πατριώτες νεαρής κυρίως ηλικίας, μεταξύ των οποίων 72 άνδρες και 3 γυναίκες.

Μετά τα γεγονότα το ταπητουργείο δεν ξαναλειτούργησε. Έμεινε γνωστό ως Μάντρα Μπλόκου της Κοκκινιάς ή απλά ως Μάντρα της Κοκκινιάς και σήμερα αποτελεί σημαντικό μνημειακό χώρο.

Η Δίκη

Μετά την απελευθέρωση η ηγεσία των Ταγμάτων Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του διοικητή του ευζωνικού τάγματος, Ιωάννη Πλυτζανόπουλου, και των σημαντικότερων συνεργατών του, δικάστηκε για τη συμμετοχή σε περίπου 30 μπλόκα. Από τις πρώτες μέρες της διαδικασίας οι δημοκρατικές εφημερίδες της εποχής επισήμαναν την παρουσία «οπαδών της δεξιάς» στο ακροατήριο και το φόβο που είχαν μάρτυρες κατηγορίας, όπως στρατιώτες που κατέθεταν συνοδευόμενοι από τη στρατονομία. Η δικαστική διαδικασία για το μπλόκο της Κοκκινιάς επικεντρώθηκε στο αν ο Πλυτζανόπουλος είχε πυροβολήσει έναν συλληφθέντα που αντιδρούσε στον απαγχονισμό του και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την κατηγορία για «πράξεις βίας εν συμπράξει μετά των οργάνων των αρχών κατοχής εις βάρος Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού». Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή ενός κατηγορούμενου, που δρούσε στο μπλόκο ως καταδότης χωρίς να φοράει κουκούλα. Τελικά, όλοι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι το Μάρτιο του 1947 και ο αθηναϊκός τύπος της εποχής έκανε μόνο μερικές ασήμαντες αναφορές στην απόφαση.

Δημόσια μνήμη

Τη δεκαετία του 1950 τοποθετήθηκε στη μάντρα μια πλάκα που ανέφερε ότι «εδώ οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν Έλληνες πατριώτες». Στην επέτειο του μπλόκου τελούνταν ανεπίσημα μνημόσυνα από αριστερούς, έως ότου η δημοτική αρχή οργάνωσε ένα μνημόσυνο στην εικοστή επέτειο του μπλόκου, το 1964. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας τη διοργάνωση της τελετής, που προσέλαβε πλέον αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, ανέλαβε η Στρατιωτική Διοίκηση Πειραιώς. Στην επίσημη ομιλία τον Αύγουστο του 1967 αποσιωπήθηκε η συμμετοχή των ταγματασφαλιτών και προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι «κύριος αποκλειστικός στόχος» του μπλόκου ήταν μέλη της ΟΠΛΑ καθώς και ότι οι κουκουλοφόροι καταδότες ήταν εντεταλμένα μέλη του ΚΚΕ. Στις 17 Αυγούστου 1968 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μιας νέας αναμνηστικής πλάκας στην μάντρα, που έφερε την επιγραφή «Προδόται και μασκοφόροι κομμουνισταί εαμίται, ελασίται παρέδωσαν εις τους βάρβαρους κατακτητάς την 17ην Αυγούστου 1944 αγνούς πατριώτας αγωνιστάς της Εθνικής Αντιστάσεως, τέκνα ηρωικά της Νικαίας, οι οποίοι και εξετελέσθησαν εις τον χώρον τούτον». Στην ομιλία του τον ίδιο μήνα ο ταγματάρχης ε.α. Νικόλαος Πλυτζανόπουλος, ανιψιός του διοικητή των ταγματασφαλιτών που συμμετείχαν στο μπλόκο που είχε εν τω μεταξύ διοριστεί δήμαρχος Νίκαιας, επανέλαβε το ίδιο μοτίβο, αναφερόμενος στους δράστες ως «μασκοφόρους προδότας κομμουνιστάς» και στα θύματα ως «αθώους εθνικόφρονας πολίτας της Νικαίας» και υπερασπιζόμενος την ανάγκη δράσης το καλοκαίρι του 1944 κατά της «κόκκινης τρομοκρατίας». Η επιγραφή αφαιρέθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας.

Μνημεία

Το Ηρώο των Πεσόντων του Μπλόκου της Κοκκινιάς βρίσκεται στην Πλατεία 17ης Αυγούστου (Πλατεία Οσίας Ξένης). Είναι ένα ορειχάλκινο άγαλμα του Γιώργου Ζογγολόπουλου, του 1956.

Στη Μάντρα της Κοκκινιάς, τόπος όπου Έλληνες πατριώτες εκτελέστηκαν μαζικά από τους Γερμανούς κατακτητές, υπάρχει το μουσείο για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

Το Μνημείο των Πεσόντων του Μπλόκου της Κοκκινιάς βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο του Γ’ Νεκροταφείου Αθηνών.

Πηγή: https://www.news247.gr/afieromata/75-chronia-apo-to-mploko-tis-kokkinias.7487476.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Μπλόκο_της_Κοκκινιάς