Οι νεότεροι αγωνιστές της Κύπρου (1956)

Οι νεώτεροι αγωνιστές της Κύπρου ήταν ο Μιχαλάκης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου. Ο Μιχαλάκης Καραολής (Παλαιχώρι Ορεινής, Λευκωσία, 13 Φεβρουαρίου 1933 – Λευκωσία, 10 Μαΐου 1956) ήταν Ελληνοκύπριος αγωνιστής της Ε.Ο.Κ.Α. και ήρωας της Κύπρου. Για τη δράση του συνελήφθη από τις βρετανικές δυνάμεις και εκτελέστηκε διά απαγχονισμού. Ο Ανδρέας Δημητρίου (Λεμεσός, 1934 – Λευκωσία, 10 Μαΐου 1956) ήταν Έλληνας αγωνιστής της Ε.Ο.Κ.Α. και ήρωας της Κύπρου αγωνιζόμενος για την ελευθερία της μέχρι θανάτου του.

Οι νεότεροι αγωνιστές της Κύπρου
Άγαλμα των αγωνιστών στη Λευκωσία

Ο Μιχαλάκης Καραολής

Οι γονείς του ήταν ο Σάββας και η Παναγιώτα Καραολή. Τα αδέρφια του ήταν η Ελένη, ο Ανδρέας, η Μαρούλλα και η Νίκη, ενώ ο Μιχαλάκης ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο του Παλαιχωρίου και αποφοίτησε με υποτροφία από την Αγγλική Σχολή. Απόφοιτος καθώς ήταν έπιασε δουλειά στο Φόρο Εισοδήματος. Ήταν επίσης αθλητής δρόμου και εργαζόταν στον ΑΠΟΕΛ .

Εντάχθηκε στη Ε.Ο.Κ.Α. πολύ πριν από την 1η Απριλίου 1955 και ήταν μέλος της ομάδας του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Στις 28 Αυγούστου 1955 ανέλαβε μαζί με τον συναγωνιστή του (και μετέπειτα πολιτικό) Ανδρέα Παναγιώτου την εκτέλεση του αστυνομικού Ηρόδοτου Πουλλή, ο οποίος κατηγορείτο ως προδότης.

Η απόπειρα πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια ανοικτής διαδήλωσης της αριστεράς, την οποία παρακολουθούσε ο Πουλλής. Τον πυροβόλησαν δημόσια πισώπλατα αρκετές φορές. Κατά την προσπάθεια διαφυγής του, ο Καραολής καταδιώχθηκε από τους παρευρισκομένους, οι οποίοι νόμιζαν ότι επίθεση είχε ως στόχο τη διαδήλωση και ένας από αυτούς έφραξε με το ποδήλατό του τον δρόμο του Καραολή, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει το δικό του ποδήλατο. Αργότερα οι αρχές ταυτοποίησαν τον Καραολή μέσω της πινακίδας του ποδηλάτου του και ακολούθως τον συνέλαβαν στο Τζιάος, ενώ εκείνος ετοιμαζόταν να προσχωρήσει στην αντάρτικη ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου.

Φυλακίστηκε στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας καταδικάστηκε σε θάνατο στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Δημόσιος κατήγορος στη δίκη του Καραολή ήταν ο μετέπειτα ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, Ραούφ Ντενκτάς. Ο Γρίβας σε πολλά μηνύματα του έγραφε: «κάντε το αδύνατο δυνατό, ελευθερώστε τον Καραολή».

Οδηγήθηκε στην αγχόνη στις 10 Μαΐου 1956 τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο μαζί με τον Ανδρέα Δημητρίου. Εκτελέστηκε πρώτος λέγοντας: «Εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, αφού εγώ δεν βρίσκω λόγο για να με κλαίω, ούτε οι συγγενείς μου πρέπει να με κλαίνε».

Οι Άγγλοι δεν επέτρεψαν στην οικογένειά του να πάρει το σώμα του και να το θάψει, αλλά αντ’ αυτού το έθαψαν οι ίδιοι σε ένα περιφραγμένο χώρο εντός των φυλακών, τα λεγόμενα Φυλακισμένα Μνήματα. Η εκτέλεση αυτών των Κυπρίων αγωνιστών προκάλεσε εντονότατο ρεύμα αγανάκτησης σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκαν πολλές συγκεντρώσεις και πορείες. Τιμής ένεκεν ο Δήμος Αθηναίων μετονόμασε την οδό Λουκιανού όπου και το οίκημα της Αγγλικής Πρεσβείας σε οδό Καραολή και Δημητρίου, το ίδιο έπραξε και ο Δήμος Πειραιά μετονομάζοντας την οδό Ναυάρχου Μπητ στη σημερινή οδό Καραολή και Δημητρίου. Επίσης, στην Καισαριανή δύο δρόμοι φέρουν τα ονόματα των δύο αγωνιστών, ο ένας του Μιχαήλ Καραολή και ο άλλος του Ανδρέα Δημητρίου.

Ο Μιχαλάκης Καραολής κατά την διάρκεια της κράτησης του ανέφερε σε ένα γράμμα προς τους φίλους του τα παρακάτω:

Τα ελληνόπουλα δεν ξέρουν
μόνο πως πρέπει να ζουν
Ξέρουν και πώς να πεθαίνουν
Kαι πως την πατρίδα να τιμούν.

Ο Ανδρέας Δημητρίου

Ο Ανδρέας Δημητρίου (Λεμεσός, 1934 – Λευκωσία, 10 Μαΐου 1956) ήταν Έλληνας αγωνιστής της Ε.Ο.Κ.Α. και ήρωας της Κύπρου αγωνιζόμενος για την ελευθερία της μέχρι θανάτου του.

Ο Ανδρέας Δημητρίου καταγόταν από τον Άγιο Μάμα Λεμεσού. Γεννήθηκε το 1934. Η δράση του Δημητρίου στην ΕΟΚΑ ήταν πολυσήμαντη. Μια από τις επιχειρήσεις στις οποίες πρωταγωνίστησε ήταν και η αρπαγή όπλων από τις στρατιωτικές αποθήκες Αμμοχώστου, στις οποίες εργαζόταν. Η επιχείρηση πέτυχε απόλυτα και η Ε.Ο.Κ.Α. ενισχύθηκε σημαντικά.

Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο έχοντας κατηγορηθεί για την εκτέλεση ενός Άγγλου στην Αμμόχωστο στις 28 Νοεμβρίου 1955. Έκανε έφεση η οποία απορρίφθηκε, όπως απορρίφθηκε και η αίτηση για χάρη, την οποία υπέβαλαν οι δικηγόροι στον Κυβέρνητη Χάρτινγκ και στη Βασίλισσα Ελισάβετ.

Απαγχονίστηκε μαζί με τον συναγωνιστή του Μιχαλάκη Καραολή την πέμπτη μετά το Πάσχα στις 10 Μαΐου 1956. Οι δολοφονίες των δύο αυτών ηρώων αποτέλεσαν παράδειγμα θυσίας για τον αγωνιζόμενο κυπριακό λαό και οι αγώνες για την ελευθερία εντάθηκαν.

https://el.wikipedia.org/

Η Συμφωνία της Βάρκιζας (1945)

Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 ύστερα από δεκαήμερες διαπραγματεύσεις. Το αν έπρεπε αν υπογραφεί αυτή η συμφωνία με τους όρους που περιελάμβανε αποτέλεσε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα το οποίο συζητήθηκε επίσημα και ανεπίσημα τόσο την περίοδο που υπογράφτηκε η συμφωνία όσο και μεταγενέστερα.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Τα γεγονότα πριν τη Συμφωνία

Τον Ιανουάριο του 1945 ο ΕΛΑΣ (συνέχεια των Δεκεμβριανών) βρισκόταν πια σε υποχώρηση μπροστά στην πίεση των υπέρτερων βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων: τη νύχτα της 4ης προς την 5η Ιανουαρίου τα τμήματα του άρχισαν να υπαναχωρούν από το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας. Προελαύνοντας γρήγορα τα βρετανικά στρατεύματα έφτασαν ως τις Θερμοπύλες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποτέλεσμα των κοινών ενδιαφερόντων, τα δύο μέρη οδηγήθηκαν σε διαπραγματεύσεις στις 9 Ιανουαρίου 1945. Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ δέχθηκε το βρετανικό πλαίσιο ανακωχής, το οποίο περιελάμβανε διευρυμένες ζώνες από τις οποίες ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να αποσύρει τις δυνάμεις του. Από τις 14 Ιανουαρίου, ημέρα έναρξης της ανακωχής, έως τις 18 Ιανουαρίου ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να εκκενώσει σχεδόν όλη τη Στερεά Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του Νομού Μαγνησίας, το Νομό Θεσσαλονίκης, τα νησιά Ζάκυνθο, Κύθηρα και τις Σποράδες, όπως επίσης και ολόκληρη τη βόρεια Πελοπόννησο.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Από την στιγμή εκείνη ετίθετο επί τάπητος η αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης, που θα έθετε τέλος στην πολεμική αναμέτρηση ή τουλάχιστον η επιδίωξη διαπραγματεύσεων προς αυτή την κατεύθυνση. Άμεσα ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις στη βίλα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα. Και τα δύο στρατόπεδα εξέφρασαν την επιθυμία μα τους να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.

Στην πράξη, συζητήσεις και διαπραγματεύσεις δεν έγιναν. Κάθε πλευρά παρουσίασε τις απόψεις της και επιχειρηματολόγησε πάνω σε αυτές. όσον αφορά τις θέσεις του ΕΑΜ, αυτές είχαν καθοριστεί από την ΚΕ του ΚΚΕ και βασικό θέμα ήταν μην υπογραφεί, σε καμία περίπτωση, συμφωνία στην οποία δεν θα συμπεριλαμβανόταν ο όρος χορήγησης αμνηστίας για τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν της σύγκρουσης του Δεκέμβριο του 1944 Ο όρος όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει δεκτός από την κυβερνητική αντιπροσωπεία, χαρακτηρίστηκε μάλιστα «απαράδεκτος». Τελικά η ΕΑΜική αντιπροσωπεία υποχώρησε σχετικά με το θέμα της γενικής αμνηστίας, κάτι το ποίο δημιούργησε μαι μαύρη τρύπα για τους χιλιάδες οπαδούς της Αριστεράς, που διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν και εκτελέστηκαν, συχνά με ανυπόστατες κατηγορίες.

Η συμφωνία προέβλεπε, από τη μια, να τερματίσει τις εμφύλιες συγκρούσεις που είχαν αρχίσει στις 3 Δεκεμβρίου και από την άλλη να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ειρηνική μεταπολεμική εξέλιξη. Αν και ο πρώτος στόχος πραγματοποιήθηκε, ο δεύτερος όχι. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Ελλάδα οδηγήθηκε σε έναν τραγικό εμφύλιο πόλεμο.

Σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία περιελάμβανε 9 άρθρα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ έπρεπε να απελευθερώσει όλους τους ομήρους του -πολιτικούς αιχμαλώτους (άρθρο 4), να παραδώσει όλον τον εξοπλισμό του και να αυτοδιαλυθεί μέσα σε δύο εβδομάδες (άρθρο 6). Τα υπόλοιπα άρθρα αφορούσαν υποχρεώσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1, η ελληνική κυβέρνηση υποσχόταν να αποκαταστήσει πλήρως τις αστικές ελευθερίες του Τύπου και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Ανάμεσα στις υποσχέσεις της κυβέρνησης ιδιαίτερη θέση έχει κατείχε η δέσμευση της κατάργησης ορισμένων ανελεύθερων νόμων του παρελθόντος. Η κυβέρνηση με το άρθρο 3 είχε υποσχεθεί εκτεταμένη αμνηστία για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του δεύτερου γύρου, με εξαίρεση τα εγκλήματα κοινού δικαίου κατά της ζωής και της περιουσίας. Η συγκρότηση εθνικού στρατού, στον οποίο θα γίνονταν δεκτά ακόμη και πρώην μέλη του ΕΛΑΣ, αποτέλεσε το άρθρο 5 της Συμφωνίας. Στην πράξη όμως οι ένοπλες δυνάμεις διαμορφώθηκαν ως ένα αντικομμουνιστικό όπλο.

Σημαντικότατο θέμα επίσης που είχε τεθεί στη Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν η μεταχείριση των δοσίλογων, όπου η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι θα τους παρέπεμπε σε δίκη. Υπήρχαν τρεις συγκεκριμένες κατηγορίες: η πρώτη περιελάμβανε τους πρώην υπουργούς των κυβερνήσεων που συνεργάστηκαν με τον εχθρό, η δεύτερη μέλη της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας και η τρίτη τους κοινούς εγκληματίες (μαυραγορίτες, πράκτορες, καταδότες). Μόνο η τελευταία κατηγορία διώχθηκε σοβαρά, όταν ορισμένοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Από τη δεύτερη κατηγορία μόνο λίγοι διαβόητοι βασανιστές διώχθηκαν. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν ανενόχλητοι όταν υποστήριξαν ότι δεν συνεργάστηκαν με τον εχθρό αλλά μόνο πολέμησαν τον κομμουνισμό. Πολλά στελέχη αυτών των Ταγμάτων ενσωματώθηκαν και πάλι στις ένοπλες δυνάμεις.

Μετά τη Συμφωνία

Η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν έλυσε τα βαθύτερα πολιτικά προβλήματα της χώρας, αυτά που κατά κύριο λόγο είχαν προκαλέσει την σύγκρουση. Στις 12 Μαρτίου 1945, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, σε μακροσκελές υπόμνημα της προς τις συμμαχικές κυβερνήσεις, δήλωνε πως μόνο το ΕΑΜ είχε τηρήσει πιστά τους όρους της Συμφωνίας της Βάρκιζας και κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι καταδίωκε και τρομοκρατούσε το ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα σε όλη τη χώρα. Το υπόμνημα υποστήριζε ότι η υπάρχουσα κατάσταση απειλούσε να οδηγήσει τη χώρα σε ένα νέο χάος και ότι η λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο στο σχηματισμό μιας αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Το υπόμνημα τελείωνε με την αίτηση «να συγκροτηθεί, όπως προέβλεπε σχετικό άρθρο της Γιάλτας, διασυμμαχική επιτροπή για να εξετάσει την κατάσταση στην Ελλάδα και να πάρει τα μέτρα εκείνα που θα εξασφαλίσουν και στον ελληνικό λαό τις δημοκρατικές ελευθερίες, που αποτελούν την απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση για ένα γνήσιο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και των εκλογών» που θα ακολουθούσαν.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Δεκεμβριανά (1944-1945)

Ως Δεκεμβριανά αναφέρεται σε μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο 1944 – Ιανουάριο 1945, ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις Βρετανικές και Κυβερνητικές δυνάμεις που ανήκαν σε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από την σοσιαλδημοκρατία (όπως ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ηγέτης του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος) έως την φιλομοναρχική δεξιά και τους πρώην συνεργάτες των κατακτητών.

Τα Δεκεμβριανά

Η απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944) δεν κατάφερε να διώξει τη σκιά της σκληρής πραγματικότητας. Από τη μια ένα αυξανόμενο κλίμα πόλωσης και από την άλλη η τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας, την οποία η κυβέρνηση Παπανδρέου δε μπορούσε να αντιμετωπίσει. Οι καταστροφές που είχε υποστεί η Ελλάδα σε έμψυχο και άψυχο υλικό ήταν τεράστιες. Περίπου 90.000 άνδρες και γυναίκες είχαν πεθάνει πάνω από 3.500 πόλεις και χωριά είχαν καταστραφεί, περίπου 410.000 κατοικίες είχαν χαθεί. Το 1/4 των δασών καταστράφηκε, ανυπολόγιστες ήταν οι απώλειες στην κτηνοτροφία και στην γεωργία, ενώ η έλλειψη πρώτων υλών είχε προκαλέσει την ελαχιστοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής. Παράλληλα, είχε καταστραφεί η πλειονότητα των υποδομών της χώρας. Σχεδόν ολοσχερής ήταν η καταστροφή των συγκοινωνιών. Οι βασικότερες οδικές αρτηρίες, γέφυρες και λιμάνια ήταν ακατάλληλα. Σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά, η κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει την έλλειψη χρημάτων, το σοβαρό έλλειμμα αλλά τον συνεχώς αυξανόμενο πληθωρισμό.

Το πρόβλημα ΕΛΑΣ του Γεωργίου Παπανδρέου

Η κυριαρχία του ΕΛΑΣ στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας αποτελούσε ένα κύριο πρόβλημα για τον Παπανδρέου, ειδικότερα όταν υπήρχε ο φόβος για παράδοση της χώρας στα των κομμουνιστών. Πρωταγωνιστές βέβαια των εξελίξεων συνέχιζαν να είναι οι Βρετανοί όπου η πολιτική τους απέβλεπε στην επιβολή μιας κατάστασης που θα εξασφάλιζε τα συμφέροντα τους. Τους δύο πρώτους μήνες της απελευθέρωσης η διάρθρωση των στρατιωτικών δυνάμεων αποτέλεσε ζήτημα κρίσιμης σημασίας, εφόσον είχε άμεση συνάρτηση με την πολιτική εξουσία αυτή καθ’ αυτή. Ο Γεώργιος Παπανδρέου οργάνωσε άμεσα την επιστροφή στην Ελλάδα της «Ορεινή Ταξιαρχίας», που είχε δημιουργηθεί στη Μέση Ανατολή ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών κινημάτων και της εκκαθάρισης των αριστερών από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Τόσο τα παλαιά αστικά κόμματα όσο και οι Βρετανοί επιθυμούσαν την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τη συγκρότηση νέου εθνικού στρατού. Στις αρχές Νοεμβρίου Παπανδρέου και Σκόμπι είχαν αποφασίσει ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου, γεγονός που το ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης και του ΕΑΜ. Στα σχέδια δεν περιλαμβάνονταν η «Ορεινή Ταξιαρχία», η Αστυνομία και η Χωροφυλακή, όπως επίσης η επίσημη οργάνωση Χ του Γρίβα.

Τα Δεκεμβριανά

Την 1η Δεκεμβρίου μετά την αποτυχία των σχετικών διαπραγματεύσεων η κυβέρνηση, που συνεδρίαζε χωρίς τη συμμετοχή των ΕΑΜικών υπουργών, διέταξε τη παράδοση της Εθνικής Πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ στα Τάγματα Εθνοφυλακής, δηλαδή στις δικές της δυνάμεις. Την ίδια ημέρα το ΕΑΜ απέσυρε τους υπουργούς του από την κυβέρνηση, ανακοίνωσε ότι θα διοργάνωνε συγκέντρωση διαμαρτυρίας την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου και κήρυξε γενική απεργία τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου. Παρά την απαγόρευση της από την κυβέρνηση η διαδήλωση πραγματοποιήθηκε, αλλά οι διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος δέχθηκαν πυροβολισμούς που ρίχθηκαν από το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Αθήνας για λόγους που παραμένουν ανεξήγητοι, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 άτομα και να τραυματιστούν πολλά άλλα. Το κλίμα στην Αθήνα άρχισε να γίνεται βαρύ και ο ΕΛΑΣ κινητοποίησε τις δυνάμεις του. ήδη εκείνο το βράδυ υποστηρικτές του ΕΑΜ απάντησαν αποκλείοντας και κάνοντας επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα σε όλη την Αθήνα. Την επομένη, κατά την κηδεία των θυμάτων, πραγματοποιήθηκαν νέες συγκεντρώσεις από το ΕΑΜ, όπου και πάλι δέχτηκαν πυρά τα οποία προκάλεσαν νέους θανάτους. Το ίδιο βράδυ υπέβαλλε την παραίτηση του ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου τελικά όμως παρέμεινε στο αξίωμα του μετά από Βρετανικές πιέσεις.

Η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ φάνηκε να αιφνιδιάστηκε, ενώ ο αρχικός στόχος των μαχητών στην Αθήνα ήταν τα τελευταία υπολείμματα αυτών που συνεργάστηκαν με τα SS το 1944. Η ιδέα ενός συνολικού σχεδίου για επίθεση του ΕΛΑΣ για την κατάληψη της Αθήνας φαίνεται ότι δεν υπήρχε, εφόσον οι πρώτες μάχες ήταν σποραδικές και δε βασίζονταν σε συγκεκριμένο σχεδιασμό. Αν και οι συγκρούσεις προοδευτικά κλιμακώνονταν, τις πρώτες μέρες είχαν τη μορφή κλεπτοπόλεμου. Αρχικά οι μαχητές του ΕΛΑΣ προσπαθούσαν να καταστρέψουν τις ελληνικές μονάδες των αντιπάλων τους, χωρίς όμως να εμπλακούν σε μάχες με βρετανικά στρατεύματα, εφόσον οι Βρετανοί δε είχαν εχθρικά αισθήματα. Η σύγκρουση είχε πλέον αρχίσει και αρχικά φάνηκε να κλίνει υπέρ του ΕΛΑΣ, που οι ελεύθεροι σκοπευτές του περιόρισαν τους Βρετανούς και τους Έλληνες αντιπάλους τους σε μια μικρή περιοχή στο κέντρο της Αθήνας. Ο ΕΛΑΣ δε μπορούσε να αντιμετωπίσει τις τακτικά οργανωμένες και εκπαιδευμένες βρετανικές δυνάμεις, ούτε τη σημαντική υπεροπλία και δύναμη πυρός, εφόσον ακόμη και τα αεροπλάνα σφυροκοπούσαν θέσεις του ΕΛΑΣ.

Η ηγεσία του ΕΑΜ-ΚΚΕ υπερεκτίμησε τη δύναμη του ΕΛΑΣ και αντίστοιχα υποτίμησε τις βρετανικές δυνάμεις και ξεκίνησε μια μάχη χωρίς σαφή επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αυτό φαίνεται και από το ότι, χωρίς κάποια εμφανή αναγκαιότητα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον του Ζέρβα στην Ήπειρο. Το ΕΑΜ-ΚΚΕ προσδοκούσε σε βοήθεια από το εξωτερικό, η οποία ποτέ δεν έφτασε.

Οι Βρετανοί με την έναρξη των συγκρούσεων παρουσιάστηκαν αποφασισμένοι στο μέγιστο βαθμό να λύσουν το θέμα με τη δύναμη των όπλων. Στο πλαίσιο αυτό έφτασαν στην Αθήνα βρετανικές ενισχύσεις και στις 15 Δεκεμβρίου οι Βρετανοί κατόρθωσαν όχι μόνο να αντισταθούν αλλά και να περάσουν στην αντεπίθεση . Στο πλευτό των συμμαχικών δυνάμεων εντάχθηκαν πολλά μέλη αντοκομμουνιστικών οργανώσεων με αποτέλεσμα η Εθνοφυλακή που αριθμούσε 15.000 μέλη στα τέλη Δεκεμβρίου, τον Ιανουάριο να αριθμεί 23.000.

Ο ταξικός εμφύλιος

Η διαίρεση που προκάλεσε η σύγκρουση του Δεκεμβρίου ήταν βαθύτερη από κάθε άλλη φορά, προκαλώντας μια αδιανόητη υστερία και κάνοντας τη σύγκρουση να διαφαίνεται ταξική. Από τη μια οι Βρετανοί σε μπλόκο συνέλαβαν και φυλάκισαν 15.000 υπόπτους συμπαθούντες την Αριστερά, εκ των οποίων 8.000 εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, μονάδες του ΕΛΑΣ, απαντώντας με ωμό τρόπο, εκτέλεσαν μέλη «αντιδραστικών» οικογενειών της Αθήνας, θάβοντας τους σε ομαδικούς τάφους.

Οι Βρετανοί είχαν διαπιστώσει ότι το ελληνικό πρόβλημα δε θα λυνόταν μόνο με στρατιωτικά μέσα, αλλά χρειαζόταν και πολιτική λύση. Συμφωνήθηκε να ζητηθεί από το βασιλιά να ορίσει αντιβασιλέα τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ένα πρόσωπο ευρύτερης λαϊκής αποδοχή, για να συντονίσει-δρομολογήσει τις απαραίτητες ενέργειες για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Στις 30 Δεκεμβρίου ο Γεώργιος ο Β’ ανακοίνωσε το διορισμό του Δαμασκηνού ως Αντιβασιλέα και έδωσε την υπόσχεση του να μην επιστρέψει στην Ελλάδα παρά μόνο έπειτα από ελεύθερη απόφαση του ελληνικού λαού. Στις 3 Ιανουαρίου 1945 σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση, υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, χωρίς τη συμμετοχή ΕΑΜικών στελεχών.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Κυπριακή Δημοκρατία (1960-…)

Η Κυπριακή Δημοκρατία ή Δημοκρατία της Κύπρου, όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Βρίσκεται γεωγραφικά νοτιοανατολικά της Ελλάδας, νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ και βορείως της Αιγύπτου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (37% του νησιού), η οποία προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Κυπριακή Δημοκρατία, 1η Οκτωβρίου
Κυπριακή Δημοκρατία

Η 1η Οκτωβρίου, από το 1960 και μετά, σηματοδοτεί την επέτειο της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κύπρου, μετά τον αγώνα ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες, την περίοδο 1955-1959.

Η 1η Οκτωβρίου ωστόσο δεν είναι η πραγματική ημέρα κατά την οποία έγινε πράξη η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η 16η Αυγούστου του 1960.

Η Βρετανική κατοχή στην Κύπρο

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α’ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Έλληνο-Κύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί, αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν «επέκταση της Ανατολής», απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως «η Κύπρος είναι Τουρκική». Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα «Διαίρεση ή Θάνατος» που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της χωρίς την συμμετοχή Τούρκο – Κύπριων, το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Οι Βρετανοί φεύγουν από την Κύπρο

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών. Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html