Αταλάντη (19ος αιώνας)

Η Αταλάντη έχει περίπου 300 σπίτια, από τα οποία το 1/3 είναι τούρκικα. Κάποια από αυτά είναι μεγάλα, έχουν κήπους και φαντάζουν ωραία από μακριά. Το μεγαλύτερο ποσοστό των σπιτιών είναι έρημα και ερειπωμένα, εν μέρει εξ αιτίας μιας πανούκλας που εξολόθρευσε ολόκληρες οικογένειες λίγα χρόνια πριν.

Αταλάντη

Κυβερνήτης είναι ο Ισέντ μπέης, γιος του Kapijilar Kiayassy (αξιωματούχος) του Αλή πασά. Το ελληνικό τμήμα χωρίζεται από το τούρκικο. Ο επίσκοπος, Αταλάντης που είναι τοποτηρητής της Μητρόπολης Αθηνών, είναι ο αρχηγός της κοινότητας και διατηρεί ένα καλούτσικο σπίτι στην Επισκοπή. Το σπίτι του έχει ένα κήπο με πορτοκαλιές, λεμονιές και άλλα φρούτα, που αν και είναι απεριποίητος, είναι ο καλύτερος στην Αταλάντη και θεωρείται κάτι εξεζητημένο για την περιοχή.

Οι πεδιάδες είναι πολύ εύφορες, αλλά δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερα εξαιτίας της έλλειψης εργατικών χεριών. Τα ελώδη μέρη προς τη θάλασσα παράγουν καλαμπόκι, η υπόλοιπη πεδιάδα σιτάρι, σταφύλια, από τα οποία γίνεται ένα καλούτσικο κρασί, και λίγα ελαιόδεντρα τα οποία αποδίδουν αρκετά. Το μεροκάματο είναι το ίδιο με την Αθήνα, τη Λιβαδειά κ.λ.π., δηλαδή 40 παράδες τη μέρα και μια οκά κρασί.

Η περιοχή έχει 30 με 40 χωριά. Τα περισσότερα είναι πολύ μικρά και σχεδόν τα μισά κατοικούνται. Πολλοί από τους κατοίκους έχουν μεταναστεύσει στις περιοχές της Λιβαδειάς και της Αθήνας από τότε που ο Αλή Πασάς κατέλαβε το μέρος. Ο έλεγχος είναι τώρα στα χέρια του γιου του, Βελή πασά, που προσπαθεί να πείσει τους μετανάστες να επιστρέψουν υποσχόμενος να μετριάσει την επιβολή φόρων.

Η Αταλάντη βρίσκεται εξ ολοκλήρου στην πεδιάδα, ακριβώς στους πρόποδες ενός απότομου και ψηλού βουνού, που ονομάζεται Ρόδα. Αυτό συνδέεται με το Χλωμό, και ένα κομμάτι του κόβει τη θέα του νοτιοανατολικού άκρου του κόλπου, ενώ μια ψηλή κορυφογραμμή του, που ονομάζεται Ξηροβούνι, κόβει τη θέα προς τα βόρεια αφήνοντας την πεδιάδα μόνη της ανάμεσα στα βουνά, ορατή από την πόλη, και πέρα από αυτή τον κόλπο της Αταλάντης, το Ευβοϊκό κανάλι και την καλλιεργημένη περιοχή γύρω από τις Ροβιές στην Εύβοια, που στην μία και στην άλλη πλευρά τους, αλλά ειδικά προς τα νότια, αυτή η παραλία αποτελείται από απότομους, ψηλούς βράχους.

Το νησί της Αταλάντη, που τώρα ονομάζεται Ταλαντονήσι, χωρίζεται από τις ακτές της Βοιωτίας με ένα μικρό κολπίσκο και εκτείνεται μέχρι το κέντρο του κόλπου της Αταλάντης. Είναι μπροστά από τη Σκάλα, δηλαδή το λιμάνι της Αταλάντης, που απέχει μια ώρα από την Αταλάντη, προς τα ανατολικά.

Είναι προφανές ότι η πόλη πήρε το όνομα της από το νησί, μια και η απώλεια του αρχικού φωνήεντος είναι συνηθισμένη κατά τη μετάβαση από τα αρχαία ονόματα σε σύγχρονα, και έτσι ο Τάλαντας αποτελεί ένα ακόμα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα, που διατήρησαν το όνομα τους με αλλαγή.

William Martin Leake

Κλέφτες και Αρματολοί

Ο πόλεμος ανάμεσα στους κλέφτες και τον Δερβέντ αγά ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καταστροφή αυτής της γωνιάς της Θεσσαλίας που άλλοτε ανθούσε. Το Κουφό που βρίσκεται σε ψηλό σημείο του όρους Όθρυς και συντηρείται χάρη στους αμπελώνες και τα αγώγια του -μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων σε όλη τη χώρα- είναι το πλέον εκτεθειμένο στους κλέφτες και το λιγότερο ικανό, εξαιτίας της έλλειψης μέσων να αντιμετωπίζει τις ζημιές.

Κλέφτες και Αρματολοί
Κλέφτες και Αρματολοί

Όταν οι κλέφτες έχουν πρόθεση να επιτεθούν σε ένα χωριό, συνήθως βρίσκουν ένα σημείο-αρχηγείο κοντά σε αυτό, από όπου στέλνουν γράμμα στον κοτζάμπαση το οποίο ξεκινά ως εξής: «Αγαπημένε μου προεστέ». Με το γράμμα αυτό τον προσκαλούν να έρθει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του μαζί τους. Η απάντηση είναι συνήθως η φυγή το ίδιου και των κατοίκων του χωριού του, οπότε οι κλέφτες, που δεν αντιμετωπίζουν πια αντίσταση, μπαίνουν στο χωριό, πυρπολούν τα σπίτια, σφάζουν τα κοπάδια και αρπάζουν παιδιά και γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν. Παίρνουν μάλιστα επιλεκτικά εκείνες που ξέρουν ότι θα τις ανταλλάξουν με μεγαλύτερα ποσά.

Συνέπεια όλων αυτών είναι ότι τα χωριά που βρίσκονται κοντά σε λημέρια ληστών εξ ανάγκης ικανοποιούν τις απαιτήσεις και προσπαθούν να διατηρούν καλές σχέσεις μαζί τους. Η συμπεριφορά αυτή όμως από την άλλη προκαλεί την εκδικητικότητα του Δερβέντ αγά, ο οποίος φυλακίζει τους προεστούς στα Ιωάννινα και στέλνει Αλβανούς να αντιμετωπίσουν τους κλέφτες. Την ίδια τακτική ακολουθούν και οι αρματολοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται κατά των κλεφτών από περιοχές του όρους Όθρυς, όπως το Ζητούνι, το Κοκούς και το Αρμυρό. Το ίδιο φαίνεται πως ισχύει σε κάθε περιοχή της Ελλάδας την οποία λυμαίνονται οι κλέφτες. Αν «προσκυνούν» ή υποτάσσονται με τη θέληση τους, αντιμετωπίζονται ευνοϊκά τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή, αν και στο μέλλον απειλούνται με καταστροφή. Αν εξάλλου δεν έχουν δώσει στο βεζίρη αφορμή να τους υποπτεύεται, τότε τους κάνεις δερβεντλίδες (φύλακες των περασμάτων).

Πολλοί από αυτούς έχουν αδέλφια και ξαδέλφια μεταξύ των κλεφτών, οπότε υπάρχει μυστική αλληλογραφία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει επίθεση σε ένα χωριό υποδεικνύεται συνήθως από κάποιον αντίπαλο των κλεφτών, ο οποίος, μπαίνοντας στο χωριό δήθεν για να παρακολουθεί τις κινήσεις των κλεφτών, διαλέγει να μείνει σε κάποιο συγκεκριμένο σπίτι με μόνο στόχο να εξετάσει την περιουσία του ιδιοκτήτη και να μηχανευθεί πως θα τον κατακλέψει. Στη συνέχεια ενημερώνει τους κλέφτες για το πότε και που θα στήσουν καρτέρι στο θύμα. Αυτός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ανίκανος να πληρώσει τα λύτρα μιας και οι απαγωγείς του ξέρουν με λεπτομέρεια κάθε περιουσιακό του στοιχείο.

Τέτοιες ιστορίες δόλου ήταν καθημερινό φαινόμενο πριν ο Αλή γίνει κύριος μεγάλου μέρους της Ελλάδας και περιορίσει την πρακτική εφαρμογή της εφευρετικότητας των κλεφτών. Ωστόσο, σε μια τέτοια ορεινή περιοχή, αλλά και στα όρια των υπό έλεγχο ζωνών, ο Αλή δεν ήταν δυνατόν να εξαλείψει τελείως τους κλέφτες. Ίσως και να μην ήθελε κάτι τέτοιο. Αν ο Αλή δεν ήθελε να έχει έμπρακτα παραδείγματα ώστε να πείσει την Πύλη για την ανάγκη διατήρησης δικών του φρουρών στους δρόμους και τα περάσματα και να επωφεληθεί από αυτό, θα επικρατούσε τέλεια ασφάλεια και ηρεμία. Αν είχε αυτό στο μυαλό του ή αν απλώς παρέθετε τα πραγματικά γεγονότα δεν ξέρουμε. Πάντως ο Αλή παραδέχτηκε ότι μόνο με τα δικά του στρατεύματα και χωρίς βοήθεια των κατοίκων, δεν θα μπορούσε να προστατεύσει τα ελληνικά βουνά και να φέρει μια κατάσταση ηρεμίας.

William Martin Leake

Χωριά των Βλάχων

Οι Καλαρρύτες ή Ακαλαρρύτες και το Συρράκο ή Σερράκο είναι δύο από τα αγαπημένα χωριά των Βλάχων, από τα 500, όλα μεγάλα, που είναι διάσπαρτα στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελασσόνα, θεωρείται το μεγαλύτερο και μετά έρχεται το Μέτσοβο.

Χωριά των Βλάχων
Το Μέτσοβο το 1800
Χαλκογραφία

Από τη βυζαντινή ιστορία μαθαίνουμε ότι οι «Βλάχοι ή Βλαχιώτες» καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας κατά το 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η χώρα να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Λένε όμως στους Καλαρρύτες ότι οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το μέρος της Πίνδου μόλις τα τελευταία 250 χρόνια, πράγμα που θεωρώ αξιόπιστο, καθώς θεωρείται μάλλον απίθανο να άφησαν τη γόνιμη γη της Θεσσαλίας πριν τους βρει η καταπίεση των Τούρκων κατακτητών και η αδυναμία τους να τους αντισταθούν.

Η μετακίνηση τους όμως δεν ήταν τελικά ατυχής, καθώς οι πρόγονοι τους απολάμβαναν ένα βαθμό ανοχής και πλεονεκτήματα που δεν είχαν στην προηγούμενη κατάστασή τους. Ξεκίνησαν εξάγοντας μάλλινα πανωφόρια στην Ιταλία, κάπες, όπως τις αποκαλούν, που φτιάχνονται σε αυτά τα βουνά και χρησιμοποιούνται πολύ στην Ιταλία, την Ισπανία και από τους Έλληνες βεβαίως. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα πιο διευρυμένο εμπόριο. Σήμερα μοιράζονται με τους Έλληνες σημαντικό μέρος του αποικιακού εμπορίου, ανάμεσα στην Ισπανία ή τη Μάλτα και την Τουρκία και πολλοί κατέχουν πλοία και εμπορεύματα. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι είναι έμποροι που έμειναν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Ιταλία, την Ισπανία ή τις κηδεμονίες της Αυστρίας και της Ρωσίας και οι οποίοι ύστερα από μακρά απουσία γύρισαν με τους καρπούς της φιλοπονίας τους πίσω στις γενέτειρες τους, πλουτίζοντας τες και σε κάποιο βαθμό εκπολιτίζοντας τες. Σπανίως μάλιστα επιστρέφουν για μόνιμη κατοικία εδώ πριν γεράσουν, και αρκούνται σε τρεις ή τέσσερις σύντομες επισκέψεις έως τότε.

Ανάλογες είναι και οι συνήθειες των μεσαίων τάξεων, οι επισκέψεις τους, όμως, στη γενέτειρα τους είναι πιο συχνές και διαρκούν μεγαλύτερο διάστημα, κυρίως τα καλοκαίρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έμποροι διαφόρων πόλεων της Τουρκίας και βιοτέχνες, από τους οποίους οι πολυπληθέστεροι είναι ράφτες και εργάτες στα ορυχεία χρυσού, ασημιού και χαλκού. Ξεχωρίζουν για την κατασκευή πιστολιών που ταιριάζουν με τα γούστα των Αλβανών, διακρίνονται στην φιλοτέχνηση ασημένιων φλιτζανιών του καφέ και στο ράψιμο αλβανικών φορεμάτων. Οι φτωχότεροι είναι αχθοφόροι ή βοσκοί.

Στο Συρράκο υπάρχουν μερικοί χρυσοχόοι που δουλεύουν κατά κύριο λόγο στην Πρέβεζα ή τη Λευκάδα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όμως εκτρέφουν πρόβατα. Τη φροντίδα των κήπων και των λίγων καλλιεργήσιμων κτημάτων που βρίσκονται γύρω από τις πόλεις έχουν κυρίως οι γυναίκες που θερίζουν τη σοδειά δίχως παράλληλα να παραμελούν το νοικοκυριό. Ο Ηρακλείδης Ποντικός σημειώνει ότι στην Αθαμανία «γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νεμούσι οι άνδρες» και πράγματι εδώ βρισκόμαστε, αν όχι στην Αθαμανία, τουλάχιστον πολύ κοντά, σε μια περιοχή που τόσο της μοιάζει.

Πολλοί έμποροι έχουν σπίτια στα Ιωάννινα και οι βοσκοί συνήθως κατεβάζουν αυτήν την εποχή τα κοπάδια τους προς τις κοιλάδες και σε παραθαλάσσια μέρη, οπότε στους Καλαρρύτες συναντά κανείς μόνο γυναίκες, παιδιά και ιερείς. Το χιόνι είναι στρωμένο σε αυτήν την πόλη ακόμα για πέντε μήνες συνεχώς ή περίπου τόσο, έτσι πολύ μικρή είναι η επικοινωνία με τη γύρω περιοχή και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να φροντίζουν για τις χειμωνιάτικες προμήθειες τους σε ρύζι, αλεύρι, λάδι, παστό ψάρι και καυσόξυλα.

Από τα χωριά των Βλάχων, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο φιλοξενούν κάπου πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός εκείνων που ζουν στο εξωτερικό, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Κάθε πόλη έχει το γιατρό της, ο οποίος πληρώνεται με το μήνα από το κράτος, και το δάσκαλό της. Αυτός ο τελευταίος όμως περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς οι γονείς ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τα παιδιά τους επαρκείς γνώσεις, μια και το θεωρούν περιττό. Εκτός και να τα παιδιά τους προορίζονται για παπάδες, προοπτική που πάντως ελάχιστα εγγυάται την επιτυχία στη ζωή τους.

Οι κατώτερες τάξεις στους Καλαρρύτες (το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στα γειτονικά χωριά των Βλάχων) διατηρούν με εντυπωσιακό τρόπο το αρχαίο πνεύμα ανεξαρτησίας για το οποίο οι Έλληνες είναι γνωστοί. Δεν δέχονται εύκολα να γίνουν υπηρέτες και οι αρχηγοί της οικογένειας που δεν έχουν βρεθεί στο εξωτερικό υπηρετούνται από τις γυναίκες και τις κόρες τους. Οι άλλοι πάλι, αυτοί που έχουν συνηθίσει διαφορετικά στο εξωτερικό, συνήθως παίρνουν υπηρέτες από τα Ιωάννινα ή τα Τρίκαλα.

Η φιλήσυχη ζωή της τοπικής κοινότητας δεν της διασφάλισε την ανεξαρτησία που οι πρόγονοι της είχαν κατακτήσει και την οποία απολάμβαναν στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόσυρσή τους σε αυτό το τμήμα της Πίνδου θα ήταν άκρως πλεονεκτική αν ως λαός ήταν φιλοπόλεμος τόσο όσο οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορεσίβιοι. Μικρή, όμως, ήταν η αντίσταση τους στον Αλή πασά, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους φερθεί με επιείκεια, και χάρη στη στάση που κράτησαν αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Καλαρρύτες και κάποιες άλλες πόλεις είναι φόρου υποτελείς απ’ ευθείας στη βαλιδέ σουλτάνα και απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος στην ανώτατη αυλή. Ο Αλή δίνει λογαριασμό στο αυτοκρατορικό ταμείο και ως εκ τούτου έχει προσπαθήσει να αποφύγει κάθε αιτία παραπόνων από τους ραγιάδες αυτών των περιοχών.

William Martin Leake

Τα Ιωάννινα (527μ.Χ.-…)

Τα Ιωάννινα ή αλλιώς Γιάννενα είναι κτισμένα στη δυτική όχθη της λίμνης Παμβώτιδας, σχεδόν στο κέντρο ενός λεκανοπεδίου, που ορίζουν τα όρη Μιτσικέλι-Τόμαρος-Ξεροβούνι. Πυρήνα της πόλης αποτέλεσε ιστορικά και χωροταξικά μία βραχώδης χερσόνησος, η οποία καταλήγει βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά σε δύο υψώματα.

Το όνομα των Ιωαννίνων

Η πόλη αναφέρεται και σαν Νέα Εύροια η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Ιωάννινα ανάμεσα στο 550 και 850μ.Χ. Κατ’ άλλη εκδοχή το όνομα Ιωάννινα αναφέρεται για πρώτη φορά το 879μ.Χ. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος και ο επίσκοπος Ζαχαρίας «εξ Ιωαννίνης». Άλλες μαρτυρίες γύρω από την πατρότητα του ονόματος αναφέρουν ότι η πόλη πήρε το όνομα από την Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στα ερείπια της οποίας έκτισε ο Ασλάν Πασάς το τζαμί.

Τα Ιωάννινα κατά τους αρχαίους χρόνους

Λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στο σπήλαιο της Καστρίτσας μαρτυρούν ότι ανθρώπινη δραστηριότητα εντοπίζεται για πρώτη φορά στην περιοχή από την Παλαιολιθική Εποχή (πριν 38.000 χρόνια).

Τα Ιωάννινα τα βυζαντινά χρόνια

Το Βυζαντινό Κάστρο των Ιωαννίνων
Το Βυζαντινό Κάστρο των Ιωαννίνων

Η πόλη ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά το 527 μ.χ. από τον ιστορικό Προκόπιο με την ονομασία Ευροία. Κατά την Βυζαντινή περίοδο και για πολύ ακόμα χρονικό διάστημα, η πόλη των Ιωαννίνων φέρεται ότι περιοριζόταν μόνον εντός του φρουρίου. Κατά το τέλος του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. ακολούθησαν σλαβικές επιδρομές στην ευρύτερη περιοχή. Το 879 η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά με το σημερινό της όνομα και ήταν έδρα Επισκόπου. Η πόλη καταλήφθηκε προσωρινά από τους Βουλγάρους του τσάρου Σαμουήλ. Το 1082 η πόλη καταλήφθηκε από τους Νορμανδούς που επιδιόρθωσαν τα τείχη της πόλης για να απωθήσουν αντεπίθεση του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Ο τελευταίος απελευθέρωσε την πόλη το 1108. Το 13ο αι. με την εγκαθίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου τα Ιωάννινα ήταν το δεύτερο σημαντικότερο αστικό κέντρο της Ηπείρου, μετά την Άρτα. Ο ιδρυτής του Δεσποτάτου Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας συνέβαλε στην εγκατάσταση στην πόλη επιφανών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη που είχαν διαφύγει λόγω της Άλωσης του 1204 από τους Σταυροφόρους. Από το 1337-1340 ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος με τη βοήθεια του Ιωάννη Καντακουζηνού καταλύουν το Δεσποτάτο της Ηπείρου και τα Ιωάννινα περιέρχονται υπό βυζαντινό έλεγχο. Μέχρι την κατάκτηση από τους Τούρκους το 1430, παρόλο που η πόλη περιήλθε υπό σέρβικη και ιταλική κατοχή άνθησε οικονομικά και πνευματικά.

Τα Ιωάννινα κατά την Τουρκοκρατία

Η πόλη δεσμεύτηκε το 1430 από τους Οθωμανούς, με σουλτάνο το Σινάν Πασά, με έγγραφη συμφωνία να γίνουν σεβαστά πολλά προνόμια των κατοίκων, κυρίως περιουσιακά και εκκλησιαστικά. Το 1611 ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος, πρώην Επίσκοπος Λάρισας, ορίστηκε ως ηγέτης εξέγερσης στην περιοχή. Η εξέγερση όμως καταπνίγηκε από τον Ασλάν Πασά, που ήταν γενίτσαρος ελληνικής καταγωγής. Ο Διονύσιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ως συνέπεια του ξεσηκωμού αυτού ήταν και η κατάργηση των προνομίων. Ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου καταστράφηκε και οι μοναχοί θανατώθηκαν. Στη θέση του ανεγέρθηκε το 1618 τζαμί αφιερωμένο στον Ασλάν Πασά που κατέπνιξε το κίνημα του Διονύσιου. Από την εποχή εκείνη εγκαταστάθηκαν οικογένειες Τούρκων και Εβραίων στο κάστρο της πόλης. Οι Έλληνες που εδιώχθησαν ίδρυσαν νέους οικισμούς για πρώτη φορά έξω από το κάστρo.

Παρ’ όλη την αναταραχή, η πόλη επανέκαμψε, οι ντόπιοι συνέχισαν τις εμπορικές και χειροτεχνικές τους δραστηριότητες. Οι εμπορικές σχέσεις με σημαντικά κέντρα της Ευρώπης ήταν έντονες, όπου έμποροι από τα Ιωάννινα ίδρυαν εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους. Ταυτόχρονα, διατηρούσαν την επαφή τους με την πατρίδα και χρηματοδοτούσαν την κατασκευή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτοί οι έμποροι υπήρξαν και οι πιο σημαντικοί εθνικοί ευεργέτες.

Τα Ιωάννινα και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Η σημαντικότατη πνευματική και εκπαιδευτική δραστηριότητα την εποχή εκείνη ήταν απόρροια της οικονομικής ευημερίας που η πόλη γνώρισε. Τα Ιωάννινα αποτέλεσαν το σημαντικότερο κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μαζί με την Κωνσταντινούπολη και τα κέντρα του απόδημου Ελληνισμού στη Βιέννη και στο Βουκουρέστι. Οι Γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση. Για παράδειγμα Ιωαννίτες ήταν οι ιδρυτές και των τεσσάρων ελληνικών τυπογραφείων της Βενετίας: του Νικολάου Γλυκύ, Ανδρέα Ιουλιανού, Νικολάου Σάρου και Δημητρίου Θεοδοσίου. Στον 17ο και 18ο αιώνα χτίστηκαν πολλές σχολές: η Επιφανείου, η Μπαλάνειος, η Μαρούτσιος, η Καπλάνειος, η Ζωσιμαία Σχολή και άλλες.

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων

Το 1821, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ στην Κωνσταντινούπολη, ενοχλήθηκε από την συνεχώς αυξανόμενη επιρροή του Αλή πασά και από πληροφορίες για πιθανή απόσχισή του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έτσι, διέταξε τον αποκεφαλισμό του για προδοσία ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Δυο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από αξιωματούχους του Σουλτάνου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη θανατική καταδίκη. Στην ακρόπολη του κάστρου, υπάρχουν τα ερείπια του σεραγιού του Αλή Πασά, που καταστράφηκε από τον Οθωμανικό στρατό, το Φετιχιέ τζαμί κτισμένο το 1597, η μαρμάρινη βάση του τάφου του Αλή Πασά, κάποια διασωζώμενα παλιά τουρκικά κτίσματα και κάποια. Σώζεται επίσης ένας πύργος των Νορμανδών που είχε ενσωματωθεί με το σεράϊ του Αλή Πασά. Το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων κτίστηκε το 1918 πάνω στο θησαυροφυλάκιο του Αλή Πασά.

Τα Ιωάννινα ελεύθερα

Η πολεμική αναμέτρηση για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 29 Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913, οπότε οι οθωμανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ηγείτο των ελληνικών όπλων.

Στις 11 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός Ρεούφ και ανθυπολοχαγός Ταλαάτ. Έφεραν μαζί τους επιστολή, που υπογραφόταν από τους προξένους στα Ιωάννινα της Ρωσίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, Γαλλίας και Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ Πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των Ιωαννίνων και του Μπιζανίου.

Στις 2 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913 οι τρεις απεσταλμένοι, συνοδευόμενοι από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, έφθασαν στο στρατηγείο της 2ας Μεραρχίας. Εκεί περίμεναν την άφιξη ενός αυτοκινήτου, που τους οδήγησε στις 4:30 π.μ. στο χάνι του Εμίν Αγά, όπου έδρευε το ελληνικό στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το περιεχόμενο της επιστολής και στις 5:30 το πρωί δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός σε όλες τις μονάδες. Στη διήμερη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός είχε 284 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν 2.800 νεκροί και 8.600 αιχμάλωτοι.

Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913 οι πρώτες μονάδες του ελληνικού στρατού παρέλασαν στην πόλη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Τα Ιωάννινα, μετά από 483 χρόνια δουλείας, ήταν και πάλι ελεύθερα. Το χαρμόσυνο άγγελμα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε αμέσως γνωστό στην Αθήνα, σκορπώντας φρενίτιδα ενθουσιασμού.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής απειλής στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Οι επιχειρήσεις στο Μπιζάνι σήμαναν ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου στο στρατιωτικό πεδίο. Τις επόμενες ημέρες ο ελληνικός στρατός κινήθηκε βορειότερα και ως τις 5 Μαρτίου 1913 είχε απελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο.

Τα σύγχρονα Ιωάννινα

Στις 25 Μαρτίου του 1944, εκτοπίζεται και εξοντώνεται ο εβραϊκός πληθυσμός των Ιωαννίνων, ο οποίος απαριθμούσε τότε περί τα 2.000 άτομα, με τους σοφούς Χαχάμηδες, με τους εμπόρους και με τον λαό της. Η πόλη ολόκληρη περνά την τραγωδία της Ναζιστικής Γερμανικής Κατοχής, με τις κακουχίες και τους βασανισμούς στα μαρτυρικά υπόγεια της Ζωσιμαίας Σχολής, αλλά και στη συνέχεια, με τη μεταφορά Γιαννιωτών στα απέραντα στρατόπεδα της Γερμανίας, Αυστρίας και Πολωνίας, προκειμένου να εργαστούν στα υπόγεια τούνελ και σε άλλες καταναγκαστικές εργασίες. Πολλοί από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους, τα Ιωάννινα, και όσοι θα γυρίσουν θα γίνουν θύματα του Εμφυλίου που θα ακολουθήσει.

Η πόλη πλέον παίρνει έναν άλλον χαρακτήρα. Ως σύμβολα αυτού του πολυπολιτισμικού παρελθόντος παραμένουν, από τα δεκαεπτά τζαμιά της πόλης, δύο με μιναρέ και δύο άλλα χωρίς μιναρέ, και από τις δύο Συναγωγές, μία εντός του Κάστρου και μία εκτός, η εντός Συναγωγή.

Το 1970 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ενώ τα Ιωάννινα έχουν θέσει υποψηφιότητα για την ανάδειξή τους σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2021.

Το Νησί των Ιωαννίνων

Το Νησί των Ιωαννίνων
Το Νησί των Ιωαννίνων

Το νησάκι της λίμνης Παμβώτιδας (νήσος Ιωαννίνων) είναι ένα από τα δύο κατοικημένα νησιά σε λίμνη στη χώρα (το άλλο είναι ο Άγιος Αχίλλειος Πρεσπών. Σε αυτό βρίσκεται μικρός οικισμός και διάφορα μνημεία και αξιοθέατα, όπως η τελευταία κατοικία του Αλή Πασά. Υπάρχουν επίσης έξι μοναστήρια, το παλιότερο του Αγίου Νικολάου (Ντίλιου) ή Στρατηγοπούλου του 11ου αιώνα, του Αγίου Νικολάου (Σπανού) ή Φιλανθρωπινών από το 1292 μ.Χ., του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (1506 μ.Χ.), της Ελεούσης (1570 μ.Χ.), του Αγίου Παντελεήμονος (17ου αιώνα) και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (1851 μ.Χ.). Στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (Σπανού) ή Φιλανθρωπινών δίδαξαν κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο λόγιος  Αλέξιος Σπανός, οι μοναχοί Πρόκλος και Κομνηνός και οι αδελφοί Αψαράδες, Θεοφάνης και Νεκτάριος.

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/24-ipeiros/1005-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-grammaton-kai-ton-texnon

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html