Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Με την έκρηξη της Επανάστασης και τις πρώτες νίκες-απελευθερώσεις πόλεων, χωριών και γαιών άρχισε η συζήτηση για τα εθνικά κτήματα και την εκμετάλλευση τους από το έθνος. Οι γαιοκτήμονες προύχοντες εξαρχής εποφθαλμιούσαν τα πρώην τουρκικά και νυν εθνικά κτήματα, δηλαδή τις τεράστιες εκτάσεις γόνιμης αρδευόμενης γης των χθεσινών τιμαρίων, βακουφίων και των μεμονωμένων Οθωμανών γαιοκτημόνων.

Εθνικά κτήματα (19ος-20ος αιώνας)

Πολιτεύματα και Εθνικά κτήματα

Πρώτη αναφορά στα «εθνικά κτήματα», που αποτελούσαν σημείο τριβής και έντασης, τόσο στα χρόνια της Επανάστασης όσο και επί πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση, έχουμε στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», στο «Πολίτευμα της Επιδαύρου», που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1822 από την πρώτη εθνοσυνέλευση του Αγώνα. Το Εκτελεστικό Σώμα είχε δικαίωμα να λαμβάνει δάνεια εντός και εκτός της επικράτειας και να καθυποβάλει τα κτήματα ως υποθήκη, με τη συγκατάθεση του Βουλευτικού Σώματος.

Ο Κολοκοτρώνης με τη λιτότητα που χαρακτηρίζει τα απομνημονεύματα του σημειώνει: «Εψήφισαν να εκποιήσουν την γην με σκοπόν να βγάλουν ό,τι είχαν ξοδέψει, όσα ήθελαν, και να αποζημιωθούν εις γην και να αφήσουν τον λαόν γυμνόν και απ’ αυτήν την ελπίδα της γης». Στα Απομνημονεύματα του πρώτου υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου, διαβάζουμε: «Ο Μαυροκορδάτος, οι Πελοποννήσιοι και οι λοιποί κοτζαμπάσηδες της Στερεάς…πολλήν σπατάλην των δημοσίων έκαμαν και επειδή δεν ήσαν αρκετά όσα είχαν, προβλέποντες δε και δια το μέλλον, απεφάσισαν και την εκποίησιν των εθνικών κτημάτων, και εγένετο μάλιστα το περί τούτου ψήφισμα, το οποίον, αφού ηκούσθη έξω, έφερεν μεγάλην ταραχήν και οι στρατιώται όλοι και των δυο κομμάτων ανακατώθηκαν, διότι δεν ήθελαν να πωληθούν τα δημόσια κτήματα. Μάλιστα οι ευρισκόμενοι εις τα Μελιγγίτικα Καλύβια έγραψαν εις τεμάχια χάρτου ταύτας τας λέξεις: ”το εκποιείν τα δημόσια κτήματα”, το οποίο εκόλλησαν εις τους κορμούς ελαιών και τα ετουφέκιζαν δήθεν, ότι τούτο ήτο το ψήφισμα της Συνελεύσεως». Την ίδια άποψη συναντάμε και σε άλλους συγγραφείς και ιστορικούς.

Τα εθνικά κτήματα διακρίνονταν σε φθαρτά (σπίτια, εργαστήρια, μαγαζιά, μύλους, ελαιοτριβεία, κ.λ.π.) και σε άφθαρτα (γη κυρίως ακαλλιέργητη), ενώ όπως προκύπτει από έγγραφα της εποχής τα αμπέλια και οι ελαιώνες θεωρούνταν φθαρτά. Τα Πολιτεύματα αναφέρονταν και στις δύο κατηγορίες «κτημάτων» τουρκικής ιδιοκτησίας, αλλά κυρίως στη γη, που στην Πελοπόννησο κάλυπτε τα δύο τρίτα του συνόλου. Συγκεκριμένα στους Τούρκους ανήκαν τρία εκατομμύρια στρέμματα και στους Έλληνες ενάμισυ, αν λάβουμε υπόψιν ότι ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής μόλις έφτανε τις 40.000 και ο ελληνικός στο τέλος της Τουρκοκρατίας στις 360.000, στους Τούρκους αναλογούσαν 75ωστρέμματα κατά κεφαλήν και στους Έλληνες 4,2 στρέμματα. Στην πραγματικότητα τις εκτάσεις ελληνικής γαιοκτησίας εκμεταλλεύονταν λίγες δεκάδες οικογενειών, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν διέθετε κτήματα και αναγκαζόταν να εργαστεί σε ιδιοκτησίες Ελλήνων και Τούρκων. Αντίθετα, στην Στερεά Ελλάδα περισσότερα κτήματα ανήκαν σε Έλληνες. Στη Δυτική 970.730 στρέμματα στους Έλληνες και 135.730 στους Τούρκους και στην Ανατολική 1.375.000 στους Έλληνες και 1.085.000 στους Τούρκους.

Η ενοικίαση των φθαρτών, κυρίως, κτημάτων άρχισε να πραγματοποιείται στην Πελοπόννησο μετά τη δεύτερη Εθνική Συνέλευση (Μάρτιος 1823) που ψήφισε τον «Νόμο της Επιδαύρου», ο οποίος είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα. Για την εκποίηση προβλεπόταν προκήρυξη διαγωνισμού. Με ψήφισμα του Απριλίου 1823 οριζόταν ότι από τα εθνικά κτήματα θα πωληθούν για τις ανάγκες του Αγών μόνο φθαρτά.

Στις 22 Απριλίου 1824 κηρύχθηκαν σε δημοπρασία φθαρτά εθνικά κτήματα για να ενισχυθεί η Κρήτη στον Αγώνα της εναντίον των αιγυπτιακών δυνάμεων που είχαν εισβάλλει στο νησί.Το Μάρτιο του 1826 το Βουλευτικό Σώμα αποφασίζει να εκποιήσει άνευ αναβολής εθνικά κτήματα στην βόρεια Πελοπόννησο για να εξοικονομηθούν χρήματα για το Μεσολόγγι που βρισκόταν σε κίνδυνο.

Καταστρατηγήσεις των άρθρων των Συνταγμάτων του 1822 και 1823 υπήρξαν, όπως συνεπάγεται από αναφορά δεκαεννέα αγωνιστών προς την τρίτη Εθνική Συνέλευση στις 13 Απριλίου 1926. Κατά την αναφορά, έπρεπε να εξετασθεί η νομιμότητα των εκποιηθέντων εθνικών κτημάτων και να ακυρωθούν τα πωλητήρια. Πράγματι, το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» της «Εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως» ορίζει ότι η Βουλή φροντίζει για τη διατήρηση και βελτίωση των εθνικών κτημάτων και νομοθετεί για τη μίσθωση των εθνικών προσόδων και κτημάτων.

Οι παράνομες όμως και χαριστικές εκποιήσεις δεν έλειψαν και ο Καποδίστριας προσπάθησε να αποτρέψει τη συνέχιση τους. Με διαταγή του προς τις τοπικές διοικήσεις που δημοσιεύτηκε στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» ζητούσε να διερευνηθούν και να εξακριβωθούν τα κτήματα εκείνα που ανήκουν στο έθνος και δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν θα ανεχθεί κανένα σφετερισμό και οι κάτοικοι να δηλώσουν στην Κυβέρνηση τα αληθή όρια των εθνικών κτημάτων για να γίνει διανομή. Δυστυχώς η δολοφονία του ανέκοψε τα σχέδια του.

Τουρκοκρατία και Ελληνικό Κράτος

Στο χώρο της αγροτικής οικονομίας επί τουρκοκρατίας συνυπήρχαν τρία είδη υπερτιθέμενων εμπράγματων δικαιωμάτων επί του αυτού κτήματος. Κατά πρώτον, η ψιλή κυριότητα του Δημοσίου που διασφάλιζε το αναπαλλοτρίωτο των εκτάσεων και για την οποία ουδέν «ενοίκιο» καταβαλλόταν από τους καλλιεργητές. Οι αγρότες «κατείχαν» το κτήμα, το αξιοποιούσαν και το νέμονταν, χωρίς να καταβάλλουν κάποιο ειδικό τίμημα γι’ αυτό. Κατά δεύτερον, το δικαίωμα του ισχυρού τιμαριούχου να εισπράττει 1/2 ή 1/3 του καθαρού προϊόντος, ως ανταμοιβή για το λειτούργημα της είσπραξης των φόρων που αντιστοιχούσαν όχι στην κρατική ψιλή κυριότητα, αλλά στη διασφάλιση των κρατικών λειτουργιών. Κατά τρίτον, το δικαίωμα του χωρικού επί του αυτού εδάφους να καλλιεργεί, να συντηρείται και να μην αποβάλλεται του κτήματος.

Το όλο πρόβλημα στην Ελλάδα προέκυψε με τη μετάβαση από το σύνθετο και περίπλοκο οθωμανικό δίκαιο στο απλούστερο νεοελληνικό. Στην Ελλάδα έγινε η «απελευθέρωση των χωρικών», στην ουσία όμως ήταν η απελευθέρωση του εδάφους από τους χωρικούς, με συνέπεια τον εκπεσμό και την προλεταριοποίηση των εργαζομένων στην ύπαιθρο. Τα πολλαπλά υπερτιθέμενα δικαιώματα διαχωρίστηκα και καταργήθηκαν, γαιοκτησία ιδιωτικοποιήθηκε χωρίς περιορισμό και επετράπη η χωρίς περιορισμούς εμπορευματοποίηση του εδάφους προς όφελος του ισχυρότερου των δικαιούχων.

Η επιλογή του νεοελληνικού κράτους προς την ιδιωτικοποίηση και απολυτότητα των εδαφικών δικαιωμάτων οδήγησαν μοιραία στη διαμόρφωση του κοινωνικού στρώματος των ακτημόνων χωρικών, στη δημιουργία μιας μεγάλης κοινωνικής αδικίας και στην έγερση ενός μείζονος κοινωνικού προβλήματος. Οι ακτήμονες φυσικά δεν προέρχονταν από την Τουρκοκρατία, αλλά από την νεοελληνική εκκαθάριση της. Εάν το νομικό σύστημα της Τουρκοκρατίας είχε διατηρηθεί δεν θα υπήρχαν ακτήμονες στο νεοελληνικό βασίλειο.

Το ελληνικό κράτος ενώ κατήργησε τα πολλαπλά δικαιώματα επί του αυτού εδάφους, εν τούτοις ούτε παρέδωσε τη γη στους ισχυρούς ούτε την εκποίησε μέσω πλειστηριασμών, όπως έντονα απαιτούσαν τότε οι κάτοχοι του χρήματος, αλλά, με πρόταση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το κράτησε για λογαριασμό του και κατά μία έννοια το εθνικοποίησε.

Το ελληνικό κράτος, ενώ θέσπισε την απόλυτη κυριότητα της γης, εν τούτοις απέτρεψε από την αρχή τη δημιουργία της μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που δεν μπορούσε να φέρει σε επιτυχές πέρας αργότερα με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας. Στην Τουρκοκρατία όλη η γη ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο, λόγω ψιλής κυριότητας, η οποία όμως ήταν θεωρητική και στην πράξη ανενεργός.

Τα εθνικά κτήματα «εξαγοράζονται»

Με τη νεοελληνική μετάβαση, οι χωρικοί υποχρεώθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία να εξαγοράσουν το δικαίωμα χρήσης του εδάφους. Με τη μετάβαση στο νεοελληνικό κράτος, η ψιλή κυριότητα των Οθωμανών μετατράπηκε σε ενεργό δικαίωμα ιδιοκτησίας του ελληνικού Δημοσίου και επιβλήθηκε έτσι επί των χωρικών η πρόσθετη καταβολή του 15% του ακαθάριστου γεωργικού προϊόντος εν είδει ενοικίου. Έτσι, την επομένη της Ανεξαρτησίας ο Έλληνας αγρότης έχασε το εμπράγματο δικαίωμα δωρεάν νομής και κατοχής της γης προς όφελος της κρατικής κυριότητας, αλλά και επί πλέον μετατράπηκε σε απλό αγρομισθωτή-ενοικιαστή.

Η εξέλιξη αυτή βρέθηκε σε ριζική αντίφαση με ολόκληρη την οθωμανοβυζαντινή παράδοση στον τομέα της γεωργίας και της γαιοκτησίας. Ήδη το 1833, τα 5/6 των Ελλήνων αγροτών ήταν ακτήμονες.

Το Μάρτιο του 1871 η κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ψήφισε νόμο για την εκκαθάριση των εθνικών κτημάτων και την παραχώρηση τους σε καλλιεργητές. Η πρώτη αυτή αγροτική μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε παρά μόνο το 1911.

Το πρόβλημα για τα εθνικά κτήματα δεν ήταν παρά ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο» που προέκυψε όχι από την οθωμανική κληρονομιά, αλλά από τη νεοελληνική εκκαθάρισή της. Το ότι το κράτος διατήρησε τη γη και τη διένειμε στους καλλιεργητές απέδειξε ακόμη μια φορά τη μόνιμη προτίμηση της κεντρικής εξουσίας υπέρ ενός τρόπου που διασφαλίζει την υπαγωγή της γεωργίας σαν σύνολο στον αστικό καπιταλισμό, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέσα στους ίδιους τους κόλπους της γεωργίας.

Με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν οι βάσεις για την ανάδειξη του μικρού οικογενειακού κλήρου στην ελληνική ύπαιθρο και την εξειδίκευση της ελληνικής γεωργίας στα προϊόντα των φυτειών στα οποία ο οικογενειακός κλήρος διαθέτει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Γενικά, το ελληνικό κράτος με την εθνικοποίηση της καλλιεργητικής γης το 1828, εμφανίστηκε ως πρωτοποριακό μεταξύ των άλλων κρατών της εποχής του, τουλάχιστον όσον αφορούσε το ζήτημα της γεωργικής πολιτικής του. Στη συνέχεια, η απόφαση διανομής των εθνικών κτημάτων στους καλλιεργητές τους το 1871 δεν ήταν παρά μια λογική συνέπεια του αυτού βασικού κρατικού προσανατολισμού. Η διανομή της γης, κατακερματισμένης σε μικρούς οικογενειακούς κλήρους, δεν ήταν σε αντίφαση με την προηγηθείσα εθνικοποίηση, αλλά αποτελούσε μια ρεαλιστικότερη εφαρμογή της αυτής αρχής.

Στόχος ήταν να αποτραπεί η συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας, πράγμα που επιτεύχθηκε. Η γενικότερη πρόοδος της μικρής οικογενειακής επιχείρησης ήταν ισοδύναμη με την εθνικοποίηση της γης και είχε συνέπεια την ευρύτερη εθνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας στο σύνολο της. Η γεωργική πολιτική του ελληνικού κράτους προανήγγειλε την ανάλογη πολιτική των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών υπέρ της οικογενειακής γεωργίας, όπως αυτή εκδηλώθηκε και εφαρμόστηκε στα ευρωπαϊκά κράτη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Όμως, όσο βέβαιο είναι ότι το ελληνικό κράτος επί Κουμουνδούρου και προ του 1881 εχθρευόταν τη μεγάλη γαιοκτησία και της έθετε φραγμούς και δυσχέρειες, άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η εχθρότητα αυτή κάμφθηκε και το κράτος μετατράπηκε σε συνένοχο για τη συγκρότηση μεγάλης γαιοκτησίας από την εποχή της προσάρτησης της Θεσσαλίας και της Άρτας μέχρι το 1917. Η θετική συμβολή του ελληνικού κράτους στη συγκρότηση της μεγάλης γαιοκτησίας σε Θεσσαλία και Άρτα ήταν και αυτή ένα «απροσδόκητο παρεπόμενο», που προήλθε από την χρηματική ισχύ των μεγαλογαιοκτημόνων της Θεσσαλίας και των λυσιτελών πιέσεων που ασκήθηκαν στον Χαρίλαο Τρικούπη και δεν επρόκειτο να εξομαλυνθεί παρά με τη δεύτερη μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου από το 1917 και μετά.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η μεγάλη ιδιοκτησία δεν συναντάται στην ελληνική ιστορία, παρά μόνο σε ειδικές, παροδικές και μεταβατικές περιόδους. Η διαμόρφωση της ελληνικής άρχουσας τάξης ιστορικά περισσότερο με το εμπόριο, τη χρηματική οικονομία, τις μεταφορές και τον εφοπλισμό, ακόμη και με την κτηνοτροφία και πολύ λιγότερο με την καθεαυτή αγροτική παραγωγή, που γενικά εξασφαλιζόταν σε συνθήκες οικογενειακής κλίμακας, πράγμα άλλωστε που καθήλωνε πάντα τον Έλληνα αγρότη σε μειονεκτικές συνθήκες διεκδίκησης των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που πάντως του παραχωρούνταν απλόχερα στα χαρτιά.

Τα εθνικά κτήματα αποτέλεσαν ένα «ιστορικό ατύχημα» στο οποίο ενεπλάκη το νεοελληνικό κράτος και από το οποίο όμως πέτυχε να εξέλθει με τρόπο ικανοποιητικό και με σχετική ελαχιστοποίηση των απωλειών. Το ίδιο ισχύει και για τις παλινωδίες του ελληνικού κράτους σχετικά με τη γαιοκτησία στις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η εξέγερση των ακτημόνων στις αρχές του 20ου αιώνα παρέμεινε ως το κατ’ εξοχήν σύμβολο της κοινωνικής αδικίας εις βάρος του Έλληνα αγρότη, όχι γιατί η εξέγερση αυτή ήταν η αντιπροσωπευτικότερη, αλλά γιατί ήταν η δημοφιλέστερη, εφόσον το ζήτημα της μεγάλης γαιοκτησίας, «σκάνδαλο» στην ελληνική ιστορία, προκάλεσε όσο κανένα άλλο την ελληνική συνείδηση.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Χρήστος Μηλιόνης, ο οπλαρχηγός

Με την Άρτα είναι συνδεδεμένο το δημοτικό τραγούδι που περιγράφει ένα επεισόδιο με τον κλέφτη της Δωρίδας, τον Χρήστο Μηλιόνη. Το συμβάν χρονολογήθηκε στα 1750, όταν ο οπλαρχηγός Χρήστος Μηλιόνης, μαζί με τον οπλαρχηγό του Βάλτου Μήτσο Τσεκούρα, εισέβαλαν στην πόλη της Άρτας και αιχμαλώτισαν δυο αγάδες και τον καδή.

Ο Χρήστος Μηλιόνης, ο οπλαρχηγός
Η σφραγίδα του Χρήστου Μηλιόνη

Ο Μηλιόνης τους έσερνε στα απάτητα μέρη του και έστειλε μήνυμα ότι ήθελε λύτρα για να τους ελευθερώσει. Ο μουσελίμης (επίτροπος του πασά) της Άρτας κάλεσε τον Έλληνα προεστό, Μαυρομάτη, και τον δερβέναγα Μουχτάρ Κλεισούρα και τους είπε ότι θα πάρει τα κεφάλια του,ς αν δεν φροντίσουν ο Χρήστος Μηλιόνης να σκοτωθεί.

Οι δυο τους βρέθηκαν σε απόγνωση: ούτε ήταν εύκολο να δολοφονηθεί ο οπλαρχηγός ούτε καν ήταν απλή υπόθεση να τον πλησιάσει κάποιος. Θυμήθηκαν ότι ο Μηλιόνης είχε τον Αλβανό Σουλεϊμάνη βλάμη (αδελφοποιητό). Εκείνος θα μπορούσε να τον πλησιάσει, αν τον έπειθαν να κάνει τη δουλειά. Τον εντόπισαν και του έταξαν μεγάλη αμοιβή, αν κατόρθωνε να σκοτώσει τον Μηλιόνη. Εκείνος δέχτηκε.

Τον πρόφτασε στην περιοχή του Αλμυρού. Ο Μηλιόνης χάρηκε που τον είδε, του έστρωσε τραπέζι κι έβαλε να τους φέρουν καλό κρασί. όσο περνούσε η ώρα, τόσο οι τύψεις βασάνιζαν τον Σουλεϊμάνη. Στο τέλος, δεν άντεξε και του τα είπε όλα. Για να μην πάει στράφι το ταξίδι του, ζήτησε από τον Μηλιόνη να παραδοθεί: «Χρήστο σε θέλει ο βασιλιάς. Σε θέλουν και οι αγάδες». Φυσικά ο Μηλιόνης αρνήθηκε: «Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκους δεν προσκυνάει». Λόγο στο λόγο αρπάχτηκαν και αποφάσισαν να λύσουν τη διαφορά με μονομαχία: «Με το τουφέκι έτρεξαν ο ένας να φάει τον άλλον, Φωτιά εδώσαν στη φωτιά, κι επέσαν εις τον τόπο».

Οι δυο μονομάχοι σκοτώθηκαν με αποτέλεσμα οι συνωμότες της Άρτας και τη δουλειά τους να κάνουν και την αμοιβή να γλυτώσουν. Η σφραγίδα του Χρήστου Μηλιόνη κοσμεί σήμερα το μουσείο της Ιστορικής Εταιρείας της Αθήνας. Επάνω της είναι σκαλισμένη η χρονολογία «1744».

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο

Το 395 μ.Χ. πέρασαν από την Ήπειρο και τη λεηλάτησαν οι Γότθοι του Αλάριχου. Πεντέμισι αιώνες μετά ακολούθησαν οι Γότθοι του Γενζέριχου, οι πρώτοι Σκλαβήνοι και μετέπειτα Σλάβοι, οι Βούλγαροι το 10ο αιώνα, ξανά και πιο καταστροφικά οι ίδιοι το 1040, ώσπου στα 1081 έφτασαν και εγκαταστάθηκαν οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου που την έκαναν ορμητήριο εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Από τότε και μετά άρχισε μια μακρά περίοδος κατακτήσεων και αιματοχυσίας, αλλά και φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα δεσποτάτα και στα αλβανικά κρατίδια.

Δεσποτάτα και Κρατίδια στην Ήπειρο
Χάλκινο νόμισμα του Ροβέρτου Γυισκάρδου

Τα Δεσποτάτα της Βόρειας Ελλάδας

Όταν, στα 1204, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Φράγκων της Δ’ Σταυροφορίας, γεννήθηκε το ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα.

Ο Δεσπότης της Ηπείρου κατέκτησε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και έπειτα επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η Βυζαντινή «Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούργιο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσα τους: των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν και έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας από την μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν και ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον Δεσπότη της Ηπείρου στα χρόνια 1258-1261.

Τη χρονιά αυτή οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Τα αλβανικά κρατίδια

Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στο Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν να απλώνονται και να αναδιπλώνονται. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός στην Αλβανία. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπόθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη τα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: τη βεντέτα.

Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέκηδες του Βορρά και όσοι έφευγαν για να γλυτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας το δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά, αλλά ενέπνεαν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων τους: η κόρη του Συμεών Ούρεση, Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Ιωάννινα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν το άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιος της, Ησαύ, παντρεύτηκε μια Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μαι τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός και εξεστράτευσε εναντίον ενός από τ αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του και έμεινε ηγεμόνας στα Ιωάννινα ως το 1412 περίπου, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη. Μετά, ήρθαν οι Τούρκοι (1430).

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Άρτα (630π.Χ.-…)

Η Άρτα είναι η πρωτεύουσα του νομού Άρτας και του δήμου Αρταίων, καθώς και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου μετά τα Γιάννενα με πληθυσμό 21.895 κατοίκους. Στην είσοδο της πόλης βρίσκεται το φημισμένο πέτρινο γεφύρι της Άρτας, σήμα κατατεθέν της πόλης, γνωστό από το ομώνυμο δημοτικό ποίημα. Η Άρτα έχει σημαντική βυζαντινή παράδοση από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1229) και δείγματά της αποτελούν οι βυζαντινές εκκλησίες της Αγίας Θεοδώρας, των Βλαχερνών, του Αγίου Βασιλείου και της  Παρηγορίτισσας, ένα εντυπωσιακό Βυζαντινό κτίσμα κυβόσχημο του 13ου αιώνα, μοναδικό αρχιτεκτονικό έργο με σπουδαία μωσαϊκά. Στο ναό της Παρηγορίτισσας υπάρχουν και μεταγενέστερες τοιχογραφίες. Η πόλη είναι χτισμένη στην ίδια θέση που κατά την αρχαιότητα υπήρχε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της περιοχής, η Αμβρακία. Κατά μία άλλη άποψη η Άρτα είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Αργιθέας ή κατ’ άλλους του αρχαίου Αμφιλοχικού Άργους. Η ευρύτερη περιοχή της Άρτας είναι γνωστή για την καλλιέργεια εσπεριδοειδών και τα τελευταία χρόνια Ακτινιδίων.

Η Άρτα
Η Άρτα

Η Ιστορία της Άρτας

Η Άρτα την κλασική εποχή – Το Βασίλειο της Ηπείρου (630 π.Χ. -232 π.Χ.)

Η ίδρυση της αρχαίας Αμβρακίας τοποθετείται από τους αρχαιολόγους στο 630-620 πΧ. Η αρχαία Αμβρακία, σημερινή Άρτα, πήρε το όνομά της από τον Άμβρακα, γιό του Θεσπρωτού, ενώ κατά μία άλλη εκδοχή  Αμβρακία ήταν η κόρη του Μελανέα, γιου του Απόλλωνα και περίφημου τοξότη. Ο Θεσπρωτός είναι ήρωας των Θεσπρωτών, γιος του Λυκάονα. Η Αμβρακία, πρακτικά αποικία των Κορινθίων, ιδρύθηκε από τον Γόργο νόθο γιο του Κύψελου, τυράννου της Κορίνθου σε μια περιοχή που ανήκε στους Δρύοπες, ηπειρωτικό φύλο. Ετυμολογικά η λέξη Αμβρακία, ή Αμπρακία (Ambracia), ή Ανπρακία, προέρχεται από το αμφί (αμπί) + ρακία (ραχία) = βραχώδης ακτή, πετρώδης γιαλός, από το ρήμα ράττω ή αράττω = κτυπώ με δύναμη, συντρίβω. Από το αμπί και τη ρίζα ρακ προήλθε μάλλον το τοπωνύμιο Αμπ-ρακ-ία και το υδρωνύμιο (όνομα ποταμού) Ά-ραχ-θος, δηλαδή η πετρώδης ακτή που κτυπιέται εκατέρωθεν (αμπί = αμφί). Η Αμβρακία έλαβε μέρος στους Περσικούς πολέμους, διέθεσε επτά πλοία στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και πεντακόσιους οπλίτες στη Μάχη των Πλαταιών. Στον Αμβρακικό κόλπο υπήρχε επίνειον της Αμβρακίας με το όνομα Άμβρακος. Η Αμβρακία και ο Άμβρακος συνδέονταν με την πλακόστρωτη ή σκυρόστρωτη (χαλικόστρωτη) Ιερά Οδό πλάτος 12 μέτρων, εκ της οποίας έχουν αποκαλυφθεί 300μ κοντά στο στάδιο της Άρτας. Το έτος 582 π.Χ. η Αμβρακία είχε δημοκρατικό πολίτευμα, μετά την τυραννία του Περίανδρου, 74 χρόνια προγενέστερη της Δημοκρατίας του Κλεισθένη στην Αθήνα. Διάσημοι Αμβρακιώτες ήταν ο γλύπτης Πολύστρατος, ο μουσικός Επίγονος, ο ποιητής της μέσης κωμωδίας Επικράτης και ο ολυμπιονίκης Λέων της 96ης Ολυμπιάδας (Παυσανίας). Το 500 π.Χ. κτίσθηκε στην Αμβρακία ο τεράστιος Ναός του Απόλλωνος Σωτήρος. Τα ερείπιά του σώζονται κοντά στην Πλατεία Κιλκίς της σημερινής Άρτας. Επί βασιλέως Πύρρου Α΄, η Αμβρακία γνώρισε μεγαλείο. Κτίστηκε η αρχική μορφή του γεφυριού του Αράχθου, το Μικρό Θέατρο Αμβρακίας (κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο), το Μεγάλο Θέατρο (κοντά στον Ναό του Απόλλωνος), και το Πρυτανείο (δίπλα στο Ναό Απόλλωνος). Δυστυχώς πολλοί καλλιτεχνικοί θησαυροί της Αμβρακίας μεταφέρθηκαν στη Ρώμη το έτος 168 π.Χ., μετά την πολιορκία.

Το Κοινό των Ηπειρωτών (ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ, 232-168 π.Χ.)

Μετά το θάνατο της Βασίλισσας της Ηπείρου Δηϊδάμειας B, το Βασίλειο της Ηπείρου, η δυναστεία των Αιακιδών παύει να υπάρχει και το έτος 232 π.Χ. οι Ηπειρωτικές πόλεις αποφασίζουν να συνενωθούν πολιτικά. Πρωτεργάτης στην συνένωση αυτή που ιστορικά είναι η πρώτη «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία» της Ευρώπης είναι η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου Μυρτάλη – Ολυμπιάς. Η πολιτική αυτή συνένωση ονομάζεται «Κοινό των Ηπειρωτών» (ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ) και διαρκεί περίπου 64 χρόνια (232 π.Χ. – 168 π.Χ.), κατ΄ άλλους συγγραφείς 61 χρόνια (232 π.Χ. – 171 π.Χ.). Στο Κοινό των Ηπειρωτών συμμετέχουν οι πόλεις Αρχαία Ελέα Θεσπρωτίας, Αρχαία Γιτάνη Θεσπρωτίας, Αρχαία Φανοτή (Ντόλιανη) Θεσπρωτίας, Αρχαία Κασσώπη Πρέβεζας, μαζί με αποικίες των Ηλείων Αρχαία Πανδοσία Πρέβεζας, Αρχαία Ελάτρεια Πρέβεζας, Αρχαίο Βουχέτιον Πρέβεζας, Αρχαίες Βατίες Πρέβεζας, και οι πόλεις των Μολοσσών Αρχαία Πασσαρών Ιωαννίνων, Αρχαίο Όρραον Πρέβεζας, Αρχαία Αμβρακία Άρτας, Αρχαία Βερενίκη Πρέβεζας, κλπ. Έτσι τον 3ο αιώνα π.Χ. η Ήπειρος παραμένει μια ισχυρή δύναμη, ενωμένη υπό του «Κοινού των Ηπειρωτών» ως ομόσπονδο κράτος με το δικό της κοινό αντιπροσώπων, ή συνέδριο όπως αναφέρονταν αλλά και κοινό νόμισμα (ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ). Το Κοινό των Ηπειρωτών έπαυσε φυσικά να υπάρχει με την Ρωμαϊκή εισβολή του 168 π.Χ.

Η Άρτα τη Ρωμαϊκή Εποχή (167 π.Χ. – 324 μ.Χ.)

Οι Ρωμαίοι εισέβαλαν από την θάλασσα στη Δυτική Ελλάδα, από τη Θεσπρωτία το 168 π.Χ., και ακολούθησαν οι πόλεις της Πρέβεζας. Το έτος 167 π.Χ. η Αμβρακία κατελήφθη από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου  ύστερα από σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της. Στο Μουσείο της Άρτας εκτίθενται λίθινα βλήματα από ρωμαϊκούς καταπέλτες. Οι Ρωμαίοι την απογύμνωσαν από όλα της τα καλλιτεχνήματα, αργότερα την ερήμωσαν και από τον πληθυσμό της, που τον εγκατέστησαν δια της βίας στη γειτονική Αρχαία Νικόπολη μετά τη Ναυμαχία του Ακτίου με διαταγή του Οκταβιανού. Στην Αμβρακία έμεινε μικρός αριθμός κατοίκων.

Η Άρτα τη Βυζαντινή Εποχή (324 μ.Χ. – 1205 μ.Χ.)

Η ερειπωμένη και αραιοκατοικημένη Άρτα, μετά το 31 π.Χ. ακολούθησε την πορεία της γειτονικής μεγάλης πόλης Νικόπολη. Με την ίδρυση του Βυζαντίου επίσης ακολούθησε την πορεία του «Θέματος Νικόπολης» (Βυζαντινή διοικητική περιφέρεια). Περί το έτος 1000 μ.Χ. εμφανίζεται το όνομα Άρτα, από το λατινικό artus, arta, artum = στενός, στενή, στενό. Κατ’ άλλη άποψη το όνομα προήλθε από το αρτίζομαι, και τη φράση  «Άρτα αρτυμή του κόσμου» λόγω της παραγωγής σιτηρών που τάιζε τον κόσμο. Μετά την εκτροπή της Δ΄ Σταυροφορίας και την Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), έγινε μια εδαφική μετάβαση. Μεγάλος μέρος του Βυζαντίου εδραιώθηκε στη Νίκαια της Μ. Ασίας, στη λεγόμενη Αυτοκρατορία της Νίκαιας,ενώ άλλο ήταν το Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την πόλη της Άρτας. Ένα ακόμα κράτος- συνέχεια του Βυζαντινού ιδρύθηκε στην Πελοπόννησο, το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (1205-1449)

Το έτος 1205 μ.Χ. γίνεται η ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, υπήρξε ο ιδρυτής και ο πρώτος Δεσπότης του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1205-1215). Το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήταν ένα από τα κράτη που προέκυψαν από την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Τέταρτη Σταυροφορία το 1204 μ.Χ. Μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας θεωρούνταν η νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός Δούκας ήταν εξάδελφος των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ΄. Αρχικά είχε συνάψει συμμαχία με τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Στη συνέχεια προσπάθησε να ανακόψει την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους αν και δεν τα κατάφερε, χάνοντας στη Μάχη του Ελαιώνα του Κούνδουρου (ή ελαιώνας του Κούντουρα). Το έτος 1205 μ.Χ., ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, επιστρέφει εσπευσμένα στην Ήπειρο, κατόπιν έκκλησης για βοήθεια από τον διοικητή της Νικοπόλεως Σεναχηρείμ, αλλά τον βρίσκει νεκρό από τους στασιαστές Νικοπολίτες, οι οποίοι τον είχαν ήδη δολοφονήσει. Έτσι ο Μιχαήλ Κομνηνός βρίσκει την ευκαιρία να σφετερισθεί την περιουσία του Σεναχηρείμ και φυσικά την κηδεμονία της πρώην αυτοκρατορικής επαρχίας του «Θέματος Νικοπόλεως» και αμέσως ιδρύει ένα νέο καθεστώς, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με νέα έδρα, την Άρτα διαλύοντας τη συμμαχία με τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Επί εποχής του Μιχαήλ Κομνηνού κτίζεται το Κάστρο της Άρτας. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου γεωγραφικά εκτείνονταν, νότια από την Πάτρα έως και τη μισή περίπου σημερινή Αλβανία μέχρι το  Δυρράχιο (Durres) και δυτικά από την Πρέβεζα έως τη Θεσσαλία και τις Πρέσπες. Το έτος 1210 μ.Χ. ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, συμμάχησε με την Βενετία και επιτέθηκε στην Θεσσαλονίκη. Έχει υποστηριχθεί από ιστορικούς ότι ο ίδιος υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός με τους αιχμαλώτους του, σταυρώνοντας Λατίνους ιερείς. Αυτό οδήγησε στον αφορισμό του από τον Πάπα. Τελικά με ενισχύσεις από τον Λατίνο Αυτοκράτορα προς τους πολιορκημένους, η Θεσσαλονίκη δεν καταλήφθηκε. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας κατέλαβε μία σειρά από πόλεις επεκτείνοντας τα όρια του Δεσποτάτου: Λάρισα (έτος 1212), Δυρράχιο (1214), Κέρκυρα (1214). Επίσης κατέλαβε την παραλιακή ζώνη του Κορινθιακού κόλπου. Ήρθε σε σύγκρουση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Δολοφονήθηκε το έτος 1215 από κάποιον υπηρέτη του και τον διαδέχτηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας.

Η Οθωμανική κυριαρχία στην Άρτα – A΄ περίοδος (1449-1788)

Το έτος 1449 μ.Χ., Οι Οθωμανοί φθάνουν στην Άρτα και την Ήπειρο πριν την Άλωση της Πόλης. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρίσκεται σε παρακμή. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου επίσης. Οθωμανικές δυνάμεις αποβιβάζονται στα παράλια της Ηπείρου από την Πρέβεζα και την Άρτα μέχρι το Δυρράχιο της Αλβανίας και την καταλαμβάνουν. Είναι βέβαιο ότι η Άρτα κατελήφθη από τους Οθωμανούς στις 24 Μαρτίου 1449 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της εξουσίας του Κάρλο Β΄ Τόκκου. Στη συνέχεια, ίσως και πριν, κυρίευσαν την Πρέβεζα, την Αμφιλοχία, το Αγγελόκαστρο, την Ακαρνανία, και αργότερα τη Ναύπακτο. Το 1470 μ.Χ. γεννήθηκε στην Άρτα ο Μάξιμος Γραικός. Ο Μάξιμος ο Γραικός (1470-1555), μετοίκησε στη Ρωσία όπου σπούδασε και διέπρεψε ως λογοτέχνης. Έγραψε 365 έργα και η προσφορά του στο Ρωσικό πολιτισμό είναι τεράστια όπως και η συμβολή του στην αναμόρφωση των εκκλησιαστικών της Ρωσίας. Έχει ανακηρυχθεί άγιος από την Ρωσική εκκλησία. Τέσσερις είναι οι διάσημοι Έλληνες στη Ρωσία. Ο Μάξιμος Γραικός, λογοτέχνης, ο Θεοφάνης ο Γραικός, ζωγράφος, αγιογράφος (Πινακοθήκη Tritiakov, Μόσχας) και οι Μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος. Τα έτη 1602-1606 μ.Χ. κτίζεται στην Άρτα το διάσημο πέτρινο Γεφύρι της Άρτας. Το πέτρινο γεφύρι της Άρτας, είναι το πιο ξακουστό στην Ελλάδα και αυτό βέβαια το χρωστάει στο θρύλο για τη «θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα», που η λαϊκή μούσα τον έκανε τραγούδι. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας επί βασιλέως Πύρρου Α΄. Συνεπώς, οι αρχαίοι Αμβρακιώτες είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν στο σημείο αυτό κάποιο πέρασμα, γεφύρι, έργο που ασφαλώς θα βελτιώθηκε στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν ο βασιλιάς Πύρρος Α΄ έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, κι ακόμη αργότερα – στα ρωμαϊκά χρόνια – με την άνθηση της Νικόπολης και την αύξηση της εμπορικής κίνησης. Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε το έτος 1602-1606 μ.Χ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της Άρτας, έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο, ο οποίος προφανώς είχε εμπορικές δραστηριότητες και ενδιαφερόταν για τη διάβαση του Αράχθου ποταμού από τα μουλάρια με τα φορτία του. Τα έτη 1644-1646 μ.Χ., εξαπλώθηκε επιδημία πανώλης στην Άρτα και την Πρέβεζα. Στις περιοχές της Πρέβεζας, Λευκάδας και Άρτας ξεσπάει επιδημία πανώλης (πανούκλα), η οποία είναι μια λοιμώδης ασθένεια που μεταδίδεται από τα τρωκτικά και προσβάλει τους πνεύμονες και τους λεμφαδένες. Ιστορικά στοιχεία για κρούσματα και αριθμό θανάτων στην Άρτα δεν είναι διαθέσιμα. Υπολογίζεται πάντως ότι η θνητότητα ήταν 30% επί του γενικού πληθυσμού της πόλης. Το έτος 1650 μ.Χ., κτίσθηκε το Οθωμανικό Ρολόι της Άρτας. Σε αντίθεση με το ρολόι Πύργο της Πρέβεζας πού είναι Ενετικό του 18ου αιώνα, δεν ισχύει το ίδιο με αυτό της Άρτας, αν και μοιάζουν. Το ρολόι της Άρτας είναι πύργος τετράγωνος ύψους 21 μέτρων και κτίσθηκε επί Οθωμανικής κυριαρχίας, αρχικά είχε αραβικούς αριθμούς και ήταν διακοσμημένο με σμάλτο. Ήταν το πρώτο και μοναδικό ρολόι με δίσκο σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Β΄ Οθωμανική περίοδος, η Άρτα του Αλή Πασά Τεπελενλή (1788-1822)

Η Άρτα περιήλθε στην εξουσία του Αλή Πασά Τεπελενλή το έτος 1788 και τερματίσθηκε με τον αποκεφαλισμό του το 1822. Η Επανάσταση του  1821 έχει να επιδείξει πολλές ιστορικές μάχες στην περιοχή της Άρτας και στα γύρω χωριά. Στις 15-17 Νοεμβρίου 1821 έγινε η ομώνυμη  Μάχη της Άρτας (1821). Μετά τις νικηφόρες μάχες του Σουλιώτη Γώγου Μπακόλα στη Λαγκάδα, στο Πέτα, στην Πλάκα, στα Άγναντα και στο Σταυρό Θεοδώριανων, επιτίθεται και κλείνει τις πύλες επικοινωνίας στο όρος Μακρυνόρος, μεταξύ Αμφιλοχίας και Άρτας. Οι Οθωμανοί πανικοβάλλονται, γιατί εγκλωβίστηκαν πλέον στην Άρτα. Κλεισμένοι στην Άρτα οι Οθωμανοί ξεσπούν σε αντίποινα στον άμαχο πληθυσμό και σε αιχμαλώτους κρατούμενους στο κάστρο της πόλης. Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, Αρτινός αγωνιστής του 1821 γράφει: «Και μόριχναν εμένα ξύλο! Και από τα χτυπήματα επρίστηκε το σώμα μου και εκαντήλιασε και ήμουν εις θάνατον… ενώ η πόλις της Άρτας επλημμύρει αίματος και μαρτυρίων». Άλλος αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει: «Αι εκτελέσεις ελάμβανον χώραν εις την πλατείαν, την καλουμένην Μονοπωλειό… Η πέτρινη γέφυρα της Αρτας ήτο στολισμένη με ανθρωπίνους κεφαλάς και άπειρα κορμιά έκειντο άνευ κεφαλής επί της γεφύρας…». Μέσα στο κλίμα αυτό, γίνεται σύσκεψη στο Κομπότι και αποφασίζεται η επίθεση στην Άρτα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γώγος Μπακόλας και αρκετοί συνεργαζόμενοι Μουσουλμάνοι Αρβανίτες αγωνιστές, επιτίθενται στην Άρτα από το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1821. Ο Γάλλος Πουκεβίλ γράφει: «Οι στρατιώται του Χριστού και του Μωάμεθ επολέμουν υπό τας αυτάς σημαίας. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη και του Μπότσαρη κατέλαβον το γεφύρι, επήραν τα κανόνια των Τούρκων και πάτησαν πρώτοι εις την πόλιν». Η Άρτα κατελήφθη από τους Έλληνες και Αρβανίτες αγωνιστές στις 17 Νοεμβρίου 1821. Στις 2 Δεκεμβρίου 1821 έγινε εγκατάλλειψη της Αρτας. Παράλληλα με την κατάληψη των τριών τετάρτων της Άρτας από δυνάμεις Ελλήνων Σουλιωτών, Ακαρνάνων και Αλβανών πιστών στον Αλή Πασά, υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, και Μάρκο Μπότσαρη, άλλοι πολεμιστές συνέχιζαν την πολιορκία της πόλης και άλλοι αγωνίζονταν στο Πετροβούνι (=το βουνό της Αρτας). Όμως οι Αρβανίτες σύμμαχοι στην Άρτα, δεν τήρησαν τη συμφωνία συνεργασίας, είχαν τάσεις προσχώρησης στις σουλτανικές δυνάμεις του Κιουταχή και του Χουρσίτ, πιθανώς είτε γιατί φοβήθηκαν τις ερχόμενες επικουρίες των Τούρκων, είτε γιατί δωροδοκήθηκαν. Έτσι, σε λίγες μέρες ο λαός της Άρτας και το στρατόπεδο των Ελλήνων πολεμιστών κινδύνευσε να εγκλωβισθεί από την ερχόμενη νέα Οθωμανική δύναμη με επικεφαλής τον Κιουταχή Πασά. Η εξυπνάδα όμως του Γεώργιου Καραϊσκάκη τους έσωσε έγκαιρα, και διέφυγαν όλοι, αγωνιστές και 500 οικογένειες Αρτινών, στο Πετροβούνι και από εκεί πρός το Πέτα, το Κομπότι και στα ορεινά των Τζουμέρκων. Η πόλη άδειασε και ο Καραϊσκάκης απεχώρησε τελευταίος με τη σάλπιγγα στο χέρι στις 2 Δεκεμβρίου 1821. Έτσι ο Καραϊσκάκης διατήρησε ακέραιες τις δυνάμεις του, τις οποίες χρησιμοποίησε σύντομα στα όρη του Βάλτου (Πύργος της Σουμερού, Μεσόπυργος, Μάχη του Γαύρογου) τον Φεβρουάριο 1822.

Γ΄ Οθωμανική περίοδος στην Άρτα (1822-1881)

Μετά τον αποκεφαλισμό του Αλή Πασά Τεπελενλή το 1822, η Άρτα περιήλθε στην εξουσία του Χουρσίτ Πασά και σύντομα στόν Κιουταχή Πασά. Στις 4 Ιουλίου 1822 έγινε δίπλα στην Άρτα η Μάχη του Πέτα. Το Πέτα, είναι κωμόπολη, έδρα ομώνυμου δήμου του νομού Άρτας. Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Άρτα. Το Πέτα έμεινε διάσημο στην ιστορία για την Μάχη του Πέτα το έτος 1822. Η Μάχη του Πέτα ήταν μια από τις μεγαλύτερες ήττες που γνώρισαν οι Έλληνες κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Στη Μάχη αυτή έλαβαν μέρος ονομαστοί οπλαρχηγοί αλλά και αρκετοί Φιλέλληνες, όπως και Επτανήσιοι με το Σπύρο Πανά αρχηγό. Οι ντόπιοι οπλαρχηγοί με 900 περίπου άνδρες τοποθετήθηκαν στο σημερινό Μνημείο Ηρώων, δίπλα κατέλαβε θέση ο Μάρκος Μπότσαρης, πιο δεξιά ο Πρεβεζάνος Αλέξιος Βλαχόπουλος, και ο Βαρνακιώτης και στην άκρη το ψηλότερο ύψωμα Κορακοφωλιά ο Γώγος Μπακόλας με τον Δήμο Τσέλιο Ράγκο και άλλους. To Τάγμα των Φιλελλήνων με δύο λόχους. Ο πρώτος λόχος είχε κυρίως Γάλλους, Ιταλούς, και Έλληνες του εξωτερικού, ιδίως επτανήσιους, με διοικητή τον Ελβετό Chevalier και ο δεύτερος λόχος είχε Γερμανούς, Πολωνούς, Πρώσους με διοικητή τον Πολωνό Mirzewski (Μιρζέφσκι). Διοικητής όλου του τάγματος ορίσθηκε ο Ιταλός Andrea Dania . Τιμής ένεκεν ορίστηκε από την νεοσύστατη κυβέρνηση ως Συνταγματάρχης – Διοικητής ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. To σύνταγμα από 350 άνδρες βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του Γερμανού Στρατηγού Norman και του Ιταλού Πέτρου Ταρέλλα. Η ευθύνη για την ήττα βαρύνει κυρίως τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Από τους Φιλέλληνες μόνο 25 γλίτωσαν που με έφοδο κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τις λόγχες τους και να περάσουν. Μεταξύ αυτών σώθηκε τραυματισμένος ο Γερμανός Norman. Στο σημερινό Πέτα Άρτας, υπάρχει ένα μεγαλοπρεπές Μνημείο. Tελικά, η πορεία της Επανάστασης του 1821 δεν κατάφερε να προσαρτήσει την Άρτα στα εδάφη του νέου κράτους. Έτσι η Άρτα παρέμεινε όπως και η Ήπειρος, η μισή Θεσσαλία, η Μακεδονία, η Θράκη και η Κρήτη υπό Οθωμανική κυριαρχία.

H Απελευθέρωση της Άρτας (1881)

Τελικά στις 28 Μαρτίου 1881, η Θεσσαλία και η Άρτα περιέρχονται στην Ελλάδα: Ανακοινώνεται μετά από τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η προσάρτηση της Θεσσαλίας και λωρίδας της Ηπείρου μέχρι και της Άρτας στο Ελληνικό Κράτος. Οι Οθωμανοί αποχωρούν από την Άρτα προς την Οθωμανική Ήπειρο. Στο παλιό γεφύρι της Άρτας διατηρείται το Τουρκικό φυλάκιο-τελωνείο, που έχει μετατραπεί σήμερα σε Εθνογραφικό Λαογραφικό Μουσείο. Τότε έγινε μια τελευταία επιδιόρθωση στο Γεφύρι της Άρτας, πρίν τη σύγχρονη στήριξη και αναπαλαίωση της πενταετίας 1980-1985. Η Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (1881) ήταν διμερής διάσκεψη μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνομολογήθηκε τελικά ως Συμφωνία, στις 28 Μαρτίου του 1881 στη Κωνσταντινούπολη, ημερομηνία της τελευταίας συνεδρίασης όπου και καθορίστηκε μεταξύ των δύο Βασιλείων η γραμμή των νέων συνόρων. Σύμφωνα με τη Συμφωνία αυτή παραχωρήθηκαν de facto στο Ελληνικό Βασίλειο οι πρώην Οθωμανικές περιοχές της Θεσσαλίας και ένα τμήμα της Ηπείρου. Το Ελληνικό Βασίλειο υποχρεώθηκε στην αποζημίωση όλων των τουρκικών περιουσιών των κατοίκων που υπήρχαν στις περιοχές αυτές, με όποιες δυσκολίες αυτό συνεπάγεται. Όλες τις επιμέρους συμφωνίες, κατά περιοχή, της Συμφωνίας αυτής υπέγραψαν τελικά και οι Πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων κατά τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που ακολούθησε δύο μήνες μετά (Μάϊος 1881). Τέλος, η Συμφωνία αυτή επικυρώθηκε με ιδιαίτερη Σύμβαση στις 2 Ιουλίου 1881. Η Συμφωνία αυτή προκλήθηκε «αμαχητί» μετά την Συνθήκη του Βερολίνου (1878) και τη Διάσκεψη του Βερολίνου (1880) που είχε ακολουθήσει, και ιδιαίτερα μετά τη έντονη Διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων (1880) που συμπλήρωσε τη προηγούμενη, κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνέχιζε να αρνείται την εφαρμογή του ΙΓ΄ Πρωτοκόλλου της πρώτης παραπάνω συνθήκης. Το έτος 1882 έγινε σύγκρουση τσιφλικάδων με κολίγους στην Άρτα, τριάντα χρόνια πριν τα παρόμοια γεγονότα στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας (1910). Δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες αν το κίνημα αυτό επεκτάθηκε και στην Πρέβεζα, αλλά είναι μάλλον απίθανο, γιατί η Πρέβεζα ήταν υπό Οθωμανική κατοχή. Το έτος 1884 εξεδόθη το πρώτο βιβλίο για την Άρτα και την Πρέβεζα: Ο Μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος του Βυζαντίου εκδίδει το βιβλίο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης». Αναδημοσίευση του βιβλίου έγινε από το «Ίδρυμα Σκουφάς» Άρτας το έτος 1986 και παρέχει σημαντικά ιστορικά στοιχεία για το Νομό Πρέβεζας και Άρτας. Στον ατυχή Πόλεμο του 1897 η Άρτα αποτέλεσε βάση εξόρμησης και εφοδιασμού του Ελληνικού Στρατού. Οι περισσότερες όμως μάχες έλαβαν χώρα στον σημερινό Νομό Πρέβεζας .

Η Άρτα μετά την απελευθέρωση

Μετά την de facto απελευθέρωση της Άρτας το 1881, η πόλη άρχισε να εντάσσεται σταδιακά στον ιστό του νέου κράτους. Το έτος 1897 έγινε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Τελικά μετά το 1912-1913 η Άρτα συνέχισε την πορεία της πλέον σαν μέλος της Ηπείρου και αναπτύχθηκε σημαντικά.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εμφύλιος πόλεμος που τον ακολούθησε αργότερα, έχουν πολλά σημεία συνδεδεμένα με την Άρτα. Στον Νομό Άρτας (Γάβρογο) ιδρύθηκε ο ΕΔΕΣ από τον Ναπολέοντα Ζέρβα και στον Νομό Άρτας (Μεσούντα) αυτοκτόνησε ο Άρης Βελουχιώτης του ΕΛΑΣ. Στις 21 και 22 Δεκεμβρίου διεξάγονταν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πόλης, η έκβαση της μάχης απέβη υπέρ του ΕΛΑΣ και οι αντάρτες του ΕΔΕΣ αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη μαζί με πλήθος αμάχων. Οι απώλειες και για τις δύο πλευρές των ανταρτών ήταν βαρύτατες.

Μεταπολιτευτικά το σημαντικό έργο του Φράγματος Πουρναρίου της  Δ.Ε.Η., κατασκευασμένο από Σοβιετικούς, αναβάθμισε οικονομικά την Άρτα. Είναι ενδιαφέρον ότι το κόστος κατασκευής του καλύφθηκε από εξαγωγές εσπεριδοειδών της Άρτας στην αχανή Σοβιετική Ένωση. Μια νέα οικονομική ώθηση δόθηκε μετά το 1977, οι επιχορηγήσεις της  Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα εσπεριδοειδή. Σημαντικό επίτευγμα είναι για την Άρτα το νέο Νοσοκομείο Άρτας (στο Λόφο Περάνθης), το ΤΕΙ Ηπείρου (με έδρα την Άρτα) και τελευταία το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άρτα