Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Ο Κώστας Καρυωτάκης επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Ο Κώστας Καρυωτάκης την ημέρα της αυτοκτονίας του
Ο Καρυωτάκης στο σημείο που αυτοκτόνησε.

Ο βίος του

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκορδύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουάριο του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του.

Το έργο του

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.

Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/204

Ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Έλληνας ζωγράφος

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910, όντας ο δεύτερος υιός του εμπόρου εξ Αρκαδίας Αθανασίου Τσαρούχη και της Μαρίας Μοναρχίδη με καταγωγή από τα Ψαρά. Το νεοκλασικό κτίριο στο οποίο είδε για πρώτη φορά το φως, στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου με την οδό Λουκά Ράλλη, δεν υφίσταται πια. Μέρος των παιδικών του χρόνων (1920-1925) το πέρασε στην πολυτελή οικία της οικογενείας Μεταξά, κοντά στη θεία του Δέσποινα Μεταξά, η οποία ήταν αδερφή της μητέρας του. Παρότι η οικογένεια Τσαρούχη μετακόμισε το 1927 στην Αθήνα, ο Πειραιάς ρίζωσε βαθιά μέσα στον καλλιτέχνη, τόσο για το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε και τον επηρέασε καλλιτεχνικά, όσο και για τις φτωχές λαϊκές συνοικίες όπου συχνά πραγματοποιούσε αποδράσεις κατά τα παιδικά του χρόνια.

Ένα από τα πιο γνωστά μοτίβα του Γιάννη Τσαρούχη στους πίνακές του.
Ναύτης που διαβάζει, του Γιάννη Τσαρούχη

Το 1927 μετακόμισαν από τον Πειραιά στην Αθήνα, αλλά ο Τσαρούχης είχε ήδη επηρεαστεί από το θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη και τα νεοκλασικά κτίρια της περιοχής που μεγάλωσε. Παρόλο που από έξι ετών ζωγράφιζε και σχεδίαζε κοστούμια, όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ακροβάτης, γιατί του «άρεσε πολύ το ιπποδρόμιο». Οι γονείς του από την άλλη, τον φαντάζονταν σπουδαίο δικηγόρο ή μηχανικό. Δύο χρόνια αργότερα, το 1929, παρουσίασε την πρώτη του έκθεση στο «Άσυλο Τέχνης», η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Οι επιρροές και τα ταξίδια του Τσαρούχη Έπειτα από την έκθεση, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών έως το 1933. Ορισμένοι από τους καθηγητές του ήταν ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Δημήτρης Μπισκίνης (γνωστός διακοσμητής), ο Θωμάς Θωμόπουλος (γλύπτης) και ο Γιώργος Ιακωβίδης. Ο περίφημος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης πρότεινε στον ζωγράφο να μαθητεύσει κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, όπως κι έγινε. Παράλληλα με τη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιάννης Τσαρούχης έπαιρνε σημαντικά μαθήματα για τη ζωή και την τέχνη, καθώς ήταν και βοηθός του Φώτη Κόντογλου. Από τον Αϊβαλιώτη ζωγράφο, ο Τσαρούχης γνώρισε την τέχνη της βυζαντινής αγιογραφίας.

Το 1936 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην πρωτεύουσα της Γαλλίας, αλλά και στην Ιταλία. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού, αλλά και να δει από κοντά έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ήταν ο Ματίς. Προτού εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι το 1967, ταξίδεψε εκεί τουλάχιστον άλλες δύο φορές. Η μία για να να αναπνεύσει καλύτερα από την καλλιτεχνική και πολιτική ασφυξία της χούντας και η άλλη για να ακολουθήσει μια θεραπεία η αδελφή του.

Το έργο του

Πέρα από τη ζωγραφική, ο Γιάννης Τσαρούχης, ήδη από το 1928, είχε ασχοληθεί ενεργά και με το θέατρο. Μάλιστα, τα κοστούμια και τα σκηνικά για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Πριγκίπισσα Μαλένα, τα είχε επιμεληθεί ο ίδιος. Ακολούθησαν συνεργασίες με την Έλλη Παπαδημητρίου και τον Κάρολο Κουν, όπου μαζί και με τον Διονύση Δεβάρη ίδρυσαν το 1934 τη Λαϊκή Σκηνή. Το 1977 ανέβασε τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.

Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του ζωγράφου φαίνεται και στο έργο του. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο είναι πάντα εμφανή στις δημιουργίες του. Μαγεμένος από τη βυζαντινή τέχνη, συνεργαζόταν συχνά με τον Κόντογλου. Δεν παρέλειψε όμως και να σκηνογραφεί αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Στους πίνακές του φαίνεται το μεγαλείο της ελληνικής παράδοσης, της ελληνικής λαογραφίας, αλλά και στοιχεία από την περιοχή που μεγάλωσε, τον Πειραιά. Πάντα προσπαθούσε να μάθει νέα πράγματα και τεχνικές. Ο ίδιος για το έργο του έχει πει: «Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου παρ΄όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους. Η μία είναι νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε το Μπαρόκ και η Αναγέννηση. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες μου τις αντιρρήσεις για το ίδιο το ιδανικό μου». Αξίζει να σημειωθεί πως ο ζωγράφος ασχολήθηκε με το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα, που εμφανιζόταν κάπως συγκεκαλυμμένο σε ορισμένα έργα του. Αν και η εποχή ήταν πιο συντηρητική από σήμερα, ο Τσαρούχης και η θεματολογία του αντιμετωπίστηκαν με σεβασμό.

Βραβεία

Το 1956, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ, ενώ μεταξύ των πολλών εκθέσεων που πραγματοποίησε, πήρε μέρος και στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1958. Το 1981 ίδρυσε το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη κι έναν χρόνο αργότερα, το 1982, εγκαινιάστηκε το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, με σκοπό την  προβολή και τη μελέτη του έργου του. Πέθανε στις 20 Ιουλίου του 1989, σε ηλικία 79 ετών. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης, «Ορέστης» του Ευριπίδη, που είχε αναλάβει. Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1989. Ο Γιάννης Τσαρούχης έμεινε στην ιστορία ως ο σύγχρονος Έλληνας καλλιτέχνης που έκανε γνωστή τη λαϊκή παράδοση και τη βυζαντινή τέχνη πέρα από τα ελληνικά σύνορα, με τη βοήθεια του Ιόλα, που τον ενέπνευσε να ζωγραφίσει νεοκλασικά κτίρια και ναύτες. Υπήρξε μία ανήσυχη προσωπικότητα που ποτέ δεν έπαψε να εργάζεται και να ασχολείται με την ουσία της ζωγραφικής τέχνης.

Πηγή: https://www.mixanitouxronou.gr/giannis-tsarouchis-o-zografos-pou-ithele-na-gini-akrovatis-ke-i-gonis-tou-ton-proorizan-gia-michaniko-i-dikigoro/

Ο Νίκος Σαμψών (16 Δεκεμβρίου 1935 – 9 Μαΐου 2001)

Ο Νίκος Σαμψών ήταν Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος, μέλος της ΕΟΚΑ, εκδότης, αρχηγός παραστρατιωτικής οργάνωσης και πολιτικός.

Ο Νίκος Σαμψών ήταν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής (Αττίλας 1) ο πρόεδρος της Κύπρου. Το 1997 έδωσε συνέντευξη στο αθηναϊκό κανάλι NEW CHANNEL αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της Κυπριακής τραγωδίας. Το κυπριακό ζήτημα δεν θα λυθεί με συνομιλίες δηλώνει στο τέλος της συνέντευξης του.

Ο Νίκος Σαμψών αποκαλύπτει

Έμεινε γνωστός κυρίως για το γεγονός ότι υπήρξε διορισμένος πρόεδρος της Κύπρου για οκτώ ημέρες από τους Ελλαδίτες πραξικοπηματίες της 15ης Ιουλίου του 1974 όταν αυτοί ανέτρεψαν τον νόμιμα εκλεγμένο Πρόεδρο Μακάριο.

Το πραξικόπημα απετέλεσε την αφορμή για την τουρκική εισβολή που πραγματοποιήθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Για την ενέργεια του να αποδεχτεί τον διορισμό του στην προεδρία από τις πραξικοπηματικές δυνάμεις, ο Σαμψών καταδικάστηκε το 1976 από την δικαιοσύνη σε εικοσαετή φυλάκιση, από την οποία εξέτισε μικρό μέρος καθώς αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου αποφάσισε την αποφυλάκιση του. Ενδιάμεσα, είχε παραμείνει για αρκετά χρόνια στο εξωτερικό.

Πραξικόπημα και ανάληψη της προεδρίας

Κατά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974, στη Κύπρο, το οποίο είχε οργανώσει ο Δημήτριος Ιωαννίδης, τότε αφανής επικεφαλής της χούντας στην Αθήνα, οι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ, συνεπικουρούμενες από μέλη της ΕΟΚΑ Β’ , έφεδρους αξιωματικούς και άλλες αντιμακαριακές δυνάμεις μετά την αρχική επικράτηση του πραξικοπήματος, έπειτα από σύντομες αλλά σφοδρές μάχες σε ολόκληρη την Κύπρο, ανέτρεψαν τον Μακάριο ο οποίος κατέφυγε αρχικά στην Πάφο και από εκεί μετέβη στο εξωτερικό. Το όλο εγχείρημα της ανατροπής του Μακαρίου, είχε, κατά τα φαινόμενα, την ενθάρρυνση της CIA και του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών υπό τον Χένρυ Κίσινγκερ.

Αν και το όνομα του Σαμψών δεν συμπεριλαμβανόταν ανάμεσα σε αυτά των υποψηφίων αντικαταστατών του Μακαρίου, η εξαφάνιση του Γλαύκου Κληρίδη με το που ξεκίνησαν οι πρώτες μάχες, η απουσία στο εξωτερικό του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη και η άρνηση του Ζήνωνα Σεβέρη, οδήγησαν τον ταξίαρχο Γεωργίτση να αναθέσει, βιαστικά, στον Σαμψών την προεδρία της Κύπρου. Δύο χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Σαμψών υποστήριξε ότι δέχτηκε να αναλάβει την προεδρία επειδή νόμιζε πως ο Μακάριος ήταν νεκρός, όπως άλλωστε είχε διαδοθεί, μετά την σφοδρή επίθεση των πραξικοπηματιών εναντίον του Προεδρικού Μεγάρου το πρωί της 15ης Ιουλίου.

Η επιλογή του Σαμψών από τους πραξικοπηματίες δεν ήταν τυχαία, αφού ο ίδιος απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης τους καθώς είχε, από χρόνια, αναπτύξει στενές επαφές με στελέχη της χούντας των Αθηνών, με πράκτορες της ΚΥΠ αλλά και με Ελλαδίτες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Κύπρο. Εξάλλου, εκείνη την ημέρα, μετά τις πρώτες συγκρούσεις, οπότε και κατέστη σαφές ποια πλευρά θα επικρατούσε, μετέβη, όπως άλλωστε και άλλοι αντιμακαριακοί παράγοντες, στην έδρα του ΓΕΕΦ με σκοπό να συνδράμει τους πραξικοπηματίες. Μάλιστα, φέρεται να αναζήτησε για λογαριασμό τους κάποια από τα πρόσωπα που προορίζονταν για αντικαταστάτες του Μακαρίου.

Ο Σαμψών ορκίστηκε την ίδια ημέρα από τον, καθαιρεμένο από την Μείζονα Ιερά Σύνοδο, Γεννάδιο και στη συνέχεια προχώρησε σε διάγγελμα προς τον λαό όπου μεταξύ άλλων κατηγορούσε τον Μακάριο, δικαιολογούσε το πραξικόπημα ισχυριζόμενος ότι ο στρατός αναγκάστηκε να επέμβει λόγω εσωτερικών πολιτικών ανωμαλιών ενώ τόνιζε ότι αναλάμβανε με ιδιαίτερη υπερηφάνεια τα νέα του καθήκοντα και πως στόχος του ήταν η αποκατάσταση του νόμου και της τάξεως, η ηρεμία στους κόλπους της κυπριακής εκκλησίας, η άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων όλων των κοινωνικών τάξεων, η συνέχιση της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού μέσω ενισχυμένων διακοινοτικών συνομιλιών καθώς και η προκήρυξη ελεύθερων εκλογών σε ορίζοντα ενός έτους.

Αμέσως μετά την οριστική επικράτηση των πραξικοπηματιών, ο Νίκος Σαμψών εκμεταλλευόμενος τη θέση του πέτυχε να προστατεύσει αρκετούς υποστηρικτές του Μακαρίου αποτρέποντας ακόμα και δολοφονίες ενώ κατά τις παραμονές της εισβολής και με τον πόλεμο να πλανάται πάνω από την Κύπρο πρότεινε γενική επιστράτευση η οποία όμως απορρίφθηκε από τον ταξίαρχο Γεωργίτση με το σκεπτικό να μην προκληθεί η Τουρκία. Παράλληλα, προσπάθησε να κατευνάσει τους φόβους της διεθνούς κοινής γνώμης για τις εξελίξεις καθώς και να πείσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα πως το καθεστώς δεν αποτελούσε απειλή για αυτούς, με την ελπίδα πως με αυτόν τον τρόπο θα απέκλειε το ενδεχόμενο τουρκικής επέμβασης.

Η τουρκική εισβολή

Όμως, με την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής φάνηκε ότι η στηριζόμενη και επιβαλλόμενη από τις πραξικοπηματικές δυνάμεις, κυβέρνηση Σαμψών, δεν ενέπνεε την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη που θα χρειαζόταν σε περίοδο εθνικής κρίσης. Συγκεκριμένα, αρκετοί αρνήθηκαν να πάρουν τα όπλα ενώ άλλοι, κυρίως τις πρώτες ώρες, είδαν την εισβολή ως ευκαιρία για να καταρρεύσει η πραξικοπηματική κυβέρνηση. Συν τοις άλλοις, ο Σαμψών ως προσωπικότητα δεν διέθετε κύρος στο εξωτερικό και η τοποθέτησή του στην θέση του προέδρου χαρακτηρίστηκε προκλητική: στην Αγγλία λόγω της έντονης δράσης του την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ είχε τη φήμη του δολοφόνου και εκτελεστή Άγγλων ενώ ήταν για τους Τούρκους μισητή προσωπικότητα κυρίως εξαιτίας των γεγονότων στην Ομορφίτα τον Δεκέμβριο του 1963.

Τελικά, την 23η Ιουλίου, με τα τουρκικά στρατεύματα να κατέχουν την Κερύνεια, την Εθνική Φρουρά και την ΕΛΔΥΚ να έχουν αποτύχει να εξαλείψουν τον ισχυρό θύλακα Κιόνελι – Αγύρτας και την συμφωνία κατάπαυσης του πυρός σε ισχύ (συμφωνία την οποία όμως δεν σεβάστηκε η τουρκική πλευρά συνεχίζοντας τις επιχειρήσεις) ο Σαμψών αναγκάστηκε, υπό το βάρος των εξελίξεων, να παραιτηθεί και να παραδώσει την προεδρία στον πρόεδρο της βουλής των αντιπροσώπων, Γλαύκο Κληρίδη, ως νόμιμο αναπληρωτή μέχρι την επιστροφή του Μακάριου (την ίδια ημέρα κατέρρεε και στην Αθήνα η χούντα των Συνταγματαρχών και αποφάσιζε να παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς). Μετά την παραίτησή του, ο Σαμψών, προχώρησε μέσω ραδιοφώνου σε νέο διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό όπου τόνιζε μεταξύ άλλων πως μέσω της «επανάστασης» (όπως χαρακτήρισε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου) έπεσε το προσωποπαγές καθεστώς του Μακαρίου, αποκάλεσε την τουρκική εισβολή άνανδρη και ισχυρίστηκε πως ανέλαβε την προεδρία όχι από προσωπική φιλοδοξία αλλά για να αποτρέψει τον εμφύλιο και να ενώσει ψυχικά τον λαό. Τέλος, ανέφερε πως είχε τη συνείδησή του ήσυχη και πως η παραίτησή του ήταν προέκταση της όλης προσφοράς του.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο Σαμψών θεωρείτο από τους πραξικοπηματίες προσωρινή λύση ανάγκης, ενώ ταυτόχρονα η θέση του επιβαρυνόταν και από τις αρνητικές αναφορές από τα ξένα ΜΜΕ.

Η σύλληψη και η δίκη του Σαμψών

Μετά την επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο, τον Δεκέμβριο του 1974, ο Νίκος Σαμψών δεν δικάστηκε άμεσα καθώς ίσχυε η προφορική αμνηστεία την οποία παραχώρησε ο Κύπριος ιεράρχης και πολιτικός. Παρόλα αυτά, την 30ή Οκτωβρίου του 1975, εγκρίθηκε ψήφισμα, βάση του οποίου θα διώκονταν οι «αμετανόητοι» για τα γεγονότα του πραξικοπήματος αλλά και όσοι συνέχιζαν τη δράση τους (όπως π. χ. η ΕΟΚΑ Β’, η οποία υφίστατο μέχρι και το 1978). Οι δηλώσεις του Σαμψών κατά τη διάρκεια μνημοσύνου για τον Γρίβα τον Ιανουάριο του 1976 απετέλεσαν την αφορμή για την έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του με αποτέλεσμα αρχικά την κλήση του από την Αστυνομία και την επιβολή απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα (3 Φεβρουαρίου) και εν συνεχεία τη σύλληψή του στις 16 Μαρτίου του 1976.

Στις 27 Απριλίου το επαρχιακό δικαστήριο της Λευκωσίας αποφάσισε την απευθείας παραπομπή του σε κακουργιοδικείο έπειτα από εισήγηση της εισαγγελίας για αποφυγή της διαδικασίας της προανάκρισης, κάτι που δέχτηκε και ο ίδιος ο Σαμψών, ο οποίος παρουσιάστηκε στη δίκη χωρίς συνήγορο αφού κανένας δικηγόρος δεν είχε δεχτεί να αναλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή την υπεράσπισή του. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, έξω από τον χώρο των δικαστηρίων σημειώθηκαν άγριες συμπλοκές μεταξύ υποστηρικτών και αντιπάλων του κατηγορουμένου ενώ η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη πέντε υποστηρικτών (οι τέσσερις εκ των οποίων ήταν γυναίκες) του Σαμψών με την κατηγορία ότι συμπεριφέρθηκαν απρεπώς και ότι εξύβρισαν τον πρόεδρο της δημοκρατίας, Μακάριο.

Η δίκη του Σαμψών, την υπεράσπιση του οποίου ανέλαβε τελικά ο Μανώλης Χριστοφίδης, συνεχίστηκε από την 21η Ιουλίου στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, το οποίο εξέδωσε κατά την 31η Αυγούστου 1976 την ετυμηγορία του, τονίζοντας πως ο κατηγορούμενος δεν δικαζόταν για τα πιστεύω του αλλά για τις πράξεις του: το δικαστήριο απεφάνθη πως ο Νίκος Σαμψών κρίθηκε ένοχος για συνεργασία σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και για σφετερισμό του αξιώματος του προέδρου της δημοκρατίας κατά το διάστημα από τις 15 μέχρι και τις 23 Ιουλίου του 1974, κατηγορίες τις οποίες είχε αποδεχτεί και ο ίδιος, και του επιβλήθηκε εικοσαετής ποινή φυλάκισης με βάση τα άρθρα 20, 21 και 40 του ποινικού κώδικα ενώ η απόφαση δεν εφεσιβλήθη. Νωρίτερα, ο Σαμψών είχε δηλώσει στο δικαστήριο πως δεν μετάνιωνε για τις πράξεις του και πως έδρασε με γνώμονα την εξυπηρέτηση της πατρίδας.

Μετάβαση και παραμονή στο εξωτερικό

Περίπου τρία χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου του 1979, με διάταγμα του τότε προέδρου της κυπριακής δημοκρατίας, Σπύρου Κυπριανού, πραγματοποιήθηκε προσωρινή αναστολή της ποινής του Σαμψών για λόγους υγείας. Συγκεκριμένα, έπειτα από εξέταση στην οποία υποβλήθηκε από γιατρούς από την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την Κύπρο, διαγνώστηκε επιδείνωση της υγείας του (ο Σαμψών υπέφερε από αιμοπτύσεις) και κρίθηκε απαραίτητη η άμεση μετάβασή του σε κλινική του εξωτερικού για θεραπεία.

Η αναστολή της ποινής είχε αρχικά εξάμηνη διάρκεια, η οποία στην πορεία διπλασιάστηκε, και έγινε αφού πρώτα ο Σαμψών υπέγραψε δήλωση με την οποία υποχρεούτο μετά την απόλυσή του από τις φυλακές να εγκαταλείψει άμεσα την Κύπρο και να μην επανέλθει μέχρι την αποπεράτωση της θεραπείας και να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του με την επιστροφή του από το εξωτερικό, μετά την αποθεραπεία.

Ο Σαμψών μετέβη αρχικά για ιατρική παρακολούθηση στο Μόναχο της Δυτικής Γερμανίας και αργότερα στη Γαλλία όπου και παρέμεινε ως το 1990 παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού είχε άρει από τον Δεκέμβριο του 1980 το διάταγμα της προσωρινής αναστολής που του είχε παρασχεθεί το 1979 και ταυτόχρονα τον καλούσε να επιστρέψει στην Κύπρο για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η κυπριακή κυβέρνηση, ο Σαμψών στο διάστημα της μέχρι τότε απουσίας του όχι μόνο δεν είχε υποβληθεί σε θεραπεία αλλά ταυτόχρονα συνδεόταν (σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της κυπριακής κυβέρνησης) και με παράνομες δραστηριότητες.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι την 17η Ιουλίου 1974, τρεις ημέρες πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο μυστική συνάντηση μεταξύ του Μακαρίου και Μπουλέντ Ετσεβίτ.

Επιστροφή στην Κύπρο

Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Σαμψών τέθηκε υπό κράτηση. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991, το Ανώτατο Δικαστήριο θα αποφασίσει την αποφυλάκιση του, έτσι στις 22 Μαρτίου 1992 του απονεμήθηκε χάρη του υπολοίπου της ποινής του, από τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργο Βασιλείου. Μετά την αποφυλάκισή του, επέστρεψε στον δημοσιογραφικό χώρο συνεχίζοντας την έκδοση των εφημερίδων του, που είχε ξεκινήσει από παλαιότερα, δύο ημερησίων, της «Μάχης» και της «Νίκης», και μίας εβδομαδιαίας, του «Θάρρους».

Θάνατος

Ο Νίκος Σαμψών απεβίωσε σε ηλικία 66 ετών, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2001 έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο, σε κλινική της Λευκωσίας όπου νοσηλευόταν. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στα γραφεία της εφημερίδας «Μάχη», γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του ΑΚΕΛ που με ανακοίνωση υποστήριξε πως ο Σαμψών λόγω της συμπεριφοράς του κατά το πραξικόπημα δεν άξιζε την τιμή λαϊκού προσκυνήματος. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε την 12η Μαΐου στον Ι. Ν. της Παναγίας Ευαγγελίστριας στην Παλλουριώτισσα υπό την παρουσία πλήθους κόσμου ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονταν μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης καθώς και αρκετοί βουλευτές και στελέχη του κόμματος ενώ στη νεκρώσιμο ακολουθία χοροστάτησε ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Α’.

Ήταν παντρεμένος με τη Βέρα Φεσσά με την οποία απέκτησε έναν γιο και μια κόρη. Ο γιος του Σωτήρης Σαμψών είναι αντιπρόεδρος του ΔΗΣΥ και πρώην βουλευτής Αμμοχώστου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Σαμψών

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=4a5FmpOxZ48

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, η Κομοτηνή

Η Κομοτηνή, πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας και ανήκει στον Νομό Ροδόπης. Αποτελεί έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης καθώς και έδρα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Χάρτης της δυτικής Θράκης
Η θέση της Κομοτηνής – χάρτης Δυτικής Θράκης

Με την ύπαρξή της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή  Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην Υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους  Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου  οδήγησαν στην οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια, το 1920. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της, και επηρεασμένη, ως ένα βαθμό, από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των μειονοτικών ομάδων.

Η οικονομία της χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του τομέα παροχής υπηρεσιών, απόρροια γεωγραφικών και ιστορικών παραγόντων. Ο αστικός της χώρος παρουσιάζει ιδιαίτερη ποικιλομορφία, χάρη στην ιστορία της και τον πολιτισμό της, στοιχεία που είναι υπεύθυνα και για τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα τα οποία τον διασπείρουν . Στην περιοχή είναι έντονη η παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου που δίνει ιδιαίτερο χρώμα τόσο με τις ενδυμασίες και τα έθιμα όσο και με την αρχιτεκτονική χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούν οι μιναρέδες και τα καφασωτά παράθυρα των σπιτιών στις παλιές συνοικίες.

Όνομα

Το βυζαντινό όνομα ήταν Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Ως προς την προέλευση του ονόματος, έχει διατυπωθεί η εκδοχή ότι έτσι είχαν χαρακτηριστεί τα κτήματα κάποιου κόμητα της περιοχής: *Κομητηνά > Κομοτηνά > Κομοτζηνά/Κουμουτζηνά. Η πρώτη χρήση του ονόματος Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine έχει καταγραφεί σε οθωμανική πηγή το έτος 1344 μ.Χ. Το όνομα Κομοτηνή ορίσθηκε επισήμως το 1920 και αποτελεί τη λόγια μορφή του ονόματος Κουμουτζηνά που χρησιμοποιούσε ο Κατακουζηνός στα μέσα του 14ου αιώνα.

Ιστορία

Αρχαιότητα

Θρυλείται ότι το πόλισμα Κομοτηνή ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με την ομώνυμη κόρη του ζωγράφου Παρρασίου. Η ύπαρξη της πόλης ως οικισμός βεβαιώνεται ήδη από το 2ο αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τον 4ο αιώνα.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα Βυζαντινά Χρόνια

Τα σημερινά σωζόμενα τείχη είναι ερείπια βυζαντινού οχυρού το οποίο, κατά τον λαογράφο Στίλπωνα Κυριακίδη, ανεγέρθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄. Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν ένα από τα πολλά διάσπαρτα φρούρια κατά μήκος της Εγνατίας οδού, τα οποία υπήρχαν στην περιοχή της Θράκης. Πιθανή θεωρείται η ταύτισή της με τον ρωμαϊκό σταθμό Breierophara (πρόκειται για σύνθετο θρακικό τοπωνύμιο : βρε [= κάστρο] +iero [= ιερό] + phara [= para = πόρος, πέρασμα] ). Σημαντικότερη πόλη εκείνη την περίοδο ήταν η γειτονική Μαξιμιανούπολη, η παλαιότερη Θρακική Πορσούλις ή Παισούλαι, η οποία μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη τον 8ο-9ο αιώνα. Η Κομοτηνή αποτελούσε κόμβο της Εγνατίας οδού προς τη βόρεια κατεύθυνση που, μέσα από το πέρασμα της Νυμφαίας, οδηγεί στην κοιλάδα του Άρδα, τη Φιλιππούπολη (σημ. Πλόβντιβ) και τη βυζαντινή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα).

Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας. Όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά. Ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Τούρκο ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατύρρυακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου, που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στην Οθωμανική περίοδος

Η κατάκτηση της Βυζαντινής πόλης Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά σύμφωνα με παλαιούς Οθωμανούς χρονικογράφους τοποθετείται περίπου το 1361 ή 1362 με την κατάληψη της Στάρα Ζαγόρα και της Φιλιππούπολης βορειότερα. Θεωρείται ότι η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό κατακτητή Γαζή Εβρενός, του οποίου αποτέλεσε στρατιωτική έδρα. Με την Οθωμανική κατάκτηση, πολλοί Κομοτηναίοι εκπατρίζονται και εγκαθίστανται στην Ήπειρο, ιδρύοντας τους Κουμουτζάδες Άρτας (σήμερα Αμμότοπος), ενώ με την κατάληψη της Ηπείρου από τους Οθωμανούς το 1449, κατέφυγαν τελικά στη Βερβίτσα Αρκαδίας (σήμερα Τρόπαια).

Η οθωμανική κατάκτηση της Θράκης δημιούργησε προβλήματα στην επιβίωση του ελληνικού στοιχείου. Η Κομοτηνή έκτοτε ήταν έδρα του ομωνύμου καζά και υπάγονταν έως το 1867 στο σαντζάκι (διοίκηση) Δράμας, ενώ με την καθιέρωση των βιλαετίων, εντάχθηκε σε αυτό της Αδριανουπόλεως.

Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, το διάστημα 1362 – 1912 ζούσαν στην πόλη χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο Ελληνικό κράτος ακολούθησε η προσφυγή πολλών Εξαρχικών χριστιανών στη Βουλγαρία, ενώ η πόλη υποδέχθηκε και κάποιους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, λόγω της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης. Η πληθυσμιακή σύνθεση συμπληρωνόταν από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων.

Σε αυτή την περίοδο η πόλη επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Το 1452-5 είχε 511 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία (422 σπίτια) ήταν μουσουλμανικές και αποτελούσε το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κέντρο στην περιοχή. Σε απογραφή το 1519 η Κομοτηνή αναφέρεται ότι είχε 393 μουσουλμανικά νοικοκυριά, 197 άγαμους/ες μουσουλμάνους/ες, 42 χριστιανικά νοικοκυριά, έξι άγαμους/ες Χριστιανούς/ες, 8 χήρες αλλά και 19 Εβραϊκά νοικοκυριά και 5 άγαμους/ες Εβραίους/ες. Σε απογραφή το 1530 έχει αναφερθεί ότι στην Κομοτηνή υπήρχαν 17 μαχαλάδες/γειτονιές με Τουρκικά ονόματα. Υπήρχε 1 ισλαμικό τέμενος, 15 μαστζίντ (μικρότερα ισλαμικά τεμένη), 4 ζαβιγιέ (ισλαμικά εκπαιδευτικά ινστιτούτα), τέσσερα σχολεία και μια εκκλησία.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης ήταν εμπορικό κέντρο και, μέσω του περάσματος της Νυμφαίας, (δια της οροσειράς της Ροδόπης) υπήρχε εμπορική σύνδεση με τη Φιλιππούπολη. Από την Κομοτηνή προερχόταν ο λόγιος Αθανάσιος Βατοπεδινός ο εκ Κομοτηνής. Είτε από την Κομοτηνή είτε από τη Δράμα καταγόταν ο Νασούχ πασάς (τουρκ. Gümülcineli Damat Nasuh Paşa), Μέγας Βεζίρης (1614) και σύζυγος της Αϊσέ σουλτάν, κόρης του Σουλτάνου Αχμέτ του Α’. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Νασούχ Πασάς είχε χριστιανική καταγωγή (είχε πατέρα Έλληνα κληρικό) και άλλες αναφέρουν ότι είχε Αλβανική καταγωγή. 

Κατά την Επανάσταση του 1821, σπουδαία ήταν η προσφορά των Κομοτηναίων με κυριότερους αγωνιστές, τον μετέπειτα μητροπολίτη Ιωαννίκιο, τον Αγγελή Κίρζαλη και το λοχαγό Σταύρο Κομπένο, μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Κατά την οθωμανική απογραφή του 1831 στην Κομοτηνή υπήρχαν 37.568 κάτοικοι από τους οποίους οι 30.517 ήταν μουσουλμάνοι, οι 1.712 τσιγγάνοι και οι υπόλοιποι 5.339 ήταν χριστιανοί, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για Εβραίους και Αρμένιους. Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν στην πόλη Αρμένιοι κάτοικοι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου του 1834 εγκαινιάστηκε ο αρμένικος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Սուրբ Գրիգոր Լուսավորիչ, Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς), ο οποίος υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Αδριανούπολης. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμένικης κοινότητας και σήμερα σώζεται η κτητορική επιγραφή όπου αναγράφεται το έτος κατασκευής και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του . Η εκκλησία παραδοσιακά τιμά και τον Άγιο Ιάκωβο.

Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και την Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες. Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά. Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή συναγωγή, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής.

Ιμαρέτ

Διάσημο είναι το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) (1360-1380) το οποίο έχτισε ο Εβρενός και διασώζεται, ενώ θεωρείται από τα παλαιότερα οθωμανικά μνημεία στην Θράκη. Εκτός από το Ιμαρέτ ο Εβρενός στην πόλη έκτισε μια μεγάλη έπαυλη, ένα ισλαμικό τέμενος, χαμάμ και μια πληθώρα καταστημάτων τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της ισλαμικής ζωής στην πόλη. Τα κτήρια του Έβρενος βρίσκονταν έξω από το τείχος του κάστρου και μέσα σε αυτό συνέχισε να κατοικεί ο ελληνικός πληθυσμός. Ο αποικισμός με Τούρκους αγρότες στα χωράφια γύρω από την πόλη οφείλεται επίσης στον Εβρενός. Το Χαμάμ του Γαζί Εβρενός σωζόταν μέχρι το 1970 (στην θέση όπου σήμερα βρίσκονται τα ΚΑΠΗ μεταξύ των οδών Φιλίππου, Αϊδινίου και παρόδου Αϊδινίου), όταν κατά την διάρκεια της Επταετούς δικτατορίαςανατινάχθηκε με δυναμίτη, ενώ έως το 1923 υπήρχε αραβική επιγραφή του 14ου αιώνα. 

Το 1585 η μουσουλμανική κοινότητα της Κομοτηνής ίδρυσε το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσέ) του Γενί τζαμιού που είχε τότε δύναμη 104 μαθητών και 19 δωμάτια. Για την περίοδο των αρχών του 16ου αιώνα, ο καθηγητής Μπαρκάν έχει δημοσιεύσει χάρτη ο οποίος δείχνει το τουρκικό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα με τον χάρτη αυτό η Κομοτηνή τον 15ο και το μεγαλύτερο μέρος του 16ου αιώνα ήταν μια μικρή πόλη με 250 μουσουλμανικές και 50 χριστιανικές οικογένειες. Η ανάπτυξη της πόλης θα πρέπει να έγινε μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα, Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφτηκε την πόλη το 1667-8, περιγράφει το φρούριο της πόλης ως στέρεη κατασκευή από τούβλα και πέτρες το οποίο κατοικείτο από πολλούς Εβραίους.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα τέλη του 19ου αιώνα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα αποτέλεσε και παλαιότερα την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο). Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχτηκε έντονες πιέσεις από τη βουλγαρική πλευρά.

Το 1880 λειτουργούσαν στην πόλη Παρθεναγωγείο και Αστική Σχολή Αρρένων, το λεγόμενο “Σχολαρχείο”. Το 1885 ιδρύθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος “Ομόνοια” ο οποίος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην τοπική πνευματική ζωή, διοργανώνοντας θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες. Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, όπως μεταξύ άλλων ο Νέστωρ Τσανακλής, που με δωρεά του ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή και ο Δημήτριος Σίντος. Σημαντικές μορφές των γραμμάτων που γεννήθηκαν στην Κομοτηνή ήταν ο ιατρός, ερευνητής και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Συμεωνίδης και η δασκάλα και ιατρός Βικτωρία Μαργαριτοπούλου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ιατρούς.

Το 1894 ιδρύθηκε στην πόλη, από τη μουσουλμανική κοινότητα, το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) Κιρ Μαχαλέ (τουρκ. kirmahalle) στην περιοχή βορείως του κέντρου. Το 1889, η εβραϊκή κοινότητα ίδρυσε αρρεναγωγείο και στη συνέχεια, το 1900, παρθεναγωγείο. Το 1900 αριθμούσε 1.200 μέλη και το 1910 ιδρύεται το μεικτό σχολείο Alliance Israélite Universelle μετά από ένωση του αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου. Στο σχολείο αυτό διδασκόταν η ελληνική, η γαλλική και η εβραϊκή γλώσσα. Επειδή το σχολείο φημιζόταν για την πειθαρχία και την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αυτό φοιτούσε επίσης και μικρός αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων, και μουσουλμάνων μαθητών. Έκλεισε το 1940 και σήμερα στο χώρο αυτό στεγάζεται το 7ο Δημοτικό σχολείο Κομοτηνής. Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένοι στην Κομοτηνή 210-265 Αρμένιοι, σύμφωνα με τον εμπορικό οδηγό Annuaire Orientale du Commerce. Λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κοντά στο 1900, υπήρχαν 2.110 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 1.450 εστιών ήταν μουσουλμανικές, με εκατό να ανήκουν σε μουσουλμάνους τσιγγάνους, 500 ήταν ορθόδοξες και παράλληλα υπήρχαν 100 Εβραϊκές και 60 Αρμένικες. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμεναν στην συνοικία Βαρόσι (τουρκ. varoş, προάστιο) και στη συνοικία Αγίου Γεωργίου και οι Εβραίοι στην περιοχή του Φρουρίου.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στις αρχές 20ού αιώνα

Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βοσνία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε στην ευρύτερη περιοχή του σαντζακίου. Εντούτοις, το 1913 στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας, οι Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι αποτελούσαν το 50% του συνόλου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο χριστιανικός πληθυσμός την πόλης που διώκονταν καθημερινά από την οθωμανική διοίκηση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη Βουλγαρία που προσπάθησε να προσεταιριστεί τους βουλγαρόφωνους κατοίκους. Επιειδή, οι βουλγαρικές προσπάθειες δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα, δραστηριοποιήθηκε η ουνιτική κίνηση, υποστηριζόμενη από την Αυστρία και τη Γαλλία, δίνοντας καταφύγιο σε χριστιανούς κατοίκους που υφίσταντο τον οθωμανικό ζυγό. Η ουνιτική κίνηση εξυπηρετούσε κυρίως τα βουλγαρικά συμφέροντα. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την εχθρική στάση του νέου καθεστώτος απέναντι στον Ελληνισμό, Βούλγαροι κομιτατζήδες, που υποστήριξαν την επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Σαντάνσκι εισέρχονταν στην περιοχή και την πόλη της Κομοτηνής και διά της προπαγάνδας και της βίας προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Έλληνες προς τον Βουλγαρισμό, υποσχόμενοι ευνοϊκή μεταχείριση, και να τους μυήσουν έτσι στα σχέδια των νέων πολιτικών κυρίαρχων.

Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων το 1908 καταρτίστηκε και εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα αφομοίωσης και εκτουρκισμού των μουσουλμάνων κατοίκων, διωγμού των χριστιανών κατοίκων και εποικισμού με μουσουλμανικούς πληθυσμούς. 

Βραχύβια απελευθέρωση και γεγονότα 1913-1919

Η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας η οποία κράτησε 549 έτη, έληξε κατά τον Ά Βαλκανικό Πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1912, οπότε η πόλη πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι σχεδόν αμέσως εξαπέλυσαν διωγμούς κατά Ελλήνων, Πομάκων και Τούρκων. Οι διωγμοί αυτοί προκάλεσαν εθνολογική αλλοίωση στην πόλη. Το 1912-13 πολλοί Εβραίοι μετανάστευσαν σε μεγάλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την ίδια περίοδο και έως το 1918 εγκαταστάθηκαν σε αυτή Αρμένιοι πρόσφυγες και ο πληθυσμός τους έφτασε τα 396 άτομα.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 14 Ιουλίου του 1913, απελευθερώθηκε από την VIIΙ μεραρχία του ελληνικού στρατού, ωστόσο στις 10 Αυγούστου του ίδιου έτους παραχωρήθηκε εκ νέου στη Βουλγαρία με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Στις 31 Αυγούστου του 1913 το κίνημα των Πομάκων με τη συνδρομή των ντόπιων Τούρκων και την υποστήριξη των Ελλήνων, εγκαθίδρυσε τη βραχύβια Αυτόνομη Κυβέρνηση Δυτικής Θράκης με έδρα την πόλη. Ο πληθυσμός του κρατιδίου ήταν 500.000 εκ των οποίων το 50% (250.000) ήταν Έλληνες. Ως φρούραρχος της πόλης της Κομοτηνής, τοποθετήθηκε Έλληνας. Το ανεξάρτητο αυτό κρατίδιο καταλύθηκε μετά από δύο μήνες στις 25 Οκτωβρίου του 1913 και η Κομοτηνή πέρασε πάλι υπό βουλγαρική κατοχή. Με την είδηση του ερχομού των Βουλγάρων όλοι σχεδόν οι Έλληνες της πόλης αποχώρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Παρέμειναν μόνο, οι πλουσιότεροι κάτοικοι για να προστατέψουν τις περιουσίες τους. Στις 8 Οκτωβρίου του 1913, όταν ο Έλληνας φρούραρχος παρέδωσε την πόλη στις Βουλγαρικές δυνάμεις, οι κατακτητές κατέλαβαν τις εκκλησίες, τα σχολεία και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Στη συνέχεια προέβησαν σε απελάσεις των οικονομικά ισχυρότερων Κομοτηναίων, όπως ο Αθανάσιος Καστανάς, ο Κ. Μαλιόπουλος, ο Δ. Βέτσικας, ο Γεώργιος Ματσόπουλος, ο Θεοφάνης Ψάλτης, ο Κ. Θεοχαρίδης και άλλοι. Το Νοέμβριο του 1914 επισκέφτηκε μυστικά την Κομοτηνή ο μονάρχης της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ο Α΄ προκειμένου να δώσει το έναυσμα για νέους διωγμούς κατά των εναπομεινάντων Ελλήνων, καθιστώντας την Κομοτηνή, την πρώτη προτεραιότητα της βουλγαρικής πολιτικής αλλοίωσης της εθνολογικής κατάστασης. Εκπονήθηκε μάλιστα, και ένα πρόγραμμα μαζικού εποικισμού Βουλγάρων στη Δυτική Θράκη, το οποίο εφαρμόστηκε έντονα στην Κομοτηνή.

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1919 η πόλη καταλήφθηκε από γαλλικά στρατεύματα και ετέθη υπό το καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης, με έδρα του ανεξάρτητου κρατιδίου την ίδια την πόλη και διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ (γαλλ. Charles Antoine Charpy,1869-1941).

Ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό

Ο Ελληνισμός της Κομοτηνής υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1913 – 1920, όταν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη (ενώ και πολλοί μουσουλμάνοι προσέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη). Την 14η Μαΐου 1920 ενώθηκε με την Ελλάδα κατόπιν διπλωματικής νίκης του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του στενού συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά.

Μικρασιατική Καταστροφή και Ανταλλαγή Πληθυσμών

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης της Λωζάνης εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πολλοί Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία (Ιωνία-μικρασιατικά παράλια, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πόντος και άλλες μικρασιατικές περιοχές). Ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία στην Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί πως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή της Θράκης και αρκετοί μουσουλμάνοι αντικεμαλιστές ως πολιτικοί πρόσφυγες, καθώς και Αρμένιοι πρόσφυγες με αποτέλεσμα στην απογραφή του 1928 η αρμενική κοινότητα να αριθμεί σε όλο τον Δήμο Κομοτηνής 779 άτομαΣτην ανατολική περιοχή της πόλης βρίσκεται η συνοικία όπου παραδοσιακά κατοικούσαν που φέρει την ονομασία Αρμενιό. Λίγο πριν υπογραφεί η συνθήκη της Λωζάνης ενὠ είχαν ήδη ξεκινήσει οι ανταλλαγές πληθυσμών που προέβλεπε, έγινε επίσημη ελληνική στατιστική στις 7 Ιουνίου 1923, οπότε καταγράφηκαν 30.989 κάτοικοι από τους οποίους οι 15.810 ήταν Έλληνες (εκ των οποίων 6.115 Έλληνες παλαιοί κάτοικοι και 9.695 Έλληνες πρόσφυγες), οι 12.843 μουσουλμάνοι, οι 1.183 Αρμένιοι, οι 1.112 Εβραίοι και οι 41 Κιρκάσιοι.  Στην Κομοτηνή, μετά την απελευθέρωσή της τον Μάιο του 1920, λειτουργούσαν φιλανθρωπικοί σύλλογοι και πολιτιστική λέσχη από την ισραηλίτικη κοινότητα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Δ’ Βουλγαρική Κατοχή

Η Κομοτηνή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου γνώρισε την τέταρτη κατά σειρά βουλγαρική κατοχή (μετά τις κατοχές: 1912, Ιουλίου 1913, Οκτωβρίου 1913). Η εβραϊκή κοινότητα εξοντώθηκε σε αυτή την περίοδο. Στις 4 Μαρτίου 1943 οι Βούλγαροι σύμμαχοι των ναζιστών Γερμανών συνέλαβαν 863 Εβραίους. Αρχικά τους μετέφεραν σε μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη, γνωστή και ως κτήριο Τσελμπόρωφ. Στις 5 Μαρτίου τους επιβίβασαν σε τρένο και τους μετέφεραν αρχικά στο Σιμιτλί και στη συνέχεια στην Άνω Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Περίπου 20 άτομα αφέθηκαν ελεύθερα από εκεί, καθώς είχαν τουρκική, ισπανική και ιταλική υπηκοότητα. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν, στις 19 Μαρτίου, με ποταμόπλοιο από τον Δούναβη στη Βιέννη, από εκεί με τρένο στο Κατοβίτσε της Πολωνίας και στη συνέχεια στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα, όπου εξοντώθηκαν. Επέζησαν του Ολοκαυτώματος μόνον οκτώ άτομα. Το 1958 η ισραηλίτικη κοινότητα της Κομοτηνής διαλύθηκε λόγω έλλειψης μελών. Η εβραϊκή συναγωγή διατηρείτο μέχρι τον Απρίλιο του 1994, όταν πάρθηκε η απόφαση να κατεδαφιστεί, παρόλο που το 1983 είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Το 2004 ο Δήμος Κομοτηνής τοποθέτησε, στο Πάρκο Αγίας Παρασκευής, μνημείο αφιερωμένο στους Εβραίους-θύματα του Ολοκαυτώματος.

Το Νοέμβριο του 1987 απαγορεύτηκε στην “Τουρκική Νεολαία Κομοτηνής” (που λειτουργούσε από το 1928) να χρησιμοποιεί τον όρο “τουρκική” με την αιτιολογία ότι αυτός αφορά πολίτες της Τουρκίας και ότι η χρήση του για Έλληνες πολίτες αντιτίθεται στη Συνθήκης της Λωζάνης απειλώντας την κοινωνική ειρήνη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν μερίδα της μειονότητας που δεν είχε αποδεχτεί το πρόσωπο του νέου μουφτή Μέτσο Τζεμαλή, αντιπρότεινε τον Ιμπραήμ Σερήφ (ο Μέτσο Τζεμαλή είχε διοριστεί το 1984 μετά το θάνατο του Χουσεΐν Μουσταφά Εφεντί). Ο Ιμπραήμ Σερήφ δεν έγινε δεκτός από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά συνέχισε να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα ως ιδιώτης μουφτής, γεγονός που προκάλεσε την ποινική του δίωξη για αντιποίηση αρχής και το θέμα έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κατηγορία δεν είχε στοιχειοθετηθεί επαρκώς και ότι οι καταδίκες σε χαμηλότερο βαθμό περιόριζαν τα ατομικά δικαιώματα θρησκευτικής έκφρασης, ενώ παράλληλα επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση για ηθική βλάβη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν ο τότε υποψήφιος βουλευτής Σαδίκ Αχμέτ έθεσε ζήτημα αναγνώρισης εθνικής μειονότητας δηλώνοντας εθνικά Τούρκος. Στις 26 Ιανουαρίου του 1990 ο Σαδίκ Αχμέτ οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθως ξέσπασαν διαμαρτυρίες μουσουλμάνων με κλείσιμο των καταστημάτων. Στις 29 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν 1.500 μουσουλμάνοι έξω από τζαμί φωνάζοντας “είμαστε Τούρκοι”, γεγονός που προκάλεσε επεισόδια με μερίδα χριστιανών. Στα επεισόδια τραυματίστηκαν 50 άτομα, προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε καταστήματα μουσουλμάνων και στα γραφεία δυο εφημερίδων της μειονότητας. Παρόμοια επεισόδια μικρής έντασης σημειώθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το Δεκέμβριο του 1997 και τον Ιούλιο του 1998.

Η Κομοτηνή σήμερα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα είναι μια πόλη πολυπολιτισμική με έντονο τον χαρακτήρα της φοιτητούπολης. Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά πολύγλωσσος για το μέγεθός της. Αποτελείται από ντόπιους Έλληνες, Έλληνες απογόνους προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, Έλληνες Μειονοτικούς (Τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους, κυρίως Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα) και απογόνους Αρμενίων προσφύγων. Οι Τσιγγάνοι μένουν στον Ήφαιστο, έναν οικισμό 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Κομοτηνής και στην περιοχή Αλάν Κουγιού (Αλάνκιοϊ) γνωστό και ως “Τενεκέ Μαχαλά” μέσα στην Κομοτηνή. Την δεκαετία του 1990 εγκαταστάθηκαν σε αυτή και παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (κυρίως Γεωργία, Αρμενία, Ρωσία, Ουκρανία και Καζακστάν). Ο πληθυσμός της, κατά την απογραφή του 2011, είναι 55.812 κάτοικοι. Στο πανεπιστήμιο της φοιτούν περίπου 10.000 φοιτητές.

Γεωγραφία

Η πόλη είναι επίπεδη, χτισμένη μέσα στον θρακικό κάμπο και στους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης, σε υψόμετρο 31-55 μ., 30 περίπου χλμ. οδικώς από τη θάλασσα. Αποτελεί σπουδαίο εμπορικό, οικονομικό και συγκοινωνιακό κόμβο της Θράκης και βρίσκεται επί της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης και της Εγνατίας Οδού (Α2). Η θέση της εντοπίζεται επί της ιζηματογενούς λεκάνης Ξάνθης-Κομοτηνής η οποία ανήκει στη γεωτεκτονική μάζα της Ροδόπης. Ως εκ τούτου η γεωλογική της σύσταση περιλαμβάνει κυρίως ἀργιλο, χάλικες και αμμοχάλικες. Βρίσκεται επί εδάφους της Νεογενούς περιόδου, πολύ κοντά στο σεισμικό ρήγμα Καβάλας-Ξάνθης-Κομοτηνής. Εντούτοις, δεν παρουσιάζει έντονη σεισμικότητα και ο τελευταίος μεγάλος σεισμός που έπληξε την ευρύτερη περιοχή της Κομοτηνής συνέβη το 1784 με μέγεθος 6,3.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κομοτηνή

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν αδέλφια, μοναχοί, με μεγάλη ιεραποστολική δράση.  Σε αυτούς αποδίδεται ο εκχριστιανισμός των Σλάβων και η απόδοση γραφής στη σλαβική γλώσσα.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων
Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος

Οι αδελφοί Κωνσταντίνος (μοναστικό όνομα Κύριλλος) και Μεθόδιος ήταν δύο από τα επτά συνολικά παιδιά μιας γνωστής οικογένειας της πόλης της Θεσσαλονίκης, με έντονη θρησκευτικότητα. Στη βιογραφία του ο Άγιος Κύριλλος ισχυρίζεται ότι με τον αδελφό του κατάγονται από «βασιλικό γένος». Εκείνη την εποχή ο πατέρας τους ήταν υπεύθυνος για τα θέματα στρατιωτικής διοίκησης της αυτοκρατορίας. Τα δύο αδέλφια μιλούσαν την ελληνική, ενώ είχαν σπουδάσει, ιδιαίτερα ο Κύριλλος, τη σλαβική , την εβραϊκή, τη συριακή και την αραβική γλώσσα, Η γνώση αυτών των γλωσσών τους διευκόλυνε στη μετέπειτα διακονία τους.
Ο Μεθόδιος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ, γεννήθηκε το 815. Ήταν άνθρωπος της πράξης και είχε ξεκινήσει καριέρα στον πολιτικό στίβο. Διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλίας, ενώ αργότερα έγινε μοναχός σε ένα μοναστήρι στον Όλυμπο.

Ο Κύριλλος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 827. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε ιερέας και μετέπειτα έφτασε στο βαθμό του επισκόπου. Δίδαξε τη Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία.

Ιεραποστολή στο σλαβικό έθνος

Το 863, μετά απo αίτημα του Σλάβου ηγεμόνα της Μοραβίας Ρατισλάβου, όταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο Μιχαήλ ο Γ’, ο Πατριάρχης Φώτιος επέλεξε τους Μεθόδιο και Κύριλλο, οι οποίοι διακρίνονταν για τη σοφία τους, για το δύσκολο έργο του εκχριστιανισμού των Σλάβων. Οι δύο ιερωμένοι δέχτηκαν με μεγάλη προθυμία και χαρά, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα υπηρετούσαν το θέλημα του Θεού και θα οδηγούσαν στο δρόμο της σωτηρίας τους λαούς των περιοχών που βρίσκονταν πάνω από τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας.

Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους λαούς αυτούς, χρησιμοποίησαν ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ελληνικό, το οποίο μπορούσε να αποδώσει τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας, και το οποίο εφηύρε ο Κύριλλος. Σε αυτό το αλφάβητο που ονομάστηκε Γλαγολιτικό, μετέφρασαν την Αγία Γραφή, πoλλά λειτουργικά και θεολογικά βιβλία, καθώς και τη Χριστιανική λειτουργική υμνολογία. Επάνω στο Γλαγολιτικό αλφάβητο στηρίζεται και η σημερινή Κυριλλική γραφή (που ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Κύριλλου) των σλαβικών εθνών και πάνω σε αυτό αναπτύχθηκε ολόκληρη η γραμματεία τους.

Η διαφωτιστική τους αποστολή εκεί προκάλεσε την οργή, τη ζήλια και το μίσος στα μέρη των φράγκων και του γερμανο-λατινικού κλήρου και ήταν η αιτία να υπάρξουν εντάσεις ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτική. Οι ιεραπόστολοι αδελφοί αναγκάστηκαν από τον Πάπα Avδριαvό τoν Β’ να προσέλθουν στη Ρώμη για να απολογηθούν στις κατηγορίες ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η χριστιανική ιεροτελεστία μπορεί να τελείται μόνο στην Eβραϊκή, την Ελληνική και τη Λατινική γλώσσα, δηλαδή στις τρεις γλώσσες, στις οποίες γράφτηκε η επιγραφή που κρεμάστηκε στο σταυρό του Κυρίου. Εκεί ο Άγιος Κύριλλος υποστήριξε ότι όλοι οι λαοί, όπως και οι Σλάβοι, δικαιούνται να δοξάζουν τον Θεό και να δημιουργούν την κουλτούρα τους στην μητρική τους γλώσσα. Ο Πάπας Ανδριανός o Β’ επείσθη, αγίασε τα μεταφρασμένα βιβλία, ενώ σε μερικές εκκλησίες της Ρώμης τελέστηκε λειτουργία στη σλαβική γλώσσα, προς αναγνώρισή της στο χριστιανικό κόσμο. Πρόκειται για μια επιτυχημένη αποστολή των Αγίων αδελφών.

Αποστολή στους Σαρακηνούς

Στο πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, αφού άρπαξαν τις πλούσιες εκείνες περιοχές της αυτοκρατορίας, δεν έπαυσαν ποτέ να ενεργούν επιδρομές στις ανατολικές της επαρχίες με κύριο σκοπό τη λεηλασία. Υπό την κυριαρχία των μουσουλμάνων Αράβων ζούσαν ακόμη πολλά εκατομμύρια χριστιανοί. Έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί να πάρουν θάρρος και οι κατακτητές να αναγκαστούν να τους συμπεριφέρονται ηπιότερα. Αλλά τα βυζαντινά όπλα δεν μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την κατάσταση.

Το 856 στάλθηκε στο χαλιφάτο της Βαγδάτης ο Φώτιος για πολιτικές διαπραγματεύσεις. Έπειτα από λίγα χρόνια, ίσως το 860, ανατέθηκε άλλη αποστολή στον Κωνσταντίνο, η οποία απέβλεπε στη βελτίωση της θέσης των εκεί χριστιανών με τις συζητήσεις που θα γίνονταν με τον Χαλίφη Μουταβακκήλ. Υπήρχε ελπίδα ότι θα ήταν δυνατή η κάμψη του φανατισμού και της ορμής των Αράβων με το λόγο, αλλά περισσότερο υπήρχε ελπίδα ότι το φρόνημα των υπόδουλων χριστιανών θα αναπτερωνόταν με την είδηση ότι κάποιος δυναμικός ομόθρησκός τους επισκέφτηκε την πρωτεύουσα του χαλιφάτου και ντρόπιασε τους μουσουλμάνους θεολόγους.

Έφτασε στην πρωτεύουσα του χαλιφάτου μαζί με ένα γραμματέα σε εποχή έξαρσης των πιέσεων και διώξεων κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων οι δυνάστες είχαν υποχρεώσει τους χριστιανούς να ζωγραφίσουν στις πόρτες των σπιτιών τους τη μορφή του διαβόλου. Κατά την επίσκεψή του ο Κωνσταντίνος ρωτήθηκε ειρωνικά από μουσουλμάνους τι σήμαινε η απεικόνιση αυτή. Απάντησε με χαρακτηριστική ευστροφία: «Βλέπω παραστάσεις διαβόλων και συμπεραίνω ότι στο εσωτερικό αυτών των σπιτιών κατοικούν χριστιανοί· επειδή, δηλαδή, οι διάβολοι δεν μπορούν να συμβιώσουν με αυτούς, βγήκαν έξω από τα σπίτια. Όπου δε βλέπω τις παραστάσεις αυτές, εκεί προφανώς οι διάβολοι κατοικούν μέσα».

Σε συζήτηση με μουσουλμάνους θεολόγους κατά τη διάρκεια συμποσίου ο Κωνσταντίνος έθιξε ένα από τα σπουδαιότερα σημεία διαφορών μεταξύ των δύο θρησκειών. Οι Χριστιανοί, είπε, βαδίζουν προς την απόκτηση της τελειότητας με ηθικούς αγώνες και δοκιμάζουν μεταπτώσεις στο δρόμο τους, αλλά τα επιτεύγματά τους είναι πιο πνευματικά. Οι Μουσουλμάνοι δεν αγωνίζονται ηθικά, διότι ο θρησκευτικός νόμος τους δεν έχει απαγορεύσεις, γι’ αυτό δεν μπορούν να προκόψουν σε ήθος.
Η αποστολή του Κωνσταντίνου στο αραβικό κράτος έφερε κάποια ανακούφιση στους εκεί χριστιανούς. Κατά την επιστροφή του αυτός πέρασε από το ασκητήριο του αδελφού του Μεθοδίου, στον Όλυμπο, και έμεινε λίγο χρόνο μαζί του για ανάπαυση.

Αποστολή στη Ρωσία

Η προηγούμενη αποστολή του Κωνσταντίνου δεν υπήρξε τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός. Εδώ και δύο αιώνες και ο Χριστιανισμός και η ελληνική αυτοκρατορία μίκραινε λόγω της αραβικής επίθεσης. Τώρα ήταν καιρός ν’ αφυπνιστούν και από τη μακραίωνη σύμπτυξη να έρθουν σε απότομη ανάπτυξη. Δυστυχώς η απόπειρα επέκτασης προς την Ανατολή δεν έφερε αποτελέσματα. Αλλά αν ο Χριστιανισμός έχασε έδαφος στο Νότο και στην Ανατολή εξαιτίας της αιματηρής βίας των Μουσουλμάνων, υπήρχε χώρος δράσης στο Βορρά.

Ο πατριάρχης Φώτιος αντιλήφτηκε εγκαίρως ότι οι Σλάβοι και οι Τούρκοι του Βορρά, οι Χαζάροι, έχοντας έρθει σε επαφή με τους Έλληνες από παλιά, ήταν πλέον ώριμοι να κερδηθούν και να μπουν στην ομάδα των χριστιανικών λαών και συγχρόνως στον κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Για την ασφαλή θεμελίωση κάθε προσπάθειας προς την κατεύθυνση αυτή έπρεπε να προηγηθεί προσεκτική μελέτη των θεσμών των σλαβικών ιδίως λαών, λογοτεχνική διαμόρφωση της σλαβικής γλώσσας και μετάφραση των απαραίτητων βιβλίων σε αυτήν. Για την προετοιμασία αυτού του έργου ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη ειδικό κέντρο σλαβικών μελετών, στο οποίο εκπαιδεύτηκαν ιεραπόστολοι και εκπολιτιστές. Προϊστάμενος του κέντρου ορίστηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ και τον Φώτιο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος στο εξής ανέλαβε τη διοργάνωση κάθε διαφωτιστικής αποστολής
Τον Ιούνιο του 860 πολυάριθμα ρωσικά στρατεύματα ενήργησαν εισβολή απίθανης αγριότητας στην Κωνσταντινούπολη με μονόξυλα. Ο Φώτιος τη χαρακτηρίζει ως εξής σε ομιλία του: «το παράλογο της επίθεσης, το απροσδόκητο της ταχύτητας, η απανθρωπιά της βαρβαρικής φυλής, η σκληρότητα της συμπεριφοράς και η επιθετική σκέψη παρουσιάζουν τη συμφορά σαν κεραυνό που στάλθηκε από τους ουρανούς». Ευτυχώς η εισβολή αποκρούστηκε τόσο απροσδόκητα όσο είχε ενεργηθεί.

Οι Ρώσοι ήταν σλαβικό έθνος υποταγμένο τότε στη μικρή σκανδιναβική φυλή, τους Βαράγγους, που είχαν κατέβει από τη λίμνη Λάδογα [Λάντογκα]. Αν και οι Ρώσοι ήταν υπόδουλοι, η γλώσσα τους επικράτησε και τελικά οι Βαράγγοι αφομοιώθηκαν με αυτούς. Κατείχαν τότε το χώρο μεταξύ των μεγάλων ποταμών Δνειπέρου και Δον. Κατά την εισβολή τους στην πρωτεύουσα της ελληνικής αυτοκρατορίας, τη πολυθρύλητη Τσάργραδ, είδαν όλη τη λάμψη της και κατά την απόκρουσή τους έμαθαν εκ πείρας όλη τη δύναμή της.

Αντιλήφτηκαν, λοιπόν, ότι ήταν προτιμότερο να έχουν τη φιλία παρά την έχθρα των Ελλήνων. Και το Βυζάντιο τους διευκόλυνε σε αυτό. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να σταλεί αντιπροσωπεία ικανή να θέσει τις βάσεις για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων του Βορρά, αλλά και των Χαζάρων που βρίσκονταν στα ανατολικά τους. Αυτό θα ήταν επίσης ωφέλιμο και από πολιτικής πλευράς· διότι ο Χριστιανισμός έφερε πάντοτε εξημέρωση ηθών και μέχρι ενός σημείου κατεύνασε τις επιθετικές διαθέσεις των βαρβάρων που δέχονταν.

Ο αυτοκράτορας και ο Φώτιος δεν μπορούσαν να βρουν άλλον πιο κατάλληλο από τον Κωνσταντίνο. Αυτός, αν και είχε επιστρέψει από την αποστολή του στους Άραβες μόλις πριν από μικρό χρονικό διάστημα, δέχτηκε χωρίς δισταγμό την εντολή, και πήρε μαζί του τον Μεθόδιο, ο οποίος φαίνεται ότι τον είχε ακολουθήσει από τον Όλυμπο στην πρωτεύουσα. Ο Μεθόδιος ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Κωνσταντίνο, αλλά υποτάχθηκε σε εκείνον, επειδή ήταν πιο αρμόδιος για την ιεραποστολή. Αυτός εργαζόταν περισσότερο με την προσευχή, εκείνος με το λόγο. Αλλά αργότερα έγινε και αυτός πολύ ικανός οργανωτής.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος πήγαν με πλοίο στη Χερσώνα της Κριμαίας. Το καθεστώς της Κριμαίας ήταν πολύ ρευστό: ανατολικά τους κυριαρχούσαν οι Χαζάροι, βόρεια οι Ρώσοι και δυτικά οι Ούγγροι, ενώ ομάδες αυτών των φύλων κατοικούσαν και μέσα στη Χερσόνησο. Είχαν απομείνει εκεί επίσης αρκετοί Έλληνες κάτοικοι και μερικοί μοναχοί.

Μία ημέρα, κατά την οποία οι ιεραπόστολοι βρίσκονταν σε ένα ελληνικό μοναστήρι και τελούσαν λειτουργία, επιτέθηκε πλήθος Ούγγρων, έτοιμο να τους κατασπαράξει. Οι αδελφοί δεν ταράχτηκαν καθόλου. Είπαν μόνο το «Κύριε ελέησον» και συνέχισαν τη λειτουργία. Όταν οι επιδρομείς είδαν ότι δε φοβούνται, έμειναν έκπληκτοι και δεν τους πείραξαν.

Στην Κριμαία ο Κωνσταντίνος έδωσε δείγματα της επίδοσής του σε γλωσσικά και μεταφραστικά έργα. Συνάντησε μορφωμένους ραββίνους και κοντά τους είχε την ευκαιρία να βελτιώσει τις γνώσεις του στην εβραϊκή γλώσσα. Εκεί μετέφρασε και την εβραϊκή γραμματική, η οποία τώρα για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή της. Συνάντησε, επίσης, γέροντα Σαμαρείτη, που του έδειξε τη βίβλο της κοινότητάς του, δηλαδή τη σαμαρειτική Πεντάτευχο, την οποία αυτός κατόρθωσε να διαβάσει.
Μεταξύ των Ρώσων βρήκε περικοπές των Ευαγγελίων και των Ψαλμών μεταφρασμένες στη σλαβική γλώσσα με συριακούς χαρακτήρες. Τότε για ακόμη μία φορά κατάλαβαν ότι χρειαζόταν καινούριο αλφάβητο, ικανό να αποδώσει όλους τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας.

Πριν προχωρήσουν ανατολικά, ανέσυραν από τη θάλασσα το λείψανο του Αγίου Κλήμη, επισκόπου Ρώμης. Σύμφωνα με παλιά παράδοση, ο Κλήμης είχε εξοριστεί στη Χερσώνα το 100 μ.Χ. και οι δεσμώτες του τον είχαν ρίξει στη θάλασσα δένοντας στο λαιμό του μία πέτρα. Οι αδελφοί πήγαν τα λείψανα στο ναό της Χερσώνας και πήραν μαζί τους μέρος από αυτά, το οποίο μετέφεραν αργότερα στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος έγραψε προς τιμή του Κλήμη Βίο, Λόγο Πανηγυρικό και Ύμνους.
Τα αποτελέσματα αυτής της αποστολής υπήρξαν σπουδαία. Δεν προχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας των Ρώσων, αλλά ήρθαν σε επαφή με εκπροσώπους τους στην Κριμαία και σε περιοχές βόρεια της πόλης. Οι Ρώσοι επέτρεπαν πλέον ελεύθερα στους ιεραποστόλους να εισέρχονται στη χώρα τους και δέχτηκαν επίσκοπο. Έτσι, τέθηκαν γερές βάσεις για τον ολοκληρωτικό εκχριστιανισμό της αχανούς χώρας τους κατά τον επόμενο αιώνα.

Αποστολή στη Χαζαρία

Μετά από πολύμηνη διαμονή στην Κριμαία οι ιεραπόστολοι πήγαν στη Χαζαρία. Εκείνη ακριβώς την εποχή ο ηγεμόνας των Χαζάρων ζήτησε με αντιπροσωπεία την αποστολή στη χώρα του, για να αποδείξει την υπεροχή του Χριστιανισμού έναντι της ιουδαϊκής και της μωαμεθανικής θρησκείας, ώστε να τον δεχτεί ο λαός του.
Οι δύο αδελφοί είχαν πάρει εντολή να επισκεφτούν και τη χώρα του. Οι Χαζάροι, φύλο της τουρκικής οικογένειας, κατείχαν τότε την περιοχή από την Κριμαία μέχρι τον Κάτω Βόλγα και από τον Εύξεινο μέχρι την Κασπία. Είχαν εκπολιτιστεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τα άλλα τουρκικά φύλα και η χώρα τους ήταν πόλος έλξης για Έλληνες, Άραβες και Ιουδαίους εμπόρους.

Διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με του Βυζαντινούς από τον έβδομο (Ζ’) αιώνα. Ο Ιουστινιανός ο Β’ κατέφυγε εκεί και παντρεύτηκε μία από τις κόρες του ηγεμόνα τους, του Χαγάνου. Μετά από λίγες δεκαετίες η κόρη άλλου Χαγάνου, η Ειρήνη, έγινε σύζυγος του Κωνσταντίνου του Ε’. Τώρα οι ηγεμόνες τους αισθάνονταν την ανάγκη να συνδεθούν στενότερα με αυτούς. Ένα μέσο ήταν να δεχτούν τη χριστιανική θρησκεία. Πίστευαν σε ένα Θεό, προφανώς ως έμμεση επίδραση από τον Χριστιανισμό. Ήδη όμως μεταξύ του λαού είχε αρχίσει η διάδοση του Ιουδαϊσμού και του Μωαμεθανισμού. Ό,τι έχανε η ειδωλολατρία το κέρδιζαν αυτοί. Ήταν, λοιπόν, επείγουσα η ανάγκη της αντίδρασης.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος έφυγαν από τη Χερσώνα με πλοίο και αποβιβάστηκαν στις ανατολικές ακτές του Εύξεινου. Πρωτεύουσα της Χαζαρίας ήταν η Ίτιλ, αλλά ο Χαγάνος έμενε άλλοτε και στη Σάρκελ, πόλη κοντά στον Εύξεινο, την οποία είχαν κτίσει βυζαντινοί αρχιτέκτονες.

Στο τραπέζι του Χαγάνου έγιναν διαδοχικές συζητήσεις με εκπροσώπους πρώτα του Ιουδαϊσμού, έπειτα και του Μωαμεθανισμού, τους οποίους και κατατρόπωσαν. Προκλήθηκε μεγάλη εντύπωση. Διακόσιοι επίσημοι άντρες βαπτίστηκαν αμέσως από τους ιεραποστόλους και άλλοι δήλωσαν ότι θα τους μιμηθούν αργότερα. Το ίδιο δήλωσε και ο Χαγάνος με επιστολή του προς τον αυτοκράτορα.
Οι ιεραπόστολοι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη πάλι δια μέσου της Χερσώνας.

Τέλος των Αγίων

Ο Κύριλλος πέθανε το Φεβρουάριο του 869 στη Ρώμη. Ετάφη με τιμές στον προσωπικό τάφο του Πάπα Avδριανού τoυ Β’, ενώ αργότερα μετακινήθηκε στη βασιλική του Αγίου Κλεμεντίνου στη Ρώμη, όπου και σήμερα φυλάσσονται τα λείψανά του.
Το χριστιανικό διαφωτιστικό και αποστολικό έργο συνεχίζει ο μεγαλύτερός του αδελφός Μεθόδιος, ο οποίος απεβίωσε στις 6 Απριλίου 885 ως επίσκοπος Μοραβίας.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/άγιοι-κύριλλος-και-μεθόδιος-οι-ισαπόσ/

Το σχίσμα του 1054 ή Σχίσμα των δύο Εκκλησιών

Ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος, πρωταγωνιστής στο Σχίσμα του 1054
Ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος στον πατριαρχικό θρόνο

Το Σχίσμα του 1054 ή Σχίσμα των δύο Εκκλησιών είναι η διαίρεση και διάσπαση της κοινωνίας μεταξύ της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας όταν επικεφαλής τους ήταν ο Πάπας Ρώμης Λέων Θ’ και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος, ύστερα από τους αμοιβαίους αναθεματισμούς που εξαπολύθηκαν τον Ιούλιο του 1054. Αν και μοιάζει να προέκυψε ξαφνικά, στην πραγματικότητα επισημοποίησε μια ήδη προϋπάρχουσα κατάσταση καθώς με το πέρασμα των χρόνων ο ανατολικός και ο δυτικός Χριστιανισμός διαμόρφωσαν διαφορετικές παραδόσεις, αν και εξελίχθηκαν παράλληλα, καθώς το χάσμα μεταξύ τους διευρυνόταν σε επίπεδο δογματικό, λειτουργικό και διοικητικό.

Τα γεγονότα της 16ης Ιουλίου 1054

Συγκροτήθηκε επιτροπή αποτελούμενη από τους καρδινάλιο Ουμβέρτο, τον Φρειδερίκο της Λωραίνης, αρχιγραμματέα του πάπα και ο Πέτρος αρχιεπίσκοπος του Αμάλφι η οποία θα μετέβαινε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αργυρός με τον οποίο συσκέφθηκαν τους εισηγήθηκε να αποφύγουν επαφή με τον Πατριάρχη αλλά με τον Αυτοκράτορα. Η επιτροπή έφερε δύο επιστολές με αποδέκτες αντιστοίχως τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα. Με την πρώτη μέμφονταν τον Πατριάρχη για ιδιοποίηση του τίτλου οικουμενικός, ότι είχε αναμειχθεί στα εσωτερικά της λατινικής εκκλησίας, ενώ αμφέβαλε για την κανονικότητα της εκλογής του. Με την δεύτερη εξέφραζε παράπονα για την διαγωγή του πατριάρχη, απειλούσε με αντίποινα και ζητούσε την παροχή κάθε δυνατής βοήθειας προς τους παπικούς απεσταλμένους. Η αντιπροσωπεία συναντήθηκε με τον Πατριάρχη του επέδωσε την επιστολή αλλά αποχώρησε, καθώς τους υποδέχθηκε με ψυχρότητα, επειδή δεν τον χαιρέτησαν με τον προσήκοντα τρόπο. Στις 15 Απριλίου όμως ο Πάπας Λέων Θ’ πέθανε κι έτσι αυτομάτως οι εκπρόσωποί του έχαναν κάθε νομικό κύρος όπως άλλωστε προβλεπόταν από το Κανονικό Δίκαιο. Έπρεπε να εκλεγεί νέος Πάπας για να δώσει νέα εντολή. Ωστόσο η επιτροπή συνέχισε τις επαφές της αυτή τη φορά με τον αυτοκράτορα-ο οποίος ίσως και την παρότρυνε να συνεχίσει να παραμένει στην Βυζαντινή πρωτεύουσα. Όλα αυτά ενθάρρυναν την παπική αντιπροσωπεία να δημοσιεύσει τις λατινικές κατηγορίες τους σε βάρος της Ανατολικής Εκκλησίας. Σε αυτές απάντησε ο Νικήτας Στηθάτος και με τη σειρά του απάντησε ο Ουμβέρτος υβριστικά. Ο Κωνσταντίνος Θ’, ο οποίος δεν ήθελε να να διακινδυνεύσει τη συμμαχία του με τη Ρώμη, παρενέβη κατευναστικά και κάλεσε τον Στηθάτο να ανακαλέσει ζητώντας συγγνώμη. Αυτό ενθάρρυνε περισσότερο τον Ουμβέρτο να προβάλει περισσότερο τις περί filoque θέσεις του, χωρίς σε όλα αυτά να αντιδρά ο Κηρουλάριος.

Τελικά το Σάββατο 16 Ιουλίου 1054 την ώρα του εσπερινού εισήλθαν στην Αγία Σοφία και άφησαν στην Αγία Τράπεζα βούλα με την οποία αφοριζόταν ο Μιχαήλ Κηρουλάριος και ο Λέοντας Αχρίδας. Καθώς αποχωρούσαν ο διάκονος του ναού έτρεξε από πίσω τους κρατώντας την παπική βούλα και ζητώντας τους να την ανακαλέσουν, εκείνοι αρνήθηκαν και εκείνος την έριξε στον δρόμο. Ο αυτοκράτορας προκειμένου να αποκλιμακώσει την ένταση εφοδίασε με δώρα τους παπικούς λεγάτους. O Κηρουλάριος πληροφορήθηκε το περιεχόμενο του αναθέματος και αφού την μετέφρασαν οι Πρωτοσπαθάριος Κοσμάς, Πύρρος ο Ρωμαίος και ο μοναχός Ιωάννης ο Ισπανός την κοινοποίησε στον Κωνσταντίνο Θ’ ο οποίος ζήτησε να δει το λατινικό πρωτότυπο του αφορισμού και στη συνέχεια κάλεσε την παπική αντιπροσωπεία για εξηγήσεις ενώπιον μιας συνόδου της Κωνσταντινούπολης. Εκείνη όμως αρνήθηκε να παρουσιαστεί και συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής. Στις 20 Ιουλίου ο Κηρουλάριος, παρουσία αυτοκρατορικών αξιωματούχων, ανέστρεψε το ανάθεμα κατά των συντακτών του και στις 24 Ιουλίου έγινε το ίδιο σε μια σύνοδο 16 μητροπολιτών και 5 αρχιεπισκόπων. 

Οι Πατριάρχες της Ανατολής (Αλεξάνδρειας και Ιεροσολύμων) ακολούθησαν τις εντολές του Κηρουλάριου και διέγραψαν το όνομα του Πάπα από τα δίπτυχά τους. Ο Πέτρος Αντιοχείας, μετριοπαθής, προσεγγίστηκε από τους Λατίνους και τους Βυζαντινούς καθώς αντιπαθούσε τους πρώτους, όμως δεν έβρισκε κάποιο όφελος από το σχίσμα. Τελικά προσχώρησαν όλοι στο σχίσμα. Τόσο οι αφορισμοί των Λατίνων όσο και αυτοί των Ελλήνων στρέφονταν προσωπικά εναντίον των αξιωματούχων που είχαν φερθεί υβριστικά και όχι εναντίον των Εκκλησιών που αυτοί εκπροσωπούσαν. Το σχίσμα λοιπόν του 1054 «ήταν μια περίπτωση προσωπικού αλλολοαφορισμού δύο ιεραρχών».

Οι συνέπειες του Σχίσματος του 1054

Το Σχίσμα του 1054 υπήρξε μεγάλη επιτυχία για τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καθώς έτσι καθίστατο ανεξάρτητος από τον Πάπα και τη Δύση. Η εξουσία του γινόταν ακόμα μεγαλύτερη επί του Σλαβικού κόσμου και των τριών Πατριαρχείων της Ανατολής. Απέναντι στην πολιτική εξουσία και στην ενδιάθετη τάση της να διατηρεί την ενότητα της Εκκλησίας με σκοπό την οικουμενική ενότητα του Κράτους , το Σχίσμα αποτέλεσε ήττα για την αυτοκρατορική εξουσία. Έτσι το σχίσμα του 1054 αποτελεί συνέχεια του Φωτιανού Σχίσματος από την άποψη ότι «κάθε φορά που υποβαθμίζεται η κεντρική αυτοκρατορική διοίκηση και ισχυροποιείται η βυζαντινή εκκλησία […]τα πράγματα οδηγούν σε ρήξη ανάμεσα στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη». Η προσπάθεια των Βυζαντινών να ελέγξουν τις επισκοπές Απουλίας και Καλαβρίας μαρτυρούν την βαρύτητα που είχαν οι εκκλησιαστικές αρχές ως εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας. Η ιταλική πολιτική του αυτοκράτορα γκρεμιζόταν καθώς επιταχύνθηκε η πολιτική αποξένωση από την Ιταλία: η αντινορμανδική συμμαχία διαλύθηκε και η Αγία Έδρα στράφηκε προς τους Νορμανδούς, τους οποίους και αναγνώρισε, ενώ για τους Παπικούς απεσταλμένους και την Εκκλησία της Ρώμης τα γεγονότα της 16ης Ιουλίου συνιστούσαν ταπείνωση. Για την εικόνα της Εκκλησίας αποκαλύφθηκε πως η ίδια δεν μπορούσε να φτάσει στο ύψος των προσδοκιών που οι άλλοι απαιτούσαν από αυτήν. 

Οι πολιτικές συνέπειες του Σχίσματος δεν ήταν μικρότερες για την πολιτική ύπαρξη του Βυζαντίου, καθώς δυσχέραινε τις προσπάθειες οποιασδήποτε μελλοντικής συνεργασίας ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη και Δύση. Όπως αναφέρει ο Brehier «το σχίσμα, εμποδίζοντας τον συμβιβασμό της Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης με την Δύση, άνοιξε τον δρόμο προς την πτώση της Αυτοκρατορίας» Μια ακόμα συνέπεια του Σχίσματος ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Δύση αντιμετώπισε την πολιτιστική κληρονομιά του Βυζαντίου, εχθρότητα που εκφράστηκε με την παραγνώριση του Βυζαντίου από την ιστορική έρευνα, με το αρνητικό επίχρισμα που έλαβε ο όρος βυζαντινός, αλλά και με την χρήση του όρου ΄΄γραικός΄΄ -ήδη από τον 9ο αιώνα, με εσκεμμένως υποτιμητική διάθεση. Η απέχθεια των Δυτικών δεν άφησε ανεπηρέαστη και την βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα την αγιογραφία η οποία παραμελήθηκε στη Δύση. Το σχίσμα του 1054 δεν αποτελεί την πηγή των αντιλατινικών αισθημάτων που θα λάβει βίαιες μορφές κυρίως στον βυζαντινό λαό, γιατί αυτό υπήρξε πιο πολύ υπόθεση των εκκλησιαστικών αρχών παρά του λαού.

Σε επίπεδο πολιτικής ιστορίας το ουσιαστικό σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών έλαβε χώρα μετά τις βίαιες συμπεριφορές που εκδηλώθηκαν κατά την κατάληψη και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σχίσμα_του_1054


Γεώργιος Αβέρωφ, ο Μέγας Ευεργέτης

Ο Γεώργιος Αβέρωφ (γεννημένος ως Γεώργιος Αυγέρος Αποστολάκας) (Μέτσοβο, 15 Αυγούστου 1815 – Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 15 Ιουλίου 1899) ήταν Έλληνας επιχειρηματίας, και ένας από τους μεγαλύτερους εθνικούς ευεργέτες. Από το Μέτσοβο μετέβηκε το 1837 στο Κάιρο της Αιγύπτου για να εργαστεί στο εμπορικό κατάστημα του αδελφού του Αναστασίου. Χάριν της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και της τόλμης του, εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο έμπορο της Αιγύπτου και σημαντικό μέλος των Ελλήνων της Αιγύπτου.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο Μέγας Ευεργέτης
Ο Γεώργιος Αβέρωφ, πίνακας του Παύλου Προσαλέντη

Ο Βίος

Ο Γεώργιος Αβέρωφ ήταν ο υστερότοκος γιος, ανάμεσα στα επτά αδέλφια του – τρία κορίτσια και τέσσερα αγόρια, του Μιχαήλ Αυγέρου – Αποστολάκα και της Ευδοκίας Φάφαλη. Γεννήθηκε στο Μέτσοβο στις 15 Αυγούστου του 1815. Στην αρχή ήταν βοσκόπουλο και παράλληλα μαθητής του Ελληνοσχολείου του Μετσόβου όπου και έλαβε τα στοιχειώδη γράμματα. Όπως τότε οι περισσότεροι νέοι πολυμελών οικογενειών έφευγαν για “να κάνουν την τύχη τους” έτσι και ο Γεώργιος πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Αναστάσιος δούλευε ήδη σε εμπορική επιχείρηση του θείου του Ν. Στουρνάρα στο Κάιρο στην Αίγυπτο. Έτσι το 1837, σε ηλικία μόλις 19 ετών, έφυγε από το Μέτσοβο όπου γεννήθηκε και εγκαταστάθηκε αρχικά κοντά στον αδελφό του. Εκεί διήυθηνε το κατάστημα υφασμάτων και εμπορεύόταν το βαμβάκι. Μετά το θάνατο του αδελφού του συνέχισε τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του. Αργότερα, το 1866 εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου και ασχολήθηκε με δική του πλέον εμπορική επιχείρηση εισαγωγών – εξαγωγών. Στο εμπόριο αυτό κατάφερε να εξάγει στη Ρωσία τεράστιες ποσότητες, για την εποχή εκείνη χουρμάδων, και ακολουθώντας το τότε εμπόριο ανταλλαγής ειδών ζήτησε και εισήγαγε μεγάλη ποσότητα χρυσονημάτων (μπρισίμ). Αυτή ήταν η πρώτη του εμπορική πράξη που του επέφερε τεράστια κέρδη και τον καθιέρωσε γενικότερα. Έτυχε τότε να παντρεύεται ένας Αιγύπτιος Πασάς και σύμφωνα με τα έθιμα οι παριστάμενοι στο γάμο έπρεπε να φορούν χρυσοκέντητες στολές. Έτσι τα εισαγόμενα αυτά “χρυσονήματα του Αβέρωφ” όπως ονομάστηκαν κυριολεκτικά έγιναν ανάρπαστα σε πολλαπλάσια τιμή, τόσο από τη Βασιλική Αυλή όσο και από τους αξιωματούχους της Χώρας. Με εκείνο το κεφάλαιο που απέκτησε ο Αβέρωφ ξεκίνησε με συνεχή άλματα να δημιουργεί στη σειρά ευρύτατες επιχειρήσεις με εκπληκτικές επιτυχίες. Έτσι για αρκετά χρόνια ασκούσε το αποκλειστικό εμπόριο υφασμάτων στο Σουδάν. Αγόραζε μεγάλο μέρος του βαμβακιού της Αιγύπτου καταφέρνοντας να το μεταποιήσει την κατάλληλη στιγμή όταν η ζήτηση στην Αγγλία ήταν αυξημένη, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, αφού το αμερικάνικο βαμβάκι δεν μπόρεσε να φθάσει στις ευρωπαϊκές αγορές. Όταν η χολέρα εξαπλώθηκε στην Αίγυπτο ο Αβέρωφ δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια κι έτσι πολλαπλασίασε τον κύκλο εργασιών του. Το 1870 αναγνωρίσθηκε ως ο μεγαλύτερος έμπορος της Αιγύπτου. Από τότε άρχισε και το μεγάλο έργο της προσφοράς του.

Τον Ιούλιο του 1882 έφυγε για τη Βιέννη και μετά από έντονη πίεση της τότε Ελληνικής κυβέρνησης, επειδή ο αγγλικός στόλος βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια με σκοπό να καταστείλει την εξέγερση του Αραμπί Πασά. Απέκτησε τεράστια περιουσία και βοήθησε την ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ιδρύοντας σχολεία και νοσοκομεία. Επειδή όμως η περιουσία του συνέχιζε να αυξάνεται με γεωμετρικό ρυθμό, προέβη σε πολλές φιλανθρωπικές και κοινωφελείς πράξεις και στην Ελλάδα. Αναδείχθηκε πρόεδρος της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας αφού έθεσε ως όρο την αποπληρωμή των χρεών της κοινότητας τα οποία ανέρχονταν στο ύψος των 20.000 αγγλικών λιρών, και που ο ίδιος κάλυψε κατά το ήμισυ.

Χορηγίες στην Ελλάδα

Μεταξύ άλλων, χορήγησε χρήματα για την επέκταση του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, την αναμόρφωση του Παναθηναϊκού σταδίου και τον ανδριάντα του Ρήγα Φεραίου και του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Με δική του χορηγία υλοποιήθηκε η πρωτοπόρος πρωτοβουλία της Ελληνίδας εκπαιδευτικού και φεμινίστριας Καλλιόπης Κεχαγιά(1839-1905) για την ανέγερση και σύσταση Εφηβείου. Σύμφωνα με την Κεχαγιά, η κατάσταση των ελληνικών φυλακών για τους ανήλικους ήταν απαράδεκτη, καθώς ανήλικοι τρόφιμοι συμβίωναν με τους ενήλικες με αποτέλεσμα συχνά η φυλακή από μέρος σωφρονισμού να μετατρέπεται σε ένα σχολείο παραβατικότητας. Το Εφηβείο Αβέρωφ αποτέλεσε υπόδειγμα σωφρονιστικού καταστήματος την εποχή εκείνη για την Ελλάδα. Διέθετε σχολείο, βιβλιοθήκη, εργαστήρια σε ειδικούς χώρους στα οποία εξασκούνταν οι τρόφιμοι, νοσοκομείο με αυτόνομους χώρους αναρρώσεως, μαγειρείο, τραπεζαρία και ναό. Πρότυπος θεωρείται και ο τρόπος και η διαφάνεια στην εξασφάλιση και διαχείριση των οικονομικών πόρων, η οργάνωση των εθελοντών, η αρχιτεκτονική του χώρου και ο εξοπλισμός του κτιρίου. Λίγα χρόνια όμως μετά την κατασκευή τους, και παρά το αρχικό όραμα, λόγω της ταραγμένης περιόδου του εθνικού διχασμού μετατράπηκαν άτυπα σε φυλακές πολιτικών κρατουμένων, αντιπάλων του εκάστοτε καθεστώτος. Τελικά κατεδαφίστηκαν το 1971.

Στον Αβέρωφ επίσης οφείλονται η ανέγερση κτιρίων και ιδρυμάτων όπως η σχολή Ευελπίδων, η Γεωργική σχολή της Λάρισας, το Ωδείο των Αθηνών, της Ελληνικής Φιλαρμονικής της Αλεξάνδρειας κ.α. Το μεγαλύτερο ευεργέτημα του πάντως θεωρείται η δωρεά 2.500.000 χρυσών φράγκων στο Πολεμικό Ναυτικό, χρήματα με τα οποία ναυπηγήθηκε το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ».

Το τέλος της ζωή του

Προς το τέλος της ζωής του διετέλεσε και πρόεδρος της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας (1895-1896). Επί των ημερών του η κοινότητα γνώρισε μεγάλη ακμή, η οποία όμως οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις μεγάλες δωρεές που έκανε ο ίδιος ο Αβέρωφ.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ πέθανε στην Αλεξάνδρεια στις 15 Ιουλίου του 1899 και κηδεύτηκε σε πάνδημο πένθος του Ελληνισμού. Η Ελληνική Κυβέρνηση (του Γ. Θεοτόκη) στις 22 Απριλίου του 1908 έστειλε το εύδρομο “ΜΙΑΟΥΛΗΣ” και μετέφερε τη σορό του στην Ελλάδα όπου με ιδιαίτερες τελετές αναπαύθηκε στο χώμα της πατρίδας του που τόσα πολλά είχε προσφέρει. Η Ελληνική Πολιτεία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις πλούσιες προς το έθνος δωρεές και υπηρεσίες, τον ανακήρυξε Μέγα Εθνικό Ευεργέτη και ανήγειρε μαρμάρινο ανδριάντα προ των προπυλαίων του Παναθηναϊκού  Σταδίου.

Η Διαθήκη

Η Διαθήκη του Μεγάλου Ευεργέτη, Γεωργίου Αβέρωφ συντάχθηκε ιδιόχειρα από τον ίδιον στις 18/30 Μαρτίου 1898 (στην οικία του που βρίσκονταν στο ακίνητο των Αδελφών Βολανάκη) και επικυρώθηκε από το “εν Αλεξανδρεία” Ελληνικό Προξενικό Δικαστήριο κατά τη συνεδρίασή του στις 16/28 Ιουλίου του 1899, την επομένη του θανάτου του. Ακολούθησε τηλεγράφημα του Έλληνα γενικού Πρόξενου Ι. Γρυπάρη προς ενημέρωση του Βασιλέα των Ελλήνων και αργότερα στις 9 Αυγούστου 1899, στάλθηκε ακριβές αντίγραφο της διαθήκης, που βεβαίωνε ο ίδιος ο πρόξενος και που παραδόθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση. Η Διαθήκη τυπώθηκε και δημοσιεύτηκε στον ελληνόγλωσσο αλεξανδρινό τύπο “Ταχυδρόμου” του Γ. Τηνίου (σε σχήμα 8, σελίδες 17).

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Αβέρωφ

Η μάχη της Άμπλιανης

Η Μάχη της Άμπλιανης ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821 με αποτέλεσμα νίκη των Ελλήνων με πολλά λάφυρα και κατατρόπωση των Οθωμανών. Η μάχη της Άμπλιανης έγινε στις 14 Ιουλίου 1824.

Η μάχη της Άμπλιανης, πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821
Η Μάχη της Άμπλιανης

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Καινούργιος στρατιωτικός ορίστηκε ο Δερβίς Πασάς, στον οποίο ο Σουλτάνος έδωσε ρητή εντολή να προστάξει και τους Πασάδες των Ιωαννίνων Βριώνη και της Ευβοίας Καρυστινό, ο μεν να εισβάλει στην Ακαρνανία, ο δε στην Αττική. Αυτός δε, ο Δερβίς Πασάς να ενωθεί με τους Πασσάδες Μπερκόφτζαλη, Ιουσούφ Πασά και Αμπάζ Πασά Ντίμπρα να εισβάλει στην Ανατολική Στερεά με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό.

Ο Δερβίς όμως αντί να βάλει σε ενέργεια τις διαταγές αποφάσισε να ενεργήσει μόνος του. Με τ’ ασκέρι του, που έφτανε τις δώδεκα χιλιάδες, ξεκίνησε από το Ζητούνι, τη σημερινή Λαμία, στα μέσα τού Ιούνη. Αφού πέρασε το Σπερχειό κι έ­φτασε στις Θερμοπύλες, έστησε στρατόπεδο για να κρατήσει ανοιχτό το δρόμο του ανεφοδιασμού του. Έμεινε ο ίδιος σ’ αυτό με 2500 πεζούς και 500 κα­βαλάρηδες κι έστειλε τις αποδέλοιπες δυνάμεις του, κάτω από τις διαταγές τού Αμπάζ πασά και τού Περκόφτσαλη, να χτυπήσουν τα Σάλωνα.

Οι Έλληνες ήταν στρατοπεδευμένοι στην Άμπλιανη, ανάμεσα δηλαδή στα Σάλωνα και το Χάνι της Γραβιάς. Βρίσκονταν εκεί ο Νάκος Πανουριάς, ο Γιώργης Δράκος, ο Γιώτης Δαγκλής, ο Διαμαντής Ζέρβας κι ο Περραιβός με διακόσιους πενήντα Σουλιώτες.

Η προφυλακή τού τούρκικου ασκεριού έπιασε, στις 6 του Ιούλη, το Χάνι της Γραβιάς, αφού πριν ζώγρησε ως τρακόσιες φαμελιές από τα γύρω Βλα­χοχώρια. Την ίδια νύχτα ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Σκαλτσοδήμος κι ο Σιαφάκας ρίχνονται αιφνιδια­στικά στους εχθρούς, τους βάζουν σ’ αναταραχή κι ελευθερώνουν τις φαμελιές.

Στις 8 τού Ιούλη μια σημαντική τούρκικη δύναμη παράτησε το Χάνι της Γραβιάς και προχωρά προς το Λιδωρίκι, όπου βρισκόταν με λίγα παλικάρια ο Σκαλτσάς. Τους χτυπάνε οι Τούρκοι και θα τους έλιωναν όλους αν δεν έφτανε σε βοήθειά τους ο Σαφάκας με τρακόσιους πενήντα Κραβαρίτες. Τρεις φορές πάτησαν τις θέσεις των δικών μας οι εχθροί και τρεις φορές οι Έλληνες τους ξεφώλιασαν απ’ αυτές. Στο τέλος οι Τούρκοι πισωδρόμησαν παίρ­νοντας μαζί τους ίσαμε οχτώ χιλιάδες γιδοπρόβατα.

Ο Κίτσος Τζαβέλας βρισκόταν στα Τριζόνια της Λωρίδας. Απ’ αυτά γράφει στις 10 τού Ιούλη στην κυβέρνηση:

«Ενταύθα επληροφορήθην ότι επλησίαζον οι εχθροί εις τα Σάλωνα. είδον τον κίνδυνον της πατρίδος και την απελπισίαν των αδυνάτων, και απεφάσισα να υπά­γω αυτός εγώ εναντίον των».

Στις 13 τού Ιούλη κινήθηκε από το Χάνι της Γραβιάς όλη η Τούρκικη δύναμη που είχε συναχτεί εκεί, πάνω από οχτώ χιλιάδες, έχοντας μαζί της και δυο κανόνια. Τράβαγαν για τα Σάλωνα.

Η εξέλιξη των γεγονότων

Οι Έλληνες ήταν στρατοπεδευμένοι στην Άμπλιανη, ανάμεσα δηλαδή στα Σάλωνα και το Χάνι της Γραβιάς. Βρίσκονταν εκεί ο Νάκος Πανουριάς, ο Γιώργης Δράκος, ο Γιώτης Δαγκλής, ο Διαμαντής Ζέρβας κι ο Περραιβός με διακόσιους πενήντα Σουλιώτες. Ο Πανουργιάς όταν έμαθε τα σχέδια αυτά κατασκεύασε στο μέρος αυτό ισχυρούς προμαχώνες, τους οποίους ενίσχυσε με πολλούς κορμούς χονδρών δέντρων. Η δύναμη του Πανουργιά δεν ήταν αρκετή για να αντέξει την ορμή των Οθωμανών. Ευτυχώς όμως έφτασαν ενισχύσεις από το Σούλι υπό τους οπλαρχηγούς Δράκο, Γιώτη Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα και άλλους. Ακολούθως έφτασαν και ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Π. Νοταράς αλλά και ο επίσης ντόπιος οπλαρχηγός Δήμος Σκαλτσάς.

Έτσι συνολικά δύο χιλιάδες γινόμενοι περίμεναν τους εχθρούς, οι οποίοι στις 14 Ιουλίου επιτέθηκαν στους Έλληνες, έχοντας και δύο πεδινά κανόνια. Η μάχη άρχισε στις 9 το πρωί, όταν χύθηκαν οι Τούρκοι να πάρουν με γιουρούσι τους δικούς μας. Μα ήταν τόση η φωτιά των Ελλήνων, που καρφώθηκαν μπροστά από τα έλατα, μη μπορώντας να κάνουν μήτε βήμα παραπέρα.

Ο πόλεμος, πεισματικός κι από τα δυο μέρη. Ο πόλεμος άρχισε με ακροβολισμούς, αλλά αμέσως οι Οθωμανοί όρμησαν με τα ξίφη στα χέρια εναντίον των Ελλήνων για να ανοίξουν δρόμο. Οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν με γενναιότητα και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν με μεγάλη φθορά. Οι Οθωμανοί δοκίμασαν και δεύτερη και τρίτη φορά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Μα να, φτάνουν να συντρέξουν τους δικούς μας οι Σαλωνίτες με τον Καλμούκη. Και η ζυγαριά αρχίζει να γέρνει. Ο Γιώργος Τζαβέλας, ο Λάμπρος Ζάρμπας, ο Γιαννούσης Πανομάρας γκαρδιώνουν τα παλικάρια τους, παρατάνε τα πόστα τους και κάνουνε τώρα αυτοί από τα πλάγια γιουρούσι πάνω στους Τούρ­κους. Ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Γ. Δράκος, ο Χρ. Περραιβός, ο Δ. Ζέρβας αδράχνουν την ευκαιρία, μπήγουν τις νικητήριες φωνές και ρίχνονται πάνω στην Τουρκιά.

Η μάχη διήρκησε μέχρι το απόγευμα, ώσπου οι Σουλιώτες έτρεψαν τον εχθρό σε φυγή. Όλος ο ελληνικός στρατός έτρεξε από πίσω καταδιώκοντας τον εχθρό. Πανικόβλητοι οι εχθροί έτρεχαν πίσω να φτάσουν στο Χάνι της Γραβιάς και να γλιτώσουν. Μα οι δικοί μας δεν τους δίνανε καιρό μήτε ν’ ανασάνουν. Όλος ο ελληνικός στρατός έτρεξε από πίσω καταδιώκοντας τον εχθρό. Κι όπως οι εχθροί σπρώχνονταν ποιος θα προσπεράσει τον άλλον γκρεμίζονταν στο βάραθρο και τσακίζονταν πάνω στα βράχια. Οι Έλληνες στείλανε εκείνη τη μέρα «εις τον Άδην υπέρ τους πεντακοσίους». Από τους δικούς μας σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν τριάντα εφτά. Πήραν λάφυρα τρία κανόνια, πολλά όπλα, πολεμοφόδια, σημαίες και άλογα, καθώς και την σκηνή του Μπερκόφτζαλη. Τα υπολείμματα του οθωμανικού στρατού επέστρεψαν στο Ζητούνι και διαλύθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου.

Επιστολή του Δήμου Σκαλτσά, μετά την νίκη της Άμπλιανης

Επιστολή την 19 Ιουλίου 1824

Προς
τον εξοχότατον Γενικόν Διευθυντήν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος
Μαυροκορδάτον.

Σας ειδοποιούμεν τα εδώ τρέχοντα εις τας 14 του παρόντος (Ιουλίου 1824) εκστράτευσε ο Ρούμελης Βαλέσης Δερβίς Πασάς διά τα Σάλωνα με 12.000 χιλ. Την αυτήν ημέραν συναντηθήκαμεν και ο πόλεμος ήρχισεν παρευθύς η ώρα ήταν εις τας 3 1/2 της ημέρας και εξ’ αυτής της ώρας μέχρι της δωδεκάτης της εσπέρας η μάχη εξηκολούθει αδιακόπως με πολύν θυμόν και με μεγάλην αντίστασιν των ένδοξων Ελλήνων.
Μετά εσπέρας έφθασαν εις βοήθειάν μας διάφορα ελληνικά σώματα στρατιωτικά και ερρίφθησαν αμέσως όλοι οι Έλληνες ως λέοντες κατ`επάνω του εχθρού. Αφού του επεριώρισαν όλους τους δρόμους, τον εκτύπησαν από όλα τα μέρη. Εσκότωσαν υπέρ τους χιλίους βαρβάρους. Του επήραν τρία κανόνια, όπου είχον, επτά φορτία φουσέκια και επτά σημαίας. Τις να μετρήση το πλήθος των τουφεκίων, γιαταγανιών και σπαθιών και ομοίων;
Πώς να διηγηθή κανείς την λαμπράν νίκην μας; Αι σκηναί, οι γουρνάδες και όλαι αποσκευαί των Τούρκων έγιναν λάφυρα των Ελλήνων. Άλλοι μεν από τους εχθρούς έπεσαν από τους βράχους, άλλοι δε επιάσαντο ζωντανοί από τους Έλληνας, και αν η νύχτα δεν εδιαφέντευε τους αυτούς εχθρούς εχάνοντο όλοι. Ελπίζομεν όμως να εύρωμεν σήμερον πολλοτάτους τρυπωμένους εις τους λόγγους.
Ας πανηγυρίση λοιπόν και αυτού η πόλις Μεσολογγίου αυτήν την λαμπράν νίκην, επειδή είναι μία νίκη όπου ομοιάζει με τας πλέον παλαιάς των προγόνων μας. Οι Τούρκοι ετράβηξαν προς το μέρος της Γραβιάς και οι ιδικοί μας τρέχουν από κοντά των ως λέοντες ορυόμενοι και ούτω ελπίζομεν εις την θείαν δύναμιν να τους ξεκάνωμεν όλους “.
Ταύτα και με το προσήκον σέβας

15 Ιουλίου Άμπλιανη
Δήμος Σκαλτσάς

Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/338F03C7.el.aspx

Πηγή: https://olympia.gr/2018/07/14/μάχη-της-άμπλιανης-κατατρόπωση-των-οθ

Ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας, η Μασσαλιώτιδα

Ακούγεται για πρώτη φορά ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας
Ο Ρουζέ ντε Λιλ τραγουδά για πρώτη φορά τη Μασσαλιώτιδα (Πίνακας του Ισιντόρ Πιλς)

Ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας ονομάζεται Μασσαλιώτιδα. Η Μασσαλιώτιδα είναι πολεμικό επαναστατικό άσμα, που υιοθετήθηκε προοδευτικά ως Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας. Γράφτηκε στις 24 Απριλίου 1792 από τον λοχαγό του Μηχανικού Κλοντ Ζοζέφ Ρουζέ ντε Λιλ, τη νύκτα της κήρυξης του πολέμου μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας, προς τιμή του στρατάρχη Νίκολας Λούκνερ, ενός Βαυαρού που έγινε Γάλλος και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Γαλλική Επανάσταση. Ο πρωτότυπος τίτλος του εμβατηρίου είναι Πολεμικό Άσμα για τη Στρατιά του Ρήνου.

Ονομάστηκε Μασσαλιώτιδα (Marseillaise) επειδή τραγουδήθηκε από τους στρατιώτες της Μασσαλίας που έφτασαν στο Παρίσι και συμμετείχαν στην εξέγερση της 10ης Αυγούστου 1792, η οποία οδήγησε στην κατάργηση της Μοναρχίας, μεσούσης της Γαλλικής Επανάστασης. Η Μασσαλιώτιδα έγινε για πρώτη φορά ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας στις 14 Ιουλίου 1795, ανήμερα της έκτης επετείου από την Πτώση της Βαστίλης.

Απαγορευμένη κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας και της Παλινόρθωσης, επειδή θεωρήθηκε επαναστατικό τραγούδι, η Μασσαλιώτιδα ξαναβρήκε την αίγλη της στην Επανάσταση του 1830, όταν ο Εκτόρ Μπερλιόζ την ενορχήστρωσε και την αφιέρωσε στον Ρουζέ Ντε Λιλ. Απαγορεύθηκε εκ νέου από το φιλοναζιστικό καθεστώς του Βισί, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Σεπτέμβριο του 1944, με εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, η Μασσαλιώτιδα παίζεται στα σχολεία για να γιορτασθεί η Απελευθέρωση και να τιμηθούν οι μάρτυρες. Τα Συντάγματα του 1946 και 1958 καθιέρωσαν την Μασσαλιώτιδα ως τον Εθνικό Ύμνο της Γαλλίας (Άρθρο 2).

Για πολλά χρόνια η Μασσαλιώτιδα ήταν ο Ύμνος του Διεθνούς Επαναστατικού και Αριστερού κινήματος. Οι στίχοι της Διεθνούς (The Intenationale) γράφτηκαν το 1870 από τον Εζέν Ποτιέ πάνω στη μουσική της Μασσαλιώτιδας. Το 1871 υιοθετήθηκε ως Ύμνος της Παρισινή Κομμούνας, τραγουδήθηκε από τους απεργούς του Σικάγου στα αιματηρά γεγονότα του Χέιμαρκετ που οδήγησαν στην καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς και μαζί με τη Διεθνή, που είχε αποκτήσει τη δική της μουσική το 1888 από τον Πιερ Ντεζετέ, ήταν οι επίσημοι ύμνοι της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία. Σταδιακά, η Μασσαλιώτιδα υποχώρησε και η Διεθνής επικράτησε ως ο Ύμνος του Διεθνούς Επαναστατικού και Αριστερού κινήματος.

Μουσική και στίχοι

Διασκευές της Μασσαλιώτιδας

  • Το 1882 ο ρώσος συνθέτης Πιοτρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι χρησιμοποίησε εκτεταμένα αποσπάσματα της Μασσαλιώτιδας για το συμφωνικό του κομψοτέχνημα 1812.
  • Γιανίκ Νοά: Oh Reve, ποπ διασκευή.
  • Τζάνγκο Ράινχαρντ: Echoes of France, τζαζ διασκευή.
  • Beatles: Διασκευασμένο απόσπασμα στο τραγούδι τους All you need is love.
  • Σερζ Γκενζμπούρ: Aux Armes et cetera, ρέγκε διασκευή με τη συμμετοχή του Ρόμπι Σέξπηρ, του Σλάι Ντένμπαρ και της Ρίτας Μάρλεϊ.
  • Οι καμπάνες του Δημαρχείου της βαυαρικής πόλης Χαμ παίζουν κάθε μέρα στις 12:05 μ.μ. τη Μασσαλιώτιδα, προς τιμή του διακεκριμένου τέκνου της στρατάρχη Νίκολας Λούκνερ.

La Marseillaise

Allons enfants de la Patrie,
Le jour de gloire est arrivé!
Contre nous de la tyrannie,
L’ étendard sanglant est levé, (bis)
Entendez-vous dans les campagnes
Mugir ces féroces soldats ?
Ils viennent jusque dans vos bras
Égorger vos fils, vos compagnes!

Aux armes, citoyens,
Formez vos bataillons,
Marchons, marchons!
Qu’un sang impur
Abreuve nos sillons!

Η Μασσαλιώτιδα

Εμπρός παιδιά της Πατρίδας,
Η μέρα της δόξας έφθασε!
Ενάντια στην τυραννία μας,
Το ματωμένο λάβαρο υψώθηκε, (δις)
Ακούστε τον ήχο στα λιβάδια
Το ουρλιαχτό αυτών των φοβερών στρατιωτών
Έρχονται ανάμεσά μας
Να κόψουν τους λαιμούς των γιων και των συζύγων σας!

Στα όπλα πολίτες,
Σχηματίστε τα τάγματά σας,
Προελάστε, προελάστε!
Αφήστε το μολυσμένο αίμα
Να ποτίσει τα αυλάκια στα χωράφια μας!

Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/163

Η Βαστίλη, το σύμβολο της Γαλλικής Επανάστασης

Η Βαστίλη
Η άλωση της Βαστίλης

Η Βαστίλη ήταν φρούριο του 13ου αιώνα που χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για αιώνες. Την εποχή του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ φιλοξενούσε κυρίως ανθρώπους που συλλαμβάνονταν κατόπιν διαταγής του βασιλιά ή της συζύγου του με την κατηγορία της συνωμοσίας ή της υπονόμευσης. Ένας από τους διακεκριμένους, παλαιότερους τροφίμους της Βαστίλης ήταν ο Βολταίρος, ο οποίος το 1718 έγραψε εκεί το έργο του, «Οιδίπους». Η Βαστίλη αλώθηκε στις 14 Ιουλίου 1789. Είναι η μέρα και το γεγονός που έχει συνδεθεί άρρηκτα με την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης και την ανατροπή του «κατεστημένου». Ο λαός πήρε την κατάσταση στα χέρια του και άλωσε ένα απ’ τα σύμβολα της βασιλικής εξουσίας.

Εκατό άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην έφοδο, ανάμεσά τους και ο διοικητής της Βαστίλης, το κεφάλι του οποίου έκανε το γύρο του Παρισιού καρφωμένο σε μια λόγχη. Οι δεσμοφύλακες της Βαστίλης ήταν ένα απόσπασμα αναπήρων, δηλαδή στρατιωτών που είχαν απαλλαχθεί από τα συνηθισμένα καθήκοντά τους λόγω αναπηρίας.

Οι φυλακισμένοι που απελευθερώθηκαν εκείνη την ημέρα ήταν μόλις εφτά: τέσσερις παραχαράκτες, ο κόμης του Σολάνζ, που ήταν μέσα για κάποιο «σεξουαλικό πταίσμα», ένας τρελός που είχε γενειάδα μέχρι τη μέση και νόμιζε ότι ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας και τέλος, ένας που είχε συλληφθεί για συνομωσία εναντίον του βασιλιά.

Συνθήκες κράτησης

Οι συνθήκες στη φυλακή ήταν αρκετά καλές για τους περισσότερους κρατούμενους, με ελαστικές ώρες επισκεπτηρίου και επιπλωμένα δωμάτια. Ένα προσχέδιο του ζωγράφου Ζαν Φραγκονάρ απεικονίζει μια ημέρα επισκεπτηρίου του 1785, όπου καλοντυμένες κυρίες κάνουν βόλτα στο προαύλιο με τους φυλακισμένους, στους οποίους χορηγούνταν γενναιόδωρο χρηματικό βοήθημα, άφθονο ταμπάκο και αλκοόλ, ενώ επιπλέον μπορούσαν να έχουν κατοικιδία. Ο Ζαν Φρανσουά Μαρμοντέλ, τρόφιμος από το 1759 έως το 1760, έγραψε: «Το κρασί δεν ήταν εξαιρετικό, ήταν όμως καλούτσικο. Επιδόρπιο δεν υπήρχε: έπρεπε να στερούμαστε κάτι. Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι τρώγαμε πολύ καλά στη φυλακή».

Υστεροφημία της Βαστίλης

Λίγο καιρό μετά την άλωση της Βαστίλης, κυκλοφόρησαν προς πώληση στους δρόμους του Παρισιού, φρικαλέες γκραβούρες που παρίσταναν τους φυλακισμένους σε εξαφλιωμένη κατάσταση, αλυσοδεμένους δίπλα σε σκελετούς. Ο γκραβούρες αυτές ευθύνονται για την αντίληψη που έχει επικρατήσει μέχρι και σήμερα για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Βαστίλη. Η μοναδική καταχώριση στο ημερολόγιο του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ την ημέρα της άλωσης της Βαστίλης είναι η λέξη: «Rien», δηλαδή «τίποτα». Ο Λουδοβίκος αναφερόταν στο γεγονός ότι δεν είχε καταφέρει να σκοτώσει κανένα θήραμα, όταν πήγε για κυνήγι εκείνη την ημέρα…. 

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr/vastili-i-diasimi-filaki-tis-gallias-pou-egine-simvolo-diafthoras-tis-vasilikis-exousias-i-epanastates-poliorkisan-to-frourio-ekopsan-to-kefali-tou-diikiti-ke-to-perieferan-se-olo-to-parisi/