Ο Masaccio (1401-1428)

Ο Masaccio (πραγματικό όνομα Tommaso di ser Giovanni di Mone Cassai, 21 Δεκεμβρίου 1401 – καλοκαίρι 1428) ήταν ο πρώτος μεγάλος Ιταλός ζωγράφος της Ιταλικής Αναγέννησης. Σύμφωνα με τον Giorgio Vasari, ήταν ο καλύτερος ζωγράφος της γενιάς του λόγω των δεξιοτήτων του στην αναδημιουργία αληθοφανών στοιχείων και κινήσεων καθώς και στην πειστική αίσθηση των τριών διαστάσεων.

Ο Masaccio
Ο Masaccio

Ο Βίος του Masaccio

Ο Masaccio γεννήθηκε στο Castel San Giovanni in Valdarno και λένε ότι μπορεί κανείς ακόμη να δει μερικές εικόνες τις οποίες δημιούργησε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Ήταν άνθρωπος πολύ αφηρημένος και εσωστρεφής, όμοιος με κάποιον που η κλίση και η σκέψη του είναι αποκλειστικά στραμμένες προς την τέχνη και γι΄αυτό δεν καταπιάνεται ιδιαίτερα με τις δικές του υποθέσεις, πολύ περισσότερο με τις υποθέσεις των άλλων. Επειδή λοιπόν με κανένα τρόπο δεν σκεπτόταν τις έννοιες και τα πράγματα της καθημερινότητας, δεν έδινε σημασία σε αυτά που φορούσε ούτε ενδιαφερόταν για τα δανεικά που έδινε, εκτός αν είχε απόλυτη ανάγκη. Έτσι ονομαζόταν από όλους, όχι Tommaso, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα αλλά Masaccio που θα πει μακρύς, ακατάστατος Θωμάς. Όχι επειδή ήταν άνθρωπος των ελαττωμάτων αλλά εξαιτίας της ατημελησίας του, η οποία όμως δεν τον εμπόδιζε να καταπιάνεται με άλλα πράγματα που του προξενούσαν ευχαρίστηση.

Την εποχή που ο Masolino de Panicale ζωγράφιζε το παρεκκλήσιο στην εκκλησία Santa Maria del Carmine στη Φλωρεντία, ο Masaccio καταπιανόταν για πρώτη φορά με την τέχνη του προσπαθώντας όσο μπορούσε να προσανατολιστεί με βάση τον Filippo και τον Donatello, παρ΄ όλο που η τέχνη τους ήταν διαφορετική από τη δική του. Προσπαθούσε ακατάπαυστα να παραστήσει τις μορφές του ζωντανές, κινούμενες και φυσικές. Σχέδιο και περίγραμμα, καθώς και η χρωματικότητα, διαφέρουν τόσο πολύ από τα ανάλογα των παλιών μαστόρων, που οι εικόνες του, χωρίς αμφιβολία, μπορούν να συγκριθούν με οποιοδήποτε νεότερο δημιούργημα στην περιοχή του σχεδίου ή της ζωγραφικής. Ήταν πολύ προσεκτικός στη δουλειά του και υπέροχος και θαυμάσιος στα θέματα της προοπτικής.

Περισσότερο από άλλους μάστορες επιχειρούσε να αποδώσει γυμνές μορφές και σμικρύνσεις μ΄έναν τρόπο άγνωστο στο παρελθόν. Είχε ελαφρύ χέρι και επέδειξε μεγάλη απλότητα στην απόδοση των ενδυμασιών. Απ΄αυτόν προέρχεται ένας πίνακας σε τέμπερα: η Παναγία που με τον γιο της στην αγκαλιά της αναπαύεται πάνω στην ποδιά της Αγίας Άννας.

Sant'Anna Metterza, 1424-1425, Φλωρεντία, Ουφίτσι
Sant’Anna Metterza

Το τέλος του Masaccio

Ο Masaccio πέθανε στα 27 του χρόνια, και τόσο γρήγορα που δεν έλειψαν οι γνώμες πως πέθανε από δηλητήριο και όχι τυχαία. Ο Filippo Brunelleschi είπε σαν έμαθε τον θάνατο του: «Ο θάνατος του Masaccio είναι μια πολύ μεγάλη απώλεια» και λυπήθηκε ιδιαίτερα που εκείνος πέθανε, γιατί είχε αγωνιστεί πολύ να του μάθει τους νόμους της προοπτικής και της αρχιτεκτονικής. Τα οστά του Masaccio τάφηκαν στην εκκλησία των Carmine το 1443 και μολονότι τότε δεν τοποθέτησαν κανένα μνημείο στον τάφο του, επειδή όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερα αναγνωριστεί, τιμήθηκε μετά θάνατον με επιτάφιες επιγραφές.

Αποτίμηση του έργου του Masaccio

Η τέχνη του Masaccio είναι άξια κάθε επαίνου, αφού αυτή άνοιξε τον δρόμο προς τον ωραίο τρόπο απεικόνισης της εποχής μας. Μεγάλη η φήμη του έργου του σε όλες τις εποχές, όμως υπάρχει η άποψη πως θα κατάφερνε ακόμη περισσότερα αν δεν τον άρπαζε ο Θάνατος. Ο Masaccio ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε στην πράξη τις θεωρίες του Brunelleschi και του Leon Batista Alberti περί προοπτικής. Η ζωγραφική του έδινε την αίσθηση του τρισδιάστατου και η χρήση που έκανε της πηγής φωτός ήταν απαράμιλλη. Η επίδρασή του στην εν συνεχεία αναγεννησιακή ζωγραφική ήταν τεράστια.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Η Καρδίτσα (6000π.Χ.-…)

Η Καρδίτσα είναι πόλη της Θεσσαλίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης  Περιφερειακής Ενότητας (τέως Νομού Καρδίτσας -και παλαιότερα Θεσσαλιώτιδας) και έδρα του δήμου Καρδίτσας και της Ιεράς μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Θεσσαλικού κάμπου. Διακρίνεται για τα πολλά παραδοσιακά πέτρινα αρχοντικά, τις πλατείες και τους πεζόδρομους. Σε απόσταση 10km απ’ τις υπώρειες της Πίνδου και σε υψόμετρο 110μ. χτισμένη δίπλα σε παραπόταμο του Πηνειού η γεωγραφική της θέση, στην καρδιά της ηπειρωτικής Ελλάδας της προσέδωσε ίσως και το όνομα. Κατά την απογραφή του 2011 η Δημοτική ενότητα Καρδίτσας είχε πληθυσμό 44.002 μόνιμους κατοίκους, ενώ η πόλη της Καρδίτσας είχε 38.554 κατοίκους.

Η Καρδίτσα
Η Λίμνη Πλαστήρα

Το όνομα της Καρδίτσας

Οι εκδοχές για την ετυμολογία του ονόματος της Καρδίτσας είναι πολλές. Μία από αυτές, που καταγράφεται στο έργο του Λάμπρου Καταφυγιώτη «Ιστορία της Θεσσαλίας και οι Θεσσαλοί αγρόται» καθώς και στο βιβλίο του Α.Γ. Σαμαρόπουλου «Οδηγός του Νομού Καρδίτσας» αναφέρει ότι η πόλη έλαβε την ονομασία Καρδίτσα επειδή βρίσκεται στο κέντρο (στην καρδιά) του κάμπου και των Αγράφων –ότι δηλαδή η ονομασία της πόλης προέρχεται από τη λέξη καρδιά. Μια δεύτερη εξήγηση απομακρύνεται κατά πολύ από την έννοια της καρδιάς και συνδέει την πόλη με το βαμβάκι. Υποστηρίζεται δηλαδή πως η πόλη πήρε το όνομά της από τη λέξη καρυδίτσα. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, που καταγράφεται από τον Χαρ. Θ. Μηχιώτη, η ονομασία της Καρδίτσας προήλθε από τις καρυδίτσες του βαμβακιού (δηλ. βαμβακοκαρυδίτσα>Καρδίτσα) και ότι αυτό έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει και η άποψη που διατύπωσε ο Γ.Κ. Δελόπουλος σύμφωνα με την οποία ρίζα της λέξης Καρδίτσα είναι η παλιά σλαβική λέξη «Grad» που σημαίνει «πόλη» και απαντά ως δεύτερο συνθετικό στις ονομασίες πολλών πόλεων των σλαβικών χωρών, όπως το Πέτρογκραντ, το Λένινγκραντ κ.α. Η ίδια λέξη περνώντας νοτιότερα, αλλοιώθηκε και στην ελληνική γλώσσα από γκραντ έγινε γραδ (π.χ. Βελιγράδι). Με την πάροδο των χρόνων υπέστη άλλη μια φωνητική μεταβολή, αρκετά συνηθισμένη στη νεοελληνική γλώσσα και από γραδ έγινε γαρδ ή γκαρδ. Σύμφωνα λοιπόν με την εξήγηση αυτή, την οποία υποστηρίζουν και πάρα πολλοί ξένοι ερευνητές, το όνομα Καρδίτσα προέρχεται από τη λέξη Grad (δηλαδή το Grad έγινε γκαρδ και το γκαρδ με τη σειρά του έγινε Γκαρδίτσα, απ’ όπου και Καρδίτσα).

Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε και άλλες πιθανές εκδοχές που αφορούν στην προέλευση του ονόματος της Καρδίτσας. Όπως αναφέρει ο Φαίδων Μαλιγκούδης, σε ένα λειτουργικό χειρόγραφο βιβλίο (Πρόθεσις) της Μονής Βαρλαάμ από το έτος 1613 αναφέρονται τα ονόματα κατοίκων από γειτονικούς θεσσαλικούς οικισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Καρδίτσα. Η αναφορά αυτή είναι η αρχαιότερη μνεία που θα συναντήσει κανείς στις ελληνόγλωσσες ιστορικές πηγές για τη θεσσαλική αυτή πόλη.

Η ιστορία της Καρδίτσας

Η Καρδίτσα κατά την αρχαιότητα

Έχοντας κομβική γεωγραφική θέση στην ευρύτερη περιοχή, ο νομός Καρδίτσας, αποτέλεσε σταυροδρόμι διαφορετικών λαών και πολιτισμών. Ευρήματα μαρτυρούν την ανθρώπινη παρουσία από τα 6000 π.χ. Η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της αρχαίας Θεσσαλιώτιδας μαζί με τις περιοχές της Φθιώτιδας, της Ιστιαιώτιδας και της Πελασγιώτιδας, την Θεσσαλική Τετράδα, μια πρώτης μορφής συμμαχία. Αναφορά στην περιοχή γίνεται και από τον Όμηρο, στην Ιλιάδα, όπου τρεις πόλεις (Ιθώμη, Τιτάνιο και Αστέριο) συμμετείχαν με πλοία τους στον Τρωικό πόλεμο.
Οι παλαιότερες θέσεις κατοίκησης έχουν επισημανθεί στις πεδινές περιοχές του νομού. Εκεί η εύφορη γη με τα άφθονα νερά ευνοούσε την εγκατάσταση, όπως το Καρποχώρι, η Σικυώνα, η Μύρινα, η Μαγούλα, η Μαγουλίτσα, ο Πρόδρομος, όπου εντοπίστηκαν δείγματα κεραμικής της 6ης χιλιετίας π.Χ. Χαρακτηριστικό είναι το πήλινο ομοίωμα σπιτιού, με θαυμάσια γραπτή διακόσμηση, που βρέθηκε στο νεολιθικό οικισμό Μύρινα, με άνοιγμα στη στέγη για την εστία και στο δάπεδο δύο τρύπες, προφανώς για τους κίονες.
Από τις αρχαιότερες πόλεις, η Άρνη, υπήρξε έδρα των Βοιωτών πριν από την εγκατάσταση των Θεσσαλών, δηλαδή πριν από το 1900 π.Χ. Άρνη ήταν η κόρη του Αίολου και μητέρα του γενάρχη Βοιωτού.
Στα Ιστορικά Χρόνια η πόλη μετονομάστηκε Κιέριο. Σύμφωνα με τις επιγραφές ταυτίζεται με την αρχαία θέση «Ογλά», δυτικά από το χωριό Πύργος Κιερίου, πολύ κοντά στον Κουάριο ή Κουράλιο ποταμό (Σοφαδίτικο). Σώζονται ερείπια από τα ισχυρά τείχη και από άλλα κτίσματα.

Η Άρνη τοποθετείται στη θέση «Μακριά Μαγούλα». Το Κιέριο ήταν μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις του σημερινού νομού (οι άλλες δυο ήταν η Μητρόπολη και οι Γόμφοι) και χαρακτηρίζεται πρώτη πρωτεύουσα της Θεσσαλιώτιδας, στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Τότε κόπηκαν και τα πρώτα χάλκινα και αργυρά νομίσματα. Εικονίζει το Δία και την Άρνη, κοριτσάκι να παίζει γονατιστή αστραγάλους. Στα ασημένια εικονίζεται και ο Ασκληπιός, η λατρεία του οποίου έχει τις ρίζες στη Θεσσαλία. Στην πόλη λάτρευαν και τον Ποσειδώνα Κουέριο, επίθετο που συσχετίζει το θεό με το ποτάμι, το νερό και τις πηγές. Επιγραφές σώζουν πληροφορίες για επιφανείς Κιέριους που έγιναν ταγοί, στρατηγοί, γραμματείς του Κοινού των Θεσσαλών, ιερομνήμονες στους Δελφούς, πρόξενοι σε άλλες θεσσαλικές πόλεις, και νίκησαν σε αγώνες. Μια επιγραφή του 1ου αιώνα π.Χ. αναφέρεται σε δικαστική απόφαση του Κοινού των Θεσσαλών, όπου δικαιώθηκε το Κιέριο, σε εδαφική διαφορά με τη Μητρόπολη.

Η Μητρόπολη βρισκόταν στη θέση του σημερινού ομώνυμου χωριού και έχει εντοπιστεί από ενεπίγραφο γωνιόλιθο σε σπίτι. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές δημιουργήθηκε με το συνοικισμό τριών μικρών οικισμών. Η πρώτη αναφορά στην πόλη διασώθηκε σε επιγραφή των Δελφών του 360 π.Χ. όπου η πόλη συμμετείχε στην ανακατασκευή του ναού του Απόλλλωνα με το σεβαστό ποσό των 120 δρχ. Αργότερα συνοικίστηκαν άλλες γειτονικές πόλεις στη Μητρόπολη, όπως το Ονθύριο, οι Πολίχνες και η Ιθώμη, που είχε πάρει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με τους βασιλείς της Τρίκκης, Ποδαλείριο και Μαχάονα, τους γιους του Ασκληπιού. Τα παλαιότερα αργυρό νομίσματα της Μητρόπολης χρονολογούνται στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. κόπηκαν χάλκινα νομίσματα με την Αφροδίτη – κύρια θεότητα – ή το περιστέρι, σύμβολο της θεάς. Στη Μητρόπολη λατρεύονταν επίσης ο Δίας, ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας, ο Διόνυσος και οι Μοίρες.

Στη θέση «Επισκοπή», στην αριστερή όχθη του ποταμού Πάμισου, κοντά στο Μουζάκι, έχουν επισημανθεί τα ερείπια της αρχαίας πόλης Γόμφοι. Λείψανα από τα ισχυρό τείχη της έχουν επισημανθεί στην κορυφή του λόφου στα βόρεια της πόλης. Στα χρόνια του Φιλίππου Β’ είχε μετονομαστεί σε Φιλιππόπολη. Τότε, γύρω στα 340 π.Χ., έκοψε τα πρώτα αργυρά νομίσματα και αργότερα χάλκινα, με το όνομα Γόμφοι. Εδώ λάτρευαν το Δία Ακραίο – συναντάται και με το επίθετο Παλάμνιος – και το Διόνυσο Κάρπιο. Το 198 π.Χ. οι Γόμφοι περιέρχονται στο βασίλειο της Αθαμανίας, του Αμύνανδρου.

Οι Αθαμάνες της Καρδίτσας

Η Αθαμανία ήταν η περιοχή της κεντρικής Πίνδου που διαρρέεται από τον Άνω Αχελώο, τον αρχαίο Ίναχο. Περιελάμβανε το νοτιοανατολικό τμήμα της Ηπείρου και το δυτικό ορεινό τμήμα της Θεσσαλίας. Αθαμάνες και Μολοσσοί αποκαλούνται λαοί της Ηπείρου από το Στράβωνα.

Η ορεινή περιοχή του νομού Καρδίτσας, όπου βρίσκονται τα χωριά της Αργιθέας, αποτελούσαν στην αρχαιότητα τμήμα της Αθαμανίας. Οι Αθαμάνες ήταν ένα από τα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν εδώ τη 2η χιλιετία π.Χ. και πήραν μέρος στις μετακινήσεις των Ελλήνων στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. ως τον 9ο αιώνα π.Χ. Γενάρχης τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Απολλόδωρου, ήταν ο Αθάμας, βασιλιάς της Βοιωτίας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στις πλαγιές της Πίνδου μετά από περιπλανήσεις και «φιλοξενήθηκε» από άγρια ζώα. Διώχθηκε από την πατρίδα του επειδή είχε σκοτώσει το γιο του – με την Ινώ – Λέαρχο.
Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. οι Αθαμάνες ήταν φίλοι των Λακεδαιμονίων, ενώ το 395 π.Χ. συμμετείχαν στη συμμαχία Αθηναίων, Βοιωτών, Θεσσαλών και άλλων.
Το 375 π.Χ. συμμετείχαν στη Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία και στον Γ’ Ιερό πόλεμο, το 355 π.Χ., συμμάχησαν με Θεσσαλούς, Μακεδόνες και άλλους Έλληνες εναντίον των Φωκέων. Γνωστοί βασιλείς των Αθαμάνων υπήρξαν ο Θεόδωρος και ο Αμύνανδρος. Στα χρόνια που κυβέρνησε ο Αμύνανδρος, η Αθαμανία υπήρξε σημαντικός πολιτικός και στρατιωτικός παράγων, λόγω της θέσης της ανάμεσα στην Αιτωλία και τη Μακεδονία.
Στα 198 – 191 π.Χ. τα όριά της είχαν επεκταθεί ανατολικά σε αρκετές θεσσαλικές πόλεις, την Τρίκκη, τη Φαλώρεια, το Αιγίνιο, τις οποίες ο Αμύνανδρος είχε αποσπάσει από το Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας. Στην κρίσιμη για την ιστορία του έθνους μας μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., Μολοσσοί και Αθαμάνες τάχθηκαν στο πλευρό του Μακεδόνα Περσέα, σε μια τελευταία προσπάθεια να αντισταθούν στους Ρωμαίους.
Οι Έλληνες έχασαν τη μάχη και ο νικητής Αιμίλιος Παύλος επιδόθηκε σε λεηλασίες και καταστροφές. Αργότερα, το 48 π.Χ., τις διαφορές Πομπηίου Καίσαρα στο ρωμαϊκό εμφύλιο πλήρωσαν οι Γόμφοι με λεηλασία, καταστροφές και θανατώσεις πολιτών.

Επιγραφή του 165 π.Χ., που βρέθηκε στους Δελφούς, αναφέρεται στο Κοινό των Αθαμάνων, το οποίο κράτησε τουλάχιστον ως το 80 π.Χ., σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στη Λάρισα. Πρωτεύουσα των Αθαμάνων ήταν η Αργιθέα. Λείψανα έχουν εντοπιστεί κοντά στο ομώνυμο χωριό. Άλλες σπουδαίες πόλεις ήταν η Θευδορία ή Θεοδωρία (Θεοδωριανά Άρτας), η Τετραφυλία στην κοιλάδα του Αχελώου, η Ηράκλεια (Βουλγαρέλι ή Δροσοπηγή Άρτας), η Χαλκίδα (Χαλίκι Τρικάλων), το Πότναιο ή Πότνειο (στην περιοχή της Ελάτης Τρικάλων).

Ο Χριστιανισμός στην Καρδίτσα

Ο χριστιανισμός επικράτησε νωρίς στην Καρδίτσα και το πανθεσσαλικό ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, «παρά τον Κουράλιον», μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Ανακαλύφθηκαν λείψανα παλαιοχριστιανικής βασιλικής (5ου αιώνα), ρωμαϊκό ή παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό δάπεδο και χριστιανικοί τάφοι μεταγενέστεροι της βασιλικής.
Οι Γόμφοι και η Μητρόπολη ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις της Θεσσαλίας και ο Ιουστινιανός (527-565) ανακαίνισε την οχύρωση.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο η Καρδίτσα γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές από Σλάβους, Βλάχους, Καταλανούς. Εξαιρετικό βυζαντινό μνημείο στην περιοχή, το κάστρο του Φαναρίου δεσπόζει στις παρυφές των Αγράφων αγναντεύοντας τον Θεσσαλικό κάμπο.

Η Καρδίτσα κατά την Τουρκοκρατία

Ευτυχές γεγονός για τους ιστορικούς και τους σημερινούς επισκέπτες είναι η διατήρηση πολλών εκκλησιών και μοναστηριών όπως η Μονή Παναγίας Πελεκητής και η Μονή Κορώνης στην περιοχή λίμνης Ν. Πλαστήρα, η Μονή Σπηλιάς στην Αργιθέα, η Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ρεντίνα, κομμάτια ζωντανής ιστορίας που παρέμειναν αναλλοίωτα στο χρόνο. Όταν κατέλαβαν το νομό οι Τούρκοι στα 1420, οι κάτοικοι αποσύρθηκαν στις δυσπρόσιτες πλαγιές των Αγράφων, εξασφαλίζοντας την ελευθερία τους. Οι κατακτητές αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν προνόμια, τα οποία ανανεώθηκαν με τη συνθήκη του Ταμασίου, το 1525 – αφού δεν κατάφεραν να υποτάξουν τους κατοίκους. Με τη συνθήκη απαγορευόταν η εγκατάσταση Τούρκων στην περιοχή. Έτσι λειτούργησαν ονομαστές σχολές, όπως των Βραγκιανών, όπου δίδαξε ο Ευγένιος Γιαννούλης και φοίτησε ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Βραγκιανός δάσκαλος του Γένους Αναστάσιος Γόρδιος.
Γνωστή ήταν και η σχολή Φουρνά, με αξιόλογο εργαστήρι αγιογραφίας, όπως δείχνουν οι κατάγραφες εκκλησίες των Αγράφων.
Η περιοχή των Αγράφων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κράτησε άσβεστο τον πνευματικό και θρησκευτικό λίκνο του Ελληνισμού, με τις ξακουστές της σχολές. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του ντόπιου στοιχείου σ΄ όλους τους αγώνες της ελληνικής ιστορίας. Ο Καραϊσκάκης, ο Κατσαντώνης, ο Δίπλας, οι Μπουκουβαλαίοι κ.ά. μεγάλωσαν ή έδρασαν στην περιοχή βοηθώντας στην απελευθέρωσή της από τον Τουρκικό ζυγό.

Οι Αγραφιώτες έδωσαν πρώτοι το σύνθημα της εξέγερσης το 1854 και η επανάσταση εξαπλώθηκε σε όλη τη Θεσσαλία. Μεγάλη μορφή του αγώνα υπήρξε ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος. Παρά την εξάπλωση της επανάστασης και τις πρώτες νίκες, οι Έλληνες έχασαν ακόμα μια ευκαιρία να επεκτείνουν το κράτος, εξαιτίας της στάσης της Αγγλίας και της Γαλλίας, που υποστήριξαν ανεπιφύλακτα την Τουρκία και άσκησαν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των στρατευμάτων και την ήττα της 6ης Ιουνίου 1854.
Τελικά η απελευθέρωσή της από τον Τουρκικό ζυγό, ήρθε  στα 1881.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση χαρακτηρίζονται από την ανασυγκρότηση του τόπου και τον αγώνα για πρόοδο. Γνωστοί είναι άλλωστε και οι αγώνες των αγροτών για τη δίκαιη ανακατανομή της γης με αποκορύφωμα την εξέγερση στο Κιλελέρ (6-3-1910).

Η Καρδίτσα στην κατοχή

Η περίοδος της Ιταλογερμανικής κατοχής ανέκοψε την πορεία προόδου που παρουσιάστηκε κατά το μεσοπόλεμο. Σημαντικός παράγοντας στον απελευθερωτικό αγώνα κατά του Άξονα ήταν η μαζική συμμετοχή του πληθυσμού στην Αντίσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: το συμμαχικό αεροδρόμιο που λειτουργούσε στο οροπέδιο της Νεβρόπολης (η σημερινή λίμνη Ν. Πλαστήρα), στα Άγραφα ήταν το αρχηγείο του Ε.Λ.Α.Σ..Στο χωριό Κορυσχάδες ήταν η έδρα της Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης του βουνού.

Η Καρδίτσα ελεύθερη

Την 12 Μαρτίου του 1943 η Καρδίτσα γίνεται η πρώτη ελεύθερη πόλη της σκλαβωμένης Ευρώπης, όταν οι αγωνιστές του Ε.Λ.Α.Σ., μετά την φυγή των Ιταλών στα Τρίκαλα, μπήκαν με σχηματισμό και βήμα παρέλασης στην πόλη.

Από το 1944 η Καρδίτσα ανακηρύσσεται σε νομό και παύει να υφίσταται ως επαρχία Τρικάλων.

Πηγή: https://karditsas.blogspot.com/p/blog-page_30.html

Πηγή: https://www.karditsanews.gr

Η Κατερίνα ντα Βαλμπόνα και το αηδόνι

Η Κατερίνα ντα Βαλμπόνα και το αηδόνι

Δεν πάει πολύς καιρός που ζούσε στη Ρομάνια ένας ιππότης πλούσιος και από αρχοντική γενιά, ο μεσέρ Λίτσιο ντα Βαλμπόνα, που κοντά στα γηρατειά του πια, του έδωσε μια κόρη η γυναίκα του, η ντόνα Τζακομίνα. Αυτή η κόρη, μεγαλώνοντας, έγινε η πιο χαριτωμένη και όμορφη κοπέλα του τόπου, κι όπως είχε μείνει μοναχοπαίδι, το αντρόγυνο την αγαπούσε και την είχε μη στάξει και μη βρέξει, με την ελπίδα πως θα της βρισκόταν κάποιος σπουδαίος γαμπρός.

Στο σπίτι του μεσέρ Λίτσιο σύχναζε τακτικά, σαν δικός τους άνθρωπος, ένας νέος, ωραίος και δροσάτος, από την οικογένεια των Μανάρντι ντα Μπρετινόρο, που τον έλεγαν Ριτσιάρντο και ο μεσέρ Λίτσιο και η γυναίκα του δεν τον επέβλεπαν περισσότερο από ό,τι θα επέβλεπαν έναν γιο τους. Μα ο Ριτσιάρντο πρόσεξε την κόρη του σπιτιού, είδε τα νιάτα και την ομορφιά της, τους γοητευτικούς της τρόπους και τη χάρη της, κι όπως η κοπελίτσα ήταν σε ηλικία γάμου, την ερωτεύτηκε τρελά, μα έκανε ό,τι μπορούσε να κρατήσει κρυφό τον έρωτα του. Η κοπέλα όμως το πήρε είδηση, δεν έκανε τίποτα για να τον αποθαρρύνει, και μάλιστα τον αγάπησε κι αυτή, προς μεγάλη χαρά του Ριτσιάρντο. Πολλές φορές ήταν στο νυν και αεί να της εξομολογηθεί τον έρωτα του, μα όλο δίσταζε και σώπαινε.

Μια μέρα όμως μάζεψε όλο του το θάρρος και της είπε: «Κατερίνα σε ικετεύω μη με κάνεις να πεθάνω από αγάπη». Κι εκείνη του αποκρίθηκε αμέσως: «Μη με κάνεις εσύ να πεθάνω». Αυτή η χαριτωμένη απάντηση ενθάρρυνε πολύ τον Ριτσιάρντο. που της είπε: «Τίποτα δεν υπάρχει που να μη μπορώ να κάνω για το χατήρι σου, μα είναι στο χέρι σου να βρεις τον τρόπο για να σώσεις τη ζωή σου και τη δική μου».

«Ριτσιάρντο βλέπεις πόσο με επιτηρούν. Με τις δικές μου δυνατότητες , δε βλέπω με ποιο μέσον θα μπορούσες να έρθεις στην κάμαρα μου. Αν βρεις όμως κάποιο τρόπο να ανταμώσουμε δίχως να χάσω την υπόληψη μου, πες μου τον, και θα συμμορφωθώ.

Ο Ριτσιάρντο που στριφογύριζε πολλά σχέδια στο νου του είπε ξαφνικά: «Γλυκιά μου αγάπη, έναν τρόπο βλέπω μονάχα: θα χρειαστεί να κοιμάσαι ή τουλάχιστον να ανεβαίνεις στην ταράτσα που είναι προς το μέρος του κήπου. Όταν θα ξέρω πως θα είσαι εκεί, θα τα καταφέρω να σκαρφαλώσω όσο ψηλά κι αν είναι». «Αν έχεις το θάρρος να σκαρφαλώσεις, νομίζω θα βρω τον τρόπο να κοιμάμαι εκεί πάνω. Ο Ριτσιάρντο της το επιβεβαίωσε. Τότε φιλήθηκαν μόνο μια φορά στα κλεφτά και χώρισαν.

Την κατοπινή μέρα -πλησίαζε κιόλας να τελειώσει ο Μάης- η Κατερίνα άρχισε να παραπονιέται στη μητέρα της πως την περασμένη νύχτα η ζέστη δεν την άφησε να κοιμηθεί. «Κόρη μου» είπε αυτή, «για ποια ζέστη μιλάς; Δεν κάνει καθόλου ζέστη». «Μητέρα» αποκρίθηκε η Κατερίνα, «θα έπρεπε να έχετε προσθέσει: όπως μου φαίνεται. Και θα είχατε δίκιο. Γιατί πρέπει να σκεφτείτε πως οι κοπέλες ζεσταίνονται περισσότερο από τις ηλικιωμένες». «Κόρη μου αυτό είναι αλήθεια, αλλά δε μπορώ να κανονίσω τη ζέστη και το κρύο κατά το κέφι μου, όπως φαίνεται θέλεις. Πρέεπι να υπομένεις τη θερμοκρασία της κάθε εποχής. Ίσως απόψε να κάνει πιο δροσιά και να κοιμηθείς καλύτερα».

«Ο Θεός να δώσει!» είπε η Κατερίνα. «Μα οι νύχτες δε συνηθίζουν να δροσίζουν όσο πάμε προς το καλοκαίρι». «Και λοιπόν τι θέλεις να κάνω;»

«Αν είχα την άδεια του πατέρα και τη δική σας, θα έλεγα να μου βάλουν ένα κρεβατάκι στην ταράτσα που είναι πλάι στην κάμαρα του πατέρα μου, προς το μέρος του κήπου. Εκεί θα κοιμόμουν και θα άκουγα να κελαηδάει το αηδόνι. Θα ήταν πιο δροσιά και θα κοιμόμουν καλύτερα απ΄ό,τι στην κάμαρα σας». «Ησύχασε κόρη μου» είπε η μητέρα της, «θα μιλήσω στον πατέρα σου και θα κάνουμε ό,τι πει εκείνος».

Σαν έμαθε την επιθυμία της κόρης του από τη γυναίκα του ο μεσέρ Λίτσιο, που εξαιτίας της ηλικίας του ήταν λιγάκι παράξενος, γκρίνιαξε: «Τι είναι πάλι αυτή η ιστορία με το αηδόνι, που της χρειάζεται να το ακούσει για να κοιμηθεί: Εγώ θα την κάνω να κοιμάται το απομεσήμερο με το τραγούδι του τζίτζικα». Σαν το έμαθε η Κατερίνα δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα -περισσότερο από τη φούρκα της, παρά εξαιτίας της ζέστης- και το χειρότερο δεν άφησε και την μητέρα της να κοιμηθεί, από το παράπονο της πως πήγαινε να σκάσει. Η μητέρα της που την άκουγε όλη νύχτα, πήγε το πρωί στο μεσέρ Λίτσιο και του είπε: «Μεσέρ δεν την αγαπάτε όσο πρέπει την κόρη σας. Τι σας πειράζει να κοιμάται στην ταράτσα; Όλη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι της -τόσο πολύ ζεσταινόταν. Κι έπειτα γιατί σας φαίνεται παράξενο που της αρέσει να ακούει το αηδόνι; Είναι νεαρούλα. Τους νέους τους τραβάει ό,τι τους μοιάζει». «Καλά λοιπόν!» είπε ο μεσέρ Λίτσιο. «Ας βάλουν ένα κρεβάτι εκεί πάνω, ας βάλουν μια κουρτίνα ολόγυρα, κι ας ακούει το αηδόνι να κελαηδάει».

Σαν έμαθε την πατρική απόφαση, η Κατερίνα έβαλε να στήσουν βιαστικά ένα κρεβάτι, κι όπως θα κοιμόταν εκεί την ίδια νύχτα, περίμενε να δει τον Ριτσιάρντο, και του έκανε το συμφωνημένο νόημα για να του δώσει να καταλάβει πως έπρεπε να ετοιμαστεί.

Ο μεσέρ Λίτσιο σαν είδε πως η κόρη του πήγε να κοιμηθεί έκλεισε την πόρτα της κάμαράς του που έβγαζε στην ταράτσα, και πλάγιασε ο ίδιος. Ο Ριτσιάρντο, βλέποντας πως παντού υπήρχε ησυχία, ανέβηκε στον τοίχο και από κει, χρησιμοποιώντας τις πέτρινες προεξοχές άλλου τοίχου, με μεγάλο κόπο και με κίνδυνο να γκρεμοτσακιστεί, έφτασε στην ταράτσα. Η κοπέλα τον δέχτηκε δίχως να βγάλει μιλιά, αλλά με τη μεγαλύτερη χαρά, κι αφού αντάλλαξαν πολλά φιλιά, χώθηκαν στο κρεβάτι και πέρασαν ολόκληρη σχεδόν τη νύχτα παραδομένοι στην αμοιβαία ηδονή τους, κάνοντας πολλές φορές να κελαηδήσει το αηδόνι.

Η ηδονή τους ήταν τόσο μεγάλη, μα οι νύχτες μικρές. Πλησίαζε να ξημερώσει δίχως να το πάρουν είδηση, κι όπως είχαν ζεσταθεί από α κουνήματα και τα γλυκά τους αγκαλιάσματα -ήταν κι ο καιρός ζεστός- αποκοιμήθηκαν ξεσκέπαστοι, με την Κατερίνα να έχει περασμένο το δεξί της μπράτσο κάτω από το λαιμό του Ριτσιάρντο, και με το ζερβό της χέρι να κρατάει σφιχτά εκείνο το πραγματάκι που ντρέπεστε, κύριες μου, να ονοματίσετε μπροστά τους άνδρες. Σε αυτή τη στάση τους βρήκε κοιμισμένους η μέρα δίχως να τους ξυπνήσει.

Στο μεταξύ, σηκώθηκε ο μεσέρ Λίτσιο, θυμήθηκε πως η κόρη του είχε περάσει τη νύχτα στην ταράτσα, κι άνοιξε αθόρυβα την πόρτα, λέγοντας μέσα του: «Ας πάμε να δούμε πως κοιμήθηκε η Κατερίνα με το αηδόνι». Προχώρησε στα ακροδάχτυλα, σήκωσε την κουρτίνα που έκρυβε το κρεβάτι και είδε τον Ριτσιάρντο και την Κατερίνα ολόγυμνους και ξεσκέπαστους, να είναι αγκαλιασμένοι με τον τρόπο που έχω περιγράψει. Αναγνώρισε αμέσως τον Ριτσιάρντο. Αποτραβήχτηκε, πήγε ολόισια στο δωμάτιο της γυναίκας του και της φώναξε: «Γυναίκα, σήκω και έλα να δεις. Η κορούλα σου ποθούσε τόσο πολύ το αηδόνι που το έπιασε και το κρατάει στο χέρι». «Πώς τα κατάφερε;» «Θα το δεις μονάχη σου, αν κάνεις γρήγορα».

Η κυρά φόρεσε βιαστικά μια ρόμπα κι ακολούθησε αθόρυβα τον άντρα της. Όταν έφτασαν μαζί στο κρεβάτι, ο μεσέρ Λίτσιο σήκωσε την κουρτίνα, και η ντόνα Τζακομίνα είδε ολοφάνερα πως η κορούλα της είχε πιάσι κα κράταγε σφιχτά το αηδόνι που τόσο πολύ λαχταρούσε να το ακούσει να κελαηδάει. Την πήρε ο θυμός γι΄αυτόν τον απατεώνα, τον Ριτσιάρντο κι έκανε να βάλει τις φωνές και να τον βρίσει, μα ο μεσέρ Λίτσιο της είπε: «Γυναίκα, αν μ΄αγαπάς δε θα πεις λέξη. Μα την αλήθεια, αφού το έπιασε η μικρή, δικό της θα ΄ναι. Ο Ριτσιάρντο είναι από σόι και πλούσιος. Δε θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερον. Αν θέλει να βγει από εδώ δίχως στραπάτσο, πρέπει να παντρευτεί πρώτα την Κατερίνα. Έτσι, θα έχει βάλει το αηδόνι σε δικό του κλουβί και όχι σε ξένο».

Αυτά τα λόγια παρηγόρησαν την κυρά. Έβλεπε πως ο άνδρας της δεν ήταν και τόσο δυσαρεστημένος, σκέφτηκε πως, στο κάτω κάτω, η κόρη της είχε περάσει μια ευχάριστη νύχτα, είχε καλοκοιμηθεί και είχε πιάσει το αηδόνι, κι έτσι σώπασε κι αυτή.

Σε λίγο άνοιξε τα μάτια του ο Ριτσιάρντο, και βλέποντας πως η μέρα ήταν προχωρημένη, θεώρησε τον εαυτό του χαμένο, ξύπνησε και την Κατερίνα και της είπε: «Οϊμε, ψυχή μου, τι θα κάνουμε; Ξημέρωσε και με βρήκε η μέρα». Ο μεσέρ Λίτσιο άκουσε αυτά τα λόγια, προχώρησε, σήκωσε την κουρτίνα και αποκρίθηκε: «Θα τα καταφέρουμε μια χαρά. Βλέποντας τον ο Ριτσιάρντο, ένιωσε σαν να του ξερίζωναν την καρδιά. Ανακάθισε στο κρεβάτι και είπε τρομαγμένος: «Αφέντη μου, συγχωρήστε με, για τ΄ όνομα του Θεού! Παραδέχομαι πως φέρθηκα σαν προδότης κα σαν παλιάνθρωπος, και πως μου αξίζει να θανατωθώ. Κάντε με ό,τι θέλετε, αλλά σας ικετεύω, λυπηθείτε με κι αφήστε με να ζήσω». «Ριτσιάρντο», αποκρίθηκε ο μεσέρ Λίτσιο, «αυτό που έκανες είναι ανάξιο της αγάπης και της εμπιστοσύνης που σου είχα. Αλλά μια κι έγινε, κι αφού τα νιάτα σε έκαναν να διαπράξεις ένα τέτοιο σφάλμα, αν θέλεις να γλιτώσεις απ΄ το θάνατο και να μη λεκιάσεις την τιμή μου, πάρε την Κατερίνα νόμιμη γυναίκα σου. Έγινε δική σου τη νύχτα που πέρασε, και θα είναι δική σου σε όλη της τη ζωή. Έτσι θα έχεις την ησυχία σου από μένα και θα εξασφαλίσεις τη σωτηρία σου. Διαφορετικά, ετοιμάσου να πεθάνεις».

Η Κατερίνα, που στο διάστημα αυτής της συνομιλίας είχε παρατήσει το αηδόνι και είχε σκεπαστεί, ξέσπασε τώτα σε δυνατό κλάμα, παρακαλώντας τον πατέρα της να συγχωρήσει τον Ριτσιάρντο, αλλά και τον Ριτσιάρντο να κάνει το θέλημα του μεσέρ Λίτσιο, κι έτσι να χαίρονται ανενόχλητοι και για πολύ καιρό νύχτες σαν την περασμένη. Αλλά δε χρειάζονταν τόσα παρακάλια: από τη μια η ντροπή του για το σφάλμα του και η θέληση να το επανορθώσει, κι από την άλλη ο φόβος του θανάτου και η επιθυμία του να γλιτώσει, χώρια ο φλογερός του έρωτας κι ο πόθος του να έχει δική του την αγαπημένη του άφοβα και δίχως χασομέρι – όλα αυτά τον έκαναν να δηλώσει πως δεχόταν την πρόταση του μεσέρ Λίτσιο. Ο μεσέρ Λίτσιο ζήτησε τότε από την ντόνα Τζακομίνα να του δανείσει ένα δαχτυλίδι της, κι εκεί, επιτόπου, μπροστά στους γονείς, ο Ριτσιάρντο παντρεύτηκε νόμιμα την Κατερίνα. Κι αφού τελείωσαν όλα, ο μεσέρ Λίτσιο πήρε τη γυναίκα του να φύγουν λέγοντας: «Και τώρα ξεκουραστείτε. Σαν να μου φαίνεται πως το έχετε περισσότερο ανάγκη από το να σηκωθείτε».

Αφού έφυγαν οι γονείς, οι δυο ερωτευμένοι ξαναγκαλιάστηκαν, κι όπως στο διάστημα της νύχτας είχαν πάει το αγώι μονάχα έξι μίλια πέρα, το πήγαν άλλα δύο μίλια πριν να σηκωθούν, και με αυτό έβαλαν τέλος στην πρώτη μέρα.

Όταν σηκώθηκαν, ο Ριτσιάρντο τα μίλησε πιο σοβαρά με τον μεσέρ Λίτσιο, και ύστερα από μερικές μέρες, μπροστά σε ένα πλήθος από φίλους και συγγενείς, ξαναπαντρεύτηκε με την Κατερίνα, κανονικά αυτή τη φορά, την πήγε στο σπίτι του με μεγάλη πομπή, κι εκεί γιόρτασαν το γάμο τους με γλέντια και χαρές. Έζησαν πολύ καιρό ήσυχα κι ευτυχισμένοι, και κυνηγούσαν το αηδόνι και τη μέρα και τη νύχτα – όποτε το είχαν όρεξη.

Δεκαήμερο, Βοκάκιος

Ο Βοκάκιος (1313-1375)

Ο Βοκάκιος (Giovanni Boccaccio, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1313 – 21 Δεκεμβρίου 1375) ήταν Ιταλός συγγραφέας, ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του φημισμένου Πετράρχη. Θεωρείται σημαντικός  Ανθρωπιστής της Αναγέννησης και υπήρξε συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου αριθμού έργων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Δεκαήμερον και το Περί Διασήμων Γυναικών. Οι χαρακτήρες του Βοκάκιου διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την έμπνευση, την εξυπνάδα και την προσγείωσή τους στην πραγματικότητα της εποχής τους (αντίθετα με χαρακτήρες συγχρόνων του συγγραφέων, που συνδέονταν περισσότερο με τις  μεσαιωνικές αξίες της Ιπποσύνης, της Ευσέβειας και της Ταπεινότητας).

Ο Βοκάκιος
Ο Βοκάκιος

Ο Βίος του Βοκάκιου

Ο Βοκάκιος γεννήθηκε πιθανότατα στη Φλωρεντία και ήταν νόθος γιος του Μποκκάτσιο ντι Κελλίνο (Boccaccio di Chellino), πλούσιου έμπορου, και μιας άγνωστης κοπέλας ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως γιο του και τον πήρε το 1327 στην Νάπολη, όπου ασχολείτο με το εμπόριο. Ο Βοκάκιος, όμως, που δε συμπάθησε το εμπόριο και τις αναγκαστικές σπουδές στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, από το 1334 ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του. Σε μια οικονομική κρίση το 1340, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου το 1350 γνώρισε τον Πετράρχη, και τελείωσε το γνωστότερο έργο του το Δεκαήμερο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ακολουθώντας τις μετακινήσεις του Πετράρχη, με ανθρωπιστικές μελέτες και συγγράφοντας. Πέθανε μετά από μακροχρόνια ασθένεια ένα χρόνο μετά τον Πετράρχη, το 1375.

Ο Βοκάκιος έγραψε

  • Amorosa visione (Ερωτικά οράματα) (1342)
  • Buccolicum carmen (Βουκολικό άσμα) (1367-69)
  • Caccia di Diana (Το κυνήγι της Άρτεμης, 1334-37)
  • Comedia delle ninfe fiorentine (Κωμωδία των Φλωρεντινών Νυμφών) (Amato, 1341-42)
  • Corbaccio (περί το 1365, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • De mulieribus claris (Περί διασήμων γυναικών, 1361, αλλεπάλληλες εκδόσεις έως το 1375)
  • Decameron (Δεκαήμερον) (1349-52, ανανεωμένη έκδοση 1370-71) ― ελλην. μετάφρ. Νίκος Σαρλής,
  • Elegia di Madonna Fiammetta (Ελεγεία της Μαντόνα Φιαμμέττα) (1343-44)
  • Esposizioni sopra la Comedia di Dante (Γνώμες για την [Θεία] Κωμωδία του Δάντη, 1373-74)
  • Filocolo (1336-39)
  • Filostrato (1335 or 1340)
  • Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374)
  • Ninfale fiesolano (1344-46, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • Rime (Ρίμες) (ολοκληρώθηκε το 1374)
  • Teseida delle nozze di Emilia (πριν το 1341)
  • Trattatello in laude di Dante (1357, αλλαγή τίτλου De origine vita studiis et moribus viri clarissimi Dantis Aligerii florentini poetae illustris et de operibus compositis ab eodem)
  • Zibaldone Magliabechiano (περ. 1351-56)

https://el.wikipedia.org/wiki/Βοκάκιος

Ο Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Δημήτριος Βούλγαρης (Ύδρα, 20 Δεκεμβρίου 1802 – Αθήνα, 29 Δεκεμβρίου 1877) ήταν Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα. Διετέλεσε 8 φορές πρωθυπουργός σε διάστημα μίας 20ετίας, για 6 χρόνια και 1 μήνα συνολικά. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, λόγω της μακριάς μπέρτας/μανδύα που συνήθιζε να φορά.

Ο Δημήτριος Βούλγαρης
Ο Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Βίος του Δημητρίου Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 20 Δεκεμβρίου 1802 και ήταν γιος του Μπέη της Ύδρας Γεωργίου Βούλγαρη. Ο τελευταίος πέθανε όταν ο Δημήτριος Βούλγαρης ήταν δέκα χρονών με αποτέλεσμα να αναλάβουν την επιμέλειά του οι επίτροποι που ορίζονταν από τη διαθήκη του πατέρα του μεταξύ των οποίων ήταν και ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Κατά τα εφηβικά χρόνια παρακολούθησε μαθήματα από τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Άνθιμο Γαζή. Σε ηλικία μόλις 19 χρονών εξελέγη πρόκριτος της Ύδρας (1821).

Ο πολιτικός Δημήτριος Βούλγαρης

Το 1825 εξελέγη πληρεξούσιος για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το 1829 για την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους ως πληρεξούσιος Ύδρας. Κατά την καποδιστριακή εποχή συντάχθηκε με τους αντικαποδιστριακούς τηρώντας σκληρή αντιπολιτευτική στάση και λαμβάνοντας μέρος στα γεγονότα της ανταρσίας της Ύδρας ως εκλεγμένος δημογέροντας.

Το 1832 διορίστηκε υπουργός ναυτικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε μη δεχόμενος να υποβιβάσει τους αγωνιστές του 1821. Το 1837 εξελέγη δήμαρχος Ύδρας παραμένοντας στον δημαρχιακό θώκο για έξι χρόνια. Το 1845 διορίστηκε γερουσιαστής και δύο χρόνια αργότερα ορκίστηκε υπουργός ναυτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη (1848) από όπου όμως παραιτήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1855  ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση, στην οποία και κράτησε για τον εαυτό του το υπουργείο εσωτερικών. Η κυβέρνηση τελικώς παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα ύστερα από προσωπική σύγκρουση Βασιλιά – Βούλγαρη και ενώ πριν 13 μήνες είχε κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή κατά τις Εκλογές του 1856 που διεξήγαγε.

Με την έξωση του Όθωνα, ο Βούλγαρης σχημάτισε την επαναστατική κυβέρνηση του 1862, την οποία διοικούσε Επιτροπεία (Ρούφος, Κανάρης, Βούλγαρης) υπό την προεδρία του. Παράλληλα γίνεται αρχηγός της παράταξης των Πεδινών και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμφύλια διαμάχη των Ιουλιανών. Τον Φεβρουάριο, μετά τα  Φεβρουαριανά παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία για να σχηματίσει πάλι κυβέρνηση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1863). Το 1865 σχημάτισε βραχύβια κυβέρνηση τριών ημερών και τον Ιανουάριο του 1866  διορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1868 κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση διάρκειας ενός έτους. Το 1871 κέρδισε τις εκλογές αναλαμβάνοντας για έβδομη φορά την πρωθυπουργία ενώ τον Φεβρουάριο του 1874 ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία. Στις εκλογές που ακολούθησαν βγήκε νικητής ύστερα από παρερμηνεία σχετικού άρθρου του συντάγματος.
Έτσι το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη, o Χαρίλαος Τρικούπης έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Δεληγιώργη, εξ αιτίας των Λαυρεωτικών, είχε χρήσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλιάς, προκειμένου ν’ αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με συνεχείς επαναλαμβανόμενες και ατελέσφορες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη λιγότερη μειοψηφία.

Τον δε Μάρτιο του 1875 ο Δ. Βούλγαρης διέπραξε εκλογική λαθροχειρία στη Βουλή, γεγονότα που έχουν μείνει στην ιστορία ως με την ονομασία Στηλιτικά. Τελικά με παρέμβαση του Βασιλιά και προ της απειλής του για παραίτηση εκ του θρόνου ακόμα και των ανήλικων τέκνων του ο Δ. Βούλγαρης υποχρεώθηκε σε παραίτηση υπέρ του Χαρ. Τρικούπη. Αλλά και ο τελευταίος λαμβάνοντας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πολυπόθητη πλειοψηφία όπου και παραιτήθηκε υπέρ του Κουμουνδούρου.

Η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης Κουμουνδούρου ήταν η παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο, για έγκλημα σιμωνίας δύο υπουργών του Δ. Βούλγαρη και η καταδίκη τους σε φυλάκιση 1-2 έτη, τα λεγόμενα Σιμωνιακά. Αυτών ακολούθησε άλλο ειδικό δικαστήριο με παραπομπή του ίδιου του Δ. Βούλγαρη και όλων των μελών της τελευταίας κυβέρνησής του για αθέμιτες πολιτικές ενέργειες με τις οποίες στιγμάτισε αυτόν ηθικά, πλην όμως δεν καταδίκασε λόγω μη προβλεπόμενης σχετικής ποινής ή ρήτρας. Η διπλή αυτή καταδίκη, η πρώτη ποινική στον γαμβρό του, η δεύτερη ηθική προς το πρόσωπό του κατέβαλαν ψυχικά τον Δ. Βούλγαρη με συνέπεια να παραιτηθεί και της ενεργού πολιτικής σκηνής και να οδηγηθεί στον πολιτικό θάνατο, στο μαρασμό του οποίου δεν άργησε ν΄ ακολουθήσει και ο φυσικός.

Η οικογένεια του Δημητρίου Βούλγαρη

Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Διέμενε στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου 1877. Ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Κουντουριώτη, κόρη του Λάζαρου Κουντουριώτη και απέκτησε πέντε παιδιά:

  • την Σταματίνα Βούλγαρη, σύζυγο του βουλευτή και υπουργού Βασίλειου Νικολόπουλου
  • την Ελένη Βούλγαρη, σύζυγο του βουλευτή και υπουργού Δημήτριου Πατρινού
  • τον Γεώργιο Βούλγαρη, διπλωματικό υπάλληλο και υπουργό ναυτικών
  • τον Λάζαρο Βούλγαρη (1850 – 1893), βουλευτή
  • την Αθανασούλα Βούλγαρη, σύζυγο του Φρειδερίκος Σμιτ

Κριτικές για τον Δημήτριο Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε καθ´ολη τη διάρκεια της πορείας του τον κοτζαμπασισμό. Ήταν άνδρας ισχυρής θέλησης και υψηλής νοημοσύνης. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αλλά ήταν έμπειρος σε πολλές περιστάσεις της ζωής. Ήταν ευσυνείδητος και αυστηρός στην διοίκηση μεν, φειδωλός και τίμιος στην διαχείριση των δημοσίων δε. Ενδιαφερόταν για τους φίλους του, εκτίθετο πολλές φορές για χάρη τους και ποτέ δεν τους θυσίαζε για χάρη των πολιτικών συμφερόντων. Και όμως, ο σιδερένιος και αξιοπρεπής αυτός χαρακτήρας, που επιβάλλονταν σε όλους και έμπνεε σεβασμό, είχε το μειονέκτημα της ισχυρογνωμοσύνης και του εγωισμού, μέχρι του σημείου να γίνεται δεσποτικός και τυραννικός. Ήταν τολμηρός και αποφασιστικός στις πράξεις του. Το 1874 προέβη μέχρι και σε πραξικόπημα κατά του πολιτεύματος. Λέγεται ότι συνήθιζε να δίνει την απάντηση «άστε ντούα» («Έτσι θέλω» στα αρβανίτικα), όταν του ζητούσαν να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτριος_Βούλγαρης

Μια βιβλιοθήκη στο σπίτι

Ένα παιδί που μεγαλώνει με μια βιβλιοθήκη στο σπίτι, με τουλάχιστον 80 βιβλία, θα έχει καλύτερη επίδοση στην ανάγνωση, στην γραφή και στις μαθηματικές γνώσεις στην ενήλικη ζωή.

Μια βιβλιοθήκη στο σπίτι

Μία νέα έρευνα, υποστηρίζει ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με μία βιβλιοθήκη στο σπίτι, έχουν υψηλές επιδόσεις στη γραφή και την ανάγνωση στην ενήλικη ζωή αλλά και αυξημένη μαθηματική ικανότητα.

Οι συγγραφείς του άρθρου, μελέτησαν 160.000 ενηλίκους μεταξύ των ετών 2011 και 2015 και βρήκαν ότι η ύπαρξη 80 ή περισσοτέρων βιβλίων σε ένα σπίτι, βοηθάει τα παιδιά να αποκτήσουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ανάγνωσης και γραφής, μαθηματικών γνώσεων και τεχνολογικών δεξιοτήτων, σχετικών με την πληροφορική και την επικοινωνία ως ενήλικοι.

Το άρθρο καταλήγει στο εξής: Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν με μία βιβλιοθήκη μέσα στο σπίτι, δίνεται ώθηση στις δεξιότητές τους στην ενήλικη ζωή σε αυτούς τους τομείς, πέρα από τα οφέλη που αποκομίζουν από την γονεϊκή εκπαίδευση ή την δική τους εκπαιδευτική ή επαγγελματική επιτυχία.

Στην έρευνα βρέθηκε ότι η επίδραση ήταν ισχυρή σε παιδιά που κατέληξαν να έχουν απλώς μια εκπαίδευση επιπέδου λυκείου και  γίνονταν τόσο ικανοί σε επίπεδο ανάγνωσης και γραφής, μαθηματικών γνώσεων και τεχνολογικών ικανοτήτων στην ενήλικη ζωή, όσο οι απόφοιτοι πανεπιστημίου που μεγάλωσαν με λίγα μόνο βιβλία.

«Όσο περισσότερα βιβλία, τόσο το καλύτερο»; Όχι πάντα

Η έρευνα που διεξήχθη από τη Τζοάνα Σικόρα του Εθνικού Πανεπιστημίου Αυστραλίας, βρήκε ότι τα μεγαλύτερα οφέλη εμφανίζονταν ως προς την ικανότητα ανάγνωσης και γραφής, το επίπεδο των μαθηματικών γνώσεων και τις τεχνολογικές δεξιότητες πληροφορικής και επικοινωνίας, όταν σε ένα σπίτι υπήρχαν από 80 έως 350 βιβλία – περισσότερα βιβλία πάνω από αυτόν τον αριθμό, δεν προσέφεραν αναλογικά περισσότερα οφέλη. Παρ’ όλα αυτά, το τι περιλαμβάνει μια μεγάλη βιβλιοθήκη, εξαρτάται από το πού βρίσκεσαι.

Οι σκανδιναβικές οικογένειες είχαν τις μεγαλύτερες συλλογές: το 14% των Νορβηγών και το 13% των Σουηδών, είχαν περισσότερα από 500 βιβλία στα σπίτια τους. Μόνο μερικές χώρες, είχαν κατά μέσο όρο λιγότερα από 80 βιβλία: η Χιλή, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Σιγκαπούρη και η Τουρκία.

Τα βιβλία και τα ψηφιακά μέσα επικοινωνίας

Μία εύλογη ερώτηση που θα μπορούσε να κάνει κανείς, αφορά στην επίδραση της αύξησης των ψηφιακών βιβλίων. Η μελέτη αυτή, υποβαθμίζει την επίδραση αυτής της τάσης στα ευρήματά της, λέγοντας το εξής:

Προς το παρόν, η αντίληψη ότι η κοινωνική πρακτική της «κατανάλωσης» έντυπων βιβλίων είναι παλιομοδίτικη, είναι πρόωρη. Ο λόγος για αυτό, είναι ότι οι μεγάλες ψηφιακές βιβλιοθήκες, τουλάχιστον προς το παρόν, συμβαδίζουν με τις μεγάλες έντυπες βιβλιοθήκες:

…το μέγεθος της βιβλιοθήκης στο σπίτι, σχετίζεται θετικά με υψηλότερα επίπεδα ικανότητας για ψηφιακή ανάγνωση και γραφή και συνεπώς, τα στοιχεία δείχνουν ότι στο μέλλον, η δέσμευση με τα υλικά αντικείμενα της ακαδημαϊκής παράδοσης στα γονεϊκά σπίτια, δηλαδή τα βιβλία, θα συνεχίσει να παρέχει σημαντικά οφέλη στις τεχνολογικές ικανότητες που σχετίζονται με την πληροφορική και την επικοινωνία στην ενήλικη ζωή.

Γιατί είναι βοηθητική μια βιβλιοθήκη στο σπίτι;

Η μελέτη δείχνει ότι υπάρχουν δύο παράγοντες που επιδρούν εδώ.

Πρώτη είναι η επίδραση της ανάπτυξης σε ένα μαθησιακό κοινωνικό περιβάλλον, δεδομένου ότι η έκθεση στα βιβλία κατά την εφηβεία, είναι αναπόσπαστο κομμάτι των κοινωνικών πρακτικών που προάγουν τις μακροχρόνιες γνωστικές ικανότητες.

Δεύτερον, το διάβασμα συχνά βοηθάει τα άτομα να αναπτύξουν συναφείς δεξιότητες και, όπως αναφέρει η μελέτη: η πρώιμη έκθεση σε βιβλία στο σπίτι είναι σημαντική, καθώς τα βιβλία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και των μεθόδων που ενισχύουν τις ισόβιες γνωστικές ικανότητες.

Επιπροσθέτως, αυτές οι ικανότητες διευκολύνουν την εκπαιδευτική και επαγγελματική επιτυχία, αλλά επίσης, βάζουν ένα θεμέλιο για τις ισόβιες καθημερινές δραστηριότητες, που ενισχύουν την ικανότητα ανάγνωσης και γραφής και το επίπεδο των μαθηματικών γνώσεων.

Το κόστος μιας Βιβλιοθήκης στο σπίτι

Δεδομένου ότι η έρευνα βρήκε ότι οι απόφοιτοι πανεπιστημίου που μεγάλωσαν χωρίς να έχουν σχεδόν καθόλου βιβλία δίπλα τους, είχαν επίπεδα ανάγνωσης και γραφής περίπου κοντά στο μέσο όρο είναι λογικό ότι η κατοχή βιβλίων στο σπίτι, αποτελεί μια εξαιρετική επένδυση για το μέλλον ενός παιδιού.

Οι συγγραφείς σημειώνουν: Επομένως, από θέμα ανάγνωσης και γραφής, μια «φιλομαθής» εφηβεία οδηγεί σε μεγάλο εκπαιδευτικό πλεονέκτημα. Όταν πρόκειται για το επίπεδο των μαθηματικών γνώσεων, τα οφέλη μιας ουσιαστικής βιβλιοθήκης στο σπίτι, παραμένουν επίκαιρα, καθώς οι επιδράσεις της είναι ισοδύναμες με το να έχει κανείς πρόσθετα χρόνια εκπαίδευσης.

Τα συμπεράσματα της μελέτης θα έπρεπε να είναι ενθαρρυντικά για οικογένειες ανά τον κόσμο, που δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν ένα υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης για τα παιδιά τους. Η κατοχή βιβλίων στο σπίτι, μπορεί στην ουσία να προσφέρει ίσες ευκαιρίες στον τομέα των γνωστικών και μαθηματικών δεξιοτήτων, χωρίς την δαπάνη που έχει η τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Για τους γονείς που μπορούν να στείλουν τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο, η μελέτη υποδεικνύει ότι το να μεγαλώνει κανείς ένα παιδί σε ένα «φιλομαθές» περιβάλλον, ενδέχεται να είναι προαπαιτούμενο για να αποκομίσει το πλήρες όφελος από μια πανεπιστημιακή εκπαίδευση και φυσικά, προσφέρει στο παιδί μια ακόμα μεγαλύτερη ευκαιρία επιτυχίας κατά την ενήλική του ζωή.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/prosopikotita/gnostiki-psyxologia/8196-mia-vivliothiki-sto-spiti-exei-simantiki-epidrasi-sto-gnostiko-epipedo-ton-paidion.html

Όρια στο «σπίτι μας»

Συχνά γίνεται λόγος για τα όρια, προς τους άλλους και προς τον εαυτό μας. Βάζοντας όρια για τον εαυτό μας, αυτόματα θα έχουμε βάλει και στους γύρω μας. Πώς όμως ξεκινά κανείς; Πώς διαλέγει τα όρια, πώς ξέρει ότι είναι τα σωστά;

Όρια

Μια εύκολη απάντηση είναι οι εμπειρίες μας, καταστάσεις δηλαδή που ζήσαμε στο παρελθόν και μας έμαθαν τι μας αρέσει και τι όχι.

Αν αναλογιστούμε  τι είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε και τι όχι σε συνδυασμό με τις ανάγκες που έχουμε για ελευθερία, αξιοπρέπεια και ισορροπία, μπορεί σιγά σιγά να συμπληρωθεί ο κατάλογος. Βέβαια το ζητούμενο δεν είναι να φτιάξουμε μια λίστα ώστε να αρχίσουμε να βάζουμε κάθε 5 μέρες και από ένα όριο. Δεν είναι μια άσκηση που πρέπει να ολοκληρώσουμε άμεσα.

Φτιάξτε την αυλή σας

Φανταστείτε τα όρια σαν την αυλή ενός σπιτιού  (όπου στην λέξη σπίτι εσωκλείουμε την προσωπικότητα και τον ψυχικό μας κόσμο), έξω λοιπόν από το σπίτι είναι η αυλή σας (ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά που έχετε προς τους άλλους), είναι το πρώτο σημείο όπου υποδέχεστε ανθρώπους, συζητάτε μαζί, τους παρατηρείτε και σας παρατηρούν για να πάρετε μια απόφαση αν θα μπουν στο σπίτι ή όχι.

Να φτιάξετε λοιπόν για αρχή την αυλή σας ώστε:

  • να είναι περιποιημένη και καθαρή, βάλτε λουλούδια και χρώματα που αγαπάτε έτσι που να επιθυμεί κάποιος να την επισκεφτεί.
  • να έχει έναν μικρό φράχτη με κιγκλιδώματα, να βλέπει κανείς μέσα αλλά να μην μπορεί να μπαίνει από όπου και όποτε του αρέσει.
  • να έχει μια άνετη πόρτα φρεσκοβαμμένη και οπωσδήποτε ένα πατάκι, να μαθαίνει κανείς πως πρέπει να σκουπίζει τα πόδια του για να μπει, να είναι ξεκάθαρο πως δεν μπορεί κανείς να φέρνει τις ‘’βρωμιές’’ στην αυλή σας. Πρέπει να σέβεται το χώρο σας και τον κόπο που κάνετε να τον διατηρείτε καθαρό.
  • να μην έχετε πολλά ενθύμια και αντίκες από το παρελθόν, θα σας κρατούν δέσμιο και θα αποπροσανατολίζουν τον καλεσμένο από το να ακούει αυτά που λέτε, θα του δίνουν λάθος εντυπώσεις για στιγμές που πέρασαν, αφού σίγουρα ούτε εσείς  είστε σήμερα ο ίδιος άνθρωπος με το χτες.
  • να προσφέρετε όσα σας έρχονται αβίαστα, χωρίς να υπολογίζετε τι θα ήταν καλύτερο για τον κάθε καλεσμένο, είναι δική του δουλειά να  πει για τις προτιμήσεις και τα όρια του, μην προσπαθήσετε να γίνεται αρεστοί για να μείνει κοντά σας περισσότερο, δίνοντας κάτι που δεν σας αντιπροσωπεύει. Αν θα μείνει κανείς θέλοντας να προχωρήσει και στο εσωτερικό ή πόσο συχνά θα έρχεται, είναι κάτι που δεν μπορείτε να το προκαλέσετε με ψεύτικα ‘’γλυκίσματα ‘’ αν δεν σας αρέσουν, θα βρεθείτε αργότερα εγκλωβισμένοι στα δικά σας ψέματα.
  • μην έχετε άγχος αν η αυλή σας είναι λιγότερο ή περισσότερο άξια από την δική του, σπάνια οι άνθρωποι είναι ειλικρινείς σε αυτό το σημείο της ζωής τους, να θυμάστε πως οι πιο λαμπερές και φτιασιδωμένες αυλές δεν κρύβουν πάντα ένα παλάτι στο εσωτερικό.

Φτιάξτε την λοιπόν από σήμερα, με τους παραπάνω και επιπλέον δικούς σας κανόνες  από την αρχή, αλλάξτε ότι σας κάνει να νιώθετε άβολα, δώστε την πραγματική σας εικόνα με τις απαλές και τις αιχμηρές όψεις, σταματήστε να σκεπάζετε με νάιλον τις ‘’ασχήμιες ‘’, είναι κι αυτές δικές σας, είναι τα λάφυρα από όσα μάθατε και είναι εκεί για να σας δείχνουν πως θα γίνεται η αυλή σας καλύτερη μέρα με τη μέρα.

Ένα βήμα την φορά

Εντοπίσατε λοιπόν τι δεν θέλετε να βιώνετε στην καθημερινότητα σας, κάτι που σας δυσκολεύει και το κάνετε με μισή καρδιά, είτε γιατί νομίζετε ότι έτσι πρέπει, είτε για να είστε αρεστοί ή ακόμα γιατί το έχετε κάνει τόσες πολλές φορές πλέον που μοιάζει με συνήθεια. Δεν πειράζει ότι κάνατε μέχρι τώρα έγινε και δεν υπάρχει λόγος να νιώθετε άσχημα γι’ αυτό, από την στιγμή όμως που συνειδητοποιήσατε ότι δεν σας αρέσει θα πρέπει να το αλλάξετε και για να γίνει αυτό χρειάζεται το δύσκολο κομμάτι, όπου θα πρέπει να το γνωστοποιήστε στους γύρω σας. Σε αυτή την διαδικασία κάποιοι θα το δεχτούν εύκολα, άλλοι δυσκολότερα και μερικοί καθόλου. Θα πρέπει να γνωρίζετε εξ αρχής πως βάζοντας όρια θα χρειαστεί να αλλάξει αρκετά ο περίγυρος σας και αν σας τρομάζει αυτό σκεφτείτε πως όσοι μείνουν, θα είναι όσοι ακριβώς χρειάζεστε για να είστε αληθινοί και υγιείς.

Κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός και θα πρέπει να φτιάξει το δικό του πλάνο, υπάρχουν κάποιοι γενικοί κανόνες που θα σας βοηθήσουν:

  • Αν θυμώνετε συχνά, παραπονιέστε, κλαψουρίζετε και εναντιώνεστε  στους άλλους, τότε μάλλον έχει έρθει η ώρα να βάλετε ένα όριο.
  • Γνωστοποιήστε το όριο με ήρεμο και σταθερό τρόπο χωρίς πολλά λόγια, δεν χρειάζεται να δικαιολογηθείτε  ή να απολογηθείτε για αυτό. Χωρίς ενοχές και ντροπή είναι δικαίωμα και υποχρέωση σας να φροντίστε τον εαυτό σας.
  • Να θυμάστε πως δεν είστε υπεύθυνοι για την αντίδραση των άλλων, δική σας ευθύνη είναι μόνο να εφαρμόσετε τα όρια σας με σωστό τρόπο και με σεβασμό.

Θα χρειαστεί χρόνος για να μάθετε να θέτετε υγιή όρια και να τα εφαρμόζετε, στην αρχή με δυσκολία, αλλά στην συνέχεια αυτό θα γίνεται όλο και πιο εύκολο, για αυτό το λόγο όλη η διαδικασία πρέπει να γίνεται στον δικό σας χρόνο, με τον δικό σας τρόπο, χωρίς προτροπές και συμβουλές από άλλους.

Πηγή: https://www.psychology.gr/personality/4197-i-avli-kai-ta-oria.html

Ταξίδια του Περσέα και του Ηρακλή

Το Βιβλίο, Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων, είναι το τρίτο βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου που αναφέρεται στην αρχαιότητα. Αφηγείται ταξίδια των αρχαίων εξερευνητών. Εδώ θα διαβάσουμε για τα ταξίδια του Περσέα και του Ηρακλή.

Ταξίδια

Το ταξίδι του Περσέα στην Αιθιοπία

Ο Περσέας ήταν, κατά την παράδοση, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του βασιλιά του Άργους, Ακρίσιου, η οποία για να γλιτώσει από την οργή του πατέρα της, τον έβαλε σε στεγανό κάνιστρο και τον άφησε στο έλεος των κυμάτων, τα οποία τον έβγαλαν στη Σέριφο. Εκεί ο Περσέας μεγάλωσε προστατευόμενος του βασιλιά του νησιού, ο οποίος αργότερα από φόβο μήπως του πάρει το θρόνο, τον έστειλε να του φέρει το κεφάλι της Μέδουσας, ενός αποκρουστικού τέρατος που με την όψη μόνο απολίθωνε τους ανθρώπους.

Ο Περσέας αναζητώντας τη Μέδουσα, περιπλανήθηκε σε πολλές χώρες και ιδίως στην Αφρική, κι έφτασε μέχρι την Αιθιοπία, όπου έσωσε την Ανδρομέδα, την κόρη του Κηφέα, του τοπικού βασιλιά, σκοτώνοντας το δράκο, που πήγε να την φάει. Τελικά βρήκε τη Μέδουσα, της έκοψε το κεφάλι και γύρισε μαζί με την Ανδρομέδα στη Σέριφο. Στο μύθο του Περσέα συναντούμε πολλά στοιχεία, που τα βρίσκουμε σε μεταγενέστερους μύθους. Ειδικότερα ο μύθος του ήρωα που σκοτώνει το δράκο, επέζησε χιλιάδες χρόνια, ως τις μέρες μας, μόνο που ο ήρωας μετονομάστηκε σε Άγιο Γεώργιο.

Τα ταξίδια του Ηρακλή στην Ιταλία και δυτική Μεσόγειο

Ο Ηρακλής, εκτελώντας τις διαταγές του Ευρυσθέα, περιπλανήθηκε σε όλο τον μεσογειακό κόσμο. Από τον έβδομο άθλο και μετά, ο Ευρυσθέας τον έστελνε σε όλο και πιο μακρινά μέρη, στην Κρήτη για να φέρει τον άγριο ταύρο της, στη Θράκη για τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη, πέρα από τη Μαύρη Θάλασσα, στη χώρα των Αμαζόνων για να φέρει τη ζώνη της Ιππολύτης, στη δυτική εσχατιά της Λιβύης, κοντά στον ωκεανό, για να φέρει τα μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων και ακόμα πιο μακριά, σε νησί μέσα στον ωκεανό, για να κλέψει τα πρόβατα του Γηρυόνη,

Πέρασε ακόμη από τον Καύκασο, όπου σκότωσε το γύπα που κατέτρωγε το συκώτι του Προμηθέα και περιπλανήθηκε στην Ιταλία και την Αδριατική.

Όσον αφορά την εκστρατεία του Ηρακλή στην Ινδία, αυτή πρέπει να έγινε πολύ αργότερα από την εκστρατεία του Διονύσου, αφού σύμφωνα με τις μυθολογικές παραδόσεις ο Ηρακλής ήταν κατά έξι γενεές νεότερος από τον Διόνυσο.

Πρέπει πάντως να επισημανθεί ως όχι μόνον ο Ερατοσθένης στην αρχαιότητα, αλλά και το πλείστον των νεότερων ερευνητών, αμφισβητούν αυτούς του μύθους περί των Νυσσαίων και των εκστρατειών του Διονύσου και του Ηρακλή στην Ινδία που τους θεωρούν προπαγανδιστικές επινοήσεις, συνδεόμενες με την αντίστοιχη εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία.

Δημήτρης Σαραντάκος

Πηγή: https://sarantakos.wordpress.com/2019/01/08/orizon-12/

Ο Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

Ο Δημήτρης Σαραντάκος (8 Ιανουαρίου 1929 – 17 Δεκεμβρίου 2011) από τη Μυτιλήνη ήταν Έλληνας χημικός μηχανικός και συγγραφέας.

Ο Δημήτρης Σαραντάκος
Ο Δημήτρης Σαραντάκος

Ο Βίος του Δημήτρη Σαραντάκου

Ο Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011) γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και πέθανε στην Αθήνα, γιος του Νικολάου (1903-1977) από τη Μάνη, βασικού συνεργάτη της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» στην τελευταία της περίοδο, και της ποιήτριας Ελένης Μυρογιάννη (1907-1987).

Αποφοίτησε από τη σχολή Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα ως το 1989 ως ελεύθερος επαγγελματίας στη βιομηχανία και τον τουρισμό, και συνταξιοδοτήθηκε τελικά από την Αγροτική Τράπεζα. Από τότε άρχισε να εκδίδει τη σατιρική εφημερίδα -μετά περιοδικό- το Φιστίκι στην Αίγινα, που από το 2009 μετατράπηκε σε ιστολόγιο με το ίδιο όνομα. Το μπλογκ διατηρείται σήμερα, δημοσιεύοντας κυρίως ακυκλοφόρητα κείμενα του Δημήτρη Σαραντάκου.

Σύζυγός του ήταν η ποιήτρια Κική Σαραντάκου με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον συγγραφέα Νίκο Σαραντάκο.

Το συγγραφικό έργο του Δημήτρη Σαραντάκου

Εγχειρίδια

  1. «Στοιχεία Χημείας», φροντιστηριακό βοήθημα, έκδοση της σχολής “Αναξαγόρας”του Νίκου Κατσικάρου όπου δίδασκε τότε ο Δ.Σ.
  2. «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά» (1964), τεχνικό, επαγγελματικό εγχειρίδιο.

Διηγήματα, μυθιστορήματα, χρονικά και άλλα

  1. «Χαράλαμπος Κανόνης – η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου» (1987), χρονικό.
  2. «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα» (1991), πολιτικό δοκίμιο.
  3. «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» (1996), βιογραφικό.
  4. «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες» (1999), ιστορικό μυθιστόρημα.
  5. «Τα Έπη των Αριμασπών» (2004), μυθιστόρημα.
  6. «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» (2006), διηγήματα.
  7. «Οι Αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» (2008), διηγήματα.
  8. «Μαθητές και Δάσκαλοι» (2008), χρονικό.
  9. «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» (2010), δοκίμιο
  10. «Η αποκρουστέα μυθολογία- Δοκίμια (ενοχλητικά)», (2011), δοκίμιο
  11. «Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων» (2011), δοκίμιο
  12. «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» (2012), νουβέλες
  13. «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» (2018), αυτοβιογραφικό αφήγημα

Περιοδικό «το Φιστίκι»

  • 1989 ως 2001: μηνιαία εφημερίδα
  • 2001 ως 2007: διμηνιαίο περιοδικό
  • 2007 ως 2009: εξαμηνιαία επιθεώρηση
  • 2009 ως σήμερα: ιστολόγιο με το ίδιο όνομα
  • Το 1978 εξέδωσε, μαζί με την μητέρα και την γυναίκα του, μία συλλογή με επιλεγμένα ποιήματα του πατέρα του, με τίτλο «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου».

https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτρης_Σαραντάκος

Ο Ευθύμιος Καούδης (1866-1956)

Ο Ευθύμιος Καούδης (1866 – 17 Δεκεμβρίου 1956) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός, αρχηγός της πρώτης ομάδας Κρητικών στη Μακεδονία, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Ευθύμιος Καούδης
Ο Ευθύμιος Καούδης

Ο Βίος του Ευθυμίου Καούδη

Ο Ευθύμιος Καούδης γεννήθηκε το 1866 στο χωριό Καλλικράτης Σφακίων της Κρήτης. Πριν το 1903 εγκατέλειψε την Κρήτη εξαιτίας της δολοφονίας του Βουϊδά, αρχηγού ληστρικής συμμορίας, για την οποία κατηγορήθηκε. Μετά την εγκατάλειψη του χωριού του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως χτίστης. Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1956.

Η Πολεμική δραστηριότητα του Ευθυμίου Καούδη

Ο Ευθύμιος Καούδης έδρασε στη Μακεδονία από το 1903 έως το 1906. Στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα προσαγορευόταν ως  «Γερο – Καούδης» λόγω της ηλικίας αλλά και ως διάκριση στην Επανάσταση του 1895-1897. Στις 6 Μαΐου 1903 μετέβη στη Θεσσαλονίκη και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς έγινε επικεφαλής ομάδος δέκα ατόμων.

Στη συνέχεια, προχώρησε προς την περιοχή ΦλώριναςΚαστοριάς, όπου παρέμεινε για δύο μήνες περίπου, εργαζόμενος κατά των Βουλγάρων. Τον Αύγουστο του 1903 μεταφέρθηκε με την ομάδα του στο Βόλο και ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε ξανά στην Αθήνα.

Το 1904 το νεοσύστατο «Μακεδονικό Κομιτάτο των Αθηνών» του έκανε πρόταση, την οποία και αποδέχτηκε με αποτέλεσμα να μεταβεί για τέταρτη φορά στη Μακεδονία. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1904, κατάφερε με την ομάδα του το πρώτο σημαντικό πλήγμα κατά των Βουλγάρων στη μάχη του Τριγώνου (τότε Όστιμα). Μετά το θάνατο του Παύλου Μελά (13 Οκτωβρίου 1904), ο Καούδης ανέλαβε προσωρινά τη διοίκηση των σωμάτων στη Δυτική Μακεδονία. Στις 14 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, σε συνεργασία με την ομάδα του Κατεχάκη, επιχείρησε την επίθεση κατά του βουλγαρικού γάμου στο Σκλήθρο. Το χειμώνα του 1904/05 έδρασε σε χωριά της περιοχής των Κορεστίων ενώ στις 25 Μαρτίου 1905 συμμετείχε στην επίθεση που οργάνωσε ο Βάρδας κατά της Βασιλειάδας. Στα τέλη Αυγούστου έδρασε ξανά στην περιοχή των Κορεστίων. Ο Καούδης στα τέλη Οκτωβρίου συγκρούστηκε με το Βάρδα και συνέχισε τη δράση του στα χωριά του Περιστερίου. Έμεινε στο Περιστέρι έως το Πάσχα του 1906, με μια διακοπή κατά το Μάρτιο που πήγε για λίγο χρονικό διάστημα στα Κορέστια. Στις 23 Απριλίου 1906 η ομάδα του Καούδη συγκρούστηκε με τον τουρκικό στρατό στο Κρατερό.

Το 1912 πήγε στη Σάμο καθώς τέθηκε πάλι στην υπηρεσία του εθνικού αγώνα. Η απελευθέρωση του νησιού συντελέστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1912, ύστερα από αρκετές μάχες με τον τουρκικό στρατό.

Μετά την απελευθέρωση της Σάμου, ο Ευθύμιος Καούδης έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Μακεδονίας κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, συμμετέχοντας στα «Σώματα Ελλήνων Προσκόπων». Στις 11 Οκτωβρίου εισέβαλε στα Σιάτιστα και την επόμενη μέρα συγκρούστηκε με τον τουρκικό στρατό και κινήθηκε προς την πόλη των Γρεβενών.

Το 1916 συμμετείχε στο κίνημα Εθνικής Άμυνας, ενώ το 1919 ως μέλος του τάγματος Βλαχοπούλου που στρατοπέδευε στα ανάκτορα του Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη και διετέλεσε φρούραρχος στο Φανάρι. Επί κυβέρνησης Βενιζέλου, του απονεμήθηκε ο βαθμός του λοχαγού.

Το τέλος του Ευθυμίου Καούδη

Από το 1927 κι έπειτα, αποτέλεσε ενεργό μέλος της εθνικής οργάνωσης «Ο Παύλος Μελάς», όπου συμμετείχαν πολλοί Μακεδονομάχοι. Κατά την κατοχή, για να αποφύγει τα αντίποινα εις βάρος του από τους Βουλγάρους, έφυγε μαζί με τη θετή κόρη του για τον Πειραιά και από εκεί πήγε στην Κρήτη. Μετά την κατοχή, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε έως το θάνατό του. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη και το Γ Σώμα Στρατού του απένειμε τιμές Στρατηγού εν ενεργεία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ευθύμιος_Καούδης