Γιατί χρειαζόμαστε την αυτοπεποίθηση;

Μερικές φορές φαίνεται σαν να υπάρχει ένα μαγικό φίλτρο που κάνει τα άτομα με υψηλή αυτοπεποίθηση να αντιμετωπίζουν κατάματα τον φόβο και όλους τους υπόλοιπους να αποφεύγουν να εμπλακούν.

Αν θέλετε να ρωτήσετε το γιατί, αυτό που θα σας πουν οι ψυχολόγοι είναι ότι δεν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο πίσω από αυτούς τους ανθρώπους και ότι απλώς έχουν συσσωρεύσει μια σειρά από συνήθειες και πεποιθήσεις με την πάροδο του χρόνου, είτε εκ προθέσεως είτε από τύχη.

Όμως, πριν εξετάσουμε αυτές τις συνήθειες και τις πεποιθήσεις, πρέπει να πάμε λίγο πίσω και να θέσουμε το ερώτημα: τι είναι η αυτοπεποίθηση;

Η αυτοπεποίθηση είναι απλά ο βαθμός στον οποίο πιστεύετε ότι οι πράξεις σας, θα οδηγήσουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα. Δεν είναι το ίδιο με την αυτοεκτίμηση.

Η αυτοεκτίμηση είναι μια γενικότερη αίσθηση που έχετε για τον εαυτό σας, ενώ η αυτοπεποίθηση είναι η πίστη που έχετε στις ικανότητές σας σε μια δεδομένη κατάσταση. Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι λένε ότι θέλουν να έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση, αυτό που εννοούν είναι ότι θέλουν να έχουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ωστόσο, σε όσους περισσότερους τομείς αποκτάτε αυτοπεποίθηση, τόσο περισσότερο είναι πιθανό να αναπτύξετε αυτοεκτίμηση.

Η αυτοπεποίθηση είναι ένα εξελικτικό πλεονέκτημα που μπορεί να σας βοηθήσει να προσεγγίσετε οτιδήποτε είναι μπροστά σας, χωρίς δισταγμό ή άγχος. Μπορεί να σας επιτρέψει να κάνετε αυτό που θέλετε πραγματικά να επιτύχετε στη ζωή σας.

Το πρόβλημα είναι ότι τις περισσότερες φορές οι συμβουλές που παίρνουμε για το πώς να έχουμε περισσότερη αυτοπεποίθηση μπορεί να είναι λίγο γενικές.

«Προσποιήσου μέχρι να τα καταφέρεις», «Μίλα πιο δυνατά» ή «Ντύσου ανάλογα».

Για να είμαστε δίκαιοι, αυτές μπορεί να μην είναι τρομερές συμβουλές και μπορεί να έχουν πραγματικά ένα θετικό αντίκτυπο στο πώς αισθάνεστε, όμως πραγματικά δεν θα σας βοηθήσουν να εντρυφήσετε στο είδος της βαθιάς αυτοπεποίθησης που οδηγεί στην πραγματική αλλαγή.

Εδώ είναι πέντε κρυμμένα χαρακτηριστικά των ανθρώπων με αυτοπεποίθηση.

1. Διαχειρίζονται την εξάρτησή τους από το αποτέλεσμα

Οι άνθρωποι που έχουν αυτοπεποίθηση δεν ανησυχούν για την έκβαση της κατάστασης. Η προσοχή τους εστιάζεται στην ενέργεια ή τη δραστηριότητα, σε αντίθεση με το εξωτερικό αποτέλεσμα.

Σε περίπτωση που αποτύχουν, βιώνουν την προσπάθεια ως μια μαθησιακή εμπειρία σε αντίθεση με μια αντανάκλαση του ποιοι είναι ως πρόσωπα ή ακόμα και το πόσο αξίζουν.

2. Αξιολογούν τους εαυτούς τους με ακρίβεια

Αυτό μπορεί να φαίνεται αντι-διαισθητικό, αλλά για να αναπτύξετε αυθεντική αυτοπεποίθηση, χρειάζεται να επιδείξετε ένα μικρό κομμάτι σκληρής αυτο-ειλικρίνειας.

Εάν έχετε μη ρεαλιστικές προσδοκίες σχετικά με τις δυνατότητες σας, είναι πιθανό να σοκαριστείτε και να αποκαρδιωθείτε όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως αναμένατε. Από την άλλη πλευρά, αν έχετε μια αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων σας, αυτό είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί.

Ένα άλλο σημαντικό πράγμα που πρέπει να εξετάσουμε εδώ είναι ότι οι άνθρωποι με αυτοπεποίθηση είναι σε θέση να δεχθούν εποικοδομητική κριτική από τους άλλους, χωρίς να παίρνουν αμυντική θέση. Η προσοχή των άνθρωπων με αυτοπεποίθηση δεν εστιάζεται στο κατά πόσο οι άλλοι τους αντιλαμβάνονται ως ικανούς, αλλά για το πώς μπορούν να βελτιωθούν για το μέλλον.

3. Εξασκούν τη θετική μελλοντική απεικόνιση

Το μυαλό μας αντιμετωπίζει μια δυσκολία στη διάκριση μεταξύ των πραγματικών μνημών και των κατασκευασμένων. Οι άνθρωποι με αυτοπεποίθηση το χρησιμοποιούν αυτό προς όφελός τους, οπτικοποιόντας τις ικανοτητές τους σε ένα ορισμένο τμήμα της ζωής τους, μέχρι τα νευρωνικά τους δίκτυα να επαναπρογραμματιστούν για την επιτυχία.

Μια μελέτη μάλιστα, έδειξε ότι αρσιβαρίστες που εξασκούσαν τη θετική απεικόνιση, βρήκαν την πρακτική αυτή σχεδόν τόσο αποτελεσματική όσο την ίδια τη σωματική άσκηση για τη βελτίωση των επιδόσεων.

4. Μπορούν να επιλέξουν τις δραστηριότητές τους προσεκτικά

Δεν μπορείτε να είστε οι καλύτεροι σε όλα και αν είστε άνθρωπος με αυτοπεποίθηση το γνωρίζετε αυτό. Αντί αυτού, επιμένουν σε αυτό που γνωρίζουν ότι πρόκειται να τους δώσει αυτοπεποίθηση.

Για παράδειγμα, εάν θέλουν να έχουν αυτοπεποίθηση ως κολυμβητές, θα μπορούσαν να ξοδεύουν πολύ χρόνο στο τρέξιμο, διότι ορισμένες από τις δεξιότητες είναι συμπληρωματικές και έχουν κοινές διαστάσεις (π.χ. φυσική κατάσταση). Όμως, δεν πρόκειται να περάσουν ώρες γράφοντας δημιουργικές ιστορίες, διότι δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων.

Είναι αρκετά απλό να συνειδητοποιήσετε ότι αν θέλετε να αισθάνεσθε σιγουριά, θα πρέπει να περνάτε το χρόνο σας κάνοντας αυτά ακριβώς τα πράγματα που σας δίνουν αυτοπεποίθηση.

Αυτό μπορεί να μην είναι κάτι που θέλετε να ακούσετε, αλλά είναι η αλήθεια. Αν θέλετε να αναπτύξετε την αυτοεκτίμηση σας, θα πρέπει να βγείτε από την ασφάλειά σας, επιλέγοντας μια σειρά από πράξεις και τομείς που δεν έχετε δοκιμάσει μέχρι τώρα, κάτι που θα έχει ενδεχομένως φόβο στην αρχή. Όμως, με την πάροδο του χρόνου θα αναπτύξετε βαθύτερη και μακροχρόνια αυτοπεποίθηση.

5. Αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους

Για να αισθάνεσθε πιο σίγουροι θα πρέπει να βελτιώσετε τον εαυτό σας στον τομέα που θα θέλετε να αισθάνεσθε πιο σίγουροι και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η εξάσκηση.

Και πάλι, αυτό είναι αρκετά προφανές, αλλά αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είστε σε θέση να επικεντρωθείτε σε ένα τομέα για μια παρατεταμένη χρονική περίοδο μέχρι να είστε αρκετά ικανοί, αντί να αφήσετε την προσοχή να σας παρασύρει οπουδήποτε αλλού και να υποπέσετε στο «σύνδρομο του λαμπερού στόχου».

Επομένως, αναλάβετε δράση.

Η αδράνεια γεννά την αμφιβολία και το φόβο. Η δράση γεννά την εμπιστοσύνη και το θάρρος. Αν θέλετε να νικήσετε το φόβο, μην κάθεστε στο σπίτι να το σκεφτείτε. Βγείτε έξω και δράστε.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/prosopikotita/aftoektimisi/2323-psyxologia-tis-autopepoithisis.html

Αλέξανδρος Παπαναστασίου

Αλέξανδρος Παπαναστασίου, 1876-1936
Αλέξανδρος Παπαναστασίου, 1876-1936

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1876 στην Τρίπολη Αρκαδίας. Ήταν γιος του Παναγιώτη Παπαναστασίου και της Μαριγώς Ρογάρη – Αποστολοπούλου. Ο πατέρας του ήταν γυμνασιάρχης και τμηματάρχης στο Υπουργείο Παιδείας και διετέλεσε βουλευτής Μαντίνειας, ενώ η μητέρα του ήταν κόρη του Δημάρχου Λεβιδίου. Η οικονομική ευμάρεια των γονιών του, τον πριμοδότησαν με σπουδές που καθόρισαν την μετέπειτα του πορεία. Σπούδασε Νομική και κοινωνικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική και τη Φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, του Βερολίνου, του Λονδίνου και των Παρισίων. Την εποχή που σπούδαζε στη Γερμανία, επικρατούσαν σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες επηρεάστηκε και ο τρόπος σκέψης του. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τα θεωρητικά προβλήματα του συνεργατισμού και διαμόρφωσε μέσα του έντονες συνεταιριστικές αντιλήψεις. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1907 και την επόμενη χρονιά ίδρυσε την Κοινωνιολογική Εταιρία και ήταν συνιδρυτής (μαζί με τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Θρασύβουλο Πετιμεζά) της «Ομάδας των Κοινωνιολόγων». Σκοπός της εταιρείας ήταν η εκλαΐκευση  των επιστημονικών μελετών, με σκοπό να γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό, η εργασία με σκοπό την επίτευξη ίσων δικαιωμάτων για όλους, με ρύθμιση των μέσων παραγωγής και μεταβολή  του οικονομικού και πολιτειακού οργανισμού, ενώ για την επίτευξή του είναι απαραίτητη η οργάνωση των εργατών σε συνεταιρισμούς και «ίδιον πολιτικόν κόμμα».

Το 1910, μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρίας ίδρυσαν το Λαϊκό Κόμμα και στις εκλογές του ίδιου έτους ο Παπαναστασίου εκλέχτηκε βουλευτής. Έδωσε έντονες μάχες για την παραχώρηση των τσιφλικιών στους ακτήμονες της Θεσσαλίας. Το 1916, ως βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων, προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και αντιπροσώπευσε την Επαναστατική Κυβέρνηση των Ιονίων Νήσων. Το Μάρτιο του 1917 του ανατέθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης η Γενική Διοίκηση των Ιονίων Νήσων. Εξελέγη πολλάκις βουλευτής (1910, 1915, 1923, 1926, 1928, 1932, 1933 και 1936). Από το 1917 ως το 1920 ήταν Υπουργός Συγκοινωνιών και προσωρινά Υπουργός Περιθάλψεως και Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1922 προσυπέγραψε το Δημοκρατικό Μανιφέστο, με το οποίο καταγγέλθηκε η πολιτική των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων στο Μικρασιατικό. Για την πράξη αυτή συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων, αλλά, με την επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, ελευθερώθηκε και ίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, κόμμα με στόχο την επιβολή της δημοκρατίας.

Όταν στις 14 Ιουνίου 1917 η Προσωρινή κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου μεταφέρεται στην Αθήνα και ανασχηματίζεται, ο Παπαναστασίου αναλαμβάνει το Υπουργείο Συγκοινωνιών και το κρατάει ως τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Ως υπουργός Συγκοινωνιών προωθεί την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου και της Σχολής Καλών Τεχνών και επικυρώνει με νόμο (Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός) το νέο σχέδιο πόλεως της Θεσσαλονίκης, που είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά τον Αύγουστο του 1917 και εισηγείται στη Βουλή τη σύσταση επιτροπής για τη μελέτη του σχεδίου πόλεως της Αθήνας.

Βάσει του καταστατικού της εταιρείας όμως, πέραν του πολιτειακού, ιδιαίτερη μέριμνα δινόταν στους εργάτες. Είναι γνωστοί οι αγώνες που έκανε ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, για την βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την καθιέρωση σωματείων για την προάσπιση των συμφερόντων τους, την προστασία των γυναικών και των ανηλίκων στους χώρους εργασίας, τον περιορισμό του ωραρίου και την θέσπιση της Κυριακής αργίας, την ίδρυση του Ι.Κ.Α., κ.ά.

Είναι από τους πρώτους σοσιαλιστές πολιτικούς της Ελλάδας, ο οποίος όμως βρίσκεται μακριά από τον Κομμουνισμό. Επιθυμεί την βαθμιαία και σταθερή εξέλιξη της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κι όχι μέσω της επανάστασης, την οποία χαρακτηρίζει ως αδίκημα κατά του πολιτισμού. Οι αντιλήψεις του αυτές αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια των σπουδών του και στοχεύουν –εκτός των άλλων- στην αντιμετώπιση της εξάπλωση των μαρξιστικών ιδεών στο εργατικό κίνημα. Αναγνωρίζει σαφώς τα υπάρχοντα προβλήματα της τάξης αυτής αλλά πιστεύει πάνω απ’ όλα στην ‘επιστημονική διάγνωσή’ τους και στον καταλυτικό ρόλο μιας ελίτ διανοουμένων. Στόχος του είναι η διαμόρφωση ενός «στοργικού» κράτους. Το Κράτος οφείλει με βαθμιαίες παραχωρήσεις προς τις εργατικές τάξεις, ώστε να προάγεται και η κοινωνική οικονομία αλλά και το εργατικό σώμα της χώρας. Σύμφωνα με τον Κ. Τριανταφυλλόπουλο, στον πρόλογο του βιβλίου «Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Μελέτες- Λόγοι-Άρθρα», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου ήταν οπαδός ενός αναμορφωτικού ή μεταρρυθμιστικού σοσιαλισμού, ο οποίος αντιδιαστέλλεται και από τον επαναστατικό σοσιαλισμό και από τον κομμουνισμό. Η διαφοροποίηση του Παπαναστασίου από τον μαρξιστικό σοσιαλισμό, δεν έγκειται στην προβληματική σχετικά με την θεωρητική ανάλυση του κοινωνικού φαινομένου, αλλά στα ζητήματα σχετικά με το περιεχόμενο ενός εφικτού προγράμματος προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Επηρεάστηκε σαφώς από τις εξελίξεις στην Ρωσία και τις επιπτώσεις που είχε η εκεί επανάσταση στο εργατικό κίνημα της χώρας. Οι απόψεις αυτές επεκτείνονται και στον ρόλο της εργατικής τάξη στην κοινωνική και πολιτική διαδικασίας. Για την Ελλάδα, πιστεύει πως η σοσιαλιστική μετάβαση μπορεί να συμβεί με την οργάνωση των εργατικών τάξεων σε ένα επίπεδο κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, το οποία θα αντισταθμίσει τις άρχουσες τάξεις και θα υποχρεώσει το κράτος να παραχωρήσεις. Παράλληλα, το Κράτος από τη μεριά του, θα πρέπει να εφαρμόσει μια πολιτική που να βασίζεται στις αρχές του εξελικτικού σοσιαλισμού. Αυτό είναι εφικτό, μόνο αν αποδεχθεί την ιδέα της δημοκρατικής διαδικασίας μετάβασης. Κύριο χαρακτηριστικό των σοσιαλιστικών αυτών ιδεών, είναι ότι εισάγονται στη χώρα και αναπτύσσονται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εργατικό κίνημα. Η εργατική τάξη στην Ελλάδα, άλλωστε, είναι εκείνη την εποχή απίστευτα ολιγάριθμη και σαφώς ανοργάνωτη. Χαρακτηριστική άλλωστε ως προς αυτό είναι η δήλωση του Ελ. Βενιζέλου στην Βουλή, προς απάντηση του Δ. Ράλλη : «Οι εργάται, κύριοι, θα ήσαν ευτυχείς, αν ήσαν πολλοί. Αλλ’ εάν ήσαν όντως οι πολλοί, βεβαιωθείτε ότι ολίγοι εξ ημών θα ευρισκόμεθα εις την αίθουσαν ταύτην, αντιπροσωπεύοντας τον λαόν τούτον». Ανάμεσα στον Βενιζέλο τον Παπαναστασίου υπήρχε, κατά τα πρώτα έτη της πολιτικής τους συνύπαρξης ιδίως, μια αμοιβαία συμπληρωματικότητα λειτουργιών και ρόλων. Η τολμηρή και θαρραλέα για την εποχή της πολιτική του Βενιζέλου, είχε ανάγκη την ροπή του Παπαναστασίου για να υλοποιηθεί, καθώς ο δεύτερος προετοίμαζε το έδαφος για να επιβληθούν τα διάφορα μέτρα.

Τις αντιλήψεις του αυτές συμμερίζονται τα περισσότερα στελέχη του κόμματος των Φιλελευθέρων. Οι απόψεις τους συγκλίνουν σε πολλά σημεία: αναγνώριση ύπαρξης ενδοκοινωνικών συγκρούσεων, αναγνώριση ανάγκης αυτόνομης οργάνωσης της εργατικής τάξης, αναγνώριση του επιδιαιτητικού ρόλου του κράτους, επιδίωξη κοινωνικής εκτόνωσης, αποδοχή κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως δεν βάζουν σε κίνδυνο την ύπαρξη του καπιταλιστικού κράτους, με σκοπό την αποφυγή γενίκευσης και συσσώρευσης των κοινωνικών συγκρούσεων. Η μόνη ουσιώδης διαφορά εντοπίζεται στην αφετηρία: Για τον Βενιζέλο η αυτόνομη οργάνωση των εργατών, θα βοηθούσε το από τη φύση του ουδέτερο κράτος να αυτονομηθεί από την κυρίαρχη αστική τάξη και να ασκεί απρόσκοπτα το διαιτητικό του ρόλο ενώ για τον Παπαναστασίου, η οργανωμένη εργατική τάξη θα πίεζε το ταξικό αστικό κράτος, αναγκάζοντάς το να συνεκτιμήσει στις πολιτικές του επιλογές και τα δικά της συμφέροντα.

Στα 1910 ιδρύει, μαζί με τα μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρείας, το ‘Λαϊκό Κόμμα’. Οι σκοποί του κόμματος, όπως αναφέρονται στο καταστατικό που δημοσιεύτηκε σε 16σέλιδο τεύχος, στο Παράρτημα της εβδομαδιαίας εφημερίδας ‘Κοινωνισμός’, προσανατολίζονται προς την εξυγίανση του κράτους, την κυριαρχία του λαού, την οργάνωση των επαγγελματικών τάξεων, την διασφάλιση του Κράτους από εξωτερικούς  κινδύνους, την βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το Λαϊκό Κόμμα έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην Α’ Αναθεωρητική Βουλή του 1910, αλλά διαλύθηκε μετά σύντομο διάστημα. Από την ανάγνωση του προγράμματος του Κόμματος προκύπτουν κάποια συμπεράσματα, σχετικά με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής: Οι εργατικές τάξεις, γνώρισαν μεν βελτίωση των αποδοχών τους, αλλά όχι εις βάρος της εργοδοσίας κι ούτε αναλόγως προς την αύξηση της παραγωγικότητας.  Η μονομερής κατανομή του πλούτου λοιπόν, συνεπάγεται ορισμένα καταλυτικά για την δομή και λειτουργία της κοινωνίας ζητήματα, όπως η δημιουργία μιας κοινωνικής τάξης, με έδρα στην κατοχή παραγωγικών μέσων, η οποία καρπώνεται την εργασία των πολλών, επιβάρυνση της εξέλιξης, εφ’ όσον οδηγεί στη δημιουργία αγαθών όχι για την προαγωγή του ανθρώπου αλλά προς όφελος της τάξης, η οποία κατέχει τα μέσα παραγωγής, ενώ η αστική τάξη δεν αρκείται στον έλεγχο των μέσων παραγωγής και επιδιώκει να γίνει και η κυρίαρχη άρχουσα τάξη. Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών είναι ότι τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα να γίνονται πειθήνια όργανα των συμφερόντων της αστικής τάξης, η οποία στην ουσία κυβερνά το κράτος (φανερά ή μυστικά) προς ίδιον όφελος.

Το μεγαλύτερο διάστημα της πολιτικής του παρουσίας, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, το πέρασε ενταγμένος στο Κόμμα Φιλελευθέρων, είτε ως άτομο είτε ως μέλος της Δημοκρατικής Ένωσης, παρ’ όλες τις διαφωνίες που είχε συχνά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ήταν τοποθετημένος αριστερότερα από την προοδευτικότερη πτέρυγα των Φιλελευθέρων. Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Βενιζέλος –λόγω ηλικίας και διαφορετικής θεώρησης των πραγμάτων- γινόταν περισσότερο συντηρητικός, γεγονός που προκαλούσε περισσότερες διαφωνίες, καθώς ο Παπαναστασίου, παρέμενε σταθερός στις αρχικές του –ριζοσπαστικές- απόψεις.

Η τελευταία του συνεργασία με το κόμμα Φιλελευθέρων και η αντιμετώπιση του Βενιζέλου, περιγράφεται από την Πην. Δέλτα, στο Ημερολόγιό της:«[…] Στην τελευταία του πρωθυπουργία, παραμονές εκλογών του Μαΐου 1932, ζήτησε να τον πλησιάσει ο Παπαναστασίου, που δεν είχε καμία ελπίδα να πετύχει μόνος του και ήθελε να μπει στο συνδυασμό των Φιλελεθεύρων. Σαν πάντα ο Βενιζέλος των δέχθηκε. Ένα βράδυ που γευμάτιζε σπίτι μας μιλούσαν και συζητούσαν γι’ αυτό. Καθόταν δεξιά μου στο τραπέζι. Του είπα: «Γιατί τον δέχεστε κύριε Πρόεδρε; Τι να τον κάνετε;» Μου αποκρίθηκε: «Είναι καλό στοιχείο. Γιατί να μην το δεχτώ;» -«Γιατί σας πρόδωσε επανειλημμένως. Και θα σας προδώσει πάλι». Γέλασε ο Βενιζέλος, το ανοιχτόκαρδο παιδικό του γέλιο. «Το ξέρω», είπε καλόκαρδα, «μα και πάλι θα τον πιστέψω». Ανυπόμονα του είπα: «Γιατί τον δέχεστε, γιατί αφήνετε να σας γελάν έτσι;» Μου αποκρίθηκε με το ίδιο ανοιχτόκαρδο χαμόγελο: «Όταν μου μιλά ο Παπαναστασίου, ή άλλος, τον πιστεύω. Πάντα τον πιστεύω. Δεν βάζω με τον νου μου πως μπορεί να είναι ανειλικρινής. Εγώ δεν λέγω ψέματα. Γιατί να υποψιαστώ πως μου λέγει αυτός;» -«Γιατί κάθε φορά σας γέλασε, και πάλι θα σας γελάσει» Ο Βενιζέλος μελαγχόλησε. «Τι να κάνω;», είπε με μια κίνηση των ώμων «Πάλι θα τον πιστέψω».«Έτσι και με τον Παπαναστασίου. Τόσες φορές τον απάτησε, τόσες φορές τον πρόδωσε. Κάθε φορά που ξαναπαρουσιαζόταν και του έλεγε: «Αυτή τη φορά, ειλικρινώς, θέλω να συνεργαστώ μαζί σας», με παιδική αφέλεια τον δεχόταν, τον χτυπούσε στον ώμο και του έλεγε: ‘Το ξέρω πως κατά βάθος θα ίδια ιδανικά μας οδηγούν’.»

Οι διαφωνίες αυτές, δεν σημαίνουν πως δεν υπήρχε αλληλοεκτίμηση μεταξύ των δύο πολιτικών ανδρών. Σε μια σειρά άρθρων του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς», στις 16, 17 και 20 Δεκεμβρίου του 1915, εξυμνείται η στάση του Βενιζέλου στην εξωτερική πολιτική της χώρας, η ανάμειξή του στα εσωτερικά ζητήματα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπως το 1909 και οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν.

Το Μάρτιο του 1924 σχημάτισε κυβέρνηση με τη στήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, η οποία κατέθεσε στις 25 Μαρτίου του 1924 ψήφισμα στη Δ΄ Συντακτική Συνέλευση για την ανακήρυξη αβασίλευτης Δημοκρατίας, κηρύσσοντας έκπτωτη τη μοναρχία.Το ψήφισμα επικυρώθηκε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου 1924. Σημαντικά νομοθετήματα της πρωθυπουργίας του θεωρείται η ίδρυση Πανεπιστήμιου στη Θεσσαλονίκη, η αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας κ.ά. Επίσης διατέλεσε και Υπουργός των Εξωτερικών από 12 Μαρτίου 1924 έως 31 Μαρτίου 1924. Από το 1926 έως το 1928 διετέλεσε Υπουργός Γεωργίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζαΐμη. Εκεί εφάρμοσε κάποιες από τις συνεταιριστικές του ιδέες και φρόντισε το θέμα των ακτημόνων κ.ά. Στις 26 Μαΐου 1932 πήρε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία ορκίστηκε αλλά παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως, στις 3 Ιουνίου 1932. Επίσης είχε λάβει το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου των Εξωτερικών από 26 Μαΐου 1932 έως 05 Ιουνίου 1932. Από τον Ιανουάριο έως το Μάρτιο του 1933 ήταν υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Γεωργίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο, αλλά απαλλάχθηκε.

Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της βαλκανικής ειρήνης και συνεργασίας και ίδρυσε την οργάνωση «Βαλκανική Ένωση» για το σκοπό αυτό. Ως υπέρμαχος της ιδέας για τη Βαλκανική Ένωση, ο Παπαναστασίου ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Συνεδρίου για την Ειρήνη που συγκροτήθηκε στην Αθήνα το 1929 καθώς και της Βαλκανικής Διάσκεψης που πρώτη φορά έγινε στην Αθήνα το 1930 και τα επόμενα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι. Αντιτάχθηκε στις δικτατορίες του Θεόδωρου Πάγκαλου και του Ιωάννη Μεταξά. Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά τον έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Απεβίωσε ξαφνικά στις 17 Νοεμβρίου 1936 από ανακοπή καρδιάς στην Εκάλη. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη δίνοντας την ευκαιρία μιας σιωπηρής αντιδικτατορικής εκδήλωσης με τη συμμετοχή χιλιάδων πολιτών. Η 4η Αυγούστου απαγόρευσε τη δημοσίευση κάθε πληροφορίας σχετικά με την κηδεία, όπως και άρθρων και νεκρολογιών για τον εκλιπόντα πολιτικό.

Σήμερα, στο Λεβίδι Αρκαδίας υπάρχει Μουσείο προς τιμήν της μνήμης του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου. Μάλιστα, πέραν των προσωπικών αντικειμένων του, φυλάσσεται και ο εγκέφαλος του Αρκά πολιτικού σε ειδικό χημικό υγρό.

Στη Θεσσαλονίκη κεντρική οδός φέρει το όνομά του και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο τον τιμά ως ιδρυτή του με τον ανδριάντα του στο κέντρο της Πανεπιστημιούπολης.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης

Αναστάσιος Πολυζωίδης
Αναστάσιος Πολυζωίδης

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1802 στο Μελένικο της βορειονατολικής Μακεδονίας (σήμερα χωριό της Βουλγαρίας). Ο πατέρας του Χρήστος ήταν Σερραίος που είχε εγκατασταθεί από μικρός στο Μελένικο, μαζί με τον αδελφό του Λεόντιο. Η μητέρα του ήταν Μελενικιώτισσα. Ο θείος του Αναστάσιου, Λέοντιος υπήρξε μητροπολίτης Μελενίκου (1769 – 1796) και μετέπειτα μητροπολίτης Καισαρείας. Ο Αναστάσιος έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο Μελένικο. Σε ηλικία 14 ετών στάλθηκε από τον πατέρα του στις Σέρρες υπό την φροντίδα των εκεί συγγενών του, προκειμένου να φοιτήσει στην Σχολή των Σερρών, όπου την εποχή εκείνη ήταν Σχολάρχης ο Εδεσσαίος λόγιος Μηνάς Μηνωίδης. Σε ηλικία 16 ετών πέθανε ο πατέρας του και με τη βοήθεια οικογενειακών φίλων στάλθηκε για σπουδές (νομικά, ιστορία και κοινωνικές επιστήμες) στη Βιέννη, το 1817. Το 1821 βρέθηκε στο Βερολίνο, όπου εγγράφηκε στο εκεί πανεπιστήμιο προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Με την έκρηξη της επανάστασης διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Ελλάδα. Μετά από περιπέτεια βρέθηκε στην Τεργέστη απ’ όπου μαζί με Ευρωπαίους Φιλέλληνες πέρασε στο Μεσολόγγι. Στο Μεσολόγγι συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ασπάστηκε τις πολιτικές του αντιλήψεις και έγινε γραμματέας του εκτελεστικού. Αναφέρεται ότι έλαβε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (αν και αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τα Πρακτικά). Ήταν ο κύριος συντάκτης (συμμετείχε και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος) της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος, η οποία συμπεριλήφθηκε αυτούσια στο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, που ήταν και το πρώτο σύνταγμα της πολιτείας. Το 1827 εκλέγεται πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους αναχωρεί για το Παρίσι με σκοπό την ολοκλήρωση των σπουδών του. Επιστρέφοντας από τη Γαλλία, ο Πολυζωίδης πολέμησε την διακυβέρνηση του Καποδίστρια εκδίδοντας στην Ύδρα την εφημερίδα «Απόλλων» η οποία και διώχθηκε. Η αρθρογραφία του ήταν πάντα ορμητική και μεστή επιχειρημάτων. Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πρόεδρος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου που δίκαζε τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά. Ο Πολυζωίδης τότε μαζί με τον Γεώργιο Τερτσέτη, γνωρίζοντας πολύ καλά την αθωότητα των κατηγορουμένων, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Η κίνησή του προκάλεσε τη φυλάκιση και την άγρια κακοποίησή του από την Αντιβασιλεία. Αναμφίβολα η άρνησή του να αποδεχτεί την κρατική παρέμβαση στα της δικαιοσύνης ήταν ενδεικτική της ακεραιότητας του χαρακτήρα του. Με την ενηλικίωση του Όθωνα αποκαταστάθηκε και διορίστηκε αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και σύμβουλος επικρατείας. Το 1837 διορίστηκε υπουργός Παιδείας και Εσωτερικών. Ως υπουργός Παιδείας συνέβαλε καταλυτικά στη θεμελίωση του Εθνικού Πανεπιστημίου, ενώ από τη θέση του υπουργού Εσωτερικών αγωνίστηκε για την ελευθερία του λόγου. Το 1862 διορίστηκε νομάρχης Αττικοβοιωτίας. Ο Πολυζωίδης ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε, σε ομιλία του στο Ναύπλιο, τον όρο “ιερή πόλη” για το Μεσολόγγι, όρος που από τότε καθιερώθηκε.

Πέθανε στις 7 Ιουλίου του 1873 στην Αθήνα.

Πηγή:https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B6%CF%89%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82

Η Αγία Κυριακή

Η αγία Κυριακή που διώχνει την κατάθλιψη
Η αγία Κυριακή που διώχνει την κατάθλιψη

Η αγία Κυριακή ήταν θυγατέρα ευσεβών γονέων. Ο πατέρας της Δωρόθεος κι η μητέρα της Ευσεβία δεν είχαν παιδιά. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί και να του το αφιερώσουν. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων, και μια Κυριακή γεννήθηκε ένα ωραίο κοριτσάκι. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, πιστοί στην υπόσχεση τους, το ονόμασαν Κυριακή και το ανάθρεψαν με κάθε φροντίδα και επιμέλεια, ως αφιερωμένο στο Θεό. Η ατεκνία πάντα είναι μεγάλη λύπη για τους συζύγους και μάλιστα για τούς Χριστιανούς, αλλά και η χαρά τους πάλι πολύ μεγάλη, όταν αποκτήσουν παιδί.

Γι’ αυτό με κάθε τρόπο, και πρώτα με το όνομα που δίνουν στο παιδί, δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό. Στο διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός εναντίον των χριστιανών, η Κυριακή θα ήταν μια παιδούλα ούτε ως είκοσι ακόμα ετών. Τότε και οι γονείς και η θυγατέρα κατηγορήθηκαν και πιάστηκαν ως χριστιανοί. Και το πιο σκληρό ήταν ότι χωρίστηκε το κορίτσι από τους γονείς του· το Δωρόθεο και την Ευσεβία τους πήγαν προς την Αρμενία και την Κυριακή την οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί ο ηγεμόνας, ανακρίνοντας την παιδούλα και βλέποντας τη σταθερή της πίστη, έδωκε διαταγή να τη μαστιγώσουν σκληρά. Η Κυριακή σε κάθε ερώτηση απαντούσε- «Είμαι χριστιανή». Και σε κάθε απειλή του ηγεμόνα έλεγε· «Μην πλανιέσαι και μη σε ξεγελάει ο λογισμός σου· με βοηθάει ο Θεός και δεν θα με νικήσεις».

Ύστερα από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την αγία Κυριακή στο ναό, για να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνη, μπαίνοντας στο ναό, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να τη βοηθήσει. Ένας δυνατός τότε σεισμός κατατρόμαξε τους δημίους και τα αγάλματα του ναού έπεσαν κι έγιναν κομμάτια. Άναψαν ύστερα φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, μα όπως τη βάτο του Μωυσή, την κύκλωσαν οι φλόγες, μα δεν την έκαψαν. Την έρριξαν ύστερα στα θηρία, μα κι εκείνα δεν την πείραξαν, παρόμοια όπως το Δανιήλ, όταν τον έρριξαν στο λάκκο των λεόντων. Θα περίμενε κανένας ο ηγεμόνας να ανοίξει τα μάτια του και να δει το θαύμα του Θεού, μα έξαλλος και τυφλωμένος από οργή έδωκε διαταγή να αποκεφαλίσουν το αθώο κι αγνό κορίτσι.

Η αγία Κυριακή, πριν ο δήμιος εκτελέσει τη διαταγή, ζήτησε να την αφήσουνε να προσευχηθεί. Γονάτισε τότε κι άρχισε να προσεύχεται. Κανένας δεν άκουσε τα λόγια της, γιατί σε τέτοιες στιγμές η καρδιά του ανθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοίς αλλαλήτοις». Δεν κινούνται τα χείλη, δεν ακούεται φωνή. Κι όμως ο Θεός ακούει, κι είναι σαν και να ρωτά τον προσευχόμενο, σαν και τότε το Μωυσή στην Ερυθρά θάλασσα· «Τι βοάς προς με;». Η αγία Κυριακή προσευχήθηκε για ώρα πολλή κι ύστερα έγειρε στη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτέλεσει τη διαταγή, είδε πως η αγία Κυριακή ήταν νεκρή. Η ψυχή της παιδούλας πέταξε σαν μικρό πουλί, και φωτεινός άγγελος την πήρε, για να τη φέρει στο Νυμφίο Χριστό.

Ας μείνουμε στο όνομα της αγίας Κυριακής, στο γεγονός δηλαδή ότι οι ευσεβείς γονείς της την ονόμασαν έτσι, επειδή γεννήθηκε σε ημέρα Κυριακή. Το όνομα συνδέεται στενά με το πρόσωπο και τη συνείδηση του ανθρώπου. Ενώ το όνομα είναι έξω από τον άνθρωπο και προστίθεται σ’ αυτόν ύστερα, όμως συνδέεται τόσο μαζί του, που γίνεται ένα μ’ αυτόν. Έτσι καταλαβαίνουμε την καλή συνήθεια των ευσεβών χριστιανών να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα Αγίων της πίστης. Με αυτό τον τρόπο και με την ευκαιρία που η Εκκλησία κάθε χρόνο εορτάζει τα ιερά της πρόσωπα, ο κάθε χριστιανός στο όνομά του έχει μια συνεχή υπόμνηση της ευσέβειας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως με το όνομα εισάγει «εις την οικίαν έκαστος την εαυτού τον άγιον». Αμήν.

https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/agia-kyriaki-i-megali-agia-pou-diochnei-tin-katathlipsi/

Υπατία

Υπατία
Υπατία

Κόρη του μαθηματικού και αστρονόμου Θέωνα, έλαβε με τις φροντίδες του πατέρα της πολύ καλή εκπαίδευση και ταξίδεψε στην Αθήνα και στην Ιταλία. Στην Αθήνα παρακολούθησε μαθήματα στη νεοπλατωνική σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου και της κόρης του Ασκληπιγένειας, αλλά μαθήτευσε και κοντά στον Ιεροκλή. Επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια, επικεφαλής της εκεί σχολής των Πλατωνιστών (400 μ.Χ.), δίδαξε φιλοσοφία και μαθηματικά, και αποτέλεσε πόλο έλξης για τους διανοούμενους της εποχής, ενώ έκανε και εκτενή και ουσιώδη σχόλια στα μαθηματικά έργα του Διόφαντου και του Απολλωνίου. Παρότι η ίδια η Υπατία υπήρξε πολυγραφότατη, κανένα από τα έργα της δεν σώζεται και έχουμε μόνο αναφορές για αυτά. Πολλοί από τους μαθητές της ανήκαν στους ανώτατους κύκλους της αριστοκρατίας της πόλης και έγιναν σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος και ο έπαρχος της Αλεξανδρείας Ορέστης. Η ίδια επηρεάστηκε φιλοσοφικά από τους νεοπλατωνικούς Πλωτίνο και Ιάμβλιχο.

Αν και πολλοί πιστεύουν ότι η Υπατία ήταν καθαρά Ελληνίδα, υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι ήταν μισή Ελληνίδα και μισή Αιγύπτια. Και αυτό διότι α) ο πατέρας της ο Θέων έχει αναγνωριστεί ως Έλληνας και Αιγύπτιος και β) το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της Αλεξάνδρειας ήταν Έλληνες και Αιγύπτιοι. Λόγω του γεωγραφικού της αποκλεισμού από την υπόλοιπη Αίγυπτο, η Αλεξάνδρεια ήταν ελεύθερη από μισογυνικές παραδόσεις που ήταν γνωστές στην υπόλοιπη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αν και οι Ρωμαίοι ανάγκαζαν τις κατακτημένες περιοχές να ακολουθούν τους δικούς τους νόμους, οι κατακτημένοι είχαν μια σχετική αυτονομία, με αποτέλεσμα το δίκαιο να είναι ένα μείγμα από τοπικούς και ρωμαϊκούς νόμους, και ειδικά στην Αλεξάνδρεια, όπου συγχέονταν ελληνικοί, ρωμαϊκοί και αιγυπτιακοί νόμοι. Η Υπατία, ως μια γυναίκα μεικτής εθνικότητος, μπορούσε να επιλέξει να ακολουθεί τους ελληνικούς ή τους αιγυπτιακούς χωρίς κάποια παρέμβαση των ρωμαϊκών. Γι’ αυτό μπορούσε να κατέχει γη και να έχει μία δική της επιχείρηση χωρίς κάποιον επιβλέποντα. Οι νόμοι μαζί με την εκπαίδευσή της συνετέλεσαν στα δημόσια κηρύγματά της, στο να διδάσκει και να δίνει συμβουλές σε άνδρες, στο να μετακινείται στην πόλη χωρίς κάποιον να την επιβλέπει και να κατέχει το δικό της σπίτι. Το περίεργο είναι ότι με αυτές τις ενέργειες δεν προκαλούσε, αλλά αντίθετα οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας πρέπει να ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες καταστάσεις. Η Υπατία ήταν εξίσου σεβαστή και από τους Χριστιανούς, οι οποίοι την χρησιμοποιούσαν ως παράδειγμα αγνότητας. Λέγεται μάλιστα ότι απάντησε σε έναν νεαρό που της εξέφρασε τον έρωτά του, δείχνοντάς του ένα μαντήλι λερωμένο με την έμμηνο ρύση για να τονίσει τη μη καθαρότητα των σαρκικών σχέσεων.

Η μαθηματικός και φιλόσοφος Υπατία έζησε στην Αλεξάνδρεια από τα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. μέχρι τον βίαιο θάνατό της από έναν χριστιανικό όχλο το 415. Η ημερομηνία γέννησής της δεν είναι επιβεβαιωμένη, αλλά πιστεύεται ότι γεννήθηκε το 370 μ.Χ. Αυτό είναι γνωστό λόγω του της έκλειψης που μελετούσε ο πατέρας της το 364 μ.Χ. Ήταν αγνή και άξια σεβασμού, καθηγήτρια μαθηματικών και της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας στην Αλεξάνδρεια. Φορώντας την κλασική χλαμύδα των φιλόσοφων, δίδασκε δημόσια σε κοινό αποτελούμενο από εθνικούς και χριστιανούς.

Σύμφωνα με πηγές, εκτός από φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, κατείχε και την προεδρία της Νεοπλατωνικής Σχολής της Αλεξάνδρειας και ήταν ένα άτομο άξιο σεβασμού, που ασκούσε επιρροή στους σημαντικούς άρχοντες της Αλεξάνδρειας αλλά και της Μεσογείου. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ορέστης, ο Ρωμαίος έπαρχος. Συναντιόντουσαν πολύ συχνά και μιλούσαν κυρίως για πολιτικά ζητήματα. Η Υπατία ασκούσε επιρροή όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια, αλλά και στη Κωνσταντινούπολη, στη Συρία και στην Κυρήνη. Δυστυχώς, έργα της Υπατίας δεν έχουν διασωθεί. Μερικοί αναλυτές πιστεύουν ότι τα έργα της ήταν γραμμένα στα αραβικά, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι τη δουλειά της αποτελούσαν μαθηματικές σχέσεις που η ίδια είχε δημιουργήσει. Η Υπατία είναι σημαντική για τον ρητορικό κανόνα, γιατί αποδεικνύει ότι και οι γυναίκες συμμετείχαν στις κοινωνικές και πνευματικές δραστηριότητες του αρχαίου κόσμου. Η Υπατία δίδασκε δημόσια για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αποδεικνύοντας την εκπαίδευσή της στη φιλοσοφία και στη ρητορική. Υπάρχουν πολλά κείμενα που επικυρώνουν την ενασχόλησή της ως διδάσκουσα, εκτός από τα μαθηματικά, φιλοσοφία και ρητορεία. Η Υπατία μάλλον έκανε δύο είδη μαθημάτων. Ένα ιδιαίτερο, για την ελίτ των μαθητών της και τα δημόσια κηρύγματα της, στα οποία ασκούσε επιρροή στους Αλεξανδρινούς υπαλλήλους. Ήταν αγαπητή απ’ όλο τον κόσμο και οι διάφοροι επικεφαλής την συμβουλεύονταν πολύ συχνά.

Η Υπατία σχολίασε την Αριθμητική του Διόφαντου, έγραψε τον Αστρονομικό Κανόνα και τελειοποίησε τον Κώνο του Απολλώνιου. Επίσης συνεργάστηκε με τον πατέρα της για τον σχολιασμό του 3ου τόμου της Αλμαγέστης και βοήθησε τον μαθητή της Συνέσιο στην κατασκευή ενός αστρολάβου και ενός υδρομέτρου. Βέβαια, αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ήταν μια σπουδαία μαθηματικός και φιλόσοφος της εποχής της, η Υπατία έμεινε γνωστή πιο πολύ για τη διδασκαλία της. Η Υπατία ήταν μια σεβαστή και επιφανής δασκάλα, αρκετά χαρισματική και αγαπητή στους μαθητές της. Πηγές αναφέρουν ότι είχε φυσική ομορφιά και φορούσε απλά ρούχα. Έδινε δημόσιες διαλέξεις και ίσως διατηρούσε κάποιου είδους δημόσιο γραφείο. Η Υπατία δίδασκε και έγινε γνωστή τόσο για την φιλοσοφία όσο και για τα μαθηματικά. Η φιλοσοφία που ανέπτυξε η Υπατία είναι γνωστή ως Νεοπλατωνική. Αν και υπήρχαν διάφορες εκδοχές του Νεοπλατωνισμού, λέγεται ότι η Υπατία κήρυξε ένα δικό της, διαφορετικό. Οι επιστολές και τα ποιήματα παρέχουν συμπεράσματα για τη Νεοπλατωνική φιλοσοφία της Υπατίας αλλά δεν παρέχουν σημαντικές πληροφορίες. Επιπλέον, ενώ τα γραπτά των φιλοσόφων διαδόχων της Υπατίας έρχονται για να ρίξουν φως σχετικά με τις συνεισφορές της στο Νεοπλατωνισμό, δεν υπάρχουν δικά της σωζόμενα μαθηματικά έργα.

Ό,τι γνωρίζουμε για τα μαθηματικά της είναι μόνο ένα μικρό υποσύνολο του έργου της. Σε μεγάλο βαθμό θεωρείται ως δασκάλα και λογία. Επιμελήθηκε έργα γεωμετρίας, άλγεβρας και αστρονομίας, και γνώριζε πώς να κατασκευάζει αστρολάβους και υγροσκόπια. Αν και το έργο της χάθηκε, η παράδοση στην οποία εργάστηκε και τα κείμενα που σχολίασε αποδείχτηκε ότι ήταν η ακριβής βάση για το επόμενο βήμα στην ιστορία των μαθηματικών. Όταν τον δέκατο έβδομο αιώνα ο Βιέτ και ο Φερμά άρχισαν να διερευνούν τις κωνικές τομές, τα έργα του Διόφαντου και του Απολλωνίου ήταν ζωτικής σημασίας. Περαιτέρω συμπεράσματα για τα μαθηματικά της Υπατίας παραμένουν στην σφαίρα της εικασίας, μια πλήρης αξιολόγηση της συνεισφοράς της παραμένει πέρα από κάθε ιστορικό προσδιορισμό. Οι συνεισφορές της στην Αλεξανδρινή φιλοσοφία και η εξερεύνησή της για την πιθανή επέκταση και δημιουργία προχωρημένων μαθηματικών της αρχαιότητας αξίζουν προσεκτική μεταχείριση.

Θεωρείται ότι υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στη νεοπλατωνική φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Η φύση των μαθηματικών είναι το να δημιουργούν ιδέες παρμένες από υλικά αντικείμενα. Έτσι είναι η γεωμετρία. Παρόλο που έχει την προέλευσή της στον κόσμο της πρακτικής τοπογραφίας και των επιθεωρητών των μέτρων και των σταθμών, ξεπερνά αυτές τις αρχές. Τα Στοιχεία ασχολούνται με έναν κόσμο που δεν είναι πλέον ο κόσμος της πρακτικής, αλλά ο κόσμος των ιδεών. Έτσι, τα μαθηματικά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα παράδειγμα της εν λόγω υπέρβασης πάνω από το υλικό που ο Νεοπλατωνισμός κάλεσε.

Το γεγονός ότι η Υπατία ήταν μαθηματικός δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Η Υπατία έμαθε μαθηματικά από τον πατέρα της, τον Θέωνα. Κατάφερε να τον ξεπεράσει σε αυτό τον τομέα και να διδάξει σε πολλούς μαθητές. Μία πηγή αναφέρει ότι «Ισίδωρος επισκίασε σε μεγάλο βαθμό η Υπατία, όχι μόνο επειδή ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα εκείνη, αλλά με τον τρόπο που μια πραγματική φιλόσοφος θα ανερχόταν σε απλή γεωμέτρης.» Παρ’ όλα αυτά η γνώμη αυτή δεν κέρδισε τον έπαινο ούτε από τις γυναίκες, ούτε από τους μαθηματικούς. Επιπλέον από το Λεξικό του Σούδα (βυζαντινό λεξικό που ήταν στηριγμένο στα έργα του Δαμασκίου) της αποδίδεται η συγγραφή τριών έργων. Τα μόνα που είναι γνωστό ότι έχει γράψει συνδέονται με τα μαθηματικά και την αστρονομία. Θεωρείται ότι έχει βασίσει τα βιβλία της στη νεοπλατωνική φιλοσοφία.

Το λεξικό του Σούδα αποκαλύπτει ότι η Υπατία έγραψε ένα τόμο με τίτλο  «Αστρονομικός Κανών» καθώς επιδίωκε να μελετήσει και να εμβαθύνει περισσότερο στους τομείς των μαθηματικών του πατέρα της, απ’ ότι έκανε αυτός. Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι ο «Αστρονομικός Κανών» ήταν απλώς μια συλλογή από αστρονομικούς πίνακες άλλοι πάλι θεωρούν ότι ήταν ένα σχόλιο σχετικά με τον Πτολεμαίο. Ένα από τα σημαντικά βιβλία του Πτολεμαίου είναι η Αλμαγέστη. Σχόλια πάνω στο Βιβλίο Τρία έχει κάνει ο Θέων, όπου λέει ότι το έργο είναι «…στην κριτική αναθεώρηση της φιλοσόφου Υπατίας, της κόρης μου». Υπάρχει η υπόθεση ότι η Υπατία είχε γράψει μέρη από αυτά τα Σχόλια.

Επιπλέον σημείωμα στο λεξικό του Σούδα αναφέρει τους τίτλους των έργων της Υπατίας, ενώ έχουν χαθεί τμήματα αυτών όπου η Υπατία ανέλυε τους κώνους του Απολλωνίου και την αριθμητική του Διόφαντου. Και τα δύο έργα αντιμετωπίζουν παραστάσεις της ανώτερης τάξης των εξισώσεων αλλά επειδή η προσέγγιση του Απολλωνίου ήταν αριθμητική και του Διόφαντου γεωμετρική, καταλαβαίνουμε ότι η Υπατία ήταν εξοικειωμένη τόσο με τις αλγεβρικές όσο και με τις γεωμετρικές αναπαραστάσεις υψηλότερης τάξης εξισώσεων.

Μία άλλη πηγή πληροφοριών για τις μαθηματικές δραστηριότητες της Υπατίας είναι η αλληλογραφία του Συνέσιου που αποκαλύπτει ότι σπούδασε φιλοσοφία και αστρονομία κάτω από την καθοδήγηση της Υπατίας και αναφέρει τη δημιουργία κάποιων επιστημονικών οργάνων όπως ο αστρολάβος και το υγρόμετρο. Υπάρχει μια θεωρία της στερεογραφικής προβολής, ότι ο δρόμος είναι ανοικτός για την κατασκευή μιας πιο πρακτικής δισδιάστατης συσκευής. Αυτό μας δίνεται από την ιστορία του Συνέσιου Αστρολάβου, ο οποίος γράφοντας για τον Παίωνα δηλώνει ότι είχε σχεδίασε ο ίδιος τον αστρολάβο με τη βοήθεια της Υπατίας και είχε δημιουργηθεί από τα καλύτερα υλικά της αργυροχοΐας. Το συμπέρασμα είναι ότι η θεωρία του αστρολάβου και οι λεπτομέρειες της κατασκευής του είχαν περάσει κάτω από τον Πτολεμαίο, μέσω του Θέωνα, για να φτάσουν στην Υπατία, η οποία με τη σειρά της δίδαξε τον Συνέσιο.

Η φήμη της προσείλκυε μαθητές απ’ όλη τη Μεσόγειο. Μάλιστα, πιστεύεται ότι την εποχή που πέθανε η Υπατία ήταν η καλύτερη μαθηματικός του Ελληνορωμαϊκού κόσμου, και πολύ πιθανόν και όλου του υπόλοιπου, επισκιάζοντας έτσι τον πατέρα της στη φήμη της ως δασκάλα. Αν και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε όλους τους μαθητές της, υπάρχουν ενδείξεις ότι ήταν γενικά πλούσιοι και ισχυροί. Ο πιο γνωστός μαθητής της είναι ο Συνέσιος της Κυρήνης, ο οποίος προσπάθησε να συνδέσει τον πρόωρο χριστιανισμό με τον Νεοπλατωνισμό. Κάποια από τα γράμματά του προς αυτή έχουν διασωθεί, όπως και κάποια άλλα απεσταλμένα σε συμμαθητές του, όπου εκφράζει τον θαυμασμό του και την επιρροή που του είχε ασκήσει. Στα γράμματα του Συνέσιου μας δίνονται κάποια ονόματα μαθητών της Υπατίας που επικυρώνουν το ταλέντο και τη φήμη της. Σε κάποιο από τα γράμματα του γράφει “… Ακόμα και αν υπάρχει απόλυτη λήθη στον Άδη, ακόμα και εκεί θα σε θυμάμαι αγαπητή Υπατία”. Εκτός από τον Συνέσιο, μαθητές επίσης ήταν ο μικρότερος αδερφός του (Euoptius) και ο θείος του (Αλέξανδρος), ο καλύτερός του φίλος (Herculian) με τον αδερφό του (Olympius), όπως και άλλοι (Hessychius, Athanasius,Theodosius). Για να καταλάβουμε την δύναμη και τη μόρφωση των μαθητών της, ο Συνέσιος έγινε ο Επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο αδερφός του έγινε ο διάδοχός του. Ο Ολύμπιος ήταν ένας πλούσιος γαιοκτήμονας από τη Σελεύκεια και ήταν καλά συνδεδεμένος με την Αλεξάνδρεια, το οποίο μάλλον ίσχυε και για τον αδερφό του, αν και αργότερα έγινα νομάρχης της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ησύχιος ήταν κυβερνήτης της Άνω Λιβύης, ο Αθανάσιος ήταν ένας πολύ γνωστός Αλεξανδρινός σοφιστής και ο Θεοδόσιος ήταν ένας γραμματικός, που έγραψε κανόνες για ρήματα και ουσιαστικά.

Ο θάνατος της Υπατίας

Για τον θάνατο της φιλοσόφου έγραψαν δύο ιστορικοί, ο Σωκράτης ο Σχολαστικός και ο Ιωάννης Νικίου. Το κείμενο του Σχολαστικού θεωρείται πιο έγκυρο, καθώς ο Νικίου ήταν φανερά επηρεασμένος από την προπαγάνδα των Χριστιανών. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι η Υπατία “σαγήνευε τους ανθρώπους με τη σατανικά τεχνάσματά της”. Σύμφωνα λοιπόν με τον πιο αμερόληπτο Σχολιαστικό, ο θάνατος της Υπατίας ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης μεταξύ του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, Ορέστη και του Επισκόπου της Αλεξάνδρειας, Κυρίλλου. Το 415 μ.Χ, ο Ορέστης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ρύθμιζε τις δημόσιες γιορτές των Εβραίων, καθώς συνήθως συγκέντρωναν μεγάλα πλήθη και προκαλούσαν ταραχές. Το διάταγμα τοιχοκολλήθηκε και ένας χριστιανός, ονόματι Ιέραξ, υποστήριξε φωναχτά τις νέες ρυθμίσεις. Οι Εβραίοι εξέλαβαν την πράξη του Ιέρακα ως προσβολή και απευθύνθηκαν στον Έπαρχο, ο οποίος διέταξε να συλληφθεί ο χριστιανός Ιέραξ και να βασανιστεί δημοσίως. Η σκληρή τιμωρία του χριστιανού εξόργισε τον Επίσκοπο Κύριλλο, ο οποίος εξαπέλυσε επίθεση εναντίον των Εβραίων. Ύστερα από συνεχείς αντεπιθέσεις, κατά τις οποίες και τα δύο στρατόπεδα είχαν μεγάλες απώλειες, ο Κυρίλλος εξόρισε όλους τους Εβραίους από την Αλεξάνδρεια και επέτρεψε στους χριστιανούς να σφετεριστούν τις περιουσίες τους. Ο Έπαρχος εξαγριώθηκε με τον Κύριλλο και η ένταση μεταξύ τους κορυφώθηκε. Τότε κατέφτασαν 500 φανατισμένοι μοναχοί για να πολεμήσουν στο πλευρό του Κυρίλλου. Ένας από αυτούς, ο Αμμώνιος, έριξε μια πέτρα στον Ορέστη, η οποία τον τραυμάτισε στο κεφάλι. Ο Αμμώνιος συνελήφθη επιτόπου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε. Τότε ενεπλάκη στην ιστορία η Υπατία, η οποία ήταν στενή φίλη και σύμβουλος του Έπαρχου. Σύμφωνα με τον Σχολαστικό, η φιλόσοφος ήταν θύμα των πολιτικών ανταγωνισμών, καθώς κατηγορήθηκε αβάσιμα από τους Χριστιανούς ότι έστρεφε τον Ορέστη εναντίον τους. Την απήγαγε ο όχλος με επικεφαλής τον κληρικό Πέτρο και τη μετέφερε σε μια εκκλησία, όπου την έγδυσαν και την έγδαραν ζωντανή. Όταν πέθανε, διαμέλισαν το σώμα της και έριξαν κάθε κομμάτι στη φωτιά. Ανεξάρτητα από το ακριβές κίνητρο της δολοφονίας της, η φυγή πολλών λογίων αμέσως μετά το γεγονός σήμανε την αρχή του μαρασμού της Αλεξάνδρειας ως πνευματικού κέντρου. Το μαρτυρικό τέλος της Υπατίας το 415 μ.Χ. χαρακτηρίστηκε από την καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Μίσιγκαν, Καθλίν Γουάιντερ, ως το τέλος της κλασικής αρχαιότητας. Ωστόσο, ας μην σπεύσουν όλοι να κατηγορήσουν συνολικά το χριστιανισμό. Ήταν μια περίοδος παθών και αγριότητας, κατά την οποία σε κάθε περιοχή ερμήνευαν με το δικό τους τρόπο κάθε δόγμα και όχι μόνο το χριστιανικό, που το κήρυγμά του είναι κατά της βίας, όπως άλλωστε σχεδόν των περισσοτέρων θρησκειών. Αλλά η πραγματικότητα ήταν και είναι πολύ διαφορετική.

Οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στη Νεότερη Ελλάδα

Ο Ιωάννης Κωλέττης, πρώτος κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της χώρας
Ο Ιωάννης Κωλέττης, πρώτος κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της χώρας

Η διενέργεια των πρώτων επίσημων εκλογών του 1844 ήταν αποτέλεσμα της λαϊκής επανάστασης του 1843 και της περικύκλωσης των ανακτόρων, με αίτημα την παραχώρηση συντάγματος. Μετά από αυτά, ο βασιλιάς Όθων αναγκάστηκε να διορίσει μεταβατική κυβέρνηση, ώστε αυτή να προκηρύξει εκλογές για την σύνταξη συντάγματος.

Οι εκλογές έγιναν σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο της 4ης Μαρτίου 1829, δηλαδή με «έμμεση και καθολική ψηφοφορία του άρρενος πληθυσμού άνω των 25 ετών». Εξελέγησαν 244 πληρεξούσιοι από 92 εκλογικές περιφέρειες, συμπεριλαμβανομένων και εκπροσώπων των αλύτρωτων περιοχών που συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821.

Στις 26 Νοεμβρίου 1843 εξελέγη επιτροπή με 21 μέλη για να καταρτίσει σχέδιο Συντάγματος . Το τελικό σχέδιο ψηφίστηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1844, κυρώθηκε από την Εθνοσυνέλευση και εκδόθηκε από το μονάρχη στις 18 Μαρτίου. Με βάση τον εκλογικό νόμο, που καταρτίστηκε στις 18 Μαρτίου 1844, κάθε επαρχία αποτελούσε ξεχωριστή εκλογική περιφέρεια. Ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονταν σε κάθε εκλογική περιφέρεια εξαρτώταν από τον πληθυσμό της. Επαρχίες πάνω από 10.000 κατοίκους εξέλεγαν ένα βουλευτή, έως 20.000 κατοίκους 2 βουλευτές, έως 30.000 κατοίκους 3 βουλευτές,πάνω από 30.000 κατοίκους εξέλεγαν 4 βουλευτές, Προνομιακά η Ύδρα θα εξέλεγε 3 βουλευτές, οι Σπέτσες 2 βουλευτές και «οι εν Ελλάδι Ψαριανοί» 2 βουλευτές. Επίσης 1 βουλευτή θα εξέλεγαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Οι εκλογές διήρκεσαν έξι μήνες, μέσα σε κλίμα βίας και νοθείας, και διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κυβέρνησης Μαυροκορδάτου. Οι εκλογές έπρεπε να διεξαχθούν σε οχτώ μέρες. Το πρόβλημα ήταν ότι ο νόμος δεν ξεκαθάριζε αν αυτές οι οχτώ μέρες έπρεπε να είναι κοινές για όλη τη χώρα ή όχι. Με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η εκλογική διαδικασία τον Απρίλιο του 1844 και τον Σεπτέμβριο να συνεχίζεται ακόμα σε ορισμένες περιοχές. Οι περισσότερες περιφέρειες τις έκαναν τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1844, ενώ άλλες τον Αύγουστο. Έγιναν με ψηφοδέλτιο και με πλειοψηφικό σύστημα στενής περιφέρειας. Νικητής των εκλογών ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης αρχηγός του Γαλλικού κόμματος, ήταν ο πρώτος κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Παρόλο που το κόμμα του ήρθε τρίτο στις εκλογές σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με το Ρωσικό κόμμα, την Κυβέρνηση Ιωάννη Κωλέττη 1844. Η πρώτη εκλεγμένη Βουλή των Ελλήνων συγκροτήθηκε σε σώμα και συνεδρίασε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1845.

Αποτελέσματα

Κόμματα Αρχηγοί Έδρες
 
1Ρωσικό κόμμα
( Ναπαίοι )
Ανδρέας Μεταξάς55
2Αγγλικό κόμμα
( Μαρλαίοι)
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος28
3Γαλλικό κόμμα
( Μοσχομαγκίτες)
Ιωάννης Κωλέττης20

Βουλευτές που εκλέχτηκαν στις βουλευτικές εκλογές του 1844

Άνδρου

  • Ανδρέας Σ. Δανόπουλος
  • Μιχαήλ Ορφανός-Καΐρης
  • Πέτρος Δ. Καμπάνης

Αττικής

  • Δημήτριος Καλλιφρονάς

Γόρτυνος (Καρυταίνης)

  • Κανέλλος Δεληγιάννης

Ευρυτανίας

  • Δημήτριος Λ. Ζώτος
  • Νίκος Θέου

Θήρας

  • Νικόλαος Ιακ. Δελένδας
  • Άγγελος Ζάννες ή Άγγελος Γ. Τσάνος

Καλαβρύτων

  • Νικόλαος Ανδρικόπουλος (ή Ανδρίκου)

Καλαμών

  • Ιωάννης Ζάρκος

Λακεδαίμονος

  • Πέτρος Βαρβιτσιώτης

Λοκρίδος

  • Γεώργιος Δερνιτσιώτης

Μαντινείας

  • Παναγιώτης Βάρβογλης
  • Βασίλειος Π. Δημητρακόπουλος

Μεσσήνης

  • Κωνσταντίνος Δαρειώτης
  • Παναγιώτης Καλαμαριώτης

Νάξου

  • Σπυρίδων Α. Βαρότσης
  • Γεώργιος Κάνδυας

Ναυπλίας

  • Ιωάννης Αμβροσιάδης
  • Κωνσταντίνος Αξελός
  • Ιωάννης Ευσταθίου
  • Μιχαήλ Ιατρός

Ολυμπίας

  • Κωνσταντίνος Ζαρειφόπουλος

Πανεπιστημίου-Όθωνος

  • Αναγνώστης Παπαϊωάννου

Πατρών

  • Δημήτριος Κουμανιώτης 
  • Κωνσταντίνος Τσερτίδης 
  • Αντώνιος Καλαμογδάρτης 

Σκιάθου και Σκοπέλου

  • Κωνσταντίνος Αντωνιάδης
  • Σταμάτιος Αντωνιάδης

Σύρου

  • Σταμάτιος Δάρας
  • Νικόλαος Καλλέργης

Τήνου

  • Δημήτριος Ν. Δρόσος

Ύδρας

  • Γκίκας Δοκός

Φθιώτιδος

  • Ευαγγέλης Βαλατσός

Ψαρρών

  • Κωνσταντίνος Κανάρης

Ο πρώτος συνεταιρισμός στον κόσμο

Μουσείο Γεωργίου Μαύρου-Σβαρτς, Αμπελάκια

Η Παγκόσμια Ημέρα Συνεταιρισμών καθιερώθηκε το 1995, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της Διεθνούς Συμμαχίας των Συνεταιρισμών και εορτάζεται το πρώτο Σάββατο κάθε Ιουλίου.

Ο Συνεταιρισμός αποτελεί μία μορφή επιχειρηματικότητας, που συσπειρώνει τους μικροπαραγωγούς. Σήμερα, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί ξεπερνούν το 1 δισεκατομμύριο παγκοσμίως.

Με αφορμή αυτή την παγκόσμια μέρα ας μάθουμε την ιστορία της περιοχής στην οποία δημιουργήθηκε και άνθισε ο πρώτος συνεταιρισμός παγκοσμίως. Η περιοχή αυτή είναι τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας.

Τα Αμπελάκια είναι παραδοσιακός οικισμός του νομού Λάρισας, χτισμένα στις βορειοδυτικές πλαγιές του όρους Όσσα στην είσοδο της κοιλάδας των Τεμπών. Το χωριό φημίζεται για τα σπουδαία αρχοντικά του καθώς γνώρισε πολύ μεγάλη οικονομική ανάπτυξη κατά το παρελθόν, χάρη στην επεξεργασία και την βαφή νημάτων με κόκκινο χρώμα που παρήγαγαν από την επεξεργασία του φυτού ριζάρι (Ρούβια η βαφική – Rubia tinctorum). Τα Αμπελάκια ανήκουν διοικητικά στον Δήμο Τεμπών ενώ στο παρελθόν αποτελούσαν έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Ο πληθυσμός τους σύμφωνα με την απογραφή του 2001 είναι 434 κάτοικοι.

Το χωριό δεν είναι με ακρίβεια γνωστό πότε πρωτοδημιουργήθηκε. Στη μεσαιωνική εποχή πάντως, η περιοχή των Αμπελακίων ήταν μέλος ενός πολίσματος – φρουρίου μέσα στην κοιλάδα των Τεμπών, του Λυκοστομίου (μετέπειτα Μπαμπά) και μάλλον με την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους το 1393 – 1394 οι κάτοικοι του βυζαντινού Λυκοστομίου ανέβηκαν στα βουνά της Όσσας.

Τα Αμπελάκια έγιναν οικισμός με αυτό το όνομα, μεταξύ 1454 και 1455 από πρωτοβουλία ενός Τούρκου τιμαριούχου, ο οποίος συγκέντρωσε στην περιοχή χωρικούς που δεν είχαν γη, ούτε ανήκαν σε γη άλλων και τους έβαλε να ζήσουν και να δουλέψουν στα χωράφια της περιοχής του. H ημερομηνία φαίνεται σε έγγραφο (τα χειρόγραφα του Maliyeden Mudevver) που είναι απογραφή και φορολογική καταγραφή της Θεσσαλίας, όπου αναφέρεται η ίδρυση του οικισμού τη συγκεκριμένη χρονολογία. Περιγράφοντας το μέρος οι Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς στη «Νεωτερική Γεωγραφία» τους, γράφουν «….ότι σε μικρή απόσταση από αυτήν (την κοιλάδα των Τεμπών) ως μισή ώρα μακριά από την δεξιά όχθη του Πηνειού, και ως τρεις από τη θάλασσα προς δύσι, εις μια τοποθεσία κρημνώδη και λακκώδη (βρίσκονται τα Αμπελάκια)…»

Όσον αφορά το όνομα του χωριού, κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το όνομα Αμφιλάκκια, δηλ. ανάμεσα σε δυο λάκκους, ενώ πιο πιθανό φαίνεται να το χωριό να πήρε το όνομά του από τα πολλά μικρά αμπέλια που καλλιεργούνταν κάποτε εκεί.

Τα Αμπελάκια τον καιρό της Τουρκοκρατίας ήταν από τα τυχερά χωριά που είχαν κάποια προνόμια και επίσης δεν κατοικούνταν από Τούρκους και έτσι οι Έλληνες μπόρεσαν πιο απρόσκοπτα και μόνο για το δικό τους συμφέρον να καλλιεργούν τα χωράφια τους και να ασκούν τις βιοτεχνικές δραστηριότητές τους, όπως την υφαντουργία, τη μεταξουργία, τη νηματοβαφή, την αμπελοκαλλιέργεια, κ.α.. Οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένο μόνο σε πληρωμή του φόρου υποτέλειας και αφού γινόταν αυτό ήταν παντελώς ελεύθεροι να αυτοδιοικούνται.

Ο οικισμός

Ο οικισμός αναπτύχθηκε πάνω στον άξονα του κεντρικού δρόμου που οδηγεί στο παζάρι της κωμόπολης, και από κει και πέρα στα χωράφια, τα αμπέλια, στα βαφεία, και το σχολείο. Στο παζάρι, την καρδιά κάθε οικισμού, βρίσκεται η πλατεία, τα μαγαζιά λιανικής, ο φούρνος, τα καφενεία και η εκκλησία. Πλήθος στενοσόκκακα οδηγούν στα σπίτια του οικισμού, περίπου 600 και ξεκινούν από το κεντρικό δρόμο σε οξεία γωνία για να αμβλύνουν τη μεγάλη κλίση του εδάφους. Οι δρόμοι είναι όλοι λιθόστρωτοι και σε μερικά σημεία – τα επικίνδυνα σημεία με μεγάλη κατωφέρεια – έχουν κατασκευαστεί σκαλοπάτια. Ο οικισμός είχε 2 εκκλησίες, τον Άγιο Γεώργιο χτισμένο γύρω στο 1720 και την Αγία Παρασκευή, χτισμένη πριν το 1580. Άλλα σημαντικά κτίσματα είναι το επισκοπικό μέγαρο της Επισκοπής Πλαταμώνος και Λυκοστομίου, το σχολείο, η βιβλιοθήκη, η θεατρική αίθουσα, το νοσοκομείο, οι κρήνες, και τα γεφύρια. Το παλαιότερο κτίριο στα Αμπελάκια είναι το κτίριο της Επισκοπής που χρονολογείται από το 1763. Τα απλά σπίτια της πόλης είναι διώροφα και ελεύθερα από όλες τις πλευρές. Στο ισόγειο (κατώι) γίνονταν οι καθημερινές δουλειές της οικογένειας και το χειμώνα συχνά κοιμόντουσαν και εκεί, λόγω του ότι ήταν ζεστότερο από τον επάνω. Στο κατώι υπήρχε ένας ελεύθερος ανοιχτός χώρος, η μέσα αυλή, από την οποία ξεκινούσε η εξωτερική σκάλα για τον επάνω όροφο (ανώι). Στη μέσα αυλή υπήρχε και το κελάρι, για την αποθήκευση τροφίμων και ξύλων, καθώς και πηγάδι. Στον επάνω όροφο ήταν οι κρεβατοκάμαρες της οικογένειας και ο χώρος υποδοχής των ξένων. Διάσημα αρχοντικά σπίτια είναι του Γεωργίου Σβαρτς που χτίστηκε το 1787 – 1798, του αδερφού του Δημητρίου Σβαρτς του 1803, του Ευθυμιάδη του 1740 σπουδαίο δείγμα κλειστής αρχιτεκτονικής, του Σολωμού του 1744, του Κρασούλη του 1797. Σήμερα διατηρούνται 17 αρχοντικά με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Αρχοντικό που έχει διατηρηθεί είναι το τριώροφο του Γεωργίου Σβαρτς (ή Μαύρου) που η κατασκευή του κράτησε από το 1787 μέχρι το 1798. Το σπίτι ήταν και η έδρα της Κοινής Συντροφίας όπως λεγόταν τότε ο συνεταιρισμός των Αμπελακίων, που περιείχε εκτός των άλλων το ταμείο, το θησαυροφυλάκιο της εταιρείας στο ισόγειο και αίθουσα συνεδριάσεων στον πρώτο όροφο.

Ο συνεταιρισμός των Αμπελακίων

Στα τέλη του 18ου αιώνα οι κάτοικοι των Αμπελακίων που επεξεργάζονταν κόκκινα νήματα τα οποία έβαφαν με βαφή που παρήγαγαν από το φυτό ριζάριαποφάσισαν να συνεταιριστούν για να αντιμετωπίσουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Αρχικά δημιουργήθηκαν μικροί συνεταιρισμοί αλλά το 1778 ενώθηκαν σε έναν. Πρόεδρος του συνεταιρισμού ήταν ο Αμπελακιώτης Γεώργιος Μαύρος. Ο συνεταιρισμός των Αμπελακίων θεωρείται ο πρώτος παγκοσμίως. Στο διάστημα λειτουργίας του συνεταιρισμού τα Αμπελάκια γνώρισαν μεγάλη ακμή και ανάπτυξη. Τα σπίτια των κατοίκων έγιναν πλουσιότερα και κτίστηκαν πολλά αρχοντικά, πολλά από τα οποία έχουν αναπαλαιωθεί σήμερα. Ο συνεταιρισμός διατηρήθηκε μέχρι το 1812 οπότε διαλύθηκε. Οι κυριότεροι λόγοι που οδήγησαν στην διάλυση του συνεταιρισμού ήταν η εφεύρεση της ανιλίνης που παρήγαγε ίδιο αποτέλεσμα με το ριζάρι και ήταν φθηνότερη, οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών του συνεταιρισμού και η υψηλή φορολογία που επέβαλε στους κατοίκους ο Αλή Πασάς. Παράλληλα μεγάλο πλήγμα δέχτηκε ο συνεταιρισμός από την πτώση της Ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω των Ναπολεόντειων πολέμων. Μετά το τέλος του συνεταιρισμού ο οικισμός των Αμπελακίων άρχισε να παρακμάζει.

Το αρχοντικό Σβαρτς

Το αρχοντικό του Γεώργιου Μαύρου ή Σβαρτς είναι το πιο εντυπωσιακό από τα πολλά αρχοντικά σπίτια που υπάρχουν στα Αμπελάκια. Το κτίριο το 1965 αγοράστηκε από το δημόσιο και σήμερα είναι ανοικτό στο κοινό. Ο Γεώργιος Μαύρος ήταν ο πρόεδρος του συνεταιρισμού των Αμπελακιωτών. Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί με τους οποίους εμπορευόταν του είχαν δώσει και το όνομα Σβαρτς με το οποίο έμεινε γνωστός. Ο Μαύρος κατασκεύασε στα Αμπελάκια ένα μεγάλο αρχοντικό το οποίο αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Το Αρχοντικό, που διατηρείται ακόμα και είναι επισκέψιμο είναι πέτρινο, τριώροφο, με τον πάνω όροφο να προεξέχει ελαφρά. Το κτίριο διαθέτει ξύλινη επένδυση και πλούσια διακόσμηση που περιλαμβάνει τοιχογραφίες, και ξυλόγλυπτά ταβάνια.

Το Ελληνομουσείον

Ελληνομουσείον ονομάστηκε το σχολείο που ιδρύθηκε στο χωριό το 1749. Το σχολείο λειτούργησε στο πρόναο της εκκλησίας που σήμερα είναι θεμελιωμένη η Αγία Παρασκευή. Σε αυτό το σχολείο καλούσαν διάσημους Έλληνες δασκάλους και ανάμεσά τους τον Γρηγόριο Κωνσταντά, (δίδαξε από το 1794 μέχρι το 1802), τον Άνθιμο Γαζή, (δίδαξε εκεί για 3 μήνες), τον Ευγένιο Βούλγαρη, τον Νεόφυτο Δούκα, τον Κωνσταντίνο Κούμα και πολλούς άλλους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 1882 φοιτούσαν στη σχολή αυτή 300 μαθητές και από τα γειτονικά χωριά. Σε αυτό διδάσκονταν Αρχαία Ελληνικά, Φιλοσοφία, ανώτερα Μαθηματικά και Φυσικές επιστήμες. Με έξοδα της Αμπελακιώτικης κοινότητας και με το ποσό των 21.500 φλορινίων, ο Άνθιμος Γαζής έγραψε και εξέδωσε το «Λεξικό της ελληνικής γλώσσας», το οποίο τελικά τυπώθηκε στη Βιέννη το 1809. Αργότερα, με την πτώχευση της Κοινής Συντροφίας το σχολείο παρήκμασε και τελικά το αντικατέστησε, πολύ αργότερα, από το 1879 και μετά, η Μανιάρειος σχολή, κληροδότημα του αμπελακιώτη Διαμαντή Μάνιαρη (1789 – 1871). Το σχολείο που απόκτησε πλούσια και φημισμένη βιβλιοθήκη κατέρρευσε από σεισμό το 1928. Το 1932 ανεγέρθη άλλο στη θέση του, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1986. Αλλά και κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων οι Αμπελακιώτες βοήθησαν πολλαπλά. Πολλοί έμποροι της διασποράς ανήκαν στη Φιλική Εταιρεία και όντας οικονομικά εύρωστοι δαπάνησαν μεγάλα ποσά για την οργάνωση του αγώνα αλλά πήραν και μέρος και στον ένοπλο αγώνα όταν ξέσπασε.

Στη νεότερη Ελλάδα

Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην υπόλοιπη Ελλάδα το 1881, τα Αμπελάκια αποτέλεσαν Δήμο με συνολικό πληθυσμό 3.037 κατοίκους, μαζί με τα χωριά Μπαμπά, Σπηλιά και Λασποχώρι. Με τη διοικητική μεταρρύθμιση του 1912 ο Δήμος χωρίστηκε στις κοινότητες των Αμπελακίων, του Μπαμπά (σημερινά Τέμπη), της Σπηλιάς και του Λασποχωρίου (σημερινού Ομολιού).

Η αρχή για το Ελληνικό κράτος

Η υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου από τους εκπροσώπους της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας. Τοιχογραφία του Γκουγκενμπέργκερ στο κτίριο της ελληνικής Βουλής

Στη συνθήκη του Λονδίνου της 6 Ιουλίου 1827 οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), παρακινούμενες από την επιθυμία ενίσχυσης της επιρροής τους στα Βαλκάνια, αποφάσισαν την ειρήνευση στην Ελλάδα προτείνοντας παράλληλα στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ την παραχώρηση ανεξαρτησίας στους Έλληνες. Ήταν μία απόφαση που άλλαξε ουσιαστικά τα δεδομένα του ελληνικού ζητήματος και οδήγησε τελικά στην ίδρυση του Ελληνικού Κράτους. Η επανάσταση ωστόσο δεν είχε ακόμη τελειώσει καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία απέρριψε τη Συνθήκη. Η οριστική ανεξαρτησία του νέου ελληνικού κράτους παγιώθηκε δυόμισι χρόνια αργότερα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου.Το σχέδιο της συνθήκης του Λονδίνου αποδίδεται στον Γεώργιο Κάνινγκ. Ο ριζοσπάστης στην εξωτερική πολιτική, Κάνινγκ, ορμώμενος είτε από φιλελληνικό αίσθημα είτε από πολιτική σκοπιμότητα, εξώθησε, την άνοιξη του 1827 το Μέτερνιχ (καγκελάριο της Αυστρίας, που επηρέαζε την Πρωσία και είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ της διατήρησης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) να αποσυρθεί από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Δυνάμεων για το ελληνικό ζήτημα. Έτσι, πέτυχε αφενός την απονεύρωση του φιλοτουρκικού κλίματος, αφετέρου τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής στο Ανατολικό ζήτημα. Μάλιστα, ο Κάνινγκ είχε αποστείλει στις 23 Αυγούστου του 1823, μέσω του Αμερικανού πρεσβευτή στο Λονδίνο, πρόταση στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Μονρόε για την από κοινού δράση περί προστασίας των νοτιοαμερικανικών κρατών από επιβουλές των ευρωπαϊκών δυνάμεων, κάτι που οδήγησε τον δεύτερο στη διατύπωση του δόγματος που φέρει το όνομά του (Δόγμα Μονρόε, 2 Δεκεμβρίου 1823) 

Η υπογραφή της συνθήκης

. Στις δυο μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες είχαν υπογράψει το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) ήταν μία συνθήκη ανάμεσα στην Μεγάλη Βρετανία και την Ρωσία που υπογράφηκε στις 4 Απριλίου του 1826 στην Αγία Πετρούπολη. Η συνθήκη υπογράφηκε από τον Άγγλο στρατηγό Ουέλιγκτον και τον Ρώσο υπουργό Nesselrod. Η συμφωνία προέβλεπε την ανάληψη διαμεσολάβησης των δύο χωρών στον πόλεμο μεταξύ Οθωμανικής αυτοκρατορίας και Επαναστατημένων Ελλήνων. Σκοπός της μεσολάβησης ήταν η δημιουργία Ελληνικού κράτους. Η συνθήκη προέβλεπε ότι οι δύο χώρες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν στρατό για να αναγκάσουν τις δύο πλευρές σε διαπραγματεύσεις) Ρωσία και Αγγλία, είχε πλέον προστεθεί και η Γαλλία έπειτα από την επίσκεψη του Τζορτζ Κάνινγκ στο Γάλλο μονάρχη Κάρολο Ι ο οποίος εξέφρασε τη θερμή του συμπαράσταση προς τους Έλληνες επαναστάτες. Μάλιστα, ο Γάλλος πρωθυπουργός Βιλλέλ, υπηρετώντας πιστά τον ηγεμόνα του, προσπάθησε να προσελκύσει στη σχεδιαζόμενη συμφωνία και την Αυστρία, όμως ο καγκελάριος Μέτερνιχ ήταν απαισιόδοξος σχετικά με την προοπτική επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των Ελλήνων και της Πύλης και δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Από τη μεριά του, ο σουλτάνος δεν έδειχνε διατεθειμένος πλέον για την παραμικρή παραχώρηση, καθώς οι στρατιωτικές επιτυχίες του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα τον έκαναν να πιστεύει ότι σύντομα θα κατέστειλε οριστικά την ελληνική εξέγερση και το ζήτημα της ελληνικής απελευθέρωσης θα καταντούσε «νεκρό γράμμα». Τελικά, στις 6 Ιουλίου του 1827 οι «τρεις προστάτιδες δυνάμεις», όπως αποκαλούνταν έκτοτε, δηλαδή η Αγγλία, η Γαλλία και η Αυτοκρατορική Ρωσία ήρθαν σε συμφωνία στο Λονδίνο με την υπογραφή της λεγόμενης «Ιουλιανής συνθήκης» που άνοιγε πια το δρόμο για τη δικαίωση του ήδη επταετή ένοπλου αγώνα των Ελλήνων. Οι τρεις ηγεμόνες των Δυνάμεων όριζαν, δια του κειμένου της συνθήκης που υπέγραψαν, ως πληρεξούσιούς τους, επιφορτισμένους να μετάσχουν των σχετικών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, αλλά και να υπογράψουν την τελική συμφωνία, τους κατωτέρω υψηλόβαθμους αξιωματούχους:

  • Γαλλία: Πρίγκιπας Ιούλιος Πολινιάκ, στρατηγός και πρέσβης του βασιλείου της Γαλλίας στη Σαρδηνία.
  • Μεγάλη Βρετανία: Αντικόμης Ουίλιαμ Δούδλεϊ, σύμβουλος του βασιλιά και αρχιγραμματέας της βρετανικής επικρατείας για τις εξωτερικές υποθέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου
  • Ρωσία: Πρίγκιπας Λιέβεν, στρατηγός (ΠΖ), γενικός υπασπιστής του τσάρου και διοικητής επίλεκτων ταγμάτων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Η αρχικώς προταθείσα ρύθμιση έκανε λόγο για αυτονομία της Ελλάδας με καταβολή φόρου υποτέλειας στο Σουλτάνο. Αξιοσημείωτο είναι, ότι με μυστικό πρωτόκολλο στο οποίο κατέληξαν οι εκπρόσωποι των τριών Δυνάμεων, και το οποίο ενσωματώθηκε στη συνθήκη, αποτελούμενου από τρία άρθρα, δινόταν διορία ενός μηνός στην Υψηλή Πύλη να αποδεχτεί τη διαμεσολάβηση των Δυνάμεων, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας οι πολεμικοί τους στόλοι εξουσιοδοτούνταν να καταφύγουν σε οποιαδήποτε ενέργεια έκριναν απαραίτητη, προκειμένου να επιβάλουν την επίτευξη ειρήνευσης. Τονιζόταν ωστόσο, πως οι ενέργειες αυτές θα έπρεπε να εντάσονται στο πλαίσιο των «φιλικών σχέσεων» με την Οθωμανική Αρχή, κάτι όμως που ήταν σχήμα οξύμωρο, καθώς δεν ήταν δυνατό, με ειρηνικά μέσα, να εξαναγκασθεί σε αποχώρηση ο Ιμπραήμ, αν δεν δεχόταν, όπως και έγινε, τους όρους της συνθήκης. Με τη συνθήκη ανατίθενταν στη Γαλλία «… να ειρηνεύση την χώραν, πράγμα που εσήμαινε την απόδιωξιν του Ιμβραήμ …». Η προς ελευθέρωση χώρα καθοριζόνταν ως «η κλασική Ελλάς», με την οποία οι ευρωπαίοι διπλωμάτες ενοούσαν την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες, την Αττική μαζί με μικρή προς τα δυτικά «ενδοχώρα» και την Εύβοια. Η δημιουργία ανεξάρτητης Ελλάδας φάνηκε τότε πως πρόβαλλε σαν ευρωπαϊκή ανάγκη. Η Συνθήκη δημοσιεύτηκε στην «Ανεξάρτητο Εφημερίδα της Ελλάδος» την 6η Αυγούστου 1827.

Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης.

Στη συνθήκη προβλεπόταν ότι στην υπό αναγνώριση ελεύθερη Ελλάδα θα περιλαμβάνονταν όσες περιοχές συμμετείχαν μέχρι τότε, σε ένοπλη επαναστατική δραστηριότητα. Ως εκ τούτου, στα τέλη του 1827 και παρά τον όρο της συμφωνίας που επέβαλε την ανακωχή των εχθροπραξιών, η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να διενεργήσει νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Ρούμελη, την Εύβοια, τη Χίο και την Κρήτη, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την αυτοδίκαιη ενσωμάτωση αυτών των τμημάτων της ελληνικής επικράτειας στο υπό ίδρυση κράτος. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες είτε εκφυλίσθηκαν σύντομα, είτε κατέληξαν σε τελμάτωση λόγω της αναμενόμενης αντίδρασης των τριών Δυνάμεων που απέκλειαν οποιαδήποτε πολεμική δράση και η οποία στάση εκφράσθηκε με διαβήματα προς την ελληνική διοίκηση. Οι «προστάτιδες» χώρες, εξάλλου, γνωρίζοντας ότι εξαιτίας της άρνησης του Ιμπραήμ να πειθαρχήσει στην απαίτησή τους για παύση των μαχών, είχαν επέμβει αποφασιστικά καταστρέφοντας τον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη ναυμαχία του Ναυαρίνου και δεν επιθυμούσαν να τους αποδοθεί η κατηγορία μεροληψίας υπέρ των Ελλήνων.

Κινήσεις του Ι. Καποδίστρια

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό της οριοθεσίας του υπό ίδρυση ελληνικού κράτους, οι οποίες πραγματοποιούνταν με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των τριών «προστάτιδων δυνάμεων» μέσω της πρεσβευτικής διάσκεψης στον Πόρο και την μόνιμης διπλωματικής διάσκεψης στο Λονδίνο το Σεπτέμβριο του 1828, ο Έλληνας κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας συνάντησε την αντίδραση της Άγγλίας, η οποία, για τους δικούς της λόγους, επιθυμούσε η έκταση της ανεξάρτητης Ελλάδας να περιορισθεί μέσα στο στενό πλαίσιο που περιείχε μόνο την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και τα νησία του Αργολικού κόλπου. Με τον τρόπο αυτό, οι Βρετανοί έθεταν σε δεύτερη μοίρα την επιρροή της Ρωσία στα του ελληνικού ζητήματος (δεδομένου ότι εκείνη την εποχή μαινόταν ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος) και με τον αποκλεισμό της Ρούμελης και της Εύβοιας από τα εδάφη της μελλοντικής ελεύθερης ελληνικής επικράτειας, ουσιαστικά πετύχαιναν να μετατρέψουν την τελευταία σε δικό τους, άτυπο, προτεκτοράτο (μικρό, ναυτικό κράτος, που θα εξαρτιόταν από την Αγγλία, για την επιβίωσή του) και μακριά από οποιαδήποτε εξάρτησή του με τα ρωσικά συμφέροντα. Από την άλλη, η προσωρινή ελληνική αρχή αλλά και ο κυβερνήτης προσωπικά, αγωνίζονταν να πετύχουν την αναθέρμανση των επαναστατικών εστιών στη Ρούμελη, όπου μάλιστα βρίσκονταν δυο οργανωμένα ελληνικά στρατόπεδα (του Τσορτς στα δυτικά και του Υψηλάντη στα Μέγαρα). Παρά την υποχρεωτική παύση όλων των εχθροπραξιών (ανακωχή) μεταξύ Ελλήνων των επαναστατών και της Οθωμανικής Πόρτας, που πρόβλεπε ρητά η συνθήκη του Λονδίνου και που ο μη σεβασμός της από τον Ιμπραήμ είχε προκαλέσει ήδη την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου κατά τη ναυμαχία που ακολούθησε στο Ναυαρίνο, η Ελλάδα ήταν, εκ των πραγμάτων, υποχρεωμένη να συνεχίσει να μάχεται για την ανάκτηση όσο περισσότερων εδαφών ήταν δυνατό πριν την τελική, κατάκτηση της ανεξαρτησίας της. Έτσι, ο Καποδίστριας, με δυο αναλυτικά υπομνήματα που απέστειλε στις 30 Οκτωβρίου 1828 προς τις «εγγυήτριες δυνάμεις», αφού εξέθετε την οικονομική κατάσταση της χώρας, ζητούσε τη χορήγηση δανείου για να καλυφθούν τα έξοδα δημιουργίας των απαραίτητων διοικητικών και στρατιωτικών αρχών, αλλά στην πραγματικότητα για να έχει την ευχέρεια να χρηματοδοτήσει τις σχεδιαζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Πηγή: https://www.timesnews.gr/synthiki-of-london-6-7-1827/

Η Μάχη του Μαραθώνα, η νεότερη

Πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των 3.000 Οθωμανών Τούρκων του Ομέρ Πασά και 600 Ελλήνων υπό τον Γιάννη Γκούρα, στην πεδιάδα του Μαραθώνα, εκεί όπου ο Μιλτιάδης είχε νικήσει τον στρατό των Περσών το 490 π.Χ. Η δεύτερη μάχη του Μαραθώνα έγινε στις 5 Ιουλίου 1824 και έληξε, όπως και η πρώτη, με επικράτηση των ελληνικών όπλων.

Τον Ιούνιο του 1824 ο πασάς της Καρύστου Ομέρ έλαβε εντολή να στραφεί κατά της Αττικής, σε μια εποχή που οι Έλληνες σπαράζονταν από εμφύλιες έριδες. Την ίδια περίοδο (24 Ιουνίου 1824), ο πρόεδρος του Εκτελεστικού, Γεώργιος Κουντουριώτης, όρισε φρούραρχο της Ακρόπολης τον δυναμικό οπλαρχηγό Γιάννη Γκούρα.

Πράγματι, στις αρχές Ιουλίου ο Ομέρ Πασάς αποβιβάστηκε στον Ωρωπό με 3.000 άνδρες (εκ των οποίων οι 2.000 γενίτσαροι), πυροβολικό και ιππικό. Αφού λεηλάτησε τη γύρω περιοχή, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα. Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Γκούρας συγκρότησε σώμα από 600 άνδρες, με τη συμμετοχή των χιλιάρχων Μαμούρη, Ρούκη και Πρεβεζιάνου και αποφάσισε να αναχαιτίσει τους Οθωμανούς στον Μαραθώνα. Στις 3 Ιουλίου 1824 κατέλαβε τον λοφίσκο (τύμβο) της πεδιάδας του Μαραθώνα με το παλαιό τείχος, απ’ όπου θα διάβαινε αναγκαστικά ο Ομέρ με τον στρατό του.

Οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο αντιπάλων έγιναν στις 5 Ιουλίου 1824. Πρώτα το πυροβολικό του Ομέρ άρχισε να βάλει κατά των ελληνικών θέσεων και στη συνέχεια ανέλαβαν δράση οι γενίτσαροι με το ιππικό, οι οποίοι αποκρούσθηκαν με σημαντικές απώλειες. Ο αγώνας εξελισσόταν αμφίρροπος και ο Γκούρας προσπαθούσε να ανεβάσει το ηθικό των στρατιωτών του, θυμίζοντάς τους τον άθλο των Αθηναίων κατά τον Περσών στον ίδιο χώρο πριν από 2.000 χρόνια.

Τότε, ως από μηχανής θεός, εμφανίσθηκε στο πεδίο της μάχης ο στρατηγός Διονύσιος Ευμορφόπουλος, προερχόμενος από την Κόρινθο. Είχε μάθει για την απόβαση των Τούρκων στην Αττική και έσπευσε με τους άνδρες του να βοηθήσει. Η απρόσμενη ενίσχυση αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων. Ο Γκούρας «σάλπισε» την αντεπίθεση και με την καθοριστική συνεισφορά των ανδρών του χιλίαρχου Γιάννη Ρούκη αιφνιδίασαν τους αντιπάλους τους και τους έτρεψαν σε φυγή. Οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης 260 νεκρούς, τον αρχηγό των γενιτσάρων Ιμπραήμ, καθώς και πλούσια λάφυρα, όπλα και δύο σημαίες.

Μετά τη μάχη, ο Γκούρας, μιμούμενος το βάρβαρο επινίκιο τουρκικό έθιμο, έκοψε τριάντα κεφάλια από τους Τούρκους πεσόντες και τα απέστειλε στην Αθήνα μαζί με τις δύο πολεμικές σημαίες, εν είδει θριάμβου. Παράλληλα, με επιστολή του προς τους δημογέροντες των Αθηνών χαρακτήρισε τη νίκη του ανώτερη σε ηρωισμό από εκείνη της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821), γιατί «ενίκησαν εκεί όπου ενίκησε πάλαι ποτέ και ο Μιλτιάδης».

Ο Ομέρ Πασάς, μετά την ήττα του, υποχώρησε με τον στρατό του στο Καπανδρίτι, ενώ ο Γκούρας με τον Ευμορφόπουλο επέστρεψαν στην Αθήνα για να ετοιμάσουν την  άμυνα της πόλης. Ο Οθωμανός πολέμαρχος θα επιχειρούσε να καταλάβει την Αθήνα για δεύτερη φορά στις αρχές Αυγούστου του 1824.

Πηγή : https://www.sansimera.gr/articles/542

Ένα Μουσείο … <<έγκλημα>>

Ομοίωμα του Γιαγκούλα και δέρματος κακοποιού

Το Εγκληματολογικό Μουσείο στεγάζεται στην οδό Μικράς Ασίας 75 στην περιοχή Γουδή και ανήκει στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στεγάζεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας. Αποτελεί το πρώτο Πανεπιστημιακό Μουσείο με αντικείμενο την Ιατροδικαστική και την Εγκληματολογία. Το Μουσείο καταγράφει την ιστορία του εγκλήματος στον ελληνικό χώρο κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα, μέσω της συλλογής, ταξινόμησης και ανάδειξης πειστηρίων εγκλήματος, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν κατά το παρελθόν για την άσκηση βίας.


Αποστολή

Σκοπός του Μουσείου είναι η υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, καθώς και η υποβοήθηση της επιστημονικής έρευνας στους αντίστοιχους τομείς. Επιπλέον, βασικός άξονας του Μουσείου είναι η μετάδοση της ακαδημαϊκά καλλιεργούμενης γνώσης στην ευρύτερη πανεπιστημιακή κοινότητα και η διάχυσή της στο κοινωνικό σύνολο. Το Μουσείο απευθύνεται κυρίως στους φοιτητές της Ιατρικής και των άλλων Σχολών Επιστημών Υγείας, στους φοιτητές της Νομικής με κατεύθυνση την Εγκληματολογία, αλλά και στους σπουδαστές των Σωμάτων Ασφαλείας, οι οποίοι προσεγγίζουν το έγκλημα από διαφορετική σκοπιά ανάλογα με την ειδικότητά τους. Ειδικότερα για τους φοιτητές της Ιατρικής και της Φαρμακευτικής, η επίδειξη και η επεξήγηση των εκθεμάτων του Μουσείου αποτελεί χρησιμότατο βοήθημα για την κατανόηση του μαθήματος της Ιατροδικαστικής και της Τοξικολογίας. Επίσης, για τους ειδικευόμενους στην Ιατροδικαστική, το Εγκληματολογικό Μουσείο προσφέρει πεδίο εκπαίδευσης και έρευνας, μέσω της μελέτης των εκθεμάτων του.


Ιστορία του Μουσείου

Τo Μουσείο ιδρύθηκε το 1932 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 5343/1932 (ΦΕΚ 86/Α΄), άρθρο 297 «Περί Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών», η δε συγκρότησή του άρχισε το 1933. Ιδρυτής του Μουσείου υπήρξε ο Καθηγητής Ιατροδικαστικής Ιωάννης Γεωργιάδης (1874-1960). Από το 1912 και σε όλη τη διάρκεια των σαράντα ετών που διετέλεσε τακτικός Καθηγητής της Έδρας της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας συγκέντρωσε μεθοδικά, ακαταπόνητα και με επιμέλεια τα αντικείμενα των συλλογών, πειστήρια εγκληματικών πράξεων, θέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις βάσεις για τη δημιουργία του Μουσείου. Τον εμπλουτισμό των συλλογών αυτών συνέχισαν και οι διάδοχοί του, Καθηγητές της Έδρας της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, Γρ. Κάτσας, Κ. Ηλιάκης, Γ. Αγιουτάντης και Αντ. Κουτσελίνης, σε συνεργασία με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές και τον ελληνικό στρατό. Πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Μουσείο στεγάστηκε σε ένα δωμάτιο επί της οδού Σωκράτους, κοντά στην Ομόνοια. Αργότερα, μεταφέρθηκε στο κτήριο που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Ακαδημίας και Μασσαλίας, όπου σήμερα στεγάζεται το εντευκτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών «Κωστής Παλαμάς» και στο οποίο παρέμεινε για περίπου μισό αιώνα. Το 1974 το Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας μεταφέρθηκε στο τότε νεόδμητο κτήριο του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας στην περιοχή Γουδή και μαζί του μεταφέρθηκε και το Μουσείο σε συγκεκριμένο χώρο φύλαξης των εκθεμάτων. Το 1977 ο τότε διευθυντής του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Αντ. Κουτσελίνης, ανέλαβε προσωπικά τη διαφύλαξη, επανέκθεση και διεύρυνση της εγκληματολογικής συλλογής. Κατά τη διάρκεια της θητείας του και συγκεκριμένα το 1992, το Εγκληματολογικό Μουσείο επαναλειτούργησε στον πρώτο όροφο του Εργαστηρίου, ύστερα από την κατασκευή προσθήκης στο ήδη υπάρχον κτήριο.

Οι συλλογές του Μουσείου

Οι Συλλογές του Μουσείου περιλαμβάνουν περισσότερα από χίλια πεντακόσια ιστορικά αντικείμενα τα οποία πιστοποιούν την άσκηση βίας. Η σπουδαιότητα των συλλογών έγκειται στο γεγονός ότι καθένα από τα αντικείμενα έχει να «αφηγηθεί» με το δικό του τρόπο την ιδιαίτερη και μοναδική ιστορία του. Επιπροσθέτως, μπορεί να ταυτιστούν με γεγονότα και πρόσωπα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ιδιαιτέρως στην πορεία της Ιατροδικαστικής και της Εγκληματολογίας στην Ελλάδα κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Η τεκμηρίωση και η ψηφιοποίηση ενός σημαντικού μέρους των συλλογών του Μουσείου επετεύχθη με το έργο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας» (Μέτρο 2.4, Πρόσκληση 91) υπό τον τίτλο: «Συλλογή, Τεκμηρίωση και Ψηφιοποίηση Υλικού του Εγκληματολογικού Μουσείου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών». Οι συλλογές του Μουσείου είναι οι εξής:

Συλλογές Ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος 

  • Ανθρώπινα υπολείμματα

           – Μία ακέραιη μούμια

           – Κεφαλές καρατομηθέντων ληστών

           – Ξηρά παρασκευάσματα

           – Νωπά παρασκευάσματα μονιμοποιημένα σε φορμόλη

           – Σκελετικό υλικό

  • Ζωικά υπολείμματα
  • Βρόχοι από απαγχονισθέντες αυτόχειρες και περιστατικά στραγγαλισμού
  • Κέρινα προπλάσματα ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος
  • Έντυπο υλικό ιατροδικαστικού ενδιαφέροντος

Συλλογές Τοξικολογικού ενδιαφέροντος

  • Δείγματα εξαρτησιογόνων ουσιών (ναρκωτικές ουσίες)
  • Πειστήρια δηλητηριάσεων
  • Δείγματα χημικών και φαρμακευτικών ουσιών
  • Σκεύη χρήσης χασίς
  • Προπλάσματα δηλητηριωδών μανιταριών

Συλλογές Εγκληματολογικού ενδιαφέροντος

  • Λαιμητόμος (γκιλοτίνα) της εποχής του Όθωνα
  • Όπλα και πολεμικό υλικό

          – Αγχέμαχα και πυροβόλα όπλα

          – Αντικείμενα, εργαλεία και βακτηρίες-όπλα (μαγκούρες)

          – Εκρηκτικές ύλες και πυρομαχικά

          – Στρατιωτικός εξοπλισμός

  • Αντικείμενα μαγγανείας, προερχόμενα από τελετές μαγείας
  • Πλαστά τραπεζογραμμάτια του 19ου και 20ου αιώνα

Επισκεψιμότητα

Το Εγκληματολογικό Μουσείο λόγω της ιδιαιτερότητας των εκθεμάτων του δεν είναι ανοιχτό στο ευρύ κοινό και η ξενάγησή του μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από συνεννόηση με το Διευθυντή ή τα μέλη της τριμελούς επιτροπής του. Το Μουσείο δεν διαθέτει προσωπικό, εκτός από τον Διευθυντή και την τριμελή επιτροπή που απαρτίζεται από μέλη ΔΕΠ, τα οποία εργάζονται εθελοντικά στο Μουσείο με σκοπό την εκπαίδευση των φοιτητών και την ξενάγηση των επισκεπτών.

Πηγή: Πανεπιστήμιο Αθηνών

https://www.uoa.gr/to_panepistimio/moyseia/egklimatologiko/