Μετά τη νίκη του εναντίον της Συγκλήτου το 46π.Χ., ο Καίσαρας έγινε η κεφαλή τυ ρωμαϊκού κράτους και διατήρησε αυτή τη θέση ως τον θάνατό του στις 15 Μαρτίου 44 π.Χ. Δεν θεώρησε απαραίτητο να την ενισχύσει καταφεύγοντας στις μεθόδους του Μάριου και του Σύλλα. Δεν επεδίωξε να εξοντώσει όλους όσους είχαν πολεμήσει εναντίον του ή αυτούς που θα μποορούσαν να θεωρηθούν ύποπτοι για έλλειψη αφοσίωσης στο πρόσωπό του. Μια τέτοια πολιτική του ήταν αποκρουστική. Πίστευε προφανώς πως η τρομοκρατία δεν μπορούσε να στηρίξει αποτελεσματικά καμιά μορφή εξουσίας.

Αντίθετα, κάλεσε σε συνεργασία οπαδούς της εχθρικής παράταξης, εφόσον πίστευε πως ήταν ικανοί να υπηρετήσουν το κράτος. Μερικοί από αυτούς ήταν ο Κικέρων, ο Κάσσιος, ο Μάρκος και ο Δέκιμος Βρούτος. Ο ίδιος ο Καίσαρας δεν θεωρούσε τον εαυτό του δεσμευμένο από το δημοκρατικό του παρελθόν. Ποτέ δεν διανοήθηκε να δώσει στη Σύγκλητο τις παλιές της εξουσίες ή να αναγνωρίσει κυριαρχικά δικαιώματα στον ρωμαϊκό όχλο. Ωστόσο η δράση τους ως αρχηγού του κράτους διήρκεσε λιγότερο από δύο χρόνια.

Τα εσωτερικά του ρωμαϊκού κράτους απαιτούσαν κάποια αναδιοργάνωση, έστω και με προσωρινά μέτρα. Ο κυβερνητικός μηχανισμός θα έπρεπε να είναι σε θέση να λειτουργεί και στη διάρκεια που ο Καίσαρας απουσίαζε. Πρώτο του μέλημα ήταν να εξασφαλίσει για τον εαυτό του τον ανώτατο έλεγχο σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής και μάλιστα έτσι, ώστε εξωτερικά τουλάχιστον να μη διακρίνεται καμία αλλαγή. Σε αυτό φαίνεται να υιοθέτησε την τακτική που είχαν εφαρμόσει πολλά χρόνια πριν οι Έλληνες τύραννοι. Ο Καίσαρας διατήρησε, όπως και αυτοί, τα παλιά ονόματα των θεσμών προσθέτοντας παράληλα και ένα νέο στοιχείο που άλλαζε το περιεχόμενο τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην αναγνωρίζονται. Το νέο αυτό στοιχείο ήταν η εξουσία του, η εξουσία που ανήκε αποκλειστικά στον Καίσαρα.

Η εξουσία αυτή ήταν ένα είδος μωσαϊκού, φτιαγμένο από πολλά κομμάτια. Το καθένα από αυτά είχε ρωμαϊκή προέλευση και ρωμαϊκή ονομασία, όμως τις περισσότερες φορές πίσω από κάθε όνομα κρυβόταν κάτι καινούργιο. Την εξουσία του, που ήταν ανώτερη από όλες τις εξουσίες των άλλων αρχόντων και δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη δική τους, δήλωνε ο τίτλος «δικτάτωρ» που έφερε ο Καίσαρας για ένα διάστημα, το 49 και το 47 π.Χ., και του απένειμαν το 46 π.Χ. για 10 χρόνια η Σύγκλητος και ο ρωμαϊκός λαός. Την επόμενη χρονιά ανακηρύχθηκε ισόβιος δικτάτορας. Ο θεσμός όμως του ισόβιου δικτάτορα ήταν αντίθετος προς τις αρχές του ρωμαϊκού πολιτεύματος. Χωρίς αμφιβολία ο ρωμαϊκός τίτλος «δικτάτωρ» έπαιζε σε αυτήν την περίπτωση τον ρόλο ενός προσωπείου: κάλυπτε το πολιτειακό καθεστώς που οι Έλληνες ονόμαζαν «τυραννίδα» και οι λαοί της Ανατολής «μοναρχία».

Ο Καίσαρας απέκτησε εξουσίες που δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία του ρωμαϊκού πολιτεύματος. Ένας ειδικός νόμος του ανέθετε την επιτήρηση των ηθών που ανήκαν παλαιότερα στις δικαιοδοσίες των τιμητών. Αυτό το αξίωμα το χρησιμοποιούσε ο Καίσαρας προκειμένου να απειλεί με αποπομπή από τη Σύγκλητο ή την τάξη των ιππέων, όλους όσους έπεφταν στη δυσμένειά του, με το πρόσχημα πως η διαγωγή τους δεν τιμούσε τη θέση τους.

Άλλοι ειδικοί νόμοι έδιναν στον Καίσαρα:

  • το δικαίωμα να διορίζει τους διοικητές των επαρχιών και να συνιστά στο λαό του μισούς από τους άρχοντες που εκλέγονταν για να ασκήσουν το αξίωμά τους στη Ρώμη,
  • το δικαίωμα να συνάπτει ειρήνη και να κηρύσσει πόλεμο,
  • το δικαίωμα να ψηφίζει πρώτος στη Σύγκλητο,
  • το δικαίωμα να έχει μόνιμα την ηγεσία του στρατού και τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, και τέλος,
  • το δικαίωμα να εκδίδει διατάγματα επικυρωμένα προηγουμένως χωρίς συζήτηση από τη Σύγκλητο.

Αυτή η συσσώρευση διαφόρων εξουσιών δημιούργησαν για τον Καίσαρα μια ξεχωριστή θέση μέσα στο κράτος. Η Σύγκλητος, που αποτελούνταν από οπαδούς του, ήταν το συμβούλιό του. Η λαϊκή συνέλευση συνερχόταν για να επικυρώνει απλώς με την ψήφο της νόμους που είχαν ήδη αποφασιστεί. Ο θεσμός των δημάρχων δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Ο Καίσαρας ήταν ουσιαστικά ένας ανεξέλεγκτος μονάρχης. Δεν είναι βέβαιο αν σκόπευε να αποδεχθεί τον τίτλο του βασιλιά. Οι εχθροί του πάντως το διακήρυτταν, οι πιο φανατικοί οπαδοί του, όπως ο Μάρκος Αντώνιος, φαίνεται πως το επιθυμούσαν. Ο ίδιος ο Καίσαρας ποτέ δεν διασαφήνισε τις απόψεις του πάνω σε αυτό το σημείο.

Στηρίγματα της απολυταρχικής εξουσίας ο Καίσαρας έβρισκε στον στρατό, στους παλαιμάχους του και στα αξιώματα που του είχαν παραχωρηθεί από το λαό: η γοητεία που ασκούσε η προσωπικότητά του έκανε τις μάζες να τον βλέπουν με ένα είδος θρησκευτικού δέους. Για τα πλατύτερα στρώματα του λαού ο Καίσαρας δεν ήταν μόνο ευνοούμενος της τύχης και μια στρατιωτική ιδιοφυία, αλλά συγχρόνως και ένα ανώτερο ον. Οι θρηκευτικές ιδέες της αρχαιότητας δεν χάραζαν σαφή όρια ανάμεσα σε ανθρώπινο και θείο. Οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Καίσαρα ένα υπεράνθρωπο, έναν «ήρωα» με την αρχαία θρησκευτική έννοια της λέξης.

Ο Καίσαρας γίνεται δικτάτορας
Φαντατσική απεικόνιση του ναού αφιερωμένου στον Καίσαρα

Απέναντι σε αυτή τη στάση ο Καίσαρας κάθε άλλο παρά δυσαρέσκεια έδειχνε, αντίθετα μάλιστα την ενθάρρυνε. Δεν διαμαρτυρήθηκε όταν η Σύγκλητος ενέκρινε ψήφισμα που οδηγούσε στη θεοποίησή του: δημιουργήθηκε ένα ειδικό σώμα ιερέων, οι Julii Luperci, ιδρύθηκε ναός αφιερωμένος στον Καίσαρα και στη θεά Clementia και ορίστηκε ένας ιδιαίτερος ιερέας για τη λατρεία. Τέλος άλλαξε το όνομα του μήνα Quintilis σε Iulius (Ιούλιος).

Ο Καίσαρας, οι Ρωμαίοι πολίτες και το τέλος του

Ο Καίσαρας είχε πρόθεση να καταργήσει την αυστηρή διάκριση ανάμεσα στην Ιταλία και τις επαρχίες και να δημιουργήσει σε όλη την έκταση του κράτους μια τάξη που θα είχε τα ίδια δικαιώματα με τους Ρωμαίους πολίτες στην Ιταλία. Με το ίδιο πνεύμα έγιναν και οι μεταρρυθμίσεις στην Σύγκλητο: θα εκπροσωπούσε τώρα όχι μόνο τη Ρώμη και την Ιταλία αλλά ολόκληρη την αυτοκρατορία. Γι΄ αυτό ο οΚαίσαρας επέβαλε την εισδοχή στη Σύγκλητο των φίλων και πιστών υποστηρικτών του, χωρίς να λάβει υπόψιν την καταγωγή ή την προηγούμενη σταδιοδρομία τους.

Ωστόσο ο Καίσαρας δεν υπολόγισε την δύναμη της συγκλητικής τάξης, η οποία κάθε άλλο παρά είχε συμβιβαστεί με την ιδέα πως τερματίστηκε η κοινωνική και πολιτική της δραστηριότητα. Έτσι ο διορισμός στη Σύγκλητο προσώπων που σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν αναρριχηθεί στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας, η χωρίς φειδώ απονομή του τίτλου του Ρωμαίου πολίτη, η άρνηση να αναγνωριστούν τα προνόμια της ιθύνουσας τάξης συνέβαλαν σε όχι μικρό βαθμό στο βίαιο τέλος του Καίσαρα. Οι αριστοκράτες συγκλητικοί δεν ήταν διατεθειμένοι να παραιτηθούν χωρίς μάχη από τα προνόμια τα οποία επί αιώνες κατείχε η τάξη τους.

Ο Καίσαρας γίνεται δικτάτορας
Φανταστική αναπαράσταση της δολοφονίας του Καίσαρα

Η συνωμοσία που οργανώθηκε το 44 π.Χ. εναντίον του Καίσαρα από ομάδα συγκλητικών πέτυχε, η επιτυχία της όμως ήταν συμπτωματική. Αν αναλογιστούμε πως ύστερα από τη δολοφονία του Καίσαρα, η συγκλητική παράταξη κατόρθωσε να εξασφαλίσει ένα μεγάλο αριθμό οπαδών και πως, μολονότι νικημένη, μπόρεσε να αναγκάσει τον Οκτάβιο, τον υιοθετημένο γιο του Καίσαρα, να σεβαστεί τις επιθυμίες της, πρέπει να δεχθούμε ότι ο Καίσαρας προχώρησε πολύ μακριά και πως η ώρα για έναν αποφασιστικής σημασίας μετασχηματισμό της ρωμαϊκής πολιτείας δεν είχε έρθει ακόμα.

Στις Ειδούς (15) του Μαρτίου του 44 π.Χ. μια ομάδα συνωμοτών δολοφόνησαν τον Καίσαρα κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας της Συγκλήτου. Αρχηγοί τους ήταν ο Μάρκος, ο Δέκιμος Βρούτος και ο Κάσσιος. Είχαν με το μέρος τους μεγάλο μέρος της Συγκλήτου, όμως ούτε από τον λαό της Ρώμης, ούτε από τον στρατό, ούτε ακόμη και από τον υπόλοιπο πληθυσμό της Ιταλίας βρήκαν την επιδοκιμασία που περίμεναν.

Η αυτόματη μεταβίβαση της εξουσίας στη Σύγκλητο που, σύμφωνα με τις προσδοκίες των συνωμοτών θα ακολουθούσε τον θάνατο του Καίσαρα, δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Αντώνιος, ένας από τους υπάτους και ο Λέπιδος, αρχηγός του ιππικού, είχαν στη διάθεσή τους μια απόλυτα αφοσιωμένη στρατιωτική δύναμη που του έδωσε τη δυνατότητα να καταπνίξουν κάθε απειλητική κίνηση της Συγκλήτου. Η θέση των συνωμοτών έγινε ακόμη πιο δύσκολη, όταν διαπιστώθηκε πως και ο πληθυσμός της πρωτεύουσας ήταν εναντίον τους. Ο όχλος εξαγοράστηκε με τις χρηματικές παροχές τις οποίες κληροδοτούσε σε αυτόν ο Καίσαρας, σύμφωνα με μια διαθήκη που ο Αντώνιος φρόντισε αμέσως να φέρει στη δημοσιότητα.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».