Ο Μήτρος Τζιατζιάς ήταν Έλληνας λήσταρχος που έδρασε στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στην Μακεδονία την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ήταν ιδιαίτερα γνωστός για την απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη το 1929 στη Θεσσαλία.

Ο Τζιατζιάς γεννήθηκε το 1888 στην Κρανιά Λάρισας. Το 1914 ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Λάρισα έμαθε ότι ο αδερφός του είχε πεθάνει στις φυλακές της πόλης. Ο Μήτρος Τζιατζιάς βγήκε στην αναφορά και αφού εξήγησε στον διοικητή του τι είχε συμβεί ζήτησε μία ολιγοήμερη άδεια προκειμένου να επιστρέψει στο χωριό του και να κανονίσει τα της κηδείας. Το αίτημα του όμως αυτό δεν έγινε δεκτό.

Τότε ο Τζιατζιάς λιποτάκτησε. Προφανώς, ωστόσο, μετά από αυτή την κίνηση δεν μπορούσε να επιστρέψει στον στρατό και κάπως έτσι ξεκινάει η ιστορία του σαν «κλαρίτης». Το ζήτημα, όμως, είναι πως αυτό ήταν μία απόφαση που στηρίχθηκε στο θυμικό και δεν ήταν συνειδητή όπως συνέβαινε συνήθως εκείνη την εποχή με όσους επέλεγαν την παρανομία και τη ζωή στο βουνό.

Τα πρώτα χρόνια της δράσης του Μήτρου Τζιατζιά κύλησαν κυρίως με ζωοκλοπές, ενδεικτικό του ότι δεν ήθελε να βρίσκεται στο βουνό. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, μόλις τρία χρόνια αργότερα αποφάσισε να επιστρέψει στην κανονική ζωή. Ένας ταγματάρχης της χωροφυλακής του υποσχέθηκε ότι αν παραδιδόταν οικειοθελώς και παρέδιδε τον οπλισμό του, αυτός θα μεσολαβούσε ώστε να μην διωχθεί. Ο Μήτρος Τζιατζιάς πείστηκε και παραδόθηκε. Αντί, όμως, να επιστρέψει στο χωριό του βρέθηκε στη φυλακή. Και, μάλιστα, βρέθηκε στις φυλακές της Λάρισας, εκεί που μερικά χρόνια νωρίτερα είχε πεθάνει ο αδερφός του.

Στην αρχή θεώρησε πως είχε γίνει κάποιο λάθος και πως η περιπέτειά του αυτή είχε διαδικαστικό χαρακτήρα. Όσο περνούσε ο καιρός και έβλεπε πως η υπόσχεση του αξιωματικού της χωροφυλακής ήταν «λόγια του αέρα», τόσο μεγάλωνε μέσα του ο θύμος και η οργή. Παράλληλα, μαθαίνει από συγκρατούμενους αλλά και δεσμοφύλακες πως στο δικαστήριο, που θα γίνει, η καταδίκη του είναι σίγουρη και πως στην πραγματικότητα ο διοικητής της χωροφυλακής τον είχε εξαπατήσει. Ο θυμός και η οργή επέστρεψαν και κάπως έτσι ο Μήτρος Τζιατζιάς απέδρασε και επέστρεψε στα γνώριμα και εκείνον λημέρια των βουνών. Αυτή τη φορά, ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να ζήσει σαν κανονικός λήσταρχος και να μην περιοριστεί σε ζωοκλοπές.

Ο λήσταρχος Μήτρος Τζιατζιάς

Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έφτιαξε τη δική του συμμορία. Τόπος δράσης του ήταν οι περιοχές γύρω από τον Όλυμπο. Γρήγορα ξεκίνησε τις ληστείες. Πολλά από τα χρήματα που κέρδιζε από τις ληστρικές επιδρομές του, τα έδινε στους φτωχούς για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν για να βοηθάει όσους πραγματικά το είχαν ανάγκη και ο δεύτερος προκειμένου να εξασφαλίζει πως κανείς από τους χωρικούς δεν πρόκειται να τον προδώσει στους χωροφύλακες που τον καταζητούσαν.

Η φήμη του Μήτρου Τζιατζιά άρχισε να γιγαντώνεται και σε αυτό βοήθησε όχι μόνο η δράση του αλλά και η φυσική του παρουσία. Ψηλός, γεροδεμένος με μακριά σγουρά μαλλιά, ο Τζιατζιάς ασκούσε μεγάλη γοητεία στις γυναίκες. Σύντομα κέρδισε τον «τίτλο» του «γυναικοκατακτητή». Του δόθηκε, μάλιστα, και ο χαρακτηρισμός «Δον Ζουάν των ελληνικών ορέων»!

Στις 11 Δεκεμβρίου του 1924 κοντά στο χωριό Όρλιακο Σερρών (σημ. Στρυμονικό) ο Μήτρος Τζιατζιάς, μαζί με τον Δημήτριο Μπουρλή, τον Σπύρο Γκανάτσιο ή Γκάτσιο και τον Βασίλη Μπούτο ή Μπότσαρο αφού έκλεισαν το δρόμο με συρματόπλεγμα, σταμάτησαν πέντε αυτοκίνητα που πήγαιναν από την Νιγρίτα στη Θεσσαλονίκη και λήστεψαν τους επιβαίνοντες που ήταν άνθρωποι πλούσιοι (μεταξύ αυτών ήταν γιατροί και καπνέμποροι). Η λεία της ληστείας ήταν 100.000 δραχμές. Μετά την ληστεία και τη διαφυγή των ληστών τα θύματα κατάφεραν να φτάσουν αρχικά στον Λαγκαδά και τελικά στη Θεσσαλονική όπου κατήγγειλαν την ληστεία.

Αμέσως άρχισε μια γιγάντια επιχείρηση της χωροφυλακής σε ολόκληρο των κάμπο των Σερρών και στο όρος Μπέλες προκειμένου να μην μπορέσουν οι ληστές να διαφύγουν από την περιοχή, στις έρευνες βοηθούσαν και στρατιώτες του πεζικού. Παρ’ όλα αυτά οι δράστες κατάφεραν να περάσουν από την περιοχή της Δοϊράνης στη Σερβία όπου βρήκαν καταφύγιο σε γνωστούς τους ληστοτρόφους.

Τον Ιανουάριο του 1925 όμως αυτοί οι ληστοτρόφοι, που τους είχαν βοηθήσει, τους κατέδωσαν στις σερβικές αρχές που τους συνέλαβαν. Ο Βασίλης Μπούτος ενώ οδηγούνταν στη σερβική αστυνομική διεύθυνση στο Μοναστήρι κατάφερε να δραπετεύσει. Οι άλλοι παραδόθηκαν στην ελληνική χωροφυλακή και οδηγήθηκαν στις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Δύο μήνες αργότερα ο Τζιατζιάς με τον Μπουρλή δραπέτευσαν από το Γεντί Κουλέ, κατά την απόδραση όμως ο δεύτερος τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Μήτρος Τζιατζιάς αρχικά τον κουβάλησε στις πλάτες του όμως κάποια στιγμή αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει στο δάσος του Σέιχ Σου προκειμένου να μην τον πιάσουν οι χωροφύλακες που τους κυνηγούσαν. Ο Μπουρλής συνελήφθη, δικάστηκε (μαζί με τον Σπύρο Γκανάτσιο ή Γκάτσιο) καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ο Γκανάτσιος καταδικάστηκε σε ισόβια.

Την Πρωτομαγιά του 1928 ο Τζιατζιάς απήγαγε έξω από την Λάρισα τους αδερφούς Κουκουμπάνη, ο ένας εκ των οποίων ήταν διευθυντής των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και άλλος διευθυντής των κτημάτων Τόψιν.

Στις 4 Αυγούστου του 1928 τα ξαδέρφια Τάκης και Κώστας Κουμπής, γνωστοί λήσταρχοι που δρούσαν στην Ήπειρο, με τη συμμορία τους μαζί και με συνεργάτες του Μήτρου Τζιατζιά, απήγαγαν τους βουλευτές Αλέξανδρο Μυλωνά και Αλέξανδρο Μελά έξω από τα Γιάννενα. Οι ληστές άφησαν ελεύθερο τον Μυλωνά μετά από 4 μέρες και κράτησαν τον Μελά, που ήταν και πλουσιότερος, μέχρι την καταβολή των λύτρων ύψους 5.200.000 δραχμών, που πραγματοποιήθηκε 8 μέρες μετά την απαγωγή. Φαίνεται πάντως ότι η σχέση του Τζιατζιά με τους Κουμπαίους διαταράχθηκε μετά την απαγωγή των βουλευτών πιθανόν λόγω διαφωνιών σχετικά με το μοίρασμα των λύτρων. Η απαγωγή των δύο βουλευτών επισκίασε την προεκλογική περίοδο για τις εκλογές της 19ης Αυγούστου και όξυνε περισσότερο το ήδη τεταμένο πολιτικό κλίμα.

Ο Μήτρος Τζιατζιάς
Ο Σωτήρης Χατζηγάκης

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1929 η απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη και άλλων τεσσάρων ατόμων, από τη συμμορία του Τζιατζιά, συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία. Ο γερουσιαστής και οι υπόλοιποι απαχθέντες έφευγαν μαζί με δεκάδες άλλους ταξιδιώτες από το Περτούλι, που ήδη από την εποχή εκείνη ήταν τόπος παραθερισμού, όταν δέχτηκαν την επίθεση των ληστών. Ο Τζιατζιάς και οι σύντροφοί του, που είχαν πληροφορίες ότι ανάμεσά τους θα ήταν και μέλη της οικογένειας Αβέρωφ, σχεδίαζαν να απαγάγουν τα παιδιά της εν λόγω οικογένειας προκειμένου να ζητήσουν ως λύτρα ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Όμως οι Αβέρωφ είχαν ακυρώσει την αναχώρησή τους την τελευταία στιγμή.

Όταν οι ληστές κατάλαβαν ότι τα πρόσωπα που έψαχναν δεν ήταν ανάμεσα στους ταξιδιώτες, αποφάσισαν να απαγάγουν τον μικρό Μελέτη Σταματόπουλο, που ο πατέρας του και τα αδέρφια του είχαν την Ηλεκτρική Εταιρία Τρικάλων και ήταν εγγονός του γερουσιαστή Χατζηγάκη. Τότε ο γερουσιαστής τους παρακάλεσε και κατάφερε να τους πείσει να πάρουν αυτόν μαζί τους αντί του παιδιού. Ο Τζιατζιάς και οι σύντροφοί του πήραν μαζί τους επίσης το γιό του Αθανασίου Μπαλιάκου, το γιό του πιλοποιού Ραφτάκου, το διοικητή του σταθμού χωροφυλακής στο Περτούλι υπενωματάρχη Καραμπέτσο και τον γιατρό Κωνσταντίνο Ζάχο.

Οι ληστές στην αρχή ζήτησαν ως λύτρα 5.000.000 δραχμές. Ο γαμπρός του Χατζηγάκη Σταματόπουλος υπέβαλλε αίτηση προς την κυβέρνηση «να καταβάλλει εξ ονόματος του Κράτους τα ζητηθέντα λύτρα δια τον Γερουσιαστήν Χατζηγάκην» αναφερόμενος συγχρόνως και στη στάση της κυβέρνησης κατά την απαγωγή των βουλευτών Μελά και Μυλωνά, όμως ο Βενιζέλος και η κυβέρνηση δεν έκαναν δεκτό το αίτημα προκειμένου «όπως μη καθιερωθεί η αρχή τής υπό του Κράτους καταβολής λύτρων». Παράλληλα αναφέρθηκε ότι στην απαγωγή των Μελά και Μυλωνά η κυβέρνηση δεν είχε καταβάλλει τα λύτρα «αλλά απλώς εγγυήθηκε στην Εθνική Τράπεζα για λογαριασμό της συγγενούς του Μελά κυρίας Σλήμαν, πιστώτριας του Κράτους, διά ποσόν 17 εκ. δρχ.». Τελικά οι ληστές απελευθέρωσαν τους απαχθέντες εννιά μέρες μετά την απαγωγή αφού πήραν τελικά ως λύτρα 600.000 δραχμές.

Το τέλος του Μήτρου Τζιατζιά

Από εκείνη την ημέρα και έπειτα, ο Μήτρος Τζιατζιάς βρέθηκε στο «μάτι του κυκλώνα». Επικηρύχθηκε για 700.000 δραχμές και ολόκληρα καταδιωκτικά αποσπάσματα της χωροφυλακής τον κυνηγούσαν νύχτα και μέρα. Τελικά, στις 23 Μαρτίου του 1930, κοντά στο χωριό Ελάτεια λίγο έξω από τη Λάρισα, ο Μήτρος Τζιατζιάς και η συμμορία του εγκλωβίστηκαν από 15 αποσπάσματα μέσα σε μία δυσπρόσιτη χαράδρα.

Ακολούθησε μία δίωρη σφοδρή μάχη στο τέλος της οποίας ο Μήτρος Τζιατζιάς, ο τελευταίος μεγάλος λήσταρχος, σκοτώθηκε. Λέγεται πως έχασε τη ζωή του από χειροβομβίδα που πέταξε εναντίον του ο περιβόητος ανθυπασπιστής της χωροφυλακής Ιωάννης Δαφέρμος που ήταν γνωστός για την «αδυναμία» που είχε στους ληστές. Λίγες στιγμές πριν εκτοξεύσει τη χειροβομβίδα ο Δαφέρμος, ο Τζιατζιάς είχε προλάβει να τον πυροβολήσει. Λίγο αργότερα ο Δαφέρμος άφησε την τελευταία του πνοή.

Η εκτέλεση του Μήτρου Τζιατζιά πανηγυρίστηκε δεόντως από την κυβέρνηση ως μεγάλη επιτυχία ενώ σήμερα το κεφάλι του βρίσκεται στο Μουσείο Εγκληματολογίας του ΕΚΠΑ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/

Πηγή: https://www.reader.gr/


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».