Η πολιτική σταθερότητα στην αντολική και δυτική Ευρώπη ευνοούσε τη σταθεροποίηση των κατά τόπους κοινωνικών συστημάτων. Η κατώτερη αριστοκρατία και η αστική τάξη επένδυαν τις περιουσίες τους στη γη, ως απαραίτητη προϋπόθεση εξασφάλισης ανώτερης θέσης και πολιτικού αξιώματος. Σε ένα οικονομικό κλίμα όπου η απευθείας εκμετάλλευση της γης είχε υψηλό κόστος η έμφαση μετατοπίστηκε στην έμμεση εκμετάλλευση της μέσω της ενοικίασής της. Στην ανατολική Ευρώπη, την ίδια περίοδο, ενισχύθηκε η δουλοπαροικία. Το κράτος παρενέβη για να προστατεύσει τα συμφέροντα των ελίτ στην ύπαιθρο.

Στην ανατολική Ευρώπη η υπεροχή των ευγενών δεν αποτελούσε νέο φαινόμενο, καθώς ήταν πάντα οι φυσικοί κτήτορες της γης.Το νέο στοιχείο ήταν πως αυτή η υπεροχή κατοχυρώθηκε από το κράτος υπό συνθήκες, όπου ίσως θα ήταν αναμενόμενη μια ενίσχυση της κρατικής εξουσίας. Η τάξη των ευγενών αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας και ηγεμόνες όπως ο Μεγάλος Εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου-Πρωσίας, επέλεξαν να συμμαχήσουν με αυτούς των πόλεων. Στο Βρανδεμβούργο μετά το 1660 επιβλήθηκαν έμμεσοι φόροι στα προϊόντα των αστικών κέντρων, από τους οποίους εξαιρέθηκαν, όμως, οι ευγενείς παρέχοντας τους έτσι ένα προφανές πλεονέκτημα. Στην Πρωσία η Συνέλευση των Τάξεων παραχώρησε στον Εκλέκτορα το δικαίωμα επιβολής ενός έμμεσου φόρου το 1662, αλλά και αυτός χρησιμοποιήθηκε προς όφελος των ευγενών και κατά των πόλεων. Το ίδιο σκηνικό επεναλήφθηκε στη Ρωσία και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης.

Στην Αγγλία οι φεουδαλικές μισθώσεις γης και το Court of Wards καταργήθηκαν από το Κοινοβούλιο το 1646. Αυτό σήμαινε πως το στέμμα έπαψε να αποτελεί ουσιαστικά τον κάτοχο όλων των γαιών του βασιλείου. Έτσι οι γαιοκτήμονες απέκτησαν πλήρη κυριότητα των γαιοκτησιών τους. Το 1647 τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ ένας νόμος που διασφάλιζε το αναπαλλοτρίωτο της γης: οι ιδιοκτήτες της γης μπορούσαν να κληροδοτούν τη γη τους στον πρωτότοκο γιο τους και να αποτρέπουν έτσι την απαλλοτρίωση της οικογενειακής ιδιοκτησίας. Αυτό άνοιξε το δρόμο για τις μεγάλες ενοποιήσεις γαιοκτησιών του 18ου αιώνα.

Όταν το 1660 ψηφίστηκε ένα νόμος που επικύρωνε τα μέτρα του 1646, δεν παραχωρήθηκαν επιπλέον προνόμια στους ιδιοκτήτες μικρότερων εκτάσεων γης. Αυτοί απέτυχαν να εξασφαλίσουν τη μονιμότητα της κατοχής που είχαν εξασφαλίσει ήδη οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεύρυνση της αγοράς γης, η οποία είχε δεχτεί μια νέα ώθηση από τις αγοραπωλησίες γης της μεσοβασιλείας στη δεκαετία του 1650. Αυτήν την περίοδο οι φιλομοναρχικοί και μόνο υπέστησαν τη δήμευση γαιοκτησιών αξίας 1,25 εκατομμυρίων λιρών.

Ένας αριθμός απώλεσαν με τον τρόπο αυτό οριστικά τη γης τους, αλλά δεν σημειώθηκε μια επαναστατική αλλαγή στο καθεστώς της ιδιοκτησίας. Πολλοί αγόρασαν ξανά τη γης τους και ό,τι δεν εξαγοράστηκε συχνά κατέληγε στην ιδιοκτησία ατόμων της ίδιας κοινωνικής τάξης. Ίσως η πλέον σημαντική συνέπεια αυτών των μεταβιβάσεων γης ήταν η αποδοχή μιας μεγαλύτερης ρευστότητας στις σχέσεις στην ύπαιθρο.

Η εκμετάλλευση της γης

Συνολικά οι εξελίξεις αυτές στην Αγγλία απέβησαν προ όφελος των μεγάλων γαιοκτημόνων. Ο περιορισμός του δικαιώματος ψήφου στους κατόχους περιουσίας συνεπαγόταν πως μόνο αυτοί με κάποιο υλικό συμφέρον μπορούσαν να ψηφίζουν για το Κοινοβούλιο της Αγγλίας. Για την προστασία αυτών που αντλούσαν τα εισοδήματά τους από τη γη τέθηκαν σε ισχύ οι Νόμοι Περί Σιτηρών. Το 1670 επιτράπηκε η εξαγωγή σιτηρών και το 1673 άρχισαν να πριμοδοτούνται οι εξαγωγές. Τέλος το 1689 έπαψαν να καταβάλλονται δασμοί για τις εξαγωγές σιτηρών και, αντίθετα, επιβλήθηκαν δασμοί στις εισαγωγές.

Είτε απαλευθερωμένη από τη φεουδαρχία είτε υποκείμενη σε αυτήν η γη αποτέλεσε το στήριγμα των αριστοκρατικών καθεστώτων. Ο κρατικός προστατευτισμός ήταν πλέον η κυρίαρχη κρατική πολιτική, διότι το κράτος προστάτευε τα συμφέροντα της γαιοκτητικής ελίτ. Το περίφημο Διάταγμα περί των Υδάτων και των Δασών του Colbert περιόριζε το δικαίωμα υλοτομίας των ακτημόνων, ακριβώς όπως ο αγγλικός Νόμος Περί Θήρας του 1671 περιόριζε το δικαίωμα του κυνηγιού των πληβείων της υπαίθρου. Ο χωρίς προηγούμενο όγκος νομοθετημάτων είχε επίσης συνέπειες στη διαμόρφωση της «μερκαντιλικής» πολιτικής.

Ο «μερκαντιλισμός» δεν υφίστατο ως επίσημα διαμορφωμένη θεωρία: δεν υπήρχαν συγκεκριμένοι συγγραφείς που ειδικεύονταν στη θεωρητική του ανάπτυξη, ούτε οι κυβερνήσεις υιοθετούσαν σε σταθερή βάση μερκαντιλιστική πολιτική. Εκ των υστέρων, όμως, κάποιοι ιστορικοί πρότειναν πως ίσως ο όρος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει ένα σύνολο αρχών που έθεσαν σε εφαρμογή τα αναδυόμενα έθνη-κράτη της δυτικής Ευρώπης. Το κράτος φαινόταν να παρεμβαίνει για πρώτη φορά στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής και τα κρατικά συμφέροντα συνεπώς έμοιαζαν να ταυτίζονται με αυτά των εμπορικών και γαιοκτητικών ελίτ. Στην Αγγλία και την Ολλανδία υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι εμπορικές εταιρείες ασκούσαν επιρροή στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής.

Το κράτος άρχισε να παρεμβαίνει σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής για τρεις, ουσιαστικά, αυτονόητους λόγους: για την προστασία των φορολογικών του εσόδων, για τον έλεγχο της διακίνησης πολύτιμων μετάλλων και για την προστασία του εθνικού εμπορίου. Και οι τρεις αυτοί στόχοι ανιχνεύονταν στην οικονομική πολιτική της Γαλλίας υπό τον Colbert, αλλά μπορούν να εντοπιστούν και στην πολιτική των περισσοτέρων άλλων κρατών. Στην πράξη η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ποίκιλλε σε μεγάλο βαθμό. Η Αγγλία και η Ολλανδία έδωσαν λιγότερη έμφαση στον έλεγχο της διακίνησης μετάλλων, γιατί το τεράστιας κλίμακας διαμετακομιστικό τους εμπόριο καθιστούσε απαραίτητη την ανάδυση ενός πολύπλευρου συστήματος οικονομικών συναλλαγών. Η Γαλλία, όμως, με το απλούστερο εμπορικό σύστημα, επιθυμούσε λογικά να διατηρήσσει ένα ισορροπημένο εμπορικό ισοζύγιο και συνεπώς περιόριζε την εκροή πολύτιμων μετάλλων.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».