Ύδρα (19ος αιώνας)

Με το ξημέρωμα ανακαλύψαμε την Ύδρα. Η πόλη παρουσιάζει μια ευχάριστη όψη. Είναι χτισμένη πάνω σε πολλούς πυραμιδοειδείς βράχους που σχηματίζουν αμφιθέατρο γύρω από το λιμάνι και στην κορυφή τους έχουν ανεμόμυλους ιδιότυπης κατασκευής και οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με έξι ως οκτώ φτερά.

Ύδρα
Η Ύδρα το 1800
Χαρακτικό

Σχεδόν όλα τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρες και περίπου με το ίδιο σχέδιο: είναι τετράγωνα, με μικρό αριθμό παραθύρων, μόνο με έναν όροφο. Μερικά καλύπτονται από στέγες ιταλικού τύπου,, αλλά η πλειονότητα τους καταλήγει σε ταράτσα. Είναι ασβεστωμένα. Αυτό το επίχρισμα τους δίνει την όψη της καθαριότητας και τα κάνει να ξεχωρίζουν τόσο από το πράσινο που τα περιβάλλει όσο και από την καφέ απόχρωση του βράχου που χρησίμευσε για θεμέλιο.

Το λιμάνι είναι μικρό αλλά βαθύ και καλά προστατευμένο. Τα πλοία μπορούν να προσεγγίσουν και να αγκυροβολήσουν στις πιο όμορφες αποβάθρες. Διακρίνουμε στοές που χρησίμευαν για περίπατο και όπου βρίσκονται τα πλούσια σε προϊόντα καταστήματα.

Τη στιγμή που ρίχναμε άγκυρα πολλά υδραίικα καράβια σήκωναν πανιά: τα πάντα ήταν σε κίνηση, η αποβάθρα ήτα γεμάτη από κατοίκους, γυναίκες στα υψώματα κουνούσαν τα μαντήλια τους και με φωνές και χειρονομίες χαρακτηριστικές έστελναν το αντίο στους συζύγους ή τους αγαπημένους τους. Για να τις διακρίνουν περισσότερη ώρα ανέβαιναν διαδοχικά σε ψηλότερα σημεία.

Τα πλοία ήταν σημαιοστολισμένα: παπάδες μέσα σε στολισμένες βάρκες πήγαιναν από το ένα στο άλλο, για να τα ευλογήσουν, να ραντίσουν τη γέφυρα και να προσευχηθούν για το καλό ταξίδι. Αξιωματικοί, ναύτες, επιβάτες, όλοι γονατιστοί στη διάρκεια της ψαλμωδίας, μπροστά στην περιβεβλημένη από λαμπάδες εικόνα της Παναγίας. Αυτή η τελετή φαινόταν να γίνεται με πολλή τάξη από περισυλλογή κι όταν οι ιερείς επιβιβάζονταν ξανά στις βάρκες, τους χαιρετούσαν με ομοβροντία πυροβολικού, στην οποία ανταπαντούσαν με κωδωνοκρουσία των καμπαναριών των εκκλησιών.

Η ιδιότητα των Γάλλων μας επιφύλαξε υποδοχή ελάχιστα ευνοϊκή στην Ύδρα. Με το που πατήσαμε στη στεριά ένα τσούρμο από παιδιά μας επιτέθηκαν με λιθοβολισμούς που μας ακολούθησαν ως ένα καφενείο όπου καταφύγαμε. Ζητήσαμε να μάθουμε το λόγο της αφιλόξενης υποδοχής: μας είπαν πως οι Υδραίοι στη διάρκεια σιτοδείας μετέφεραν σιτάρι στη Μασσαλία και είχαν κακοπληρωθεί. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να πιστέψει αυτήν την κατηγορία, διότι οι κάτοικοι της Ύδρας από τότε έγιναν πλουσιότεροι και αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους. Ο καπετάνιος μας τους απείλησε με την οργή του Καπουδάν πασά. Αλλά αδιαφόρησαν. Φαίνεται πως ελάχιστα φοβούνταν τους Τούρκους. Ο καπετάνιος οδηγήθηκε στους πρόκριτους της πόλης για να παραπονεθεί για την προσβολή που μας έγινε. Αυτοί αρκέστηκαν στην προσφορά φρουράς για να μας συνοδεύει, χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσουν.

Είχαμε χάσει μια άγκυρα που μας ήταν πολύτιμη: ελπίζαμε να την αντικαταστήσουμε στην Ύδρα, και ο καπετάνιος υπέβαλε αίτημα στο όνομα της Υψηλής Πύλης. Οι Υδραίοι απάντησαν πως ευχαρίστως συμφωνούν να μας την προμηθεύσουν, αρκεί να τους πληρώσουμε μετρητοίς, αρνούμενοι χρέωση της Κωνσταντινούπολης. Τους είπαμε να ξανασκεφτούν αυτή την άρνηση, η οποία μπορεί να τους εκθέσει σε κίνδυνο, επιμείναμε σε μια γρήγορη απόφαση, όντας ευνοϊκός ο άνεμος και η αποστολή, την οποία είχαμε αναλάβει, δεν έπαιρνε αναβολή. Απάντησαν με βαρύτητα: «Η θάλασσα είναι ανοιχτή».  Επισημάναμε επίσης πως καθίστανται υπεύθυνοι για ενδεχόμενο ατυχές γεγονός που μπορούσε να μας συμβεί ελλείψει άγκυρας. «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα σας οδηγήσει». Απάντησαν πάντα με την ίδια ψυχραιμία και το ίδιο λακωνικά. Αυτό ήταν ό,τι μπορέσαμε να κερδίσουμε από αυτούς.

Πήγαμε να επισκεφτούμε τη μητρόπολη, της οποίας η όψη μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο λιμάνι. Είναι ένα κτίριο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, απομονωμένο, που περιβάλλεται από στοές παρόμοιου σχήματος, με αψίδες υποστηριζόμενες από κολόνες. Αυτό το περιστύλιο της αυλής χρησιμεύει για κατοικία των ιερέων. Ανεβαίνουμε πολλά σκαλιά για να φτάσουμε στο περιστύλιο της εκκλησίας, το οποίο είναι διακοσμημένο επίσης με λευκές μαρμάρινες κολόνες, οι οποίες στηρίζουν τους θόλους.  Στην πρόσοψη έχουν διανοίξει τρεις πόρτες.

Εισερχόμενοι, εκπλαγήκαμε και γοητευθήκαμε από την πολυτέλεια της εκκλησίας. Η Αγία Τράπεζα, ο άμβωνας, τα θεωρεία είναι επιχρυσωμένα και χαραγμένα με λεπτότητα. Το ιερό χωρίζεται από το νάρθηκα με ένα τέμπλο στολισμένο με μαρμάρινους στύλους και με πλούσια ξύλινα αραβουργήματα, όπου παρεμβάλλονται πίνακες και εικόνες αγίων, μερικές των οποίων είναι ζωγραφισμένες με επίχρυσο φόντο. Αυτοί οι πίνακες που μοιάζουν παλαιοί είναι μέτριας τεχνικής, αντίθετα οι μορφές έχουν ένα ορισμένο ύφος, σωστή απόδοση και τα χρώματα διατηρούνται τέλεια. Είναι ζωγραφισμένα με τέμπερα, με επένδυση από ωραίο βερνίκι. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής, ο οποίος ανάγεται σε αιώνες προγενέστερους της ζωγραφικής με λάδι και ίσως στην αρχαιότητα, εφαρμόζεται ακόμη σε όλη την Ανατολή. Υπάρχουν, πάνω από τις πόρτες και στα άκρα της εκκλησίας, υπερυψωμένες και κλειστές θέσεις που προορίζονται για τις γυναίκες. Το φως της ημέρας δεν περνά, παρά μόνο μέσα από θολά βιτρό.

Εδώ και καιρό δεν είδαμε ναό με χαρακτηριστικά χριστιανικής λατρείας. Μέσα σε αυτόν μας διαπέρασε το αίσθημα του σεβασμού: η σιωπή που βασίλευε, η θέα ιερών αντικειμένων, φωτισμένων από ένα μυστηριώδες φως, το άρωμα του θυμιάματος, όλα συνέβαλαν στο να εμπνεύσουν αυτό το συναίσθημα.

Η εξωτερική όψη αυτού του οικοδομήματος είναι ευχάριστη. Είναι χτισμένο με σωστές αναλογίες: το καμπαναριό, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, κατά τον ιταλικό τρόπο, είναι κομψό, φαίνεται φτιαγμένο σχεδόν όλο από μάρμαρο. Το σχέδιο του περιστυλίου της αυλής που περιβάλλει την εκκλησία είναι απλό, όπως επίσης και το συνολικό σχέδιο του μνημείου, το οποίο, με κάποια σοφή κατανομή, μοιάζει πολύ ευρύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Εφοδιαστήκαμε με αρκετές προμήθειες, πληρώνοντας τες, αλήθεια, πολύ ακριβά. Υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ και λίγο καιρό με σουπιές, το ψωμί της Ύδρας μας φάνηκε απολαυστικό. Έχει ένα λευκό χρώμα, είναι νόστιμο και μάλιστα λίγο γλυκό. Ωστόσο το φουρνίσαμε δύο φορές, αφού το ψωμί στην Ανατολική Μεσόγειο ίσα που ψήνεται και είναι σχεδόν χωρίς μαγιά. Το κρασί μας φάνηκε λίγο δυνατό. Όσο για το νερό στάθηκε αδύνατον να μας προμηθεύσουν αρκετό. Αυτό που υπάρχει σε πηγές και σε πηγάδια είναι σε μικρή ποσότητα και ίσα που αρκεί για την κατανάλωση των κατοίκων. Στείλαμε τις βάρκες για να φέρουν νερό από την ξηρά.

Μας μίλησαν για ένα φημισμένο πηγάδι που βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Πήγαμε, φαίνεται είναι έργο των αρχαίων. Είναι πλατύ, βαθύ, κτισμένο στέρεα και με τρόπο που σου επιτρέπει να το κατέβεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν φτάσαμε εκεί, τριγύρω  υπήρχαν γυναίκες που αντλούσαν νερό, με τη δύναμη του χεριού, σε χάλκινα δοχεία δεμένα στην άκρη με μακριά σκοινιά. Μεταξύ των γυναικών υπήρχαν ορισμένες αρκετά όμορφες, μα πάρα πολύ μελαχρινές. Η ενδυμασία τους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι αφήνουν ακάλυπτο το πρόσωπο και δεν φορούν παρά ένα μεγάλο πέπλο στο κεφάλι που δένεται απλά κάτω από το πηγούνι και πέφτει με φαρδιές πτυχές πίσω από τους ώμους. Παρατηρήσαμε με έκπληξη μεγάλα αγόρια να τρέχουν εντελώς γυμνά στην ακτή και η έκπληξη μας μεγάλωνε βλέποντας νεαρά κορίτσια οχτώ ή εννιά χρονών, που δεν είχαν άλλο ένδυμα πλην των μακριών μαλλιών τους. Συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών στη θάλασσα, κολυμπούσαν πάρα πολύ καλά, και για να στεγνώσουν κυλιόντουσαν στην άμμο. Έτσι το δέρμα τους εκτεθειμένο διαρκώς στον ήλιο ήταν σχεδόν μαύρο.

Η Ύδρα διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων νησιών της Ελλάδας, όπου συναντάει κανείς έναν λαό εκφυλισμένο, ταπεινωμένο κάτω από ξένη κυριαρχία, φτωχό μέσα σε μια πλούσια χώρα, άθλιο και νοσηρό κάτω από ένα κλίμα-βάλσαμο. Στην Ύδρα αναγνωρίζεις τον ελληνικό χαρακτήρα σε πλήρη ενέργεια: οι Υδραίοι είναι χαρούμενοι, ρωμαλέοι και δραστήριοι. Η πόλη μεγαλώνει καθημερινά, τα σπίτια καθαρά, αερισμένα, πιστοποιούν προκοπή, αφθονία και μάλιστα μια κάποια πολυτέλεια. Βλέπουμε μαγαζιά γεμάτα προϊόντα της βιομηχανίας και του εμπορίου, ένα ναό κομψής αρχιτεκτονικής, επενδυμένο με μάρμαρο, και του οποίου το εσωτερικό είναι πλούσια διακοσμημένο. Πλήθος πλοίων γεμίζουν το λιμάνι ή μεταφέρουν μακριά τα προϊόντα της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και ακόμη το άφθονο αγροτικό πλεόνασμα της Ινδίας. Είναι οι Υδραίοι αυτοί που εφοδιάζουν την Κωνσταντινούπολη και τις σκάλες της Μεσογείου, που επιτρέπουν σε όλους μας να απολαμβάνουμε τα σκορπισμένα πλούτη των αποικιών: φέρνουν πορτοκάλια της Μάλτας, αρώματα και καφέ της Αραβίας, ρύζι της Αιγύπτου, σταφίδα της Ζακύνθου, λάδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας, χουρμάδες της Μικράς Ασίας, βιομηχανικά προϊόντα της Γαλλίας και μικροτεχνήματα της Βενετίας.

Αυτοί είναι που διενεργούν το εμπόριο σιτηρών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι Υδραίοι, σχετικά ανεξάρτητοι, δεν πληρώνουν παρά ένα μικρό φόρο υποτέλειας στην Οθωμανική Πύλη. Οι Τούρκοι αποκομίζουν πάρα πολλά από αυτή τη χώρα για να σκεφτούν να την υποδουλώσουν ολοκληρωτικά. Η Ύδρα και τα Ψαρά, άλλο ανεξάρτητο νησί, τους εφοδιάζουν με τους καλύτερους ναυτικούς και μάλιστα με το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του ναυτικού. Αυτοί οι νησιώτες, διενεργώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ακτοπλοϊκό εμπόριο, γνωρίζουν τέλεια τις ακτές της Μεσογείου και αποκτούν αρκετά εκτεταμένες πρακτικές γνώσεις. Είναι αλήθεια πως τους λείπει η θεωρητική κατάρτιση και σπάνια ριψοκινδυνεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται σε μια συνήθεια που τους έχει μεταδοθεί προ αμνημονεύτων ετών και στα μικρά πλοιάρια τους, παρά στη μικροψυχία για την οποία δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της Ύδρας και των γειτόνων τους της ξηράς, αυτή είναι η επιρροή της κυβέρνησης στα ήθη και την ευδαιμονία των λαών. Ο Υδραίος εργάζεται για τον εαυτό του, βρίσκει στην πατρίδα του ένα σίγουρο καταφύγιο. Δεν ξοδεύεται στην απόλαυση της περιουσίας που απέκτησε από τη δουλειά του. Αυτό το νησί, η Ύδρα, είναι ένας ξερός βράχος, δεν υπάρχουν ούτε δασύλλια, ούτε κήποι, ούτε καν ένα ρυάκι, εντούτοις παρατηρούμε έναν λαό έξυπνο, δραστήριο και ευτυχισμένο. Ο Τούρκος, φιλάργυρος και ανέμελος, πεθαίνει από αθλιότητα και πλήξη εν μέσω των θησαυρών της ελεύθερης φύσης και ο Έλληνας ελεύθερος μετατρέπει τους βράχους σε γόνιμη πηγή πλούτου.

Antoine-Laurent Castellan

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *