Το όνομα «Σαμαρκάνδη» προέρχεται από την αρχαία περσική λέξη ασμάρα=πέτρα, βράχος, και τη σογδιανή καντ=κάστρο, οχυρή κωμόπολη. Το ελληνικό όνομά της, όταν την κατέλαβε ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν «(τα) Μαράκανδα». Η Σαμαρκάνδη βρίσκεται στην περιοχή της Υπερωξιανής, η οποία γεωγραφικά βρίσκεται στην Κεντρική Ασία και ανταποκρίνεται περίπου στο σημερινό Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, νότιο Κιργιστάν και νοτιοδυτικό Καζακστάν. Γεωγραφικά, είναι η περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αμού Ντάρια και Συρ Ντάρια. Η Υπερωξιανή είναι η κοιτίδα των ιρανικών νομαδικών φυλών και ο ποταμός Ώξος το σύνορο μεταξύ Ιράν και Τουράν. Η περιοχή ήταν μία από τις σατραπείες της περσικής δυναστείας των Αχαιμενιδών, με το όνομα Σογδιανή.

Μετά τις πρώτες περσικές κατακτήσεις, στην κεντρική Ασία απαντούν δύο διακριτές πληθυσμιακές ομάδες. Τη μία αποτελούν οι νομάδες κτηνοτρόφοι, με κοιτίδα τους λειμώνες της στέπας. Με την πάροδο των χιλιετιών αυτοί οι νομαδικοί πληθυσμοί μετανάστευσαν νότια και επιτέθηκαν στους εδραίους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής. Οι πιο επιτυχημένοι είχαν εγκαθιδρύσει τα δικά τους ισχυρά κράτη, που τότε κυριαρχούσαν στην περιοχή. Η δεύτερη μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα ζούσε στις πόλεις της Υπερωξιανής, κέντρα εμπορίου και βιοτεχνικής δραστηριότητας, που είχαν αποκτήσει με σταθερά βήματα μεγάλη οικονομική ισχύ.
Σε εποχές που ο περσικός έλεγχος στην περιοχή χαλάρωνε, τα κράτη που είχαν επίκεντρο τις πόλεις αυτές πολιτικά αναβαθμίζονται. Μέσω της διαδικασίας αυτής συγκροτήθηκε τον 12ο αιώνα το σουλτανάτο της Χορασμίας (Χοαρέσμ), που αναδείχθηκε σε ισχυρό κράτος και άσκησε σημαντική επίδραση στην ευρύτερη περιοχή. Όταν όμως ο πολιτικός έλεγχος που ασκούσε άρχισε να φθίνει, οι περσικές πολιτισμικές επιρροές πάλι ενισχύθηκαν. Έτσι, πολλά πνευματικά και επιστημονικά επιτεύγματα του περσικού κόσμου σύντομα άρχισαν να προέρχονται από την περιοχή της Υπερωξιανής.
Στις αρχές του 13ου αιώνα την Υπερωξιανή κατέλαβαν οι Μογγόλοι, ο πιο ισχυρός και επιθετικός λαός που ξεπήδησε ποτέ από την καρδιά της Ασίας. Πολύ γρήγορα οι Μογγόλοι επέβαλαν την κυριαρχία τους στο μεγαλύτερο τμήμα των κεντρικών περιοχών της ηπείρου αλλά και σε μεγάλη μέρος της Μέσης Ανατολής. Αυτοί οι νομάδες κτηνοτρόφοι, που είχαν επικεφαλής τον Τζένγκις Χαν και κοιτίδα τους την περιοχή νότια της λίμνης Βαϊκάλης, δημιούργησαν τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία πού είχε συγκροτηθεί ποτέ στον κόσμο ως εκείνη την εποχή. Στο ζενίθ της επέκτασής τους εκτεινόταν σε όλη την Ασία και περιελάμβανε τόσο τη Ρωσία όσο και την Κίνα.
Μετά τον θάνατο, το 1234, του Ογκόντε, γιου του Τζένγκις Χαν και δεύτερου Μεγάλου Χάνου, η διαρκώς επεκτεινόμενη αυτοκρατορία ήταν πλέον πολύ δύσκολο να διατηρήσει την ενότητά της. Σύντομα διαιρέθηκε σε υποτελή χανάτα που μετεξελίχθηκαν σε ημιανεξάρτητα κράτη. Το μεγαλύτερο τμήμα της Υπερωξιανής περιήλθε στον Τσαγκατάι, επίσης γιο του Τζένγκις Χαν, και χάρη στο Δρόμο του Μεταξιού και τις εμπορικές πόλεις προσέφερε μεγάλο πλούτο στους ηγεμόνες της.
Το σημαντικότερο κέντρο της μογγολικής ισχύος ήταν η Κίνα όπου οι Μογγόλοι επιβλήθηκαν ως κινεζική δυναστεία. Στα μέσα του 14ου αιώνα η θέση των Μογγόλων είχε αρχίσει να εξασθενεί και το 1368 ο τελευταίος Μογγόλος αυτοκράτορας ο Τογκούς Τιμούρ, εξορίστηκε στην παλιά πρωτεύουσα το Καρακόρουμ. Με την πτώση της δυναστείας των Μογγόλων το ισχυρότερο έρεισμα της μογγολικής ισχύος είχε χαθεί. Αν και οι Μογγόλοι συνέχιζαν να κυβερνούν σε κάποιες περιοχές, όπως το χανάτο Τσαγκατάι.
Η Pax Mongolica, η ειρήνη που είχαν επιβάλλει οι Μογγόλοι στις πολεμοχαρείς φυλές της Κεντρικής Ασίας, είχε δώσει νέα ζωή στον Δρόμο του Μεταξιού και πρόσκαιρα έφερε μεγάλα πλούτη στην Υπερωξιανή. Η προοπτική κατάρρεσης της ειρήνης και επστροφής στους τοπικούς μικροανταγωνισμούς δεν ήταν ευπρόσδεκτη.
Αυτός ήταν ο λόγος που υπήρχε διάχυτη η επιθυμία να αναβιώσει η Μογγολική Αυτοκρατορία, επιθυμία στην οποία ανταποκρίθηκε ένας τοπικός πολέμαρχος από τα μέρη της Σαμαρκάνδης. Ήταν ο Τιμούρ Λεγκ, ο οποίος είχε προπύργιο την Υπερωξιανή, της οποίας ήταν εμίρης. Γνωστότερος στην Ευρώπη ως Ταμερλάνος, αναδείχθηκε σε τρομερό πολέμαρχο και σύντομα άρχισε να επεκτείνει αποφασιστικά τις κατακτήσεις του. Ο Ταμερλάνος καταγόταν στην πραγματικότητα από την τουρκική φάρα των Μπαρλάς, από τα περίχωρα της Φεζ, νότια της Σαμαρκάνδης, όμως είχε περσική παιδεία, καθώς η περσική κουλτούρα είχε διαδοθεί ευρύτερα στην Υπερωξιανή τους προηγούμενους αιώνες. Ήταν περσόφωνος και έτρεφε βαθύ σεβασμό για όλες τις πτυχές της περσικής κουλτούρας, όπως άλλωστε έγινε εμφανές κατά τη βασιλεία του.
Το 1370, όταν έφτασε στην Υπερωξιανή η είδηση ότι πέθανε ο ο τελευταίος Μογγόλος αυτοκράτορας, ο Ταμερλάνος αυτοανακηρύχθηκε διάδοχος των έκπτωτων Τσινγκισιδών, της δυναστείας του Τζένγκις Χαν. Στη συνέχεια έθεσε ως προτεριότητά του την ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Μογγόλων. Διακηρύσσοντας σταθερά την τουρκομογγολική του καταγωγή, νομιμοποίησε τον ισχυρισμό του ότι είναι κληρονόμος της δυναστείας των Τσινγκισιδών. Ακολούθησε αταλάντευτα πολιτική επέκτασης και μεγιστοποίησης της ισχύος του και μέσα σε μία δεκαετία έθεσε υπό τον πλήρη έλεγχο του το χανάτο του Τσαγκατάι, που αποτελούσε ορμητήριο για νέες κατακτήσεις.
Το 1390 είχε πλέον κατακτήσει και την ίδια την Περσία, το ιστορικό κέντρο του πολιτισμού που τόσο θαύμαζε. Στην διάρκεια των κατακτητικών του πολέμων επισκέφθηκε την Περσέπολη, όπου θα είδε τα κατάλοιπα της τελετουργικής πρωτεύουσας των Αχαιμενιδών Το 1393 κατέλαβε τη Βαγδάτη και έθεσε υπό την κατοχή του όλη τη Μεσοποταμία. Ετσι, ήλεγχε πλέον όλα τα σημαντικά κέντρα ισχύος της Περσικής Αυτοκρατορίας όσο και του χαλφάτου.
Η Σαμαρκάνδη γίνεται πρωτεύουσα του Ταμερλάνου
Σε αντίθεση με προγενέστερους κατακτητές της Μέσης Ανατολής που είχαν μεταφέρει τις πρωτεύουσες τους στη Μεσοποταμία ή κοντά σε αυτή, το κέντρο ισχύος του Ταμερλάνου βρισκόταν εξ αρχής και παρέμενε σε μια άλλη μεσοποτάμια περιοχή, την Υπερωξιανή. Πρωτεύουσα του ήταν η Σαμαρκάνδη, η αγαπημένη του πόλη, στην οποία πάντα επέστρεφε για να αναλάβει δυνάμεις ύστερα από τις τόσες κατακτήσεις του. Σε τούτα τα ειρηνικά μεσοδιαστήματα άρχισε να εξωραΐζει την πόλη που αγαπούσε με πολλά έξοχα κτίρια. Σίγουρα πηγή έμπνευσης για αυτόν ήταν όσα έβλεπε σε άλλα μέρη, ιδίως όσα αντίκρισε στην Περσέπολη.
Η Σαμαρκάνδη όφειλε πολλά στην περσική αρχιτεκτονική όπως είχε διαμορφωθεί από τους Αχαιμενίδες ως τους Σαφαβίδες. Για τον σχεδιασμό των τζαμιών, των βιβλιοθηκών και των μεντρεσέδων που έχτισε, ο Ταμερλάνος έφερε αρχιτέκτονες από μακρινούς τόπους, όπως το Σιράζ, πόλη που επίσης φαίνεται να τον εντυπωσίασε κατά την προέλασή του. Στο κέντρο της πρωτεύουσας βρισκόταν το ανάκτορό του, το οχυρωμένο Γκοκ Σαράι (Γαλάζιο Παλάτι), που το περιέβαλλαν υπέροχα πάρκα και κήποι.
Το 1404, η Σαμαρκάνδη βρισκόταν μέσα σε ένα δάσος, με καρποφόρα δέντρα και ελαιώνες, με κήπους, με τρεχούμενα νερά και στέρνες, με υδραγωγεία. Όπως συνέβη με τους κατακτητές Πέρσες βασιλείς, έτσι και εδώ ένα άλλος κατακτητής, εμπνεόμενος από περσικά πρότυπα δημιουργεί έναν παράδεισο στην καρδιά της αυτοκρατορίας του. Ουσιαστικά γεννήθηκε μια νέα Περσία στην καρδιά της Υπερωξιανής. Η προς Βορράν μετατόπιση, που είχε παρατηρηθεί εδώ και αιώνες, με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές επιπτώσεις, έφτασε με τον Ταμερλάνο και τους διαδόχους του στο αποκορύφωμά της. Παρά την αγριότητα με την οποία αντιμετώπιζε τους εχθρούς του, αυτός ο περσόφωνος Τούρκος ήταν από πολλές πλευρές ένας καλλιεργημένος άνθρωπος που αγαπούσε να συζητά με επιστήμονες και λογίους.
Το όραμα του Ταμερλάνου ήταν να γίνει η Σαμαρκάνδη μια πόλη-σύμβολο της ομορφιάς και της παιδείας, μια όαση γαλήνης χτισμένη με λάφυρα από άλλες περιοχές της αχανούς αυτοκρατορίας του. Δεν θα γινόταν ακριβώς μια νέα Περσέπολη με την αυτοκρατορική έννοια, αλλά η φήμη της γενεέτειρας Σαμαρκάνδης επρόκειτο να ακουστεί στις πιο μακρινές ηπείρους.
Τούτη η φήμη θα προερχόταν από τον πολιτισμό και όχι από την ισχύ της αυτοκρατoρίας του. Χρειαζόταν όμως μια άλλη πρωτεύουσα γα διοικητικούς σκοπούς και αυτή επέλεξε να την χτίσει 50 χιλιόμετρα μακριά από τη Σαμαρκάνδη. Επρόκειτο για την Σαχρισάμπζ, την πρώην Κες, στα εδάφη της φάρας των Μπαρλάς. Ενώ η Περσέπολη ήταν μια έκφραση της δύναμης και της ομορφιάς αποτυπωμένη στην πέτρα και στον παράδεισο που την περιέβαλλε ο Ταμερλάνος επέλεξε να διαχωρίσει την ισχύ από την ομορφιά και να συνδέσει την κάθεμια με διαφορετική πόλη.
Ο Ταμερλάνος, ο ιδρυτής της πόλης του πολιτισμού, κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας προς τα ανατολικά πέθανε στην πεδιάδα του Ορτράρ, βόρεια της Τασκένδης. Η σωρός του μεταφέρθηκε πίσω στην αγαπημένη του Σαμαρκάνδη και αποτέθηκε στο μαυσωλείο Γκουρ-Εμίρ, που χτίστηκε γι΄αυτόν.
Οι κατακτήσεις του Ταμερλάνου δεν άντεξαν για πολύ μετά τον θάνατό του. Οι οθωμανοί κυριάρχησαν στη Μέση Ανατολή. Οι δύο πρωτεύουσες του στην Υπερωξιανή διατηρήθηκαν ως δίδυμα μνημεία του παράξενου και αντιφατικού χαρακτήρα του. Η αγάπη του για τα έργα πολιτισμού, κυρίως του περσικού, ήταν αδιαμφισβήτητη. Υπήρξε όχι ένας βάρβαρος, αλλά ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, μεγάλος εραστής της περσικής λογοτεχνίας.
Πηγή: Οι Πέρσες
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

