Τα ρεύματα της νέας εποχής της αρχαϊκής τέχνης δεν άφησαν βέβαια ανέπαφη την Αθήνα. Όμως το μακρόχρονο και γερά θεμελιωμένο σύστημα της γεωμετρικής τέχνης δεν υποκύπτει εύκολα. Μερικοί μελετητές μίλησαν για συντηρητισμό της Αθήνας μπροστά στις νέες τάσεις, γιατί σε σύγκριση με την Κόρινθο τα νέα στοχεία εμφανίζονται κάπως αργότερα και οπωσδήποτε δεν εκτοπίζουν στον ίδιο βαθμό τα παλαιά. Η μετάβασή όμως από τα γεωμετρικά προς τα πρωτοαττικά αγγεία ακολουθεί μια κανονική καμπύλη και εύκολα μπορούμε να την επισημάνουμε από τα πρώτα φανερώματά της.

Η μεταβολή όμως στην αττική αγγειογραφία δεν παρουσιάζεται κυρίως στα εξωτερικά στοιχεία, στα θέματα δηλαδή, όσο στην ουσιαστική ανανέωση της μορφής. Τα εξωτικά ζώα και φυτά της Ανατολής θα πάρουν μιά θέση υποτακτική. Ο άνθρωπος, το άλογο οι πομπές των αρμάτων, τα θέματα που καθιέρωσε η γεωμετρική παράδοση θα διατηρήσουν και τώρα την κύρια θέση στο αγγείο και θα κρατήσουν το ενδιαφέρον του τεχνίτη. Αλλά η μορφή τους θα αποκτήσει νέα υπόσταση και θα κερδίσει νέο περιεχόμενο.
Ουσιαστικό συστατικό της πρωτοαττικής τέχνης είναι το μέγεθος των αγγείων. Στους κορινθιακούς αρυβάλλους οι Αττικοί τεχνίτες αντιπαραθέτουν τις λουτροφόρους, τις υδρίες και τους αμφορείς, που έχουν ύψος μεγαλύτερο από 50 εκ. κα φθάνουν κάποτε το 1μ ή και το ξεπερνούν. Οι αγγειογράφοι μπορούν να δώσουν στις μορφές που φιλοτεχνούν πάνω στις μεγάλες επιφάνειες των αγγείων το αντίστοιχο μέγεθος, να τις απλώσουν και να τις κινήσουν με άνεση.
Όσο υπερβολική γίνεται κάποτε η κορινθιακή τάση προς τη μικρογραφία, τόσο πρόδηλη είναι η τάση των Αθηναίων ομοτέχνων τους για τον τονισμό του μεγέθους. Γι΄αυτό και η τεχνική τους είναι διαφορετική. Με μια λέξη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τεχνική του περιγράμματος, γιατί αποδίδει τις μορφές στο μεγαλύτερο μέρος τους και στα ουσιαστικότερα μέρη με απλό περίγραμμα. Αργότερα θα πάρει από το κορινθιακό εργαστήριο την χάραξη, που θα τη χρησιμοποιήσει βοηθητικά στην αρχή, και το άσπρο χρώμα.
Η παραδοχή της μελανόμορφης τεχνικής και η ολοκληρωτική επικράτησή της στην Αττική θα πραγματοποιηθεί ύστερα από πολύ χρόνο, όταν οι Αθηναίοι τεχνίτες θα αισθανθούν την ανάγκη να πυκνώσουν το χτίσιμο της μορφής και να προχωρήσουν σε μια νέα πλαστική έκφραση, την τέχνη που χαρακτηρίζουμε καθαυτό αρχαϊκή.
Στο δεύτερο τέταρτο του 7ου αιώνα (675-650π.Χ.) η τεχνική του εγχάρακτου περιγράμματος κατακτά ολοένα και περισσότερο την αττική αγγειογραφία, ενώ παράλληλα παρουσιάζεται πλούσια χρησιμοποίηση του λευκού χρώματος στις γυμνές επιφάνειες των ανθρωπίνων μορφών. Αυτή η περίοδος αποτελεί την κλασική φάση της πρωτοαττικής κεραμεικής, που τόσο στη διάπλαση του σχήματος των αγγείων όσο και στην εικονογράφηση.
Η αττική τέχνη πραγματοποιεί την μετάβασή της προς τους νέους χρόνους με συνέπεια και αναγκαιότητα, όπως ακριβώς πέρασε από τη γεωμετρική περίοδο προς την ανατολίζουσα. Αυτό μαρτυρεί πόση εσωτερική συνοχή έχει η μεταβολή των μορφών της και πόσο βαθιά αφοσιώνονται τα δάνεια στοιχεία που χρησιμοποιεί, πρώτα τα ανατολικά και τώρα τα κορινθιακά.
Τα νέα ρεύματα δεν έφθασαν ταυτόχρονα στις διάφορες ελληνικές περιοχές ούτε με την ίδια ένταση σε όλες και η δεκτικότητα όλων των εργαστηρίων δεν υπήρξε ισόβαθμη. Σε πολλές ελληνικές πόλεις εξακολούθησε η παραγωγή μια εξασθενημένης πια γεωμετρικής κεραμεικής, που ονομάζεται «υπογεωμετρική», ενώ σε άλλες τα σπέρματα του καινούργιου κόσμου έδωσαν ασθενικούς και φιλόζωους βλαστούς. Ο νησιωτικός ωστόσο χώρος και η Ιωνία δημιούργησαν μια δική τους κεραμεική, καθώς και η Κρήτη με τη μακρότατη παράδοση. Εν τούτοις τα λαμπρά παραδείγματα της τέχνης αυτής δεν θα έχουν συνέχεια πέρα από τον 7ο π.Χ. αιώνα.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

