Η Περσία, η χώρα που τη δεκαετία του 1930 άλλαξε επισήμως το όνομά της σε Ιράν, είναι το λίκνο ενός αρχαίου πολιτισμού που ανάγεται στην 1η π.Χ. χιλιετία. Ωστόσο, παρότι βρίσκεται εγγύτερα στην Ευρώπη από ό,τι η υπόλοιπη Ασία, και στους αρχαίους χρόνους είχε στενές, αν και συνήθως εχθρικές, σχέσεις με τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, για την Περσία, ελάχιστα πράγματα μας είναι γνωστά. Στο πέρασμα των αιώνων συλλογές Περσών ποιητών που κυκλοφόρησαν στη Δύση, αντιμετωπίζονταν σε μεγάλο βαθμό σαν εξωτικός απόηχος μιας μυστηριώδους Ανατολής.

Η Περσία αντιπροσώπευε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας τον «άλλον», τον ασιατικό πολιτισμό, που ήταν ριζικά διαφορετικός από τον ελληνορωμαϊκό, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση όπου στηρίχθηκαν η ανάπτυξη της Ευρώπης και η διαμόρφωση της κουλτούρας της. Στο πλαίσιο αυτό, ο «άλλος» υπήρξε πάντοτε άγνωστος, συχνά ενοχλητικός και συνήθως επικίνδυνος. Στο διάβα της ιστορίας η σχέση με τους Ευρωπαίους ήταν κανόνα σχέση σύγκρουσης. Η Περσία υπήρξε η πρώτη χώρα που υιοθέτησε τον ρόλο του εχθρού, γύρω στα μέσα της 1ης π.Χ. χιλιετίας, ενώ εκείνοι οι οποίοι πρώτοι ανέδειξαν στην Ευρώπη πόσο διαφορετικοί ήταν οι Πέρσες, ήμασταν εμείς οι Έλληνες, οι κατεξοχήν εχθροί τους.
Από την Περσία στο Ιράν
Με την άνοδο του Ισλάμ τον 7ο μ.Χ. αιώνα, η ιδέα ότι η Ανατολή ενσαρκώνει τον «άλλον» αναθερμάνθηκε, ενώ απέκτησε και μία νέα διάσταση θρησκευτική. Στη νέα αυτή διάσταση της Ανατολής εντασσόταν πλέον ο ισλαμικός κόσμος στο σύνολό του, ο οποίος βέβαια περιλάμβανε την Περσία.
Πολλούς αιώνες αργότερα, η εξερεύνηση των θαλάσσιων δρόμων προς την Ανατολή από τους Ευρωπαίους θαλασσοπόρους οδήγησε στην ανακάλυψη ότι πλέοντας τη νότια Αφρική διανοιγόταν ένας δρόμος προς την Ινδία. Συνέπεια της ανακάλυψης αυτής ήταν ότι η Μέση Ανατολή, που ως τον 16ο αιώνα αντιπροσώπευε σε μεγάλο βαθμό για τους Ευρωπαίους την ιδέα της «Ανατολής», έγινε πλέον μια μεθόριος και η προσοχή στράφηκε προς τα ανατολικά της.
Η κατάσταση άλλαξε και πάλι με τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ το 1868, καθώς ο νέος θαλάσσιος δρόμος που ένωνε τη Μεσόγειομε την Ερυθρά Θάλασσα αναζωογόνησε το ενδιαφέρον για την περιοχή. Όμως για τους Ευρωπαίους, που είχαν τότε εμπορικές επαφές κυρίως με τη Νότια και την Ανατολική Ασία, η Μέση Ανατολή ήταν απλά και μόνο μια ενδιάμεση περιοχή από όπου περνούσε ο νέος, συντομότερος δρόμος προς τις περιοχές εκείνες, μια περιοχή χωρίς ιδιαίτερη σημασία.
Αρχές του 20ου αιώνα τα πράγματα άλλαξαν, ως απόρροια μιας σημαντικής τεχνολογικής εξέλιξης, της εφεύερεσης της μηχανής εσωτερικής καύσης, που μέχρι τα μέσα του αιώνα επρόκειτο να αντικαταστήσει τα περισσότερα υφιστάμενα κινητήρια μέσα. Η νέα αυτή μηχανή χρησιμοποιούσε ως καύσιμο το πετρέλαιο. Παρότι αυτό αντλούνταν σε διάφορες περιοχές, κυρίως στη νότια Ρωσία, οι σχετικές ποσότητες αποδείχτηκαν για πολλούς λόγους, ανεπαρκείς.
Οι έρευνες για πετρέλαιο εντατικοποιήθηκαν και σύντομα ανακαλύφθηκαν τεράστια κοιτάσματα στην Μέση Ανατολή. Τα πρώτα εντοπίστηκαν από τους Άγγλους στην Περσία και ιδρύθηκε η Αγγλο-Περσική, κατόπιν Αγγλο-Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου. Η Εταιρεία αυτή κατασκεύασε έπειτα ένα τεράστιο διυλιστήριο στο Αμπαντάν, στα νότια παράλια της χώρας, από όπου δεξαμενόπλοια άρχισαν να μεταφέρου πετρέλαιο στην Αγγλία. Έτσι το ενδιαφέρον για την Περσία αναβαθμίστηκε. Αυτή τη φορά είχε να κάνει με την αξιοποίηση ενός φυσικού πόρου, καθώς το πετρέλαιο είχε ζωτική σημασία για την Αγγλία, προκειμένου να διατηρήσει τη θεση της ως ηγετικής αυτοκρατορικής δύναμης στον κόσμο. Η εκμετάλλευση του πετρελαίου προς όφελος της Αγγλίας θεωρούνταν θεμελιώδους σημασίας, γι΄αυτό και ήταν απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η Περσία θα ανήκε σταθερά στην αγγλική σφαίρα επιρροής.
Απότοκη αυτών των επιδιώξεων ήταν η αναζωογόνη του ενδιφέροντος για την περσική γλώσσα, που οδήγησε αναπόφευκτα και στην γνώση -όχι όμως και στην ουσιαστική κατανόηση- της ιστορίας των παραδόσεων και της λογοτεχνίας της χώρας της Μέσης Ανατολής. Ενώ η Περσία δεν αποτέλεσε ποτέ τμήμα της Αγλικής Αυτοκρατορίας πέρασε γρήγορα στην σφαίρα επιρροής της. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου έγινε πλέον ένα μικρό τμήμα στην ευρύτερη σφαίρα επιρροής της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας των νεώτερων χρόνων.
Τούτη η περίοδος υποτέλειας διήρκεσε το μεγαλύτερο διάστημα του 20ου αιώνα. Η αυλαία της έπεσε με την άνοδο της ισλαμικής ιδεολογίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είχαν πάρει από την Αγγλία τη σκυράλη της κυρίαρχης δύναμης στη Μέση Ανατολή, μολονότι το Ιράν, πλέον, εξακολουθούσε να είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου της Αγγλίας. Το 1980 γεννήθηκε η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και το καθεστώς υποτέλειας στη Δύση τερματίστηκε ακαριαία. Η Ισλαμική Δημοκρατία ήταν εξαρχής εχθρική προς τη Δύση και αμέσως εκδήλωσε την επιθυμία να αναδείξει ξανά τη χώρα σε παγκόσμια δύναμη.
Τον 21ο αιώνα το όραμα αυτό περιελάμβανε ακόμη και το ενδεχόμενο να γίνει το Ιράν πυρηνική δύναμη. Οι εξελίξεις αυτές προκαλούσαν ανησυχία στη Δύση, καθώς ενέτασσε το Ιράν στις δυνάμεις εκείνες οι οποίες θα μπορούσαν να απειλήσουν την παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Αν και το Ιράν εξακολουθύοσε να αποτελεί μέρος του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου, ο οποίος σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιθέσεις, διατηρούσε εντούτοις μια μοναδική θέση. Είχε τα δικά του διακριτά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, που το διαφοροποιούσαν από την αραβική κουλτούρα η οποία κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο τμήμα της Μέσης Ανατολής, ενώ επίσης είχε αναπτύξει και τη δική του εκδοχή για το ισλάμ. Αυτή η σιιτική εκδοχή δεν εγινε αποδεκτή από τους σουνίτες μουσουλμάνους και αυτό ήταν ένας από τους παράγοντες που διαφοροποιούσαν το Ιράν από τους γείτονές του.
Η διαμόρφωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της χώρας ανάγεται στους προϊσλαμικούς χρόνους, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και στον αρχαίο πολιτισμό της. Μολονότι πρόκειται κατά μία έννοια για έναν «χαμένο» πολιτισμό, στο πέρασμα των αιώνων αυτός ανακαλύφθηκε και εκ νέου, και άφησε το αποτύπωμα του στη διαμόρφωση του σύγχρονου Ιράν.
Πηγή: Οι Πέρσες
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

