Ο Νεόφυτος Βάμβας (1776-1855)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (Χίος 1776 – Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1855) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους και είναι ένας από τους λεγόμενους «Δασκάλους του Γένους», εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Είχε την πεποίθηση ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταφραστεί στη καθομιλουμένη, για να γίνει κτήμα του λαού, τη μετέφρασε αλλά αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με σφοδρές συγκρούσεις που τελικά δεν επέτρεψαν στην προσπάθεια του να εδραιωθεί.

Ο Νεόφυτος Βάμβας
Ο Νεόφυτος Βάμβας

Ο Βίος του Νεοφύτου Βάμβα

Ο Νεόφυτος Βάμβας γεννήθηκε στη Χίο. Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος και η Σταματούλα, που τους περιγράφει ο ίδιος ως «εκ γονέων πενήτων μέν, πλουσίων ὅμως εἰς εὐσέβειαν καί ἀρετήν». Αρχίζει τις σπουδές στη γενέτειρά του, τη Χίο και από νεαρή ηλικία εκδήλωσε αξιοσημείωτη φιλομάθεια. Εκτός από τη φιλολογία, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες. Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σίφνο, όπου στα 1793 μεταβαίνει για να φοιτήσει στην ακμάζουσα εκεί σχολή με δάσκαλο τον Μισαήλ τον Πάτμιο. Εκεί φοιτά κάτω από μεγάλες στερήσεις και βοηθούμενος από ντόπιες οικογένειες αλλά και τους δασκάλους του. Γυρίζει στη Χίο και παρά τις αντιδράσεις των γονιών του πηγαίνει στην Πάτμο, όπου έχει ως δάσκαλό του τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Η μονομερής όμως διδασκαλία του που επικεντρωνόταν μόνο στα ελληνικά δεν τον ικανοποιούσε κι έφυγε. Αρχικά σχεδιάζει να μεταβεί στην Πίζα της Ιταλίας, το ταξίδι όμως αναβάλλεται. Επανέρχεται στη Χίο, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Δωρόθεου Πρώιου που δίδασκε και μαθηματικά. Το 1791 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ακολουθεί στα 1796 στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο. Συνοδεύει τον Πρώιο στο Βουκουρέστι, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής Βλαχίας και σύντομα πάλι μαζί πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Γίνεται δάσκαλος στην οικογένεια του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου. Aκολουθεί και πάλι τον Πρώιο στην Βλαχία όταν τον παίρνει μαζί του ο Χατζερής. Το 1804 αποκεφαλίζεται ο Χατζερής κι ο Βάμβας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διδάσκει σε οικογένειες Φαναριωτών (της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Σούτσου), ενώ συμμετέχει στη σύνταξη της «Κιβωτού», μεγάλου λεξικού της Ελληνικής γλώσσας που διεύθυνε ο Πρώιος και γίνεται μέλος του «Μουσείου του Γένους», σύμφωνα με ψήφισμα που είχε συντάξει ο Δωρόθεος Πρώιος, Σχολάρχης (το 1804) της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Αδαμάντιος Κοραής

Ο Νεόφυτος Βάμβας το 1808 πηγαίνει στο Παρίσι να διευρύνει τις σπουδές του και να βρει τον Αδαμάντιο Κοραή, αφού περάσει από τη Βιέννη, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ταξίδι όχι εύκολο λόγω της κακής υγείας του και της έλλειψης χρημάτων. Στον Κοραή τον συστήνει ο Πασχάλης Βασιλείου, μαικήνας των γραμμάτων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος στέλνει μια συστατική επιστολή στον αδελφό του Αλέξανδρο Βασιλείου, με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αδαμάντιο Κοραή. Ο συμπατριώτης του από τη Χίο, του συμπαρίσταται οικονομικά και του χορηγεί 50 φράγκα το μήνα για να του διορθώνει τα κείμενα που γράφει. Στη Γαλλική πρωτεύουσα ο Νεόφυτος Βάμβας ασχολείται με τη σπουδή των θετικών επιστημών, τη φιλοσοφία και τα γράμματα. Παρακολουθεί μαθήματα του χημικού Thenard, του οποίου το βιβλίο «Traite de chimie elementaire» (πραγματεία στοιχειώδους Χημείας) (Παρίσι 1813-1816) θα μεταφράσει όταν βρεθεί σχολάρχης στη Χίο, χωρίς όμως να εκδώσει ποτέ, και του φιλοσόφου ελληνιστή Francois Thurot. Αλλά και ο ίδιος ο Βάμβας ζει από τη διδασκαλία της Ελληνικής και την εμπορία ταπήτων(χαλιών). Η σχέση του με τον Κοραή είναι στενή: συνεργάζονται στη διόρθωση της Γραμματικής του Buttmann την οποία είχε μεταφράσει ο Στέφανος Οικονόμος. Συχνά τρώνε μαζί οι δύο άντρες, λέει ο Κοραής σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου στα 1810, «Τον λαμβάνω (ενν. τον Βάμβα) πολλάκις εις το πενιχρόν μου γεύμα, και μετά το γεύμα καμμιάν φορά και συνθεατήν των Ρακίνειων τραγωδιών εις το Γαλλικόν θέατρον» Ο Κοραής φροντίζει και καθοδηγεί τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφαλίζει τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστέκει στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφεται στα γόνατα του Κοραή κι εδίδεται το 1813.

Το 1815 επιστρέφει στη Χίο κι ανέλαβε την διεύθυνση της τοπικής ανώτερης σχολής όπου συνέβαλε καθοριστικά ώστε να μειωθεί η επίδραση που άσκησε στην τοπική παιδεία επί δεκαετίες ο Αθανάσιος Πάριος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ των ηγετών του κολυβάδικου κινήματος και αντιβολταιρικός).

Ο Νεόφυτος Βάμβας και η Ελληνική Επανάσταση

Αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, πήγε τον Απρίλιο του 1821 (πριν την καταστροφή της Χίου) στην Ύδρα, όπου με θέρμη παρότρυνε τους Υδραίους να εκστρατεύσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού στη Χίο υπήρχε αρκετός πλούτος και η επανάσταση θα ενισχυόταν οικονομικά. Οι αδερφοί Κουντουριώτηδες τον άκουσαν, ταλαντεύτηκαν αλλά δεν πείστηκαν. Η έκβαση αυτή έπληξε το κύρος του. «Η αποτυχημένη αυτή επιχείρηση πρέπει να μέτρησε πολύ στις μετέπειτα αποφάσεις του Βάμβα», σχολιάζει ο Μιχαηλάρης.

Στην Ύδρα ο Νεόφυτος Βάμβας εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα του Δημητρίου Υψηλάντη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει ως γραμματέας του στα μέτωπα των μαχών. Εκεί εμψύχωνε με τους λόγους του στα στρατόπεδα τους πολεμιστές, «προτρέπων τούς πάντας εἰς αὐταπάρνησιν καί ὁμόνοιαν». Διασώζεται ένα περιστατικό κατά το οποίο, ενώ βρισκόταν να αγορεύει τότε προς το πλήθος, «προέτρεπεν ἕνα ἕκαστον νά ἐκπληρώνῃ τό χρέος του»· κάποιοι όμως ραδιούργοι παραμόρφωσαν την τελευταία αυτή φράση του στο να «πληρώσῃ ἕκαστος τά χρέη του». Τούτο ήταν επόμενο να ερεθίσει το αγαθό πλήθος σε αποδοκιμασία, την οποία εκείνος υπέμεινε «μετ’ εὐαγγελικῆς πραότητος».

Απογοητευμένος από τις εμφύλιες διενέξεις και συντετριμμένος από το γεγονός της καταστροφής της πατρίδας του, αποφάσισε να αφοσιωθεί στο εκπαιδευτικό και συγγραφικό του έργο, με το οποίο ήταν περισσότερο εξοικειωμένος. Άφησε την Πελοπόννησο το 1822 και λόγῳ τρικυμίας βρέθηκε στη Μήλο μαζί με συγγενείς του που είχαν έρθει να τον βρουν μετά τη σφαγή της Χίου.

Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα, που τότε ήταν υπό αγγλική αρμοστεία. Αρχικά στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια, διδάσκοντας στη σχολή και κηρύττοντας στους ναούς. Το 1828 μετέβη στην Κέρκυρα, για να αναλάβει καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας Φρέντερικ Νορθ (κόμης του Γκίλφορντ).

Ο Νεόφυτος Βάμβας στη Σύρο

Το 1833 ο Νεόφυτος Βάμβας αποδέχεται την πρόσκληση των Συριανών να αναλάβει τη διεύθυνση του πρώτου τοπικού Γυμνασίου. Οργάνωσε το δημόσιο Γυμνάσιο με πρότυπο τη σχολή της Χίου, αλλά με σύστημα εξαετούς φοιτήσεως. Πραγματοποίησε πληθώρα ομιλιών, δίδαξε φιλοσοφία και φιλολογία, εξέδωσε το βιβλίο του «Ἐσωτερικαί ἐνάργειαι τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θείων γραφῶν» και συνέχισε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, είχε εμπνευστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι.

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης ξεκίνησε στην Κέρκυρα και ολοκληρώθηκε στη Σύρο. Η απόδοση από το εβραϊκό κείμενο και όχι το καθιερωμένο των Εβδομήκοντα, η επιλογή να μεταφραστεί σε απλή γλώσσα και η συνεργασία του με την αγγλική Βιβλική Εταιρεία, προκάλεσαν αντιδράσεις από άλλους κληρικούς λογίους. Προχώρησε στη μετάφραση και της Καινής Διαθήκης.

Τα τελευταία χρόνια του Νεόφυτου Βάμβα

Το 1836 ο Νεόφυτος Βάμβας άφησε τη Σύρο και πήγε να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Εκεί σκοπός του ήταν η υποστήριξη των συμπατριωτών του στη συγκρότηση του συνοικισμού τους και στη δημιουργία σχολείου. Πριν διοριστεί καθηγητής παρέδιδε κατ΄ οίκον μαθήματα. Διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα της 24ης Απριλίου 1837 με την πρώτη ομάδα των τριάντα τεσσάρων καθηγητών, ως «τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας» και ανέλαβε σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής αφού «θεωρήθηκε υπερβολικά «ριζοσπάστης» για να διορισθεί στην Θεολογική. Ο Δημαράς αποδίδει τον διορισμό του στην ιδεολογική συγγένεια του με τον Κοραή, τον οποίο ο αντιβασιλέας Μάουρερ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς θαύμαζαν. Αργότερα έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Αρχιμανδρίτης. Αξιόλογη ήταν η συγγραφική δράση του. Υπήρξε βασικός συντελεστής της Νεοελληνικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1850), η οποία προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Ο ίδιος υποστήριζε πως «όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις «το Ουαί», εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους».

Στο ζήτημα της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το  Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ της απόσχισης, ανεπίσημα από το 1833 κι αναγνωρισμένη ως αυτοκέφαλη από το Πατριαρχείο το 1850.

Στή θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι το 1854, συμμετέχοντας ενεργά στην ακαδημαϊκή ζωή. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική, πραγματοποίησε πολλές ομιλίες, δημοσίευσε στον τύπο, διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και συνέχισε την έκδοση των βιβλίων του. Απεβίωσε στις αρχές του 1855 στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Νεοφύτου Βάμβα

Κατά κύριο λόγο τα συγγράμματά του είναι «διδακτικά», ενώ πολυάριθμες είναι και οι ομιλίες του. Επίσης έχει κάνει και μεταφράσεις, ενώ δεν είναι λίγα και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Επίσης ανέπτυξε και φιλολογία σχετική με την μετάφραση της Αγίας Γραφής-απολογητικά-υπερασπιστικά αυτής.

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *