Τα πρώτα δείγματα των νέων τάσεων στην αρχαϊκή κεραμεική τέχνη παρουσιάζονται στο κορινθιακό εργαστήριο στα τελευταία χρόνια του 8ου π.Χ. αιώνα με τους μικρούς σφαιρικούς αρύβαλλους που ανοίγουν την λεγόμενη πρωτοκορινθιακή κεραμική. Στη θέση των ευθύγραμμων κοσμημάτων με τη λιτή διάρθρωση θα τοποθετηθούν πλούσια, ευέλικτα και χυμώδη φυτικά μοτίβα, που απλώνονται με άνεση και με διακοσμητική σοφία πάνω στην επιφάνεια του αγγείου. Τα πολλά ισότιμα στοιχεία της γεωμετρικής αγγειογραφίας θα αντικατασταθούν από ένα κύριο στοιχείο που καταλαμβάνει το πιο μεγάλο και το πιο καίριο τμήμα του αγγείου. Ωστόσο η αποδοχή του ξένου μοτίβου δεν σημαίνει άρνηση των βασικών αρχών που είχαν κατακτήσει οι Έλληνες τεχνίτες. Το μοτίβο υποτάσσεται σε αυτές τις αρχές και εντάσσεται στον ελληνικό κόσμο. Μαζί με το νέο στοιχείο οι Κορίνθιοι τεχνίτες διατηρούν τα παλιά γεωμετρικά θέματα σε δευτερεύουσες θέσεις του αγγείου ή τα μεταμορφώνουν σύμφωνα με το νέο πνεύμα.

Χαρακτηριστικό σχήμα της πρωτοκορινθικαής κεραμεικής είναι οι αρύβαλλοι, σφαιρικοί στην πρώτη φάση, ωοειδείς στην δεύτερη, οξυπύθμενοι στην τελευταία, που δεν ξεπερνούν σε ύψος τα 10εκ. Αλλά και αγγεία των άλλων σχημάτων (σκύφοι, κοτύλες, όλπες) είναι κατά κανόνα μικρά σε μέγεθος, ώστε η επιφάνεια που έχει να διακοσμήσει είναι πάντοτε σχεδόν περιορισμένη. Αυτός ο περιορισμός του χώρου προσδιορίζει τον χαρακτήρα της τέχνης του αγγειογράφου και τον οδηγεί στην ανακάλυψη της κατάλληλης τεχνικής που θα τού επιτρέψει να αποδώσει το μέγιστο με τις μικρογραφικές του συνθέσεις.
Η τεχνική αυτή ονομάζεται «μελανόμορφη». Πόσο πρόσφορη υπήρξε στην πρώιμη φάση της ελληνικής αγγειογραφίας φαίνεται από το γεγονός ότι από τους Κορίνθιους την παραλαμβάνουν οι Αττικοί τεχνίτες και έπειτα οι Έλληνες αγγειογράφοι του 6ου π.Χ. αιώνα. Με την τεχνική αυτή οι μορφές (ανθρώπινες, ζωικές, φυτικές) που κοσμούν το αγγείο αποδίδονται με «σκιαγραφία», δηλαδή ως μαύρες σκιές πάνω στην κιτρινωπή ανοιχτόχρωμη επιφάνεια του κορινθιακού πηλού, και οι εσωτερικές λεπτομέρειες (μάτια, αυτιά, χαίτες αλόγων, πλευρά) χαράσσονται με ένα αιχμηρό εργαλείο που αφαιρεί ξύνοντας το μαύρο χρώμα. Συμπληρωματικά χρησιμοποιείται για την δήλωση ορισμένων τμημάτων ιώδες και λευκό χρώμα.

Το λαμπότερο δείγμα της πρωτοκορινθιακής τέχνης, ένα από τα αριστουργήματα ολόκληρης της ελληνικής αγγειογραφίας, αποτελεί η περίφημη όλπη Chigi, γύρω στο 640π.Χ. Για πρωτοκορινθικαό αγγείο είναι σχετικά (25,5 εκ) και έτσι ο τεχνίτης κατόρθωσε να αναπτύξει όλες τις εικονογραφικές αρετές του. Για να επιτύχει στην πραγματοποίηση των προθέσεων του ο μεγάλος αυτός τεχνίτης εκτός από το εξαίρετο σχέδιο του χρησιμοποιεί και μια ασυνήθιστα πλούσια, αλλά σοφά υπολογισμένη πολυχρωμία: λευκό, δύο τόνοι κόκκινου και δύο τόνοι καφέ χρώματος πάνω στον κιτρινωπό κορινθιακό πηλό, ποικίλουν και θερμαίνουν την επιφάνεια του αγγείου.
Στην τελευταία φάση (650-625π.Χ.) η πρωτοκορινθιακή αγγειογραφία χάνει τους πλούσιους χυμούς της, την εξαίσια δύναμη του σχεδίου και την ευαίσθητη κομψότητά της. Οι μορφές αρχίζουν να τυποποιούνται, το σχέδιο τους γίνεται ευκολότερο, με το μεγαλύτερο μέρος τους καλύπουν χωρίς δυσκολία την επιφάνεια του αγγείου και αποκτούν γενικά ένα χαρακτήρα επιτηδευμένο.

6ος π.Χ. αιώνας
Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα οι Κορίνθιοι τεχνίτες αρχίζουν να κατασκευάζουν ένα τύπο μεγάλου αγγείου, τον «κορινθιουργή κρατήρα» που τον διακοσμούν με πολυπρόσωπες συνθέσεις μεγάλου μεγέθους, πολύ συχνά με σκηνές συμποσίων, αρμάτων κλπ. Ότι σε τέτοιες δημιουργίες πρέπει να επηρεάστηκαν από τους Αθηναίους ομοτέχνους τους, το μαρτυρεί αρκετά χαρακτηριστικά μια τεχνική καινοτομία, που παρουσιάζεται γύρω στο 575π.Χ.: την επιφάνεια του ωχρού κορινθιακού πηλού την καλύπτουν με ένα επίστρωμα πηλού πορτοκαλέρυθρου, που θυμίζει στο χρώμα τον αττικό πηλό.
Μολονότι το σχήμα του αγγείου αυτού αποκτά μνημειακή εμφάνιση και οι παραστάσεις εικονίζουν πολύμορφες επικές σκηνές σε μια ανάπτυξη επιβλητική και δραματικοί υπαινιγμοί δεν τους είναι άγνωστοι και σε ένα προχωρημένο στάδιο τολμούν να δώσουν αληθινά τραγικά μυθικά επεισόδια. Ωστόσο δεν κατορθώνουν να συναγωνιστούν τα επιτεύγματα των συγχρόνων τους Αθηναίων τεχνιτών, που έχουν αρχίσει να τους αποσπούν τις μεγάλες αγορές της Μεσογείου, από όπου θα τους εκτοπίσουν οριστικά ύστερα από τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα.
Συνοψίζοντας μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η πρωτοκορινθιακή αγγειογραφία, χωρίς να αγνοεί τη μυθολογική αφήγηση ή να περιορίζεται αποκλειστικά στη μικρογραφική σύνθεση, υπήρξε ουσιαστικά τέχνη διακοσμητική, με την καλύτερη σημασία του όρου, που αγάπησε τη μικρή κομψή μορφή και με αυτήν εκφράσθηκε. Αυτή η αγάπη τής επέτρεψε να δημιουργήσει αριστουργήματα, ωστόσο η φύση της τέχνης αυτής δεν είχε διέξοδο και προεκτάσεις.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
