Κεντρική θέση σε μια ορισμένη σύλληψη της εθνικής γεωγραφικής ενότητας κατέχει η ιδέα πως τα μέλη της θα μοιράζονται κοινές προσδοκίες εκφρασμένες σε μία κοινή γλώσσα. Το πρόβλημα όμως ήταν πως τα κράτη της πρώιμης νεότερης Ευρώπης είχαν τη δική τους γλώσσα. Από τη στιγμή που τα περισσότερα αποτελούσαν σύνθετα μορφώματα, διέθεταν πολλές και όχι μία μόνο γλώσσα.

Στην Ισπανία του 1600 το ένα τέταρτο του πληθυσμού δεν έκανε χρήση των ισπανικών στη καθημερινότητά του. Σε μια περιοχή με πολλές διαλέκτους, όπως η Γερμανία, οι linguae francae, που χρησιμοποιούνταν από τις ελίτ ήταν η λατινική για τους λόγιους και η γαλλική για την πριγκιπική Αυλή. Στην Ουγγαρία, ένα κράτος με πολλές κουλτούρες και γλώσσες, η γλώσσα που χρησιμοποιόταν στη Δίαιτα, ήταν η λατινική, η οποία και παρέμεινε η επίσημη γλώσσα του διοικητικού μηχανισμού ως το 1844. Αυτό διευκόλυνε την επικοινωνία, παρεμπόδιζε όμως τη δημουργία μιας εγχώριας λόγιας κουλτούρας.
Η γλώσσα αποτελούσε όχημα κοινής ταυτότητας μόνο στα μικρότερα έθνη, αλλά ακόμα και εκεί υπήρχαν πολλά εμπόδια. Τον 16ο αιώνα τέθηκε το ζήτημα του τι συνιστούσε την αγγλική καθομιλουμένη. Ο Thomas Wilson στο Art of Rhetorique (1553) υιοθέτησε μία διάκριση μεταξύ της «λόγιας Αγγλικής και της αγοραίας αγγλικής… της γλώσσας της αυλής και της γλώσσας της υπαίθρου». Έαν η τοπική καθομιλουμένη δεν διέθετε τη στήριξη των τοπικών ελίτι και του κρατικού μηχανισμού, κατέληγε να κατηγοριοποιηθεί ως μία απλή «διάλεκτος» ή χειρότερα ακόμα, δεν τυπώνονταν βιβλία σε αυτή και κατέληγε ένα όχημα προφορικού λόγου αλλά όχι και λόγιας παραγωγής.
Για διοικτικούς και επικοινωνιακούς λόγους, το αναδυόμενο κράτος άρχισε να ευνοεί τη χρήση μιας «κοινής γλώσσας». Όταν θεσμοθετήθηκε η ένωση Αγγλίας και Ουαλίας το 1536, μόνο η αγγλική επικυρώθηκε ως επίσημη γλώσσα. Το γαλλικό στέμμα το 1539 πήρε μια παρόμοια απόφαση, με την οποία επιτρεπόταν η χρήση μόνο της γαλλικής του Βορρά (langue d’ oeil) στα δικαστήρια. Από το 1560 περίπου, η ισπανική Ιερά Εξέταση διεξήγαγε όλες τις διαδικασίες της στη γλώσσα της Καστίλης, ακόμα και σε περιοχές (όπως η Καταλονία) όπου λίγοι μιλούσαν τη γλώσσα αυτή. Η ενσωμάτωση μικρότερων περιοχών παρείχε ένα ισχυρό κίνητρο για τη χρήση της γλώσσας της μεγαλύτερης οντότητας.
Η γλωσσική ποικιλομορφία εξασφάλισε την επιβίωση δύο κύριων φάσεων στην Ευρώπη ως και τον 19ο αιώνα. Από τη μία η γλωσσική πολλαπλότητα συνέβαλλε στην επιβίωση πολλαπλών πολιτισμικών ταυτοτήτων, χωρίς να παρεμποδίζει κατά κανένα τρόπο την ανάπτυξη ευρύτερων αντιλήψεων. Μέσα στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, οι άνθρωποι μπορούσαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες χωρίς την ταυτόχρονη απώλεια της αίσθησης του «ανήκειν» στην ίδια κοινότητα.
Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι οι Κάτω Χώρες, όπου παρά το πλήθος γλωσσών και διαλέκτων, πέτυχαν να καλλιεργήσουν ένα είδος εθνικού αισθήματος, σε μεγάλο βαθμό οφειλόμενο στον αγώνα ανεξαρτησίας από την Ισπανία. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι κάτοικοι των Ομοσπονδιών του Γκριζόν της Ελβετίας, είχαν συνείδηση του κοινού πολιτικού τους πεπρωμένου, παρά τη χρήση τριών διακριτών γλωσσών στην περιοχή αυτή.
Από την άλλη η τάση να επιβληθεί μία «κοινή γλώσσα» ήταν μη αναστρέψιμη και είχε σημαντικές συνέπειες. Η Γαλλία υπό τον Λουδοβίκο ΙΔ’ και η Ισπανία υπό τον Φίλιππο Ε’ εγκαινίασαν μία πολιτική διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην περιφέρεια που συμπεριελάμβανε την υποχρεωτική χρήση της επίσημης γλώσσας στη δημόσια σφαίρα. Περισσότερο από ένας αιώνας απαιτήθηκε για να εδραιωθούν οι αλλαγές αυτές, που υιοθετήθηκαν από όλα τα κράτη με στόχο τη βελτίωση της διακυβέρνησης τους. Σε μεγάλο βαθμό η επιβολή τους ήταν αποσπασματική. Η κρατική παρέμβαση, που στόχευε στη διευκόλυνση της γραφειοκρατικής διεκπεραίωσης των κρατικών υποθέσεων συνεπαγόταν μια έμφαση στον γραπτό λόγο.
Μια συνέπεια αυτού ήταν περιθωριοποίηση της προφορικής κουλτούρας. Ένας ενοριακός ιερέας της Βοημίας ή της Καταλονίας στη δεκαετία του 1720 μπορεί να κήρυττε στο ποίμνιο του στα τσέχικα ή καταλανικά, αλλά ήταν υποχρεωμένος να αλληλογραφεί με τις αρχές στα γερμανικά ή τα ισπανικά αντιστοίχως. Στη Ρωσία η κυβέρνηση του Μεγάλου Πέτρου προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις στο γλωσσικό ζήτημα, με μόνη πρακτική εφαρμογή αυτών την εκτύπωση στην επίσημη γλώσσα των κυβερνητικών διαταγμάτων, που αποτελούσαν το 90% του έντυπου υλικού της περιόδου (το υπόλοιπο 10% ήταν παραδοσιακά σλαβονικά).
Σε αυτές τις περιπτώσεις τα τσέχικα ή τα καταλονικά ή τα ρωσικά δεν αναπτύχθηκαν επαρκώς με αρνητικές συνέπειες για την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή. Παρ΄ όλο που η πρώτη ρωσική γραμματική εκδόθηκε το 1696 (τυπωμένη στην Οξφόρδη από Ολλανδό) η ρωσική λογοτεχνία δεν αναπτύχθηκε παρά τον 19ο αιώνα. Στη Σκωτία η ένωση με την Αγγλία οδήγησε, από το 1603, στην κυριαρχία της αγγλικής τόσο στη διοίκηση όσο και στη θρησκευτική λατρεία, με σοβαρές συνέπειες για τη λόγια εγχώρια κουλτούρα. Στα τέλη του 17ου αιώνα οι Σκώτοι έτειναν πλέον να εκδίδουν τα βιβλία τους στα αγγλικά και στο Λονδίνο.
Μια κοινή γλώσσα, επομένως, ήταν μάλλον γνώρισμα των μικρών εθνών, αλλά απαιτήθηκε πολύ χρόνος για να επιβληθεί στα μεγάλα έθνη. Στη Γαλλία, μια αναφορά του 1794, λίγο μετά την Επανάσταση, επιβεβαίωνε ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της δεν μιλούσε γαλλικά, τα οποία αποτελούσαν την κυρίως καθομιλουμένη γλώσσα μόλις στα δεκαπέντε από τα ογδόντα εννεά διοικητικά διαμερίσματα της χώρας.
Την ίδια πραγματικότητα απηχούσε έναν αιώνα νωρίτερα η απελπισμένη κραυγή του Ρακίνα από τη μεσογειακή ακτή: «δεν μπορώ να καταλάβω τα γαλλικά τους και αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν τα δικά μου». Στο Languedoc το 16ο αιώνα οι άνθρωποι μιλούσαν γαλλικά μόνο όταν μεθούσαν, έβριζαν ή συνδιαλέγονταν με ξένους. Η απουσία μιας εθνικής γλώσσας ήταν κοινό γνώρισμα όλων των γεωγραφικών ενοτήτων που οραματίζονταν να εξελιχθούν σε έθνη-κράτη.
Το 1861 το ποσοστό του ιταλικού πληθυσμού που καταλάβαινε την ιταλική δεν ξεπερνούσε ο 3%. Σε όλη την πρώιμη νεότερη περίοδο οι Ευρωπαίοι αποδέχονταν ένα περιβάλλον όπου η γλώσσα έτεινε να διαιρεί παρά να ενώνει. Γεγονός που δεν ήταν αποδεκτό τόσο από τους λόγιους όσο και από τους κρατικούς αξιωματούχους, και έτσι στις αρέες το 18ου αιώνα έγιναν σοβαρές απόπειρες για να προσαρμοστεί η γλώσσα στην πραγματικότητα της πολιτικής ενοποίησης. Το Deutsche Sprachkunst (1748) του J. C. Gottshed πρότεινε μία λύση που υιοθετήθηκε ευρέως: την υιοθέτηση μιας διαλέκτου, σε αυτήν την περίπτωση της γερμανικής της Άνω Σαξονίας, ως βάσης τόσο για τη γραπτή όσο και για την προφορική κοινή γλώσσα.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

