Τον Φεβρουάριο του 1979, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, ο οποίος είχε εξοριστεί από τον σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί για την ανατρεπτική του δράση, επέστρεψε αεροπορικώς από το Παρίσι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια εξορίας του. Του επιφυλάχθηκε υποδοχή μεσσία, με το πλήθος να φωνάζει «Ιμάμ αμάντ» («ο ιμάμης ήρθε»). Έγινε αμέσως δεκτός ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της χώρας. Ο στρατός αποσκίρτησε από τον σάχη και στήριξε το νέο καθεστώς, ενώ σε όλη τη χώρα συγκροτήθηκαν επαναστατικές επιτροπές.

Ιμάμ αμάντ

Η εξουσία περιήλθε τώρα στο σιιτικό θρησκευτικό κατεστημένο και σχηματίστηκε ένα Συμβούλιο της Επανάστασης, στο οποίο κυριαρχούσαν οι κληρικοί. Την πρωτοκαθεδρία έναντι της κοσμικής Τεχεράνης, αποκτούσε τώρα η Ιερή Πόλη του Κομ, που ήταν από παλιά το κυριότερο κέντρο της αντιπολίτευσης του καθεστώτος του σάχη. Ο αντικληρικαλισμός του παλαιού καθεστώτος έγινε πολύ γρήγορα παρελθόν, ενώ οι αντιδράσεις στην επιστροφή του ισλάμ και τις ισλαμικές ιδέες ήταν αναιμικές.

Τον Μάρτιο του 1979, σε δημοψήφισμα για τη μορφή της διακυβέρνησης που θα αντικαθιστούσε τη μοναρχία, το 97% του εκλογικού σώματος τάχθηκε υπέρ της εγκαθίδρυσης Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τον Οκτώβριο συντάχθηκε νέο σύνταγμα, το οποίο εισήγαγε κυρίως τον «διττό έλεγχο» από πολιτειακούς και θρησκευτικούς θεσμούς. Τα μέλη του Ματζλίς, του κοινοβουλίου, θα εκλέγονταν με λαϊκή ψήφο, ενώ το Συμβούλιο της Επανάστασης το αποτελούσαν διορισμένοι κληρικοί.

Ο πρόεδρος θα εκλεγόταν άμεσα από τον λαό, αλλά υπήρχε μια άλλη κυρίαρχη μορφή, ο «ανώτατος ηγέτης», με πρώτο τον ίδιο τον Χομεϊνί. Ο ανώτατος ηγέτης είχε στα χέρια του τη μεγαλύτερη εξουσία στη χώρα, καθώς υπερίσχυε τόσο του προέδρου όσο και του Ματζλίς. Ταυτόχρονα έφερε και μία άλλη ιδιότητα αυτή του Βιλαγιάτ-ε Φακίχ, Φρουρού του Νόμου, η οποία τον καθιστούσε επίσης επόπτη της ηθικής του έθνους. Αργότερα ο Αγιατολάχ ίδρυσε το δικό του «Εκτελεστικό Συμβούλιο», γνωστό και ως Συμβούλιο για τη Διάκριση των Συμφερόντων του Κράτους, τα μέλη του οποίου διορίζονταν από τον ίδιο και συνέρχονταν υπό την προεδρία του. Στο συμβούλιο αυτό λαμβάνονταν και επικυρώνονταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις.

Όταν γίνονται επαναστάσεις και εγκαθιδρύονται νέα καθεστώτα που προβάλλουν νέες ιδέες και ιδεολογίες τότε θεωρείται ότι το παρελθόν, στην καλύτερη περίπτωση δεν αξίζει μεγάλη προσοχή, και στην χειρότερη, ότι εκπροσωπεί κάτι σατανικό. Και στις δύο περιπτώσεις κάθε σημάδι του παρελθόντος πρέπει να απαλειφθεί. Όταν κάποια καθεστώτα, όπως των Βουρβόνων στη Γαλλία και των Ρομανώφ στη Ρωσία, ανατράπηκαν με τη βία από επαναστατικά κινήματα, η συγκεκριμένη διαδικασία θεωρήθηκε σάρωση των μελανών χρόνων της ιστορίας.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ό,τι ακολούθησε την ανατροπή αυτών των ευρωπαϊκών καθεστώτων και σε ό,τι ακολούθησε την ανατροπή των Παχλαβί. Το καθεστώς των Παχλαβί δεν το αντικατέστησε μια νέα ιδεολογία που θα πρωτοδοκιμαζόταν στην πράξη,αλλά μια παλιά θρησκεία με ιστορία πολλών αιώνων. Στην περίπτωση αυτή δεν σαρώθηκε το παρελθόν, αλλά το ένα παρελθόν αντικαταστάθηκε από το άλλο. Ενώ οι Παχλαβί για να δικαιολογούν τις ενέργειες τους επικαλούνταν το παρελθόν των Αχαιμενιδών, το νέο καθεστώς βασιζόταν στο ισλαμικό καθεστώς. Όπως ο σάχης είχε ζητήσει έμπνευση επιστρέφοντας στον Κύρο, έτσι και ο Χομεϊνί αναζήτησε και εκείνος έμπνευση στον προφήτη Μωάμεθ. Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις ήταν πολύ διαφορετικό, αλλά αυτή η επιστροφή στο παρελθόν ήταν κάτι θεμελιωδώς ιρανικό.

Η σιιτική ισλαμική παράδοση είχε γίνει οργανωτικό κομμάτι της ιρανικής ζωής ήδη από την εποχή του τελευταίου ορθόδοξου χαλίφη. Θεμέλιο της ήταν η πεποίθηση ότι το χαλιφάτο αντλούσε την νομιμότητά του από τη δυναστική διαδοχή των εξ αίματος απογόνων του Προφήτη. Επρόκειτο για τον «οίκο» ή τη «φυλή» του Προφήτη. Πεποίθηση λοιπόν των σιιτών ήταν ότι το δικαίωμα να κυβερνούν το Ισλάμ και επομένως να γίνονται διάδοχοι ή χαλίφες, είχαν μόνο τα μέλη της δυναστείας.

Μολονότι αυτή σιιτική πεποίθηση υπήρχε στο Ιράν όλα τα χρόνια της υποταγής του στο χαλιφάτο, αλλά και αργότερα την εποχή των τουρκικών και μογγολικών εισβολών. Πρώτοι ανακήρυξαν το σιισμό επίσημη εθνική θρησκεία, το 1501, οι Πέρσες Σαφαβίδες, η δυναστεία που αποκατέστησε την ανεξαρτησία της χώρας. Έτσι, οι Σαφαβίδες εκλαμβάνονταν από την Ισλαμική Δημοκρατία ως πρότυπο για τη νέα τάξη πραγμάτων. Επικεφαλής του κινήματος για την αναζωογόνηση του σιισμού ήταν ο Μουτζταμπά Μιρλαουχί, ο οποίος μετά το 1945 είχε ιδρύσει το Φιντα’ιγιάν-ι Ισλάμ, τους Πιστούς του Ισλάμ. Ο Μιρλαουχί ήταν εκείνος που εξήρε τον ρόλο της δυανστείας των Σαφαβιδών, λαμβάνοντας τον τίτλο του Ναββάχ-ι Σαφαβί, του υπηρέτη των Σαφαβιδών.

Υπό το πρίσμα αυτό το σιιτικό ισλάμ μπορεί να θεωρηθεί προτίστως εθνικό ή εθνικιστικό, όπως αποδεικνύεται ξεκάθαρα από την αντίθεσή του στον καπιταλισμό και τον δυτικό επεκτατισμό. Οι σιίτες δίδασκαν για τον «Κρυφό Ιμάμη» ο οποίος θα επέστρεφε και θα εγκανίαζε μια εποχή γνήσιας ισλαμικής διακυβέρνησης. Τούτη την έννοια ανέπτυξε περαιτέρω ο Χομεϊνί, για τον οποίο οι οπαδοί του έφτασαν να πιστεύουν ότι εκείνος ήταν ο Κρυφός Ιμάμης.

Ο Χομεϊνί οραματίστηκε μια ισλαμική κυβέρνηση βασισμένη στις διδασκαλίες του Κορανίου, γι΄αυτό και θεωρούσε ζωτικής σημασίας την ορθή ερμηνεία του ιερού βιβλίου. Ως ερμηνευτής του ισλαμικού νόμου, μπορούσε να προσαρμόσει την ισλαμική διδασκαλία στον σύγχρονο κόσμο και να της προσδώσει ένα κοινωνικό μήνυμα. Και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο το ισλάμ μετασχηματίστηκε σε ιδεολογία. Όταν ο Χομεϊνί άρχισε τη δεκαεία του 1980 να προσαρμόζει τη θρησκεία στις συνθήκες του Ιράν, το προλεταριάτο της χώρας τη βρήκε πιο ελκυστική από τον σοσιαλισμό και τον κομμουνιμσό, και έτσι το ισλάμ δεν δυσκολεύτηκε πολύ να παίξει ρόλο ιδεολογίας.

Η Ισλαμική Δημοκρατία όχι μόνο απέφυγε να απορρίψει το παρελθόν, σύμφωνα με τα παραδοσιακά επαναστατικά πρότυπα, αλλά έχτισε το νεό Ιράν πάνω στα θεμέλια του ισλαμικού παρελθόντος. Ανέτρεξε στους Σαφαβίδες χωρίς να τους προσεγγίσει ως δημιουργούς του σιιτικού Ιράν, αλλά ως γέφυρα ανάμεσα στα πρώτα χρόνια του Ισλάμ και στη νεότερη εποχή.

Στο νέο Ιράν η αρχαία περσική αυτοκρατορία κατέλαβε εξαρχής τιμητική θέση. Σε μια πρώτη φάση δεν δινόταν η εντύπωση πως δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο, καθώς κάθε αρχαιολογική και άλλη εργασία στην Περσέπολη και στον περιβάλλοντα χώρο της σταμάτησε. Το νέο ισλαμικό καθεστώς αναζήτησε τους ισλαμικούς του προπάτορες του Σαφαβίδες, σίγουρα λοιπόν δεν θα είχε προτεραιότητα τον αρχαίο πολιτισμό. Ήδη από το 1979 οι καταστευές που συνδέονταν με τις λαμπρές τελετές στην Περσέπολη είχαν φθαρεί. Τα ανάγλυφα των ζωροαστρικών χρόνων απλά αγνοήθηκαν. Τα πρώτα χρόνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας τους αρχαίους χώρους χαρακτήριζε η ερήμωση. Τα μνημεία φαίνονταν να επιστρέφουν στην άμμο από όπου τα είχαν σώσει οι αρχαιολόγοι του 19ου αιώνα.

Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι το νέο καθεστώς ήθελε να επιδώσει τα ισλαμικά του διαπιστευτήρια. Δεν είχε καμία πρόσθεση να αγοήσει ή να καταστρέψει το προϊσλαμικό παρελθόν της χώρας. Η διατήρηση της ζωτικής εθνικής ταυτότητας ανέκαθεν θεωρούνταν ουσιώδης για την αυτοσυνειδησία του έθνους και την κατανόηση του παρελθόντος.

Η ιδιαίτερη σημασία της Παρς ως λίκνου του Ιράν αναγνωριζόταν ανέκαθεν και από όλους. Η σημασία της δυναστείας των Αχαιμενιδών, που από εκεί ξεκίνησε την θριαμβευτική ιστορική πορεία της, επίσης συνέβαλε στο να αντιμετωπίζεται η επαρχία ως η καρδιά του περσικού κράτους. Αυτό ήταν αποδεκτό και από το νέο καθεστώς.

Πηγή: Οι Πέρσες


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».