Οι κυριότεροι από τους αντικειμενικούς όρους που καθόρισαν τα πλαίσια, μέσα στα οποία μπορούσε να εξελιχθεί η μεταβυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, ισχύουν και για τους άλλους τουρκοκρατούμενους και ορθόδοξους βαλκανικούς λαούς, με τη βασική διαφορά ότι εκείνοι δεν είχαν περιοχές βενετοκρατούμενες. Οι ορθόδοξοι των Βαλκανίων είχαν ακόμη κονή με τους Έλληνες την κληρονομιά της βυζαντινής καλλιτεχνικής παράδοσης, που δεν έπαψε να λειτουργεί ως αδιαμφισβήτη πηγή, στην οποία θα επιστρέψουν οι καλλιτέχνες για να ανανεώσουν την τέχνη τους. Με την παράδοση αυτή ήταν όλοι δεμένοι, γιατί είχαν κληρονομήσει την ίδια φανατική προσήλωση σε ορισμένες γενικές αρχές αισθητικού χαρακτήρα που ταυτίζονταν σχεδόν με το δόγμα.

Αντρέι Ρουμπλιόφ
Άλλος σημαντικός παράγοντας ενότητας ανάμεσα στους ορθόδοξους λαούς ήταν το οικουμενικό πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη, οργανισμός πανίσχυρος, υπεύθυνος για τον θρησκευτικό, ππνευματικό και πολιτικό προσανατολισμό όλων των υπόδουλων χριστιανών, όχι μόνο γιατί αυτή τη θέση τού είχε ορίσει ο κατακτητής, αλλά και γιατί το επιβλητικό κύρος του πήγαζε από τη χιλιόχρονη ιστορία του. Μέσω των μητροπολιτών, που ήταν κατά κανόνα Έλληνες, επηρέαζε κατά τρόπο ενιαίο όλες τις επαρχίες του «κλίματος» . Και την εποχή αυτή η τέχνη έγινε υπόθεση προπάντων της Εκκλησίας.
Τέλος, το Άγιον Όρος, που συγκέντρωνε τους καλύτερους αγιογράφους, κάθε εποχής με το επίσης τεράστιο κύρος του στον ορθόδοξο κόσμο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συντήρηση και τη διάδοση μιας «κοινής» εκφραστικής τέχνης.
Στη διαδικασία αυτή, που τείνει στην επιβίωση, στην προσαρμογή και στην εξέλιξη της βυζαντινής καλλιτεχνικής παράδοσης μέσα στον βαλκανικό χώρο, οι Έλληνες αγιογράφοι είχαν, μαζί με τις εκκλησιαστικές αρχές, θέση προνομιούχο ανάμεσα στους άλλους. Τη θέση αυτή την κράτησαν χάρη στην τεχνική τους υπεροχή, αλλά και χάρη στη φήμη της δογματικής αυθεντίας της εικονογραφίας τους, και δεν μπορούσε να τους τα αμφισβητήσει κανείς.
Αλλά, σε άλλο, επίπεδο, η προνομιακή θέση των Ελλήνων αγιογράφων καθοριζόταν από το γεγονός ότι στην, έξω της ελλληνικής, βαλκανική περιοχή δεν υπήρξαν πολιτισμικές συνθήκες ανάλογες με αυτές της Κρήτης, ώστε να είναι δυνατή η διαμόρφωση μια πραγματικής «σχολής» του επιπέδου της Κρητικής. Με αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι περίεργο ότι σε όλες τις περιοχές βρίσκονται Έλληνες ζωγράφοι που είναι πρωτοπόροι στην δημιουργία εργαστηρίων και μαθητών ή που επηρεάζουν κατά κάποιο τρόπο την τέχνη του τόπου.
Στη μακρινή αλλά ορθόδοξη Ρωσία οι πολιτικές συνθήκες είναι βέβαια διαφορετικές από αυτές της βαλκανικής περιοχής. Ωστόσο το γεγονός πως η ρωσική Εκκλησία, βρίσκεται σε στενή και πνευματικά εξαρτημένη σχέση με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συντελεί ώστε το κύρος της ελληνικής ζωγραφικής να παραμένει αμείωτο, όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις της Συνόδου «των Εκατό Κεφαλαίων», που προβάλλουν τις παλαιές και σύγχρονες ελληνικές εικόνες ως υποδείγματα δογματικής ορθοδοξίας. Έχει ακόμη διαπιστωθεί ότι οι συνήθως διακριτικές δυτικές επιδράσεις φθάνουν στη Ρωσία μέσω κρητικών εικόνων, που σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα οι Ρώσοι τις αντιγράφουν αυτούσιες.
Στην Εγγύς Ανατολή, τα πατριαρχεία καθώς και τα μεγάλα μοναστήρια της Παλαιστίνης και του Σινά αποτελούν εστίες όχ μόνο περισυλλογής αλλά και έμπνευσης αξιόλογων έργων τέχνης. Η μονή του Σινά διατηρούσε το β΄ μισό του 15ου αιώνα ένα αξιόλογο τοπικό εργαστήριο, αλλά στον 16ο και 17 διατηρούσε μεγάλο μετόχι, στο Ηράκλειο, και έτσι συνδέθηκε στενά με τη μεγαλόνησο, και προμηθευόταν τις εικόνες της σχεδόν αποκλειστικά από εκεί. Ακόμη το ίδιο μοναστήρι συνετέλεσε στην ανάπτυξη και διάδοση μιας συναϊτικής εικονογραφίας, με την Αγία Αικατερίνη, με τη Φλεγόμενη Βάτο, με το τοπίο του Σινά κ.α.
Και τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων συγκέντρωναν εικόνες όχι μόνο από την Κρήτη, αλλά και από την Κύπρο και την Ρόδο. Η ακτινοβολία σε ευρύτερους κύκλους εξωελληνικούς σημειώθηκε στη Συρία και Παλαιστίνη, όπου ένας ορθόδοξος αραβόφωνος πληθυσμός υπαγόταν στα αντίστοιχα ελληνικά πατριαρχεία. Άραβες χριστιανοί αγιογράφοι θα εμφανισθούν τον 17ο αιώνα και 18ο αιώνα, μαθητές άμεσοι ή έμμεσοι των Ελλήνων. Πολλοί από αυτούς υπογράφουν ελληνικά ή διατηρούν τις ελληνικές επιγραφές των εικόνων που αντιγράφουν.
Από τη Ρωσία και τα Βαλκάνια ως την Εγγύς Ανατολή, διαμοφώνονται τοπικές σχολές ζωγραφικής, με ιδιαίτερο καθεμιά χαρακτήρα, προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες ως προς τα μορφολογικά χαρακτηρσιτικά και ως το προς τον τρόπο που αναπτύσσονται ή εξελίσσονται. Όλες οι σχολές αυτές τοπικής αγιογραφίας βρίσκονται σε σχέση μαθητείας προς τη σύγχρονη μεταβυζαντινή τέχνη, και γι΄αυτό παρακολουθούν τα ελληνικά πρότυπα της εποχής, άλλοτε περισσότερο ή λιγότερο, ως προς την τεχνική, τις γενικές τάσεις, ακόμη και ως προς την αντίθεση ή τον τρόπο προσέγγισης προς τη δυτική τέχνη. Η μεταβυζαντινή θρησκευτική τέχνη εξακολουθεί να κρατά τον ηγετικό και διδακτικό ρόλο που είχε κρατήσει η τέχνη της βυζαντινής αυτοκρατορίας ανάμεσα στον ορθόδοξο κόσμο. Αυτό είναι ίσως και ένα από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Ελληνισμού στην περίοδο της ξένης κυριαρχίας.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
