Ένα πρόβλημα που απασχόλησε τους ιστορικούς της Τέχνης και έχει για την ιστορία των ελληνικών πόλεων ιδιαίτερη σημασία, είναι: σε ποια περιοχή γεννήθηκε η μεγάλη πλαστική; Ο απαντήσεις που δόθηκαν καλύπτουν τη μεγαλύτερη έκταση του ελληνικού χώρου. Η Πελοπόννησος, οι Κυκλάδες, η Κρήτη ακόμη και η Ιωνία έχουν θεωρηθεί κατά καιρούς η αρχική κοιτίδα της ελληνικής πλαστικής. Αλλά καμία από αυτές τις απόψεις δεν έχει βρει μια κοινή παραδοχή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τον 7οπ.Χ. αιώνα παρουσιάζονται τα πρώτα μεγάλα γλυπτά και δημιουργείται στην ελληνική τέχνη το στυλ που ονομάστηκε «δαιδαλικό».

Η ύπαρξη μεγάλων έργων σε στέρεο υλικό και το τεκτονικά στέρεο «δαιδαλικό» στυλ πρέπει να θεωρηθούν συνέπειες των ίδιων βαθύτερων κοινωνικών και πνευματικών διαφοροποιήσεων. Ύστερα από την ορμητική εισβολή των ανατολικών στοιχείων, στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα ήταν φυσικό να προβάλει και πάλι η αντίθεση και να επιχειρήσουν οι Έλληνες να συνθέσουν το παλαιό με το καινούργιο, να υποτάξουν στον νόμο της σύμμετρης και ισόρροπης μορφής τα ελαστικά και τα ατίθασα κινήματα της μεταγεωμετρικής -και αντιγεωμετρικής- τέχνης.
Το «δαιδαλικό» στυλ φέρνει μια συνειδητή τακτοποίηση της φύσης, μια υποταγή σε νομοτέλειες διαλεγμένες από αυτό το ίδιο. Το «δαιδαλικό» προοίμιο, όπως ονομάσθηκε, της ελληνικής πλαστικής αναδίδει μια εισαγωγική αίσθηση μεγαλείου και εγκράτειας υπερήφανης προβολής και συνειδητού αυτοπεριορισμού. Καμαρώνει για το επιβλητικό μέγεθος των έργων ο δαιδαλικός άνθρωπος, αλλά γνωρίζει να τα υποβάλλει στην πειθαρχία μιας νέας γεωμετρικής σύνταξης, που εμψυχώνεται τώρα και πάλλεται από τους χυμούς που διοχετεύθηκαν στη φόρμα στις αρχές του αιώνα.
Της πλαστικής αυτής πρώτο δείγμα είναι το φυσικού μεγέθους άγαλμα ανάθημα της Ναξίας Νικάνδρας, στη Δήλο. Μολονότι η καταστροφή του προσώπου το ζημειώνει σημαντικά, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα τυπικά δαιδαλικά χαρακτηριστικά: τριγωνικό πρόσωπο, οριζόντια μάτια, μακριά μαλλιά που καταλήγουν σε κροσσωτά πέρατα κατά πλόκαμο. Η χρονολόγηση του περί το 660π.Χ., παρά τις αντιρρήσεις ππυ διατυπώθηκαν, δείχνει ότι ανοίγει τη σειρά των μεγάλων δαιδαλικών έργων. Κιαι η αναμφισβήτη κυκλαδική (Νάξος) καταγωγή του μαρτυρεί ότι η πλαστική που ονομάστηκε «δαιδαλική» και αποδόθηκε στις δωρικές χώρες (Πελοποννησος, Κρήτης, Ρόδος) αποτελεί μια ακόμη πανελλήνια γλώσσα στην ιστορία των εικαστικών τεχνών.
Το ανάθημα της Νικάνδρας ανοίγει τον δρόμο που θα οδηγήσει στα χρόνια του ώριμου αρχαϊσμού, στις λαμπρές κόρες της Αθήνας και των νησιών, γιατί υπάρχουν δυνάμει μέσα του τα σπέρματα για όλες τις κατακτήσεις που θα ακολουθήοσυν. Αλλά τώρα η δράση και τα αιτήματα του τεχνίτη είναι διαφορετικά. Η στέρεη κατασκευή, η σταθερότητα του ανθρώπινου κορμιού, η πειθαρχία στο κλειστό γεωμετρικό σύλ ο, η απερίσπαστη απόδοση της επιφάνειας των όγκων είναι πράγματα που μας φαίνονται αυτονόητα σήμερα και ίσως απλοϊκά και ενδεικτικά αδυναμίας. Αλλά για τον τεχνίτη των χρόνων εκείνων αποτελούν αξιοσημείωτα επιτεύγματα.
Η αρχαία παράδοση αναφέρεται με σεβασμό σε ένα Κρητικό τεχνίτη τον Δαίδαλο, είναι όμως αμφίβολο να πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο ή για πλάσμα του μύθου. Όμως η παράδοση για δύο μαθητές του, τον Δίποινο και τον Σκύλλι, φαίνεται ότι απηχεί την πραγματικότητα. Αυτοί οι δύο Κρητικοί που δούλεψαν σε όλη την Ελλάδα έζησαν μέσα τον 7ο π.Χ. αιώνα. Τα ευρήματα έρχονται να δικαιώσουν την παράδοση. Και αν ακόμη δεν αποδεχθούμε την άποψη ότι η Κρήτη υπήρξε η πατρίδα της μεγάλης πλαστικής και της δαιδαλικής τέχνης δεν μπορούμε παρά να της δώσουμε μια εντελώς ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της πρώιμης πλαστικής, αφού εκεί βρίσκουμε σειρά από γλυπτά, περίοπτα και ανάγλυφα, λίθινα και χάλκινα.
Από τη μικρή γαλλική πόλη, όπου βρισκόταν άλλοτε -τώρα στο Λούβρο- πήρε το όνομά της η «κυρία της Auxerre», που πιθανότατα αποτελεί έργο κρητικό. Μολονότι δεν είναι πολύ νεώτερη από το ανάθημα της Νικάνδρας, η πλαστική επεξεργασία δείχνει πολλές κατακτήσεις. Ίσως σε αυτό να συντελεί το μικρό μέγεθός της (65εκ) και το υλικό, που όλων των κρητικών έργων είναι μαλακός σχετικά ασβεστόλιθος. Οπωσδήποτε η «δαιδαλική» τέχνη βρίσκει με αυτό το έργο πληρότητα και έκφραση μεστή. Η διατήρηση της κόμης επιτρέπει να χαρούμε την αυστηρή απόδοση των πλοκάμων, που πλαισώνουν το πρόσωπο μέσα σε σχήμα στέρεο και σαφές, διατηρώντας όμως την ευκαμία τους.
Αλλά η μεγάλη επιτυχία του τεχνίτη αποτελεί η κατασκευή του κορμιού: το σφύξιμο της μέσης με τη ζώνη, η σφριγηλή εκτίναξη των μυών της ωμοπλάτης, και διαγραφή των νεανικών μαστών, που απολήγουν στην πλούσια διαδικασία των όγκων της κεφαλής, χαρίζουν στο έργο μοναδική φραστική δύναμη. Συγχρόνως το κάτω μέρος του κορμιού έχει κατακτήσει δυναμική στερεότητα, συγκρατεί με ασφάλεια το άνω μέρος, εμβάλλει σε αυτόν τον ανυψωτικό παλμό, που αρχίζει από το βάθρο σχεδόν, και δέχεται τις δονήσεις του.
Το υλικό που χρησιμοποιούν οιΈλληνες γλύπτες είναι κυρίως το μάρμαρο, αλλά δεν είναι σπάνια η χρήση και άλλων ειδών ασβεστόλιθου, ξύλου, ελεφαντοστού κλπ. Δίπλα σε αυτά κυρίαρχη θέση παίρνει ο ορείχαλκος (μπρούντζος), το κράμα δηλαδή χαλκού και κασσίτερου. Αλλά για να κατασκευασθούν μεγάλα χάλκινα έργα, έπρεπε να βρεθεί η τεχνική που θα επέτρεπε να γίνονται κούφια, γιατί ούτε το βάρος του χαλκού ούτε το κόστος προσφέρονταν για την κατασκευή συμπαγών έργων μεγάλων διαστάσεων. Την ανακάλυψη μιας τέτοιας τεχνικής αποδίδει η αρχαία ελληνική παράδοση στους Σαμιώτες τεχνίτες Ροΐκο και Θεόδωρο, τους γνωστούς κυρίως από τον μεγάλο ναό της Ήρας των μέσων του 6ου π.Χ. αιώνα.
Οι Έλληνες χρωμάριζαν τα λίθινα γλυπτά. Τα ενδύματα, το πρόσωπο, η κόμη και άλλες λεπτομέρειες, καθώς και το βάθος των αναλύφων, είχαν λαμπρά χρώματα και αποκτούσαν έτσι ζωντανή έκφραση, καθώς και ο ρυθμός των πλαστικών όγκων συνταίριαζε και συνεργαζόταν με τον χρωματικό. Τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν έντονα, κυρίως κόκκινο, κυανό πράσινο, και δεν αποτελούσαν μίμηση των φυσικών χρωματισμών, γιατί δεν απέβλεπαν στην επίτευξη ομοιότητας του γλυπτού προς το φυσικό αντικείμενο, αλλά στην εμψύχωση της πλαστικής μορφής και με την επενέργεια της χρωματικής αξίας.
Πέρα όμως από τις προκαταρκτικές αυτές γνώσεις, για να συλλάβουμε στην πληροτητά της και να χαρούμε την ελληνική πλαστική, είναι ανάγκη να έχουμε στο νου μας κάτι βασικό και ουσιαστικό: την πρωταρχική αξία που έχει για τον Έλληνα ο άνθρωπος στην αισθητή του μορφή και παρουσία, με άλλα λόγια το ανθρώπινο σώμα, αυτή η θαυμαστή δημιουργία που αποτελεί την εικόνα του ίδιου του θεού. Χωρίς την διάθεση και την ικανότητα να συμμεθέξουμε στη γοητεία που ασκεί στον Έλληνα η τελειότητα του ανθρώπινου σώματος, όπως εκφράζεται έξοχα στην εισαγωγή του πλατωνικού «Χαρμίδη», δεν είναι δυνατόν να συλλάβουμε την ουσία της πλαστικής του.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

