Ένας σημαντικός αριθμός πληροφοριών από αρχειακές πηγές και από μνημεία, κυρίως φορητές εικόνες, επιτρέπουν να καθορισθούν τα πλαίσια μέσα στα οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε η Κρητική Σχολή. Η σχολή αυτή ζωγραφικής είναι η μόνη από τις ορθόδοξες «σχολές» που δικαιούται πραγματικά αυτόν τον τίτλο στους αιώνες αυτούς. Θα πρέπει κατ΄αρχήν να σχετισθεί η σχολή με την ανάπτυξη των πόλεων της Κρήτης, που γίνονται σημαντικά κέντρα εξαγώγιμου εμπορίου, τουλάχιστον ως προς τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού καλλιτεχνών στις πόλεις αυτές και μάλιστα στο Ηράκλειο.

Σημαντικός αριθμός παραγγελιών σε εικόνες δίνονταν σε ζωγράφους της Κρήτης εκ μέρους εμπόρων του εξωτερικού, κυρίως από τη Βενετία, από καθολικές μητροπόλεις άλλων βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών, π.χ. από το Ναύπλιο καθώς και από ορθόδοξα μοναστήρια, του Σινά, της Πάτμου και άλλων, καθώς και από ευγενείς Έλληνες και Βενετούς.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι πολυάριθμοι αυτοί Κρητικοί ζωγράφοι που εργάζονταν και για την εξαγωγή στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά στην κατασκευή μεγάλου αριθμού φορητών εικόνων, ενώ η τοιχογραφία παραμερίζεται. Έπειτα, καθώς οι Κρητικοί παράγουν για μια εκτεταμένη από γεωγραφική, θρησκευτική και εθνική άποψη, πελατεία με διαφορετικές καλαισθητικές προτιμήσεις, οδηγούνται σε ανάπτυξη αξιόλογης, αν όχι μοναδικής στον καιρό τους επαγγελματικής ικανότητας να ασκούν τη ζωγραφική με πολλούς τρόπους ή και τεχνοτροπίες.
Οι καλλιτέχνες αυτοί χαρακτηρίζονται από έναν προφανή εκλεκτισμό που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιταλική τέχνη του 14ου-15ου αιώνα και στην τελευταία φάση της τέχνης των Παλαιολόγων. Στην παραγωγή όμως των ίδιων αυτών ζωγράφων πρέπει αν ξεχωρίσουμε τα έργα εκείνα που, επειδή απευθύνονται σε πελατεία του καθολικού δόγματος της Κρήτης, της Ιταλίας ή της Δαλματίας, είναι επιτήδειες αναπροσαρμογές παλαιότερων έργων ιταλικής τέχνης, από τα άλλα, όσα δηλαδή παραμένουν βασικά πιστά στην ορθόδοξη παράδοση. Τα έργα των Κρητικών, εικόνες και τοιχογραφίες, που ανήκουν στην τελευταία κατηγορία, τα ξεχωρίζει βαθύτερη ενότητα στις τάσεις ως προς την τεχνική, τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, ακόμη ως προς ορισμένους εικονογραφικούς τύπους που σταθεροποιούνται, ανεξάρτητα από τον βαθμό των επιμέρους ιταλικών επιδράσεων. Αυτά αντιπροσωπεύουν την κρητική σχολή της εποχής.

Από τους πιο αξιόλογους ζωγράφους της περιόδου είναι ο Ανδρέας Ρίτζος, ο Ανδρέας Παβίας, ο Νικόλαος Τζαφούρης. Ο Ανδρέας Ρίτζος ανήκει στην γενική κατηγορία των μεταβυζαντινών καλλιτεχνών, που με την υψηλή ποιότητα του έργου τους και, πιθανόν, με τη διδασκαλία τους δημιουργούν νέα υποδείγμτα, δηλαδή ανανεώνουν την εικονογραφική και τεχνοτροπική παράδοση χωρίς όμως να την διασπούν. Ο Ανδρέας Παβίας φαίνεται να επηρεάζεται περισσότερο από την αντικλασσική τάση της τελευταίας παλαιολόγειας περιόδου, που ταιριάζει με τον «γοτθικό» ρεαλισμό, όπως αυτός τον ακολουθεί στα «ιταλοκρητικά έργα του». Ο Νικόλαος Τζαφούρης που είναι και λεπτολόγος μικρογράφος, φαίνεται να έχει περισσότερη εξοικοίωση και με τα σχεδόν σύγχρονα ιταλικά έργα. Δημιουργεί νέους τύπους που θα επικρατήσουν, όπως η Άκρα Ταπείνωση. Λυρικότερος από τους άλλους έχει τη μαστοριά να εκφράζει τον εκλεπτισμό του σε πίνακες προσεκτικά επεξεργασμένους, σαν έχουν κατασκευασθεί με πολύτιμα υλικά.

Το έργο των καλλιτεχνών αυτών, τοποθετημένο με αρκετή ακρίβεια στον χώρο και στον χρόνο, επιτρέπει να ενταχθεί στην κρητική σχολή της εποχής έναςμ εγάλος αριθμός ανώνυμων εικόνων με ποικίλα θέματα, πολλές από τις οποίες είναι εξαιρετικής τέχνης, ώστε να σχηματισθεί έτσι ακριβέστερη αντίληψη για τη διαμόρφωση μιας σχολής με ενιαίες τεχνικές, εικονογραφικές και τεχνοτροπικές αρχές.
Η σχολή αυτή έχει τις καταβολές της σε μνημεία της Κρήτης, που χρονολογικά ανήκουν στο α’ μισό του 15ου αιώνα την εποχή δηλαδή που είχαν ήδη αρχίσει να έρχονται από την Κωνσταντινούπολη στην Κρήτη περισσότεροι ζωγράφοι για να εγκατασταθούν, όπως ο Νικόλαος Φιλανθρωπηνός, ο Εμμανουήλ Ουρανός, οι Αλέξης και Άγγελος Απόκαυκοι, ο Ανδρόνικος Συναδινός και άλλοι. Όλοι αυτοί συντελούν στην ανανέωση της επαρχιακής μάλλον ζωγραφικής της Κρήτης με τις καλύτερες παλαιολόγειες παραδόσεις και στη γενική εξύψωση της ποιότητας τους.
Οι τοιχογραφές που εκτελούν οι ζωγράφοι της οικογένειας Φωκά, καθώς και άλλες ανώνυμες, πριν και αμέσως μετά την άλωση, μαρτυρούν για τη σχέση που αυτές έχουν με άλλα σημαντικά μνημεία της εποχής, όπως τις τοιχογραφίες του Μυστρά. Με τις καλλιτεχνικές αυτές προϋποθέσεις διαμορφώνεται η μεταβυζαντινή κρητική σχολή. Αμέσως μετά την Άλωση η τέχνη συνεχίζεται εκεί με ποικίλες συμβολές από νεοφερμένους και, ύστερα από κάπως αβέβαιες αναζητήσεις, καταλήγει, πριν από το τέλος του 15ου αιώνα, σε συγκεκριμένους εικονογραφικούς και αισθητικούς κανόνες, που θα επικρατήσουν στον 16ο και τον 17ο αιώνα.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

