Παρακολουθούμε κυρίως την αρχαία ελληνική τέχνη στις τρεις κύριες εκδηλώσεις της: την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και την αγγειογραφία, αναζητώντας σε αυτές τις βασικές αρχές της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πρέπει όμως να έχουμε πάντα στο νου μας ότι την καλαισθησία ενός λαού στο σύνολό του μπορούμε να τη διακρίνουμε ασφαλέστερα στα αντικείμενα που χρησιμοποιεί στη καθημερινή του ζωή, σε αυτά που παράγονται σε μεγάλες ποσότητες και φθάνουν στα χέρια και του τελευταίου πολίτη. Όλα αυτά τα εντάσσουμε στην κατηγορία μικροτεχνία ή με σύγχρονο όρο εφαρμοσμένες τέχνες.

Κοσμήματα, σκεύη, όπλα σφραγιδόλιθοι, αναθηματικά ειδώλια, νομίσματα και πλήθος άλλα δημιουργήματα των κάθε λογής τεχνιτών συνμπληρώνουν την εικόνα της μεγάλης τέχνης. Και για τις δημιουργικές εποχές, όταν η τέχνη αποτελεί έκφραση του κοινωνικού συνόλου, γιατί είναι απόρροια των υλικών ή πνευματικών του αναγκών, τα δημιουργήματα αυτά ακολουθούν την κοινή πορεία της και τα εκφραστικά τους μέσα, αυτό που ονομάζουμε στυλ, είναι ομόλογα με των μεγάλων έργων.
Είναι διδακτικό από την άποψη αυτή ότι μερικοί αρχαιολόγοι ονόμασαν την «ανατολίζουσα τέχνη» «τέχνη του Ιδαίου ρυθμού», γιατί θεώρησαν ως το πιο σημαντικό δείγμα της είναι τα ευρήματα του Ιδαίου άντρου στην Κρήτη. Τα ευρήματα αυτά, χάλκινες ασπίδες και τύμπανα του 8ου και του 7ου π.Χ. αιώνα, αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά δέιγματα ανατολικής τέχνης μεταφυτευμένες στον ελληνικό χώρο, όπου σιγά-σιγά μεταμορφώνονται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για όλη την έκταση της Ελλάδας προσφέρουν οι χάλκινοι γρύπες που στόλιζαν του λέβητες. Η μεταμόρφωση που συντελείται στην ελληνική τέχνη μέσα στον 7ο π.Χ. αιώνα, κατά την ανατολίζουσα εποχή, βρίσκει σε αυτούς την καλύτερη έκφρασή της. Η δαιμονική μορφή του άγριου πουλιού μπαίνει στον χώρο της ελληνικής τέχνης με όλα τα ξενικά χαρακτηριστικά της. Δεν περνούν όμως πολλά χρόνια και η αρμονική σύνθεση του άνω ράμφους προς την αντίστοιχη της γλώσσας και του κάτω ράμφους πλουτισμένη με την κάθετη των αυτιών, δημιουργούν ένα μοναδικό σύνολο μοναδικής ευαισθησίας και μορφικής συνοχής. Έτσι, το απάνθρωπο πουλί της ανατολής μεταμορφώνεται σε μια εξαίσια μορφή όλο ευγένεια και γίνεται φορέας πενυματικών μηνυμάτων.

Την ίδια συνέπεια προς τα ρεύματα της μεγάλης τέχνης διαπιστώνουμε ακόμη και σε μικρά κοσμήματα όπως π.χ. σε μια σειρά από ορθογώνια χρυσά ελάσματα με ομοιώματα καρπών κρεμασμένα στο κάτω άκρο τους, που βρέθηκαν στη Ρόδο και χρονολογούνται περί το 650-625π.Χ. Επάνω σε αυτά υπάρχει η παράσταση της «πότνιας θηρών» (φτερωτή Άρτεμις με δύο λιοντάρια). Η μορφή της θεάς αποτελεί τυπικό παράδειγμα του «δαιδαλικού στυλ», που συναντάμε την ίδια εποχή στη μεγάλη πλαστική.
Αλλά εκτός από τη μορφολογική συμφωνία της μικροτεχνίας προς τη μεγάλη τέχνη, που μαρτυρεί τη συνολική συμμετοχή στις καλλιτεχνικές τάσεις, τη βαθύτερη πνευματική κοινότητα επιβεβαίωνουν και τα θέματα των παραστάσεων, που αντλούν από την ίδια γόνιμη πηγή: τη μυθολογία. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην πρώιμη αρχαϊκή περίοδο ένα πλήθος αξιόλογες μυθολογικές απεικονίσεις τις βρίσκουμε στα έργα των τεχνών που ονομάσαμε «εφαρμοσμένες τέχνες».
Στον αρχαϊκό τεχνίτη και στον αρχαϊκό οπλίτη δεν αρκεί να κατασκευάσει απλώς ένα στέρεο και χρήσιμο όπλο, αισθάνεται την ανάγκη να το κοσμήσει, να το κάνει όμορφο, και δεν κουράζεται να εικονίζει σε ελαφρό ανάλγυφο τα επεισόδια της μυθολογίας που ακούει να ψάλλουν οι ποιητές. Το λαμπρότερο δείγμα χαρακτής κόσμησης οπλισμού προσφέρει ο χάλκινος θώρακας, που είχε βρεθεί στην Ολυμπία.
Η τέχνη του «ελατού» χαλκού με την έκτυπη παράσταση ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στα πελοποννησιακά εργαστήρια και με τέτοια ελάσματα πρέπει να κοσμούσαν κάθε λογής επιφάνειες. Μυθολογικά θέματα με ασυνήθιστη εκφραστική δύναμη και ρεαλισμό εικονίζονται σε μεγάλη κατηγορία πιθαριών με ανάγλυφες παραστάσεις μοιρασμένες σε ζώνες. Πολλά είχαν βρεθεί στη Βοιωτία και γι΄ αυτό παλαιότερα τα ονόμαζαν βοιωτικά.
Μέσα στον 7ο π.Χ. αιώνα φαίνεται ότι κόβονται τα πρώτα ελληνικά νομίσματα. Με τον όρο «ελληνικά» εννοούμε «όλα τα μη ρωμαϊκά νομίσματα του αρχαίου κόσμου που κυκλοφόρησαν από τα στενά του Γιβραλτάρ ως τις βορειοδυτικές Ινδίες». Το νόμισμα από την αρχή του σχεδόν παίρνει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ελληνικής μικροτεχνίας, γιατί πάνω στην κυκλική του επιφάνεια «τυπώνονταν» ορισμένες χαρακτηριστικές παραστάσεις σύμβολα των πόλεων στις οποίες ανήκαν. Τα συνηθέστερα είναι: 1) θεότητες ή μορφές με δαιμονική υπόσταση, 2) καρποί ή ζώα της περιοχής και 3) εικονική παράσταση ονόματος της πόλης (ρόδο για τη Ρόδο, μήλο για τη Μήλο κλπ). Τέλος στα σικελικά νομίσματα αρχικά και σε άλλα αργότερα υπάρχει παράσταση τέθριππου.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
