Βυζαντινές παραδόσεις

Η νέα κατάσταση που δημιουργείται για τον Ελληνισμό από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έχει μακροπρόθεσμους αντίκτυπους στην τέχνη του τόπου. Στην περίοδο που ακολουθεί αμέσως μετά την πτώση, συνεχίζονται οι ίδιες βυζαντινές παραδόσεις, εικονογραφικές και τεχνοτροπικές, αλλά μέσα σε συνθήκες φθοράς, πενίας και πολιτικής δυσπραγίας, οι οποίες επιφέρουν ύφεση στην ένταση, περιορισμό, στην έκταση και υποχώρηση στην ποιότητα της καλλιτεχνικής παραγωγής.

Βυζαντινές παραδόσεις
Μετέωρα

Οι ίδιες συνθήκες ενισχύουν την τάση και των πνευματικών δυνάμεων του τόπου προς τη φυγή, προς την αποκέντρωση, διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει πολύ καιρό πριν την οριστική κατάλυση του βυζαντινού κράτους. Το αποτέλεσμα είναι ότι χάρη στην ιστορική συγκυρία, είτε παρουσιάζονται νέες εστίες καλλιέργειας της τέχνης, είτε σταθεροποιούνται βαθμιαία στην περιφέρεια άλλες. Όλες θα ζωντανέψουν την παραδοσιακή τέχνη και με τον καιρό, θα την υψώσουν σε πρότυπο για όλους τους ορθόδοξους λαούς.

Θα μπορούσε να λεχθεί ότι μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης δημιουργήθηκαν νέοι γενικοί όροι, με ειδικές επιπτώσεις για την τέχνη, αυτοί που καθορίζουν ως ένα μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα της, τον προσανατολισμό της, καθώς και τον ρυθμό στην εξέλιξή της. Αλλά και η διαβάθμιση των επιπέδων της ποιότητας της τέχνης, καθώς και το ήθος της οφείλονται στους ίδιους όρους.

Υπήκοοι Βενετών και Τούρκων

Ο διαχωρισμός των υπόδουλων Ελλήνων σε υπηκόους της βενετικής δημοκρατίας και της οθωμανικής αυτοκρατορίας έχει σημαντικές συνέπειες γιατί, μετά την απώλεια του μεγάλου εθνικού κέντρου, οι Έλληνες δεν ζουν όλοι με τις ίδιες πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες. Όσοι ζουν σε περιοχές κατεχόμενες από τους Βενετούς, ήδη από τον 13ο αιώνα είναι προνομιούχοι (Κρήτη, νησιά). Η οικονομική και επαγγελματική ισοτιμία, που παρέχουν ιοι Ευρωπαίοι κυρίαρχοι στους Έλληνες υπηκόους τους στις πόλεις, επιτρέπει, ανάμεσα στα άλλα, τη συντήρηση των εθνικών, θρησκευτικών και καλλιτεχνικών τους παραδόσεων. Συνάμα όμως, οι κυρίαρχοι με τις εμπορικές και άλλες επικοινωνίες, διευκολύνουν τις επαφές των υπηκόων τους με τα ανανεωτικά πενυματικά και καλλιτεχνικά κινήματα της δυτικής Ευρώπης. Τις επαφές αυτές και τη συνακόλουθη αποδοχή επιδράσεων δεν τις παρακινεί πάντοτε μόνο η πνευματική περιέργεια, αλλά συχνά και η επαγγελματική ανάγκη.

Οι συνθήκες αυτές στην κατεχόμενη από τους Βενετούς περιοχή ευνοούν τη δημιουργία ενός πολιτισμικού φαινομένου ευρύτερης σημασίας, που εκδηλώνεται με την άνθηση της κρητικής λογοτεχνίας και του θεάτρου, και παράλληλα της κρητικής σχολής ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής στο Ηράκλειο και στις άλλες πόλεις της Κρήτης που αναπτύσσονται την εποχή αυτή. Η άνθηση αυτή προσελκύει νέες προσφυγικές δυνάμεις από τις άλλες ελληνικές περιοχές που ήταν τουρκοκρατούμενες ή διαδοχικά έπεφταν στα χέρια των Τούρκων, Πελοπόννησος, νησιά, Κύπρος.

Σε αντίθεση με όσαν συμβαίνουν στις βενετοκρατούμενες, σε περιοχές κατεχόμενες από Τούρκους αντιμετωπίζουν οι Έλληνες δυσκολίες στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, καθώς ο Ασιάτης κατακτητής δεν ευνοούσε αυτού του είδους της υψηλής στάθμης επιβιώσεις του βυζαντινού πολιτισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε καμία τουρκοκρατούμενη πόλη (Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Αδριανούπολη, Σμύρνη, Ιωάννινα κα.) δεν καλλιεργείται η θρησκευτική ζωγραφική. Τούτο αποτελεί σοβαρή ένδειξη, ανάμεσα στα άλλα, για την αντίστοιχη διαφορά των κοινωνικών φορέων της τέχνης θρησκευτικής και λαϊκής.

Στην Κρήτη οι μεγάλες εμπορικές πόλεις είναι τα καλλιτεχνικά κέντρα, οι πολυάριθμοι καλλιτέχνες που ζουν εκεί είναι αστοί επαγγελματίες και το μεγαλύτερο μέρος της πελατείας τους είναι της ίδιας ή ααώτερης κοινωνικής στάθμης, δηλαδή αστοί ή ευγενείς, Βενετοί και Έλληνες. Επομένως μπορούν να συνεχίζονται εκεί με μεγαλύτερη άνεση εκείνες οι βυζαντινές παραδόσεις των μεγάλων αστικών κέντρων που είχαν καλλιεργηθεί παλαιότερα σε ανάλογους βυζαντινούς κύκλους.

Στην τουρκοκρατούμενη περιοχή, η τέχνη παίρνει γρήγορα λαϊκότερο χαρακτήρα, όταν την δουλεύουν ντόπιοι τεχνίτες που προέρχονται από περιβάλλον αγροτικό ή ποιμενικό. Η πρόσκληση όμως των καλλιτεχνών από την άλλη ευνοούμενη περιοχή, την βενετοκρατούμενη, θα κρατήσει την ποιότητα σε ορισμένο επίπεδο και αυτό θα γίνει χάρη στα μεγάλα μοναστικά κέντρα.

Μοναστικά κέντρα

Στην Κωνσταντινούπολη εδρεύει το οικουμενικό πατριαρχείο και μέσα στην περιοχή του οθωμανικού κράτους βρίσκονται τα «ήσσονα» ελληνικά πατριαρχεία, Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξάνδρειας. πρόκειται για εκκλησιαστικούς οργανισμούς με πολλές εξουσίες, δικαστικές και άλλες, επάνω στους ορθόδοξους υπηκόους των Οθωμανών με πρωταρχική επιρροή στον πνευματικό τους βίο. Οι εκκλησιαστικοί αυτοί οργανισμοί, χρήσιμοι στο οθωμανικό κράτος για τη διοίκηση των χριστνναικών υπηκόων, φυσικό ήταν να ευνοούνται από τον κατακτητή.

Οι παραπάνω συνθήκες επέτρεψαν όχι μόνο να επιζήσουν, αλλά και να αναπτυχθούν μέσα στην περιοχή αυτή και σε χώρους απομονωμένους, μακριά από πόλεις, τα μεγάλα μοναστικά κέντρα της ορθοδοξίας, όπως το Άγιο Όρος, τα Μετέωρα, καθώς πολλά άλλα αξιόλογα μοναστήρια. Η εξάρτηση των μοναστηριών από τα πατριαρχεία τούς παρείχε αυτόματα τα καθιερωμένα προνόμια από την οθωμανική εξουσία και αυτό εξηγεί την ιδιαίτερη τους άνθηση.

Είναι φυσικό τα μοναστικά αυτά κέντρα με τον καιρό, να αποτελέσουν σημαντικές εστίες καλλιτεχνικής δραστηριότητας, καθώς και με την βοήθεια των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας ή Ελλήνων ιεραρχών, ανεγείρονται εκεί νέα κτίρια: εκκλησίες τράπεζες (εστιατόρια), παρεκκλήσια και μετόχια, που διακοσμούνται με τοιχογραφίες, με εικόνες, με εικονοστάσια, με άμβωνες και προσκυνητάρια. Οι εκκλησίες πλουτίζονται με πολυτελή άμφια και λειτουργικά σκεύη.

Τα μοναστικά αυτά κέντρα που αντλούν το αναμφισβήτητο κύρος τους από την οργάνωση και τη λειτουργία τους κατά τρόπο απαράβατα σύμφωνο με τα καθιερωμένα παλαιά «τυπικά», καθώς και από την υπεροχή της παιδευτικής τους στάθμης, αποτελούν ένα αποφασιστικό συντελεστή για την ακτινοβολία της ελληνικής τέχνης της εποχής στα ορθόδοξα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή, ακόμη και στη Ρωσία: η τέχνη τους παίρνει την σημασία αυθεντικού και έγκυρου, από δογματική και αισθητική άποψη, προτύπου.

Μέσα στη γενικότερη ενότητά της η τέχνη που αναπτύσσεται στις ξενοκρατούμενες ελληνικές περιοχές έχει τοπικές ιδιομορφίες, εξελίσσεται κατά περιοχές με στόχους και ρυθμούς διαφορετικούς σε διαδοχικές εποχές, και είναι άνιση ως προς την ποιότητα, τον χαρακτήρα και τη δύναμη ακτινοβολίας. Υπάρχουν όμως μερικά γενικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν το σύνολο της τέχνης αυτής από την τέχνη της Δυτικής Ευρώπης της ίδιας εποχής και προσδίδουν βαθύτερη ενότητα στις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις όλου του Ελληνισμού.

Αυτά τα γενικά χαρακτηρσιτικά αναφέρονται περισσότερο στη ζωγραφική και λιγότερο στην αρχιτεκτονική. Κυριότερο και μονιμότερο χαρακτηριστικό της τέχνης που διαμορφώνεται στον ελληνικό χώρο κατά τους 15ο, 16ο και 17ο αιώνες, δηλαδή κατά την εποχή της Αναγέννησης και του Μπαρόκ στη Δύση, είναι ο έντονα συντηρητικός χαρακτήρας της. Αυτός δεν εκδηλώνεται μόνο με την πιστή τήρηση ορισμένων αρχών της τεχνικής και καλλιτεχνικής κατηγορίας, που ανήκαν εξ ολοκλήρου στη μεσαιωνική τέχνη της περιοχής, δηλαδή στη βυζαντινή, αλλα και με τη συνειδητή και σταθερή αντίσταση στη φυσιολογική διείσδυση στοιχείων από τη σύγχρονη ξένη τέχνη.

Ακόμη, όταν η ανάγκη το καλεί, η αντίσταση εκφράζει με την αφομοίωση των επείσακτων εικονογραφικών μοτίβων, και σπανιότερα, των μορφολογικών νεωτερισμών, κατά κάποιο τρόπο ώστε να μην προσβάλλονται οι οπτικές συνήθειες των ορθόδοξων πιστών.

Ο συντηρητισμός αυτός της μεταβυζαντινής θρησκευτικής τέχνης πηγάζει από τη στάση της επίσημης Εκκλησίας, που ακολουθεί με φανατισμό την ορθόδοξη γραμμή, όπως την χάραξε ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πολέμιος του ανακαινιστή Γεμιστού: αντίδραση απόλυτη στην καθολική εκκλησία και ό,τι εκπροσωπούσε, που είχε ως αναγκαία συνέπεια την ισχυρή επιφύλαξη για ο,τιδήποτε ερχόταν από τη δυτική Ευρώπη, σε οποιοδήποτε τομέα της πνευματικής ζωής.

Από τη γενική αυτή αρχή, που αποβλέπει στη δογματικά αδιάφθορη συντήρηση της τέχνης, απορρέει η ανάγκη επιστροφής στα βυζαντινά πρότυπα, η οποία όμως, με τον καιρό, αποκτά τον ρυθμό και περιοδικής επιστροφής σε παλαιότερα πρότυπα, που δεν είναι απαραίτητο να χρονολογούνται πριν από την Άλωση.

Ακόμη, μέσα στα πλαίσια που καθορίονται από τη ζωτική ανάγκη ενός έθνους να διατηρήσει την ταυτότητά του μέσα στις πιο δύσκολες πολιτικές, οικονομικές και βιοτικές συνθήκε, η τέχνη δεν μένει απαρασάλευτη και ανεξέλικτη. Εξελίσσεται με ρυθμό αργό, ακόμη και μέσα στις παλινδρομικές κινήσεις της, καθώς ταυτίζεται με τον ζωντανό Ελληνισμό και επηρεάζεται άμεσα από τις ιστορικές του τύχες, από τις μετατοπίσεις των οικονομικών του κέντρων, από τους μεταβαλλόμενους πνευματικούς του προσανατολισμούς.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.