Αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου

Στα δεκατέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από τις Τριακοντούτεις σπονδές ως την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου τα γεγονότα της Κέρκυρας και το Μεγαρικό ψήφισμα αποτελούν αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου.

Αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου
Η Ελλάδα λίγο πριν τον Πελοποννησιακό πόλεμο

Η αντίδραση των Πελοποννησίων ύστερα από τα παραπάνω γεγονότα ήταν αναπόφευκτη. Οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς και οι Αιγινίτες (οι τελευταίοι κρυφά από φόβο των Αθηναίων) έστειλαν πρέσβεις στην Σπάρτη και εξέθεσαν τις κατηγορίες τους εναντίον των Αθηναίων. Η Σπάρτη αναγκάστηκε να συγκαλέσει τη συνέλευση των συμμάχων: όλοι, ιδιαίτερα οι Μεγαρείς, κατηγόρησνα τους Αθηναίους ότι παραβίασαν τη συνθήκη του 446π.Χ. Τελευταίοι μίλησαν οι Κορίνθιοι, οι οποίοι φαίνεται ότι απείλησαν πως θα εγκαταλείψουν την Σπάρτη και θα συμμαχήσουν με το Άργος, αν οι Σπαρτιάτες δεν τους βοηθούσαν.

Στη συνέλευση της Απέλλας, που ακολούθησε, τα δύο κόμματα της Σπάρτης, οι ειρηνόφιλοι και οι φιλοπόλεμοι αντέταξαν τα επιχειρήματά τους. Εκπρόσωπος των πρώτων, ο βασιλιάς Αρχίδαμος, αφού τόνισε τις διαφορές χαρακτήρα Σπαρτιατών και Αθηναίων και διαπίστωσε ότι η Σπάρτη ήταν ανέτοιμη για ένα μακροχρόνιο πόλεμο, συμβούλευε σοβαρή προετοιμασία, προτού αναληφθεί δράση, και διεξαγωγή διαπραγματεύσεων. Αλλά ο αρχηγός των φιλοπόλεμων ο Σθενελαΐδας, ύστερα από μια σύντομη και βίαιη δημηγορία, και με ένα τέχνασμα που μεταχειρίσθηκε κατά την ψηφοφορία, κατάφερε να αποσπάσει μια συντριπτική πλειοψηφία υπέρ του πολέμου.

Σε μια γενική συνέλευση των συμμάχων που έγινε στη Σπάρτη το φθινόπωρο του 432π.Χ. αποφασίσθηκε οριστικά ο πόλεμος. Οι μόνοι που έφεραν αντιρρήσεις ήταν οι Αρκάδες, που, διαμένοντας στην ορεινή τους χώρα, έμεναν τελείως αδιάφοροι απέναντι στον οξύ ανταγωνισμό των μεγάλων ναυτικών και εμπορικών πόλεων. Οι Κορίνθιοι πέτυχαν να κάμψουν την αντίρρησή τους, παρουσιάζοντας τον πόλεμο ως αγώνα απελευθέρωσης των Ελλήνων από τον αθηναϊκό ζυγό.

Η απόφαση όμως αυτή των συμμάχων δεν ισοδυναμούσε με επίσημη κήρυξη πολέμου. Και τα δύο μέρη, Πελοποννήσιοι και Αθηναίοι, προκαλούσαν συνεχώς τον αντίπαλο με την ελπίδα ότι θα έκανε εκείνος το αποφασιστικό βήμα, θα κήρυττε δηλαδή επίσημα τον πόλεμο. Και όπως πάντα, η διπλωματία καθενός κατέβαλε προσπάθειες, για να αναγκάσει τον αντίπαλο να κηρύξει τον πόλεμο, ώστε να πέσει σε εκείνον η ευθύνη της σύγκρουσης και να πάρει με το μέρος του τη κοινή γνώμη των ουδετέρων. Άλλωστε και οι δύο είχα ανάγκη από χρόνο: Οι Πελοποννήσιοι για να προετοιμασθούν στρατιωτικά και οι Αθηναίοι για να καταλάβουν την Ποτείδαια. Έτσι ο χειμώνας που άρχιζε και εμπόδιζε τις πολμικές επιχειρήσεις αναλώθηκε σε άκαρπες διαπραγματεύσεις.

Οι Σπαρτιάτες υπέβαλαν στους Αθηναίους απαράδεκτες αξιώσεις. Μια πρώτη πρεσβεία στην ΑΘήνα αξίωσε να εξορίσουν από την πόλη τους Αλκμεωνίδες υπεύθυνους γα το Κυλώνειο Άγος (μια σειρά από δεινοπαθήματα και θεομηνίες που έπληξαν την αρχαία Αθήνα και που αποδόθηκαν στην οργή των θεών για τη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα στον ναό της θεάς Αθηνάς), αξίωση που απέβλεπε στην μείωση και απομάκρυνση του Αλκμεωνίδη Περικλή. Οι Αθηναίοι απάντησαν με παρόμοιο τρόπο: αξίωσαν από τους Λακεδαιμόνιους να εξαγνίσουν « το από Ταινάρου άγος» και το άγος της Χαλκιοίκου Αθηνάς, δηλαδή να τμωρήσουν τους εναγείς απογόνους αυτών που είχαν σκοτώσει τους είλωτες στο ιερό του Ποσειδώνα και τον Παυσανία στον περίβολο του ναού της Αθηνάς.

Μια δεύτερη σπαρτιατική πρεσβεία παρουσίασε απαιτήσεις πιο ρεαλιστικές: να λύσουν την πολιορκία της Ποτείδαιας, να ελευθερώσουν την Αίγινα και να ανακαλέσουν το Μεγαρικό ψήφισμα. Ιδιαίτερα επέμεναν στην τρίτη τους αξίωση, δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι αρκούσε η αποδοχή της για να διατηρηθεί η ειρήνη. Οι Αθηναίοι όμως απέρριψαν και τις τρεις αξιώσεις και ιδιαίτερα την τελευταία, γιατί κατηγορούσαν τους Μεγαρείς πως καλλιεργούσαν την ιερή γη και την αμφισβητούμενη συνοριακή περιοχή και πως έδιναν άσυλο στους δούλους που δραπέτευαν από την Αθήνα.

Μια τρίτη πρεσβεία έφερε το εξής μήνυμα: «Λακεδαιμόνιοι βούλονται την ειρήνη είναι, είη δ’ αν εις του Έλληνας αυτονόμους αφείτε». Το μήνυμα αυτό ισοδυναμούσε με τελεσιγραφική αξίωση αποκατάστασης της αυτονομίας των συμμάχων με διάλυση δηλαδή της «αττικής αρχής». Παράλληλα η αξίωση αυτή ήταν και κήρυγμα προπαγάνδας προς τους συμμάχους των Αθηναίων.

Η αθηναϊκή Εκκλησία του δήμου πήρε την τελική απόφαση. Ο Περικλής απέδειξε στους διχασμένους Αθηναίους ότι οι Πελοποννήσιοι δεν επιθυμούσαν πραγματικά την ειρήνη, γιατί ενώ οριζόταν στην συνθήκη του 446π.Χ. ότι οι διαφορές θα έπρεπε να υποβάλλονται σε διαιτησία, ούτε ζήτησαν ποτέ τέτοια διαιτησία, ούτε δέχθηκαν ποτέ αθηναϊκή σχετική πρόταση, αλλά ήρθαν τώρα να υπαγορεύσουν τις αξιώσεις τους. Απέδειξε επίσης πως αν ανακαλούσαν το ψήφισμα για τα Μέγαρα, οι Πελοποννήσιοι θα πρόβαλλαν νέες μεγαλύτερες και πιο απαράδεκτες αξιώσεις.

Έτσι τους έπεισε πως ότι η τιμή της Αθήνας επέβαλε να απορρίψουν όλες τις προτάσεις και να αντιμετωπίσουν θαρραλέα τον πόλεμο. Με την απάντηση τους ότι «γενικά δεν δέχονται διαταγές, αλλά είναι πρόθυμοι σύμφωνα με τις συνθήκες, να λύσουν τις διαφορές τους με διαιτησία σαν ίσοι προς ίσους», οι Αθηναίοι επανέλαβαν την πρόταση για διαιτησία και έδινε την δυνατότητα για διαπραγματεύσεις. Οι Σπαρτιάτες δεν έστειλαν καμία άλλη πρεσβεία, πράγμα που φανέρωσε ποιος επιζητούσε τον πόλεμο και δικαίωσε σε γενικές γραμμές την αθηναϊκή πολιτική. Η σύρραξη ήταν αναπόφευκτη.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

Please follow and like us:
error
fb-share-icon
error

Enjoy this blog? Please spread the word :)