Το τέλος της Μάχης της Κρήτης και η κατάληψη της τελευταίας σπιθαμής του ελληνικού εδάφους από τη Γερμανία, γέννησαν στην ψυχή των Ελλήνων την αντίσταση. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η αντίσταση στην κατάλυση του συντάγματος είχε προηγηθεί της εισβολής των Γερμανών. Η χρονολογική οριοθέτηση των καταβολών του αντιστασιακού αγώνα περιπλέκεται από το γεγονός ότι είχε προηγηθεί το καθεστώς Μεταξά. Ο «ακρωτηριασμός» της πολιτικής βούλησης των Ελλήνων και η εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μεταξά δημιουργούσαν καταστάσεις «εσωτερικής Κατοχής». Έτσι, οι κατοπινοί ξένοι δυνάστες μπόρεσαν μετά από ορισμένες αλλαγές προσώπων, να χρησιμοποιήσουν «το αυταρχικό καθεστώς στη μέχρι τότε δομή του».

Οι συσχετισμοί όμως αυτοί αποκτούσαν πρόσθετη διάσταση τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς απέρριπτε το τελεσίγραφο του Ιταλού πρέσβη. Ο μόνος που θα μπορούσε να είχε απαντήσει με ένα «Ναι» και να παραδώσει τη χώρα στον εχθρό, αφαιρώντας από τον λαό τη δυνατότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά. Έτσι, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου συστρατεύθηκε με το αδύναμο, ως τότε, αντιγερμανικό στρατόπεδο (ουσιαστικά με την Αγγλία), σε μια ξαφνική εθνική ενότητα με τη συντριτική πλειοψηφία του λαού. (Διαφωνούσαν μόνο οι ελάχιστοι της -ιδεολογικής ή απλά καιροσκοπικής- «πέμπτης φάλαγγας» καθώς και, για εντελώς άλλους λόγους, μια μικρή μερίδα της κομμουνιστικής Αριστεράς που θεωρούσε την εξωτερική απειλή ευνοϊκή προϋπόθεση για την ανατροπή του καθεστώτος.)
Την κηδεία του αιφνίδια αποθανόντος Μεταξά ο λαός την παρακολούθησε με μεγάλη λύπη, εξαγνίζοντας, τρόπον τινά, τον δικτάτορα και ταυτόχρονα προσφέροντας στον εναπομείναντα της δυάδας βασιλιά Γεώργιο, την ευκαιρία να καταργήσει το δικτατορικό καθεστώς. Η άρνηση του βασιλιά να ανταποκριθεί σε αυτό το αίτημα των περιστάσεων έμελλε να προδικάσει σε μεγάλο βαθμό τις επακόλουθες πολιτειακές ανωμαλίες, ενώ στη φάση του αλβανικού πολέμου η αντίσταση του καθεστώτος και εκείνη της μεγάλης λαϊκής μάζας απλά συνέπιπταν στην εξωτερική διάσταση.
Μετά την κατάρρευση της άμυνας ο μανάρχης και η κυβέρνση Τσουδερού εγκατέλειψαν την Αθήνα. Ενδιάμεσος σταθμός η Κρήτη έπειτα από βρετανικές πιέσεις αφού ήθελαν να καταφύγουν σε ένα πιο ασφαλές μέρος, την Κύπρο. Μόλις εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση κατά της Κρήτης, συνέχισαν την φυγή (για τη Μέση Ανατολή), ενώ προηγουμένως μόνο η βρεταννική πλευρά είχε επιχειρήσει να θέσει βάσεις για την οργάνωση μελλοντικών αντιστασιακών πυρήνων στην κατεχόμενη πλέον Ελλάδα.
Μετά την καάρρευση του τακτικού μετώπου πλήθαιναν οι ενδείξεις ότι ο αγώνας κατά των εισβολέων θα συνεχιζόταν σε άλλο επίπεδο. Συνειδητή αντιστασιακή έννοια είχε π.χ. η άρνηση του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου να ορκίσει την κατοχική «κυβέρνηση» με το επιχείρημα ότι είχε ήδη ορκίσει εθνική κυβέρνηση και ότι εξακολουθούσε να υφίσταται και να συνεχίζει τον πόλεμο.
Στην αρχική φάση της Κατοχής οι διαθέσεις σημαντικής μερίδας του λαού δεν ήταν αντιγερμανικές. παρά τη φυσιολογική αντίδραση σε αυτό καθεαυτό το γεγονός της κατοχής, υπήρχε κάποια κατανόηση για την υποχρέωση των Γερμανών να συντρέξουν τους ταπεινωμένους Ιταλούς, κάποια ανάμνηση των συσχετισμών του πρώτου Μεγάλου πολέμου, κάποιο δέος για την άρτια πολεμική μηχανή της Βέρμαχτ.
Αλλά η ίδια η Βέρμαχτ γρήγορα συνέτεινε να καταρρεύσει ο μύθος της -με πλιατσικολογήματα και άλλες αυθαιρεσίες αλλά και τις εφαλμένες εκτιμήσεις της για την ελληνική νοοτροπία. Έτσι ενέργειες που ξεκινούσαν από άλλα κίνητρα, άλλαζαν χαρακτήρα από την αντίδραση των Γερμανών. Οι πρώτοι Αθηναίοι που επευφημούσαν τους μεταφερόμενους Βρεταννούς αιχμαλώτους πετώντας τους λούλουδια και μικρά δώρα το έκαναν από αλληλεγγύη προς τους συμμάχους που ιφίσταντο την ίδια μοίρα. Οι εκδηλώσεις αυτές λάμβαναν καθάρα αντιστασιακό χαρακτήρα, μόλις οι χολωμένοι Γερμανοί απείλησαν να τιμωρήσουν τους «υποπίπτοντες σε εκδηλώσεις συμπαθείας προς Άγγλους αιχμαλώτους διά φυλακίσεως μέρχι 5 ετών και εκτοπίσεως».
Παράλληλα έντονη δυσφορία είχε προκαλέσει η επίσημη πλέον παράδοση του μεγαλύτερου μέρους της χώρας στους ηττημένυς Ιταλούς και τους Βούλαγρους, που δεν είχαν πολεμήσει καθόλου. Τα πράγματα οξύνθηκαν μετά την μάχη της Κρήτης. Η αντίσταση των Κρητικών επέφερε την ισοπέδωση της Κάνδανου. Από τα πρώτα αντίποινα πολλοί άνδρες κατέφυγαν στην παρανομία.
Σε πολλές περιπτώσεις αντικατοχικής συμπεριφοράς συνδυαζόταν ο πατριωτισμός με το ωφέλιμο, χωρίς αν ξεχωρίζει πάντα το πρωταρχικό κίνητρο. Οι παθόντες ανέφεραν συχνά σε βάρος τους «κλοπή σε μορφή σαμποτάζ». Οι ελληνικές αρχές προσπαθούαν να πείσουν τους κατακτητές ότι πρόκειται για πααραβάσεις του κοινού ποινικού κώδικα που δεν δικαιολογούσαν αντίποινα εναντίον του πληθυσμού.
Οι συνθήκες συντελούσαν στην ωρίμανση των νέων, με αποτέλεσμα το 1943-44 η Αντίσταση στις πόλεις και στα βουνά να στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στη γενιά αυτή. Αντιθέτως, πολλοί ενήλικες εξακολουθούσαν να παραμένουν αδρανείς, εξαιτίας της επίδρασης του προηγηθέντος πενταετούς πολιτικού κενού. Συνηθισμένοι στη φίμωση της ελεύθερης γνώμης δεν αντιδρούσαν. Σταδιακά μόνο η Αντίσταση απέβαλε το παθητικό της χαρακτήρα, αφού πολλοί φοβούνταν ότι ο αγώνας ενάντια στον ξένο θα έφερνε πίσω τους ντόπιους καταπιεστές.
Εξαιτίας αυτού του διλήμματος πολυάριθμες πρωτοβουλίες τελματώνονταν και η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου και της στρατιωτικής ηγεσίας βραχυκυκλωνόταν στις εσωτερικές έριδες. Ωστόσο, η αποτελεσματική οργάνωση ενός λαϊκού αντιστασιακού κινήματος χρειαζόταν τη «μαγιά» δύο κυρίως κατηγοριών ανθρώπων: των «καθιερωμένων» πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών, καθώς και των έμπειρων «επαναστατικών στοιχείων» ποικίλης ιδεολογικής προέλευσης. Το ότι ουσιαστικά μόνο η δεύτερη κατηγορία ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση αυτή, δεν έμεινε χωρίς επιπτώσεις για την χώρα.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
