Ανάγλυφα

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής τέχνης κατέχουν οι συνθέσεις που κοσμούσαν τα αρχιτεκτονικά έργα, δηλαδή τα ανάφλυφα, στους ναούς. Τρία είναι τα μέρη του ναού που μπορούσαν να δεχθούν την πλαστική διακόσμηση: τα αετώματα, οι ζωφόροι του ιωνικού ναού και οι μετώπες του δωρικού. Ένα ακόμη στοιχείο που διακοσμήθηκε με ανάφλυφο κόσμημα είναι οι επιτύμβιες στήλες, που τοποθετούνταν κάθετα στους τάφους των νεκρών.

Ανάγλυφα

Το σχήμα και το μέγεθος των μελών αυτών έθεταν στους γλύπτες ιδιαίτερα προβλήματα που απαιτούσαν για το καθένα ξεχωριστή λύση. Το τριγωνικό αέτωμα, που κορυφώνεται στο κέντρο και καταλήγει σε οξύτατες γωνίες στα άκρα, με πλάτος, το οποίο ξεπερνούσε συχνά τα 10-15 μ. παρουσίαζε τις μεγάλες δυσκολίες. Έπρεπε να κοσμηθεί με μια σύνθεση πολύμορφη, με μορφές 2-3 μ. ψηλές στο κέντρο και χωρίς καθόλου ύψος στις άκρες. Η ζωφόρος απαιτούσε μια πολυπρόσωπη σύνθεση που να απλώνεται, χωρίς κεντρική πύκνωση σε όλη την έκταση της πλευράς. Τέλος οι μετώπες τετραγωνικές καθώς ήταν, περιόριζαν τον τεχνίτη μέσα στα όρια τρίμορφων το πολύ συνθέσεων. Οι επιτύμβιες στήλες ήταν ορθογώνιες και στενές πλάκες με κατακόρυφο προσανατολισμό που διακοσμούνταν συνήθως με ανάγλυφο ομοίωμα του νεκρού.

Αετώματα

Από το πρώτο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα έχουμε μια σειρά από εναέτιες συνθέσεις, όπου η δύναμη στην πλαστική έκφραση δεν μπορεί να κρύψει την αγωνία του προβληματισμού για την σύνθεση. Η παλαιότερη και μεγαλοπρεπέστερη από αυτές είναι του δυτικού αετώματος του ναού της Αρτέμιδος στην Κέρκυρα, δημιουργία του κορινθιακού εργαστηρίου. Γιγάντια η μορφή της Γοργούς (2,74μ. ύψος), η οποία κρατά τους δύο γιους της, τον Πήγασο και τον Χρυσάορα, κυριαρχεί στο κέντρο, πλαισιωμένη από δύο λεοντοπάνθηρες, που καλύπτουν το μέγιστο μέρος με τις ανακεκλιμένες μορφές τους.

Ανάφλυφα
Το δυτικό αέτωμα από τον ναό της Αρτέμιδος με την Γοργώ, Κέρκυρα

Προτού φθάσουμε στο τέλος της αρχαϊκής εποχής, το πρόβλημα των εναέτιων συνθέσεων βρίσκει νέες λύσεις, πολύ πιο σοφές και πρωτότυπες, λύσεις που οδηγούν προς τις δραματικές συνθέσεις του αυστηρού ρυθμού και των κλασικών χρόνων. Από τα αποσπάσματα που σώθηκαν μπορούμε να ανασυνθέσουμε τα αετώματα του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς.

Το χαρακτηριστικό νέο στοιχείο είναι ο τονισμός του κεντρικού άξονα με την τοποθέτηση και στα δύο αετώματα ενός τέθριππου που κινείται απέναντι στον θεατή. Αλλά ενώ στο ανατολικό την κεντρική μορφή του Απόλλωνα πλαισιώνουν παραστατικά όρθιες μορφές θεών κατ΄ενώπιον και στις γωνίες τοποθετούνται συμπλέγματα λιονταριών που σπαράζουν ζώα, στο δυτικό το θέμα της γιγαντομαχίας επιτρέπει στον τεχνίτη όχι μόνο να δώσει μια ενιαία σύνθεση αλλά και να κινήσει τις μορφές προςαίατις γωνίες, ελαττώνονας βαθμιαία το ύψος τους με τις πειστικές στάσεις των μαχομένων.

Ζωφόροι

Απλούστερη από πολλές πλευρές -σε σύγκριση με τα αετώματα- παρουσιάζεται η σύνθεση στη ζωφόρο: ο ορθογώνιος χώρος δεν προβάλλει ιδιαίτερες δυσκολίες στη διάταξη των μορφών και η ομοιογένειά του απαιτεί μόνο παρατακτική ανάπτυξη. Έτσι στο τμήμα αυτό θα ιστορήσουν οι Έλληνες γλύπτες με πολυπρόσωπες πλαστικές παραστάσεις τους μεγάλους μύθους τους και θα δείξουν μια ακόμη ικανότητα, από τις πιιο σημαντικές: την αφηγηματική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τελευταίας φάσης των αρχαϊκών χρόνων είναι η ζωφόρος του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς (525π.Χ.). Κάθε πλευρά απεικονίζει και ένα θέμα: η ανατολική συγκέντρωση θεών που παρακολουθούν μάχη Ελλήνων και Τρώων, η βόρεια γιγαντομαχία, η δυτική κρίση του Πάρη, και η νότια αρπαγή των Λευκιππίδων από τους Διόσκουρους.

Ανάγλυφα
Γιγαντομαχία, Βόρεια πλευρά της ζωφόρου του «θησαυρού των Σιφνίων», Δελφοί

Η ορμή της συμπλοκής στην γιγαντομαχία και το ανακάτωμα των αντιπάλων αποδίδεται με εντυπωτική ένταση, χωρίς όμως να χάνεται η σαφήνεια των πλαστικών σχημάτων και ο ευσύνοπτος ρυθμός, που μας κινεί από τα αριστερά προς τα δεξιά και το αντίθετο. Και μαζί με τη ρωμαλέα έκφραση η ζωφόρος διατηρεί τον διακοσμητικό της χαρακτήρα, με την ευαίσθητη διάταξη και αξιοποίηση του χώρου, την εορταστική της υπόσταση και την ψυχική έξαρση που ταιριάζει μέσα στον χώρο των Δελφών.

Μετώπες

Διαφορετικό ήταν το πρόβλημα που παρουσίαζαν οι μετώπες στη διακόσμηση τους: μέσα στο περιορισμένο χώρο έπρεπε να χωρέσει μια αυθυπόστατη ολιγοπρόσωπη σύνθεση, με τεκτονικές δυνάμεις που να εξαντλούν την ενέργεια τους μέσα σε αυτόν με τρόπο πειστικό. Αυτό σήμαινε ότι από το μυθολογικό απόθεμα έπρεπε να επιλέγουν σκηνές χαρακτηριστικές, όπου συμπυκνωμένα να δίνεται ή να υποβάλλεται στον θεατή το καίριο στοιχείο του μύθου. Λίγο πριν από τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα χρονολογούνται οι μετόπες του «θησαυρού Σικυωνίων», ορθογώνιες κατ΄ εξαίρεση και όχι τετράγωνες. Η αυτάρκεια του θέματος έχει σχεδόν επιτευχθεί, αλλά και η ισορρόπηση των δυνάμεων, που κινούνται προς τη μία κατεύθυνση ή με απλοϊκό τρόπο τείνουν προς το θεατή.

Επιτύμβιες στήλες

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής τέχνης έχουν οι επιτύμβιες στήλες. Από τη στιγμή που πάνω στην ακόσμητη στήλη εικονίζεται η μορφή του νεκρού, το απλό «σήμα» του τάφου, αρχίζει να μεταμορφώνεται σε «μνήμα» του νεκρού. Την εξέλιξη της αρχαϊκής επιτύμβιας στήλης μπορούμε να παρακολουθήσουμε σε όλα τα στάδια της στην Αττική. Απλός στύλος αρχικά, με ένα επίκρανο και πάνω σε αυτό φύλακας του τάφου, η «δαιμονική» σφίγγα, παίρνει πριν από τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα το σχήμα της στήλης, πάνω στην οποία εικονίζεται ο νερός να προχωρεί προς τα δεξιά μας. Με τον καιρό η θέση του επίκρανου παίρνει ένα πιο πλούσιο κόσμημα σε σχήμα ανεστραμμένης λύρας, όπου αντί για την σφίγγα βλέπουμε το ανθέμιο, και τέλος μόνο αυτό στολίζει την κορυφή της στήλης.

Ανάγλυφα
Αττική επιτύμβια στήλη που παριστάνει τον νεκρό που ονομαζόταν Αριστίων

Ωστόσο ως τα τελευταία αρχαϊκά χρόνια η μορφή της στήλης παραμένει βασικά η ίδια, ένα στενόμακρο ορθογώνιο σχήμα που στενεύει ελαφρά προς τα επάνω. Το ύψος της είναι μεγάλο 2-3μ., κάποτε ξεπερνά τα 4μ. Ο νεκρός εικονίζεται κατά κανόνα μόνος, οπλίτης ή αθλητής, και, με μια μοναδική εξαίρεση, όσες στήλες έχουν σωθεί παριστάνουν νέους άνδρες.

Με το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα διακόπεται η ιστορία της αττικής στήλης, ύστερα από κάποιον απαγορευτικό νόμο του Κλεισθένη, που προσπάθησε να περιορίσει την πολυτέλεια των ταφικών μνημείων. Αλλά και σε άλλες ελληνικές περιοχές, στα νησιά κυρίως, εξακολούθησε η δημιουργία τέτοιων στηλών. Όμως στην παράσταση του νεκρού έχουμε μια βασική μεταβολή: δεν είναι πια νέος ούτε εικονίζεται στην ιδεατή του μόνωση. Τώρα οι ιωνικές στήλες των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα παριστάνουν ένα ώριμο άνδρα, γενειοφόρο, να ακουμπά στη βακτηρία του, και να παίζει με το σκυλί του. Ένας διαφορετικός κόσμος, προάγγελος του κλασικού, προβάλλει με αυτές τις παραστάσεις.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.