Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου επιβλήθηκε χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση. Ήταν τόσο ήρεμα τα πράγματα εκείνο το πρωί, ώστε, σύμφωνα με το συνταγματάρχη Ζουμπουλάκη, επικεφαλής της μονάδας ιππικού που κατέλαβε το χώρο γύρω από το Κοινοβούλιο, συνέλαβαν κάποιους Αθηναίους, με σκοπό «να δοθεί η εντύπωση ότι κάτι συνέβαινε».

Στις 10:00 μμ της 4ης Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς πήγε στα Ανάκτορα για να συναντήσει τον Βασιλιά Γεώργιο. Μαζί του είχε έτοιμα τα διατάγματα για την αναστολή ορισμένων βασικών άρθρων του συντάγματος και τη διάλυση της βουλής, με αφορμή τη γενική απεργία που είχαν κηρύξει για τις 5 Αυγούστου τα συνδικάτα, με από κοινού απόφαση της ΓΣΕΕ και της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Τα εργατικά σωματεία, με τον τρόπο αυτό, εξέφραζαν την αντίθεσή τους για την επιβολή καθεστώτος υποχρεωτικής διαιτησίας, στις διενέξεις εργαζομένων και εργοδοτών.
Το ίδιο βράδυ στο υπουργείο εξωτερικών ο Μεταξάς συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο. Παρά τις αντιδράσεις και παραιτήσεις κάποιων υπουργών, όπως ο Γεώργιος Μαντζαβίνος και ο Αριστοτέλης Ι. Βαλαωρίτης, ο Μεταξάς κατάφερε την αναστολή σημαντικών άρθρων του Συντάγματος και με τη στήριξη του βασιλιά εγκαθίδρυσε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Ο ίδιος, με διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, το οποίο δημοσιεύτηκε την επόμενη ημέρα στις εφημερίδες, δικαιολόγησε την επιβολή καθεστώτος περιορισμού των πολιτικών και άλλων δικαιωμάτων (ουσιαστικά ήδη είχε εγκαθιδρύσει δικτατορία με την ψήφιση Βασιλικού Διατάγματος περί κήρυξης στρατιωτικού νόμου και διάλυσης της Γ’ Αναθεωρητικής Βουλής), επικαλούμενος επιβεβαιωμένες πληροφορίες των αρχών ασφαλείας, περί επικείμενης κομμουνιστικής δράσης, με πρόσχημα το συλλαλητήριο της επόμενης ημέρας, οι οποίες θα πραγματοποιούνταν βάσει σχεδίου για τη βίαιη ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος.
Ο Μεταξάς γράφει στο ημερολόγιό του: «Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος ολοκληρωτικό. Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν είχε βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήτανε όλος ο Λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς».
Στην έκθεσή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών της χώρας του για τα συμβάντα του 1936, ο τότε πρέσβης της Μ. Βρετανίας στην Ελλάδα Σύντνεϋ Ουότερλο, η παρουσία του οποίου θα συνδεθεί με την Παλινόρθωση, τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και με τις βρετανογαλλικές εγγυήσεις, γράφει την 1η Ιανουαρίου 1937: «Παρά την παρουσίαν Βασιλέως αφοσιωμένου εις τας φιλελευθέρας αρχάς, η Ελλάς διαρκούντος τού 1936 προσεχώρησεν εις την τάξιν τών αυταρχικών κρατών».
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Βρετανίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί. Φαίνεται, όμως, ότι, ήδη από το 1936, η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς.
Οι δεσμεύσεις του Μεταξά προς το Λονδίνο φάνηκαν λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας, στις 20 Αυγούστου 1936, όταν σύνηψε συμφωνία με τους Άγγλους κατόχους Ελληνικών ομολόγων, με την οποία αύξησε το τοκοχρεολύσιο του εξωτερικού δημοσίου χρέους από 30% που προβλεπόταν για τη διετία 1935-1937 σε 40%. Αναφέρει, επίσης, σε επιστολή του στον Πρέσβη της Ελλάδος στην Αγγλία ότι «αι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί».
Σημαντικό ρόλο έπαιξε η απόρριψη της ανανέωσης του συμφώνου Βενιζέλου-Τιττόνι (1928) περί της Ελληνοϊταλικής φιλίας από τον Ιωάννη Μεταξά, το 1938, ένα χρόνο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρ΄όλη την επίδραση των Γερμανικών οικονομικών συμφερόντων στην Ελλάδα το αγγλικό μονοπωλιακό κεφάλαιο παρέμενε το ισχυρότερο. Τα 3 δυτικά κεφάλαια (Αγγλία, Γαλλία, Αμερική) κατείχαν το 70% των ξένων κεφαλαίων, ενώ το Γερμανικό και το Ιταλικό 5% και 4,5% αντίστοιχα.
Οι Άγγλοι αποδέχονταν, επίσης, την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε, το 1938, στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία αυτή αρνήθηκε διπλωματικά αφού δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει σχετικά με τη στάση της Ελλάδας σε επικείμενο πόλεμο. Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας με τις συνεχείς προκλήσεις. Το γεγονός της βύθισης της «Έλλης» σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

