Ο μεσαιωνικός χρόνος αλλάζει με αργό ρυθμό. Οι επιτυχίες του κινήματος των πόλεων, οι πρόοδοι της αστικής τάξης των εμπόρων και των εργοδοτών που νιώθουν την ανάγκη να μετρήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον χρόνο της εργασίας και των εμπορικών συναλλαγών -τραπεζικών κυρίως συναλλαγών με την πρόοδο της συναλλαγματικής- διασπούν και ενοποιούν τους παραδοσιακούς χρόνους.

Ο μεσαιωνικός χρόνος

Στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι του Μεσαίωνα χρησιμοποιούν χρονολογικά σημεία αναφοράς, τα οποία δανείζονται από διάφορα κοινωνικο-χρονικά σύμπαντα που τους επιβάλλουν διάφορες οικονομικές και κοινωνικές δομές. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν μεταφράζει καλύτερα τη δομή της μεσαιωνικής κοινωνίας από ό,τι τα μετεωρολογικά φαινόμενα και οι συγκρούσεις που αποκρυσταλλώνονται γύρω τους.

Τα μέτρα -του χώρου και του χρόνου- είναι εργαλεία κοινωνικής κυριαρχίας με εξέχουσα σημασία. Όποιος είναι κύριος τους ισχυροποιεί, με μοναδικό τρόπο, την εξουσία του στην κοινωνία. Και η πολλαπλότητα των μεσαιωνικών χρόνων απεικονίζει τους κοινωνικούς αγώνες εκείνης της εποχής. Όπως στην ύπαιθρο και στις πόλεις αγωνίζονται για τα μέτρα χωρητικότητας-που καθορίζουν τις μερίδες και το βιοτικό επίπεδο- υπέρ ή εναντίον των μέτρων του άρχοντα ή της πόλης, έτσι και στη μέτρηση του χρόνου διακυβεύονται αγώνες που αποσπούν κάπως αυτά τα μέτρα από τις κυρίαρχες τάξεις, τον κλήρο και την αριστοκρατία.

Όπως η γραφή, έτσι και η μέτρηση του χρόνου, για ένα μεγάλο διάστημα στον Μεσαίωνα, παραμένει κτήμα των ισχυρών και αποτελεί στοιχείο της εξουσίας τους. Η μάζα δεν κατέχει τον χρόνο της, είναι ανίκανη και να τον καθορίσει. Υπακούει στον χρόνο που επιβάλλεται από τα καμπαναριά, τις τρομπέττες και τις μικρές σάλπιγγες.

Ο μεσαιωνικός χρόνος είναι καταρχήν αγροτικός και στρατιωτικός

Σε αυτόν τον κόσμο όπου το βασικό είναι η γη και όπου το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού ζει από αυτήν, πλουσιοπάροχα ή φτωχά, η πρώτη χρονολογική αναφορά είναι αγροτική. Ο αγροτικός χρόνος είναι καταρχήν χρόνος της μακράς διάρκειας. Ο αγροτικός χρόνος, ο χρόνος του χωρικού ειναι χρόνος των αναμονών και της υπομονής, των νέων ξεκινημάτων, των καθυστερήσεων και αν όχι της ακινησίας πάντως της αντίστασης στην αλλαγή. Μη συμβαντολογικός, διαφεύγει από την ανάγκη της ημερομηνίας ή μάλλον οι ημερομηνίες του διακυμαίνονται αργά ακολουθώντας τον ρυθμό της φύσης.

Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές. Χρόνος κατ΄ αντιδιαστολή τροφοδοτεί τη μεσαιωνική τάση προς τον μανιχαϊσμό: αντίθεση του σκότους στο φως, του κρύου με το ζεστό, της δραστηριότητας με την αεργία, της ζωής με τον θάνατο.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο όπου το τεχνητό φως σπανίζει, η νύχτα βαραίνει από απειλές και κινδύνους, η νύχτα είναι επικίνδυνη, προκαλεί πυρκαγιές σε έναν κόσμο φτιαγμένο από ξύλο. Μπροστά στις ανθρώπινες απειλές οι πόρτες κλείνουν και οι περίπολοι στις εκκλησίες, τους πύργους, τις πόλεις επαγρυπνούν. Η μεσαιωνική νομοθεσία τιμωρεί με εξαιρετική δύναμη τα αδικημάτα και τα εγκλήματα που έγιναν τη νύχτα. Στη μεσαιωνική δικαιοσύνη η νύχτα είναι μείζον επιβαρυντικό στοιχείο. Η νύχτα είναι, κυρίως, ο καιρός των υπερφυσικών κινδύνων. Καιρός των πειρασμών, των φαντασμάτων, του Διαβόλου.

Ο κύκλος παραμένει κύκλος γεωργικών εργασιών, ή μάλλον, θα πρέπει να διακρίνουμε, πάντοτε σχεδόν, στο εσωτερικό του αγροτικού κύκλου -Απρίλιος-Μάιος- μια χασμωδία, με την εισβολή ευγενών, μια αρχοντική δηλαδή εισβολή, στην αγροτική ακολουθία. Πρόκειται για την επέλαση του άρχοντα, του νεαρού συνήθως άρχοντα, νέου όπως η ανανέωση: πρόκειται για το φεουδαρχικό κυνήγι. ‘Ενα ταξικό, λοιπόν, θέμα γλιστρά μέσα στο οικονομικό θέμα.

Αυτό σημαίνει ότι δίπλα ή μάλλον μαζί με τον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι κοινωνικοί χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός χρόνος. Ο αρχοντικός χρόνος είναι καταρχήν στρατιωτικός χρόνος. Μέσα στη χρονιά δίνει προνομιακή θέση στην περίοδο που ξαναρχίζουν οι μάχες και απαιτείται η υπηρεσία του υποτελούς. Είναι ο χρόνος του στρατού.

Ο αρχοντικός χρόνος είναι επίσης ο χρόνος των αγροτικών οφειλών. Τα σημεία αναφοράς μέσα στο έτος είναι οι μεγάλες γιορτές. Ανάμεσα σε αυτές υπάρχουν κάποιες που λειτουργούν ως καταλύτες της χρονικής ευαισθησίας των αγροτικών μαζών: οι φεουδαρχικές προθεσμίες, στις οποίες πληρώνονται οι οφειλές σε είδος ή σε χρήμα. Οι ημερομηνίες ποικίλουν ανάλογα με τις περιοχές και τα γαιοκτήματα, αλλά μια εποχή ξεχωρίζει στη χρονολόγηση των προθεσμιών: το τέλος του καλοκαιριού, όταν γίνεται το μεγαλύτερο μέρος των αρχοντικών κρατήσεων επί της συγκομιδής. Η σημαντική ημερομηνία του χρονικού ορίου, είναι η γιορτή του Αγίου Μιχαήλ (29 Σεπτεμβρίου) που μερικές φορές αντικαθίσταται από τη γιορτή του Αγίου Μαρτίνου (11 Νοεμβρίου).

Ο στρατιωτικός χρόνος συνδέεται άμεσα με τον φυσικό χρόνο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν αρχίζουν πριν το καλοκαίρι και τελειώνουν μαζί του. Επίσης όσον αφορά στον κόσμο της βιοτεχνίας και του εμπορίου η επιρροή του χρόνου μέσα από τις αντιθέσεις μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι είναι εμφανής στους κανονισμούς των συντεχνιών. Η συνήθης απαγόρευση της εργασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας σχετίζεται εν μέρει με την εξάρτηση των μεσαιωνικών χρόνων από τον φυσικό χρόνο.

Ο μεσαιωνικός χρόνος είναι κυρίως θρησκευτικός και κληρικός χρόνος

Θρησκευτικός χρόνος διότι η χρονιά ειναι καταρχήν η χρονιά της λειτουργίας. Επειδή η λειτουργική χρονιά ήταν βασικό χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής νοοτροπίας, ακολουθούσε το δρόμο της Ενσάρκωσης και της ιστορίας του Χριστού, από το Σαρανταήμερο προς των Χριστουγέννων μέχρι τη Πεντηκοστή και σιγά σιγά παρεμβλήθηκαν κάποιες στιγμές, σημαντικές ημέρες που είναι δάνεια από έναν άλλο κύκλο, τον κύκλο των αγίων. Οι γιορτές των σημαντικών αγίων παρεμβάλλοντα στο χριστολογικό ημερολόγιο και η γιορτή των Αγίων Πάντων (1 Νοεμβρίου) έγινε, μαζί με τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την Ανάληψη και την Πεντηκοστή, μία από τις πιιο σημαντικές ημερομηνίες του θρησκευτικού έτους.

Αυτό που επιτείνει την προσήλωση των ανθρώπων του Μεσαίωνα σε αυτές τις γιορτές και τους προσδίδει οριστικά τον χαρακτήρα ημερομηνίας, είναι ότι εκτός από ειδικές θρηκευτικές τελετές που τις χαρακτηρίζουν και είναι συχνά θεαματικές, οι γιορτές αυτές χρησιμεύουν και ως σημεία αναφοράς της οικονομικής ζωής: ημερομηνίες των αγροτικών οφειλών, ημέρες αργίας για τους βιοτέχνες και τους εργάτες.

Κληρικός χρόνος διότι χάρη στην παιδεία του ο κλήρος είναι κύριος της μέτρησης του χρόνου. Μονάχα αυτός έχει ανάγκη να μετρά το χρόνο για τη λειτουργία, και μονάχα αυτός είναι ικανός να το κάνει, τουλάχιστον κατά προσέγγιση. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο και πρώτα από όλα ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι αιτία των πρώτων προόδων στη μέτρηση του χρόνου. Ο κλήρος, κυρίως, είναι κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο. Οι χτύποι της καμπάνας γνωστοποιούν τον καθημερινό χρόνο που μπορεί να μετρηθεί κατά προσέγγγιση, τον χρόνο των κανονικών ωρών, με τις οποίες όλοι οι άνθρωποι ρυθμίζουν τη ζωή τους.

Ήδη τον 13ο αιώνα η φωνή ή η σάλπιγγα το φρουρού σήμαινε το τέλος της ημέρας και λίγο αργότερα η καμπάνα της εργασίας εμφανίζεται σε υφαντουργικές πόλεις, στη Φλάνδρα, την Ιταλία και τη Γερμανία. Η τεχνική πρόοδος που υποστηρίζεται από την εξέλιξη της επιστήμης, η οποία ασκεί κριτική στη φυσική του Αριστοτέλη και του Ακινάτη, διασπά τον χρόνο, τον καθιστά ασυνεχή και επιτρέπει την εμφάνιση ρολογιών που μετράνε την ώρα με τη σύγχρονη έννοια του ενός εικοστοτεσσαρακοστού της ημέρας.

Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».