Γράμματα από τον Πόντο

Τα γράμματα, οι επιστολές ήταν για αιώνες ένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλον. Τα περίμεναν με ανυπομονησία, ιδίως σε εποχές ταραγμένες, εποχές πολέμου, όπως ήταν η εποχή των αρχών του 20ου αιώνα. Μέσα από αυτές τις επιστολές εκφράζονταν οι ανησυχίες, η αγάπη, η νοσταλγία, η λαχτάρα για αντάμωση. Τα γράμματα από τον Πόντο, όμως, μας δείχνουν τις ανησυχίες αλλά και το σθένος των Ποντίων ηρώων που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Ποντίων.

Γράμματα από τον Πόντο

Είναι άξια καταγραφής η μεγαλοψυχία του δημοσιογράφου και εκδότη της εφημερίδας Εποχή της Τραπεζούντας Νίκου Καπετανίδη, όχι μόνο καθ’ όλο το διάστημα της φυλάκισης αλλά και την ώρα της απολογίας: «Όταν ο πρόεδρος Εμίν μπέης του ανέγνωσε το κατηγορητήριο, ότι επεδίωκε την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Τραπεζούντιος δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης τον διέκοψε:

«Όχι, κύριε πρόεδρε! Εγώ ήθελα την απευθείας ένωσιν του Πόντου με την Ελλάδα!…»

Κάτω από τον ίσκιο της αγχόνης, άφοβος, αληθινός αγωνιστής, συνεπής με τα γραπτά του μέχρι την έσχατη ώρα, ψύχη μέχρι τα τρίσβαθα της ελληνική, αντίκρισε και τον θάνατο με το ίδιο υπεράνθρωπο θάρρος και ακόμη στα τελευταία γράμματα που έστελνε στο σπίτι του παρηγορούσε τους δικούς του και τους ενθάρρυνε.

«Θα μάθετε από ολίγους που θα περισωθούν ότι μήτε το θάρρος  μήτε η ψυχραιμία μ’ εγκατέλειψαν ως την τελευταία μου στιγμή… Εν τούτοις η ψυχή μου βαρύτατα πενθεί, διότι σας αφήνω για πάντα… Τέτοιος θάνατος σαν τον δικό μου είναι ωραίος, δοξασμένος… Γι’ αυτό μη λυπηθήτε… Εσύ, μανούλα μου, εγκαρτέρησε. Ετίμησα τα στήθια σου και τ’ όνομα σου με το θάνατό μου… Ο θάνατος είναι τιμή για όλους μας. Θαρσείτε και καρτερείτε, μια φορά κανείς πεθαίνει…».

………………………………………….

Γράμματα από τον Πόντο
Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης, έμπορος, απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 στην Αμάσεια

Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης από το Λυκάστη της Κρώμνης, εργοστασιάρχης, κοινοτικός άρχοντας της Τραπεζούντας, την παραμονή του θανάτου του, έγραψε στη γυναίκα του:

«Αγαπητή μου σύζυγε, Κλειώ,

Σήμερον εκάναμεν λειτουργίαν και κοινωνήσαμεν όλοι μας, 150 τον αριθμόν.

Καθημέραν ανά 60 τον αριθμόν απαγχονίζουν, αύριον είναι η δική μου η σειρά… πόσες φορές σήμερα έκλαψα, αλλά που οφελεί, όταν θα ακούσης το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάση ο κόσμος, έτσι ήτον πεπρωμένον, τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν… ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ. Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλάβει τα πατρικά καθήκοντα, και να μην αδικήση κανένα, τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά, τα μικρά τον Παναγιώτην να τον στείλης στο σχολείον, την Βαλλεντίνην να την μάθης και ραπτικήν. Την Φωφώ να μην χωρίζεσαι ενόσω ζης. Ο Θεόδωρος αν θέλει ας κάθεται μαζί σας να μην πληρώνη ενοίκιον, εσείς με τα ενοίκια να ζήσετε.

Ο αγαπητός Στάθιος ας διεκπεραιώσει τας υποθέσεις μου δωρεάν και ας έχει την ευχήν μου. Ο Παπα-Συμεών ας με μνημονεύση ενόσω ζη, να με κάνεις σαρανταλούτρογον, μνημόσυνον να δώσεις 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στη Μεριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον.  Κι ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι μου και είθε ο Θεός να μας αξιώσει τους στεφάνους ως ητοίμασεν.

Αντίο σας, βαίνω προς τον πατέρα μου και συγχωρέσατε μου.

Αλέξανδρος Ακριτίδης»

………………………………………….

Ο Ματθαίος Κωφίδης, βουλευτής της οθωμανικής βουλής, από το 1908 ως το 1918, με ολοφάνερη ψυχική ηρεμία έγραψε το τελευταίο γράμμα στη γυναίκα του στις 15 Σεπτεμβρίου 1921:

«Φυλακή Τιμαρχανέ-Αμάσειας, 15 Σεπτεμβρίου 1921

«Φιλτάτη Ουρανία, χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το Δικαστήριον Ιστικλάλ. Καμμίαν ελπίδαν δεν έχω πλέον, σήμερον θα δοθεί η απόφασις, η οποία θα είνε καταδικαστική. Σας αφήνω υγείαν και εις την προστασίαν του Πανάγαθου. Περιττά τα πολλά λόγια. Θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, διά να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσεις το βαρύ φορτίον σου. Σας γλυκοφιλώ όλους. Ο Ματθαίος σου.

«ΥΓ. Εις τα φίλτατα, την ευχήν μου, καλήν πρόοδον και καλήν διαγωγήν όπως η ψυχή μου και μακρόθεν αγάλλεται.

Ο ίδιος».