Η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία

Αν η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία έγινε δυνατό να πάρει σάρκα και οστά το τρίτο έτος μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (επί Τιμοσθένους άρχοντος το 478/7π.Χ.), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αυτό οφείλεται στην αφάνταστη τύχη που είχαν οι Αθηναίοι να διαθέτουν έναν στρατηγό με την αρετή και την ευμένεια του Αριστείδη. Η θαυμάσια συμπεριφορά και η άψογη προσωπικότητα του δημιούργησαν τόση εμπιστοσύνη και συμπάθεια, ώστε οι σύμμαχοι, οι αγανακτισμένοι από την τυραννική στάση του Παυσανία, -εκτός από τους πιστούς στη Σπάρτη Πελοποννήσιους- «ώσπερ από μιας ορμής αποκλίναι προς τους Αθηναίους».

Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία
Δήλος, η έδρα της Α΄ Αθηναϊκής ή Δηλιακής Συμμαχίας

Φυσικά, βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας υπήρξε η πολιτική του Θεμιστοκλή, που είχε αναδείξει, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διεκδικεί το 478/7π.Χ. την πανελληνία ηγεσία και να προσβλέπουν σ΄ αυτήν οι σύμμαχοι, βέβαιοι πως θα τους εξασφάλιζε την ελευθερία τους από τους Πέρσες, συγχρόνως όμως και την αυτονομία τους, εφόσον ήταν πόλη με αναντίρρητη δημοκρατική αγωγή.

Είναι ελάχιστα τα στοιχεία που δίνουν οι αρχαίες πηγές γι΄ αυτή τη συγκλονιστική επιχείρηση των Αθηναίων: σποραδικές πληροφορίες μόνο, ενώ μένουν αναρίθμητα κενά για βασικά θέματα. Η κύρια αυθεντική πηγή είναι οι φορολογικοί κατάλογοι των συμμαχικών πόλεων, που από το 454π.Χ., όταν μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα το ταμείο της συμμαχίας, συντάσσονταν κάθε χρόνο. Και αυτοί όμως δεν είχαν διατηρηθεί ολόκληροι και, κυρίως, αναφέρονται σε μεταγενέστερο στάδιο της συμμαχίας, όταν ήδη είχαν γίνει μεταβολές και στο πνεύμα και τις λεπτομέρειες της λειτουργίας της.

Οι Αθηναίοι απότερο σκοπό είχαν τη δημιουργία μιας συμμαχίας αντίστοιχης της Πελοποννησιακής συμμαχίας που είχαν δημιουργήσει οι Σπαρτιάτες στην Πελοπόννησο. Η δημιουργία μιας συμμαχίας που θα εξασφάλιζε πλήθος νέους ορίζοντες για την Αθήνα -αξιοποίηση του στόλου της και προϋποθέσεις για κυριαρχία της στο ελληνικό εμπόριο- πρέπει να ανήκε στους πολιτικούς οραματισμούς του Θεμιστοκλή και ήταν συνέπεια του ναυτικού του προγράμματος. Δίκαια έχουν υποστηρίξει ιστορικοί ότι η συμμαχία ήταν «το πνευματικό του τέκνο». Αν όλα προχωρούσαν ευνοϊκά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα ήταν εξασφαλισμένη για την Αθήνα η πρώτη θέση στην Ελλάδα και στον μικρασιατικό ελληνισμό, ενώ θα ανοίγονταν προοπτικές επέκτασης προς τη Δύση οπότε η Αθήνα θα έβρισκε εκεί νέες αγορές και θα δυνάμωνε την επιρροή της, όπως είχε υπολογίσει ο Θεμιστοκλής, σύμφωνα με τον Πλούταρχο.

Η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία είχε ως σκοπό να πάρουν εκδίκηση οι Έλληνες για όσα έπαθαν από τους βαρβάρους, λεηλατώντας τη χώρα του Πέρση βασιλιά. Ύστερα, συμφωνήθηκε να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους φίλους και εχθρούς και έδωσαν τον απαραίτητο όρκο: Έριξαν πυρακτωμένους «μύδρους» από σίδερο στη θάλασσα, πράξη που συμβόλιζε ότι η συμφωνία που έγινε θα λυνόταν, όταν μόνο αν ανέβαινε το σίδερο ξανά στην επιφάνεια. Επομένως, η διάρκεια της θα ήταν απεριόριστη. Αυτή η λεπτομέρεια είναι ένα πολύ βασικό σημείο για την εξέλιξη της, γιατί στον πρώτο ενθουσιασμό οι σύμμαχοι, όταν ο περσικός κίνδυνος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους, δέχθηκαν να αναλάβουν σοβαρές υποχρεώσεις, που αργότερα, όταν τα πράγματα ηρέμησαν, δεν επιθυμούσαν πια να τις εκτελούν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν με γάλα προβλήματα και, τελικά, συγκρούσεις.

Όταν καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμμάχων, αποφασίσθηκε τη διοίκηση του συμμαχικού ναυτικού να αναλάβει η Αθήνα. Κάθε πόλη θα κατέβαλε «φόρο», δηλαδή εισφορά. Έχει συζητηθεί πολύ αν ο πρώτος φόρος ορίστηκε στα 460 τάλαντα το χρόνο. Παρ΄ όλες τις αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αρχικά κανένα στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε, ώστε να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον προσδιορισμό αυτού του ποσού, όπως το βεβαιώνει, χωρίς καμιά αμφιβολία ο Θουκυδίδης. Αποφασίστηκε αυτό το ποσό να το ορίσει ο Αριστείδης. Τότε αποφασίστηκε πόσα πλοία θα προσέφερε κάθε πόλη.

Αφού τελείωσε η σύνοδος στη Δήλο, ο Αριστείδης είχε να επιτελέσει το δύσκολο έργο του καθορισμού του ποσού του «φόρου» για κάθε πόλη. Το ποσό των 460 ταλάντων αντιστοιχούσε στις πολεμικές δαπάνες της συμμαχίας. Καταμερίστηκε στις πόλεις ανάλογα με βάση την έκταση και την οικονομική δυνατότητα της καθεμιάς. Οι πόλεις που ορίστηκε να παραδίδουν πολεμικά πλοία, έδιναν τόσα όσα αντιστοιχούσαν στο φόρο που τους αναλογούσε. Ο Αριστείδης για να εξακριβώσει το «φόρο» που έπρεπε να καταβάλει κάθε πόλη έκανε αρκετά ταξίδια για επιτόπιες έρευνες. Σε αυτή την εργασία, που τελείωσε μέσα στο 477π.Χ., ο Αριστείδης οφείλει το προσωνύμιο «Δίκαιος».

Κέντρο της συμμαχίας αποφασίστηκε να είναι η Δήλος. Εκεί στο ναό του Απόλλωνα, θα γίνονταν οι «σύνοδοι» και θα φυλασσόταν το ταμείο της συμμαχίας υπό την προστασία του θεού. Η είσπραξη του συμμαχικού φόρου ανατέθηκε στους «Ελληνοταμίες», που θα ήταν Αθηναίοι και θα τους εξέλεγε η πόλη τους. Επειδή ο σκοπός της συμμαχίας ήταν ο αμυντικός ή ο επιθετικός πόλεμος εναντίον των Περσών, μέλη τις διάφορες ελληνικές πόλεις και απώτερη επιδίωξη να αντιπροσωπεύεται σε αυτήν ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ο τίτλος «Ελληνοταμίες» έχει πανελλήνιο χαρακτήρα και αντιστοιχεί στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου επίσης αντιπροσωπεύονταν όλοι οι Έλληνες.

Μέλη της συμμαχίας, εκτός από την Αθήνα, ήταν οι: Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη, Θάσος, Νάξος, οι οποίες έδιναν πλοία. Πόλεις όπως οι: Άργιλος, Στάγιρος, Άκανθος, Σκώλος, Όλυνθος και Σπάρτωλος πλήρωναν αρχικά φόρο. Εκτός από τις πόλεις της Ιωνίας και της αιολικές πόλεις, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου, πόλεις στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης, πόλεις της Προποντίδας και άλλες, αργότερα και οι δωρικές αποικίες της Μικράς Ασίας έγιναν μέλη. 

Τον καιρό της ακμής της η συμμαχία κυριαρχούσε απόλυτα στο Αιγαίο, από τα μικρασιατικά παράλια ως την Εύβοια, και από τη χερσόνησο της Χαλκιδικής ως τη Ρόδο. Το 425π.Χ. είναι γνωστό ότι τα μέλη ήταν περίπου 400. Είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσα μέλη ήταν στην αρχή. Υπάρχει ακόμα άγνοια για το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε ανάμεσα στις «συνόδους» και το αν πήγαιναν από την αρχή  οι εκπρόσωποι των μελών και στην Αθήνα για συζητήσεις.

Από την πρώτη στιγμή ένα πράγμα είναι φανερό, πως η αρχική οργάνωση έδινε όλη την ευχέρεια να μεταβληθεί η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία σε αττική ηγεμονία. Η πανίσχυρη θέση της Αθήνας, όπως και η αόριστη διάρκεια της συμμαχίας στάθηκαν τα δύο σημεία που προδίκασαν τη μεγάλη εξέλιξη, αλλά και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπισε αργότερα ο σπουδαίος αυτός συμμαχικός οργανισμός.  

Το Μαντείο του Τροφωνίου

Το μαντείο του Τροφωνίου είναι ελάχιστα γνωστό. Το ιερό, τοποθετημένο στην έξοδο ενός επιβλητικού φαραγγιού, κατελάμβανε τρία επίπεδα. Το κάτω μέρος, κατά μήκος της Έρκυνας, ένωνε το ιερό δάσος με τα βασικά δημόσια οικοδομήματα, όπως οι ναοί της Έρκυνας, της Δήμητρας, και του ίδιου του Τροφωνίου. Το άνω μέρος, στο σημερινό Προφήτη Ηλία, περιείχε το μεγάλο ναό του Δία και ένα ιερό που ο Κρόνος διαθέτει το μόνο γνωστό άγαλμα του στην Ελλάδα. Το ίδιο το μαντείο, μια απλή πέτρινη κυκλική βάση που οδηγούσε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα, βρισκόταν κάπου μεταξύ του άνω επιπέδου και του κάτω. Η αρχαία πόλη της Λιβαδειάς, επίσης είναι λίγο γνωστή, γεγονός που δυσχεραίνει κάθε μελέτη σχετικά με τη διαχείριση του μαντείου και την επίδραση του στη ζωή της πόλης.

Το μαντείο του Τροφωνίου
Ο Τροφώνιος ο Λεβαδεύς

Ο Τροφώνιος, ο ιδρυτής του μαντείου

Μια πανούργα τύχη έφερε τον Τροφώνιο στη Βοιωτία, στους κοντινούς Δελφούς, που χάρη στην πόλη και τη μεγαλειώδη φήμη της έλκυε την προσοχή όλων. Ο Τροφώνιος είναι γιος του Εργίνου και της Ιοκάστης , δύο μορφών της μυκηναϊκής μυθολογίας. Έφηβος σύγχρονος του νεαρού Απόλλωνα, αναδεικνύεται ικανός για θετικό έργο, όπως η κατασκευή του πέτρινου κατωφλίου της μαντικής αίθουσας του δελφικού ναού, καθώς και για χθόνιο, όπως η κατασκευή καλά κρυμμένων θησαυρών που κατόπιν λεηλάτησε μαζί με τον αδελφό του Αγαμήδη. Ο Τροφώνιος είναι ριζωμένος στη Λιβαδειά, όπου δε μαρτυρείται καμιά εμφάνιση του έξω από το ιερό του. Παράλληλα με τα ηρωικά χαρακτηριστικά του, κάποια άλλα δεν είναι καθόλου τέτοια. Και αν σε κάποιες μεταγενέστερες αποδόσεις ο Τροφώνιος πεθαίνει, γενικά απλά εξαφανίζεται κάτω από τη γη και η Λιβαδειά δε μπορεί να υπερηφανευτεί για κάποιον τάφο του, στοιχείο ουσιώδες για την λατρεία «ηρώων».

Ο Τροφώνιος είναι ανίκητος φορέας ευνοϊκά προσκείμενος στους ανθρώπους, ανήκει στους σεληνιακούς δαίμονες του Πλούταρχου και έχει επίσης αληθινό χαρακτήρα οικογένειας όπως οι ησιόδειοι δαίμονες, κληρονόμοι των φυλών χρυσού και ασημιού. Ο Τροφώνιος δεν βρισκόταν στο περιθώριο του τοπικού πάνθεου, αλλά στο θρόνο μιας πλούσιας θεϊκής κοινότητας, αφού μερικές φορές ονομαζόταν Δίας ο Τροφώνιος. Τη θολότητα αυτή τόνισε περισσότερο το ότι ο Τροφώνιος νομιζόταν για βρέφος της Δήμητρας, σύμφωνα με την παράδοση παιδικών θεοτήτων και ηρώων. Η θεϊκή τροφός, το υπόγειο καταφύγιο, το μέλι, τα φίδια, το χθόνιο περιβάλλον, το παιδί-θαύμα, η μυστηριώδης εξαφάνιση και η θεοποίηση του, όλα αυτά τα στοιχεία δίνουν στον Τροφώνιο την όψη ενός νέου θεού, όπως ο Ερμής, ο μικρός αυτός ψυχοπονιάρης κλέφτης, όντας και οι δύο άριστοι στην τέχνη του περάσματος στον άλλο κόσμο. Η πασίδηλη διαφορά τους είναι ο τοπικός χαρακτήρας του Τροφωνίου σε σχέση με τον πανελλήνιο του θεού του όρους Κυλλήνη. Ο Τροφώνιος, κάτοικος του Κάτω Κόσμου, αποτελεί για το ελληνικό πνεύμα ένα χθόνιο πέρασμα-τείχος, έναν άνδρα που διαχειρίζεται μέσα από τον κόσμο του ανοίγματα για το υπερπέραν. Όταν τοποθετεί το κατώφλι του αδύτου των Δελφών, ο θρύλος του είναι ξεκάθαρος πάνω σ’ αυτό, από την εποχή του Ομηρικού ύμνου στον Απόλλωνα (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.). Το γενεαλογικό του δέντρο τον συνδέει με τον Κλύμενο, μια άλλη ονομασία του Άδη. Οι κλειστές και ιερές αίθουσες που κατασκευάζει ξεχωρίζουν για τον πλούτο τους και χαρακτηρίζονται από ένα μυστικό πέρασμα.

Το σημείο επαφής με το χθόνιο κόσμο μοιάζει να ήταν το πρώτο στοιχείο του μύθου, γεγονός που σχετικοποιεί το χαρακτηρισμό του «αρχιτέκτονα», που τόσο συχνά αποδίδεται στον Τροφώνιο. Δεν είναι αντιληπτός ούτε ως παραδοσιακός μάντης, όπως ο Αμφιάραος ή ο Μελάμπους. Κανένας θρύλος δεν του αποδίδει μαντική κλίση όσο ζούσε. Κι αν η χθόνια επαφή επιβλήθηκε στη μυθοποιητική φαντασία, αυτό συνέβη πιθανότατα επειδή το μαντείο υποχρέωνε τον πιστό να διαβεί τα σύνορα του θανάτου. Στη διαδικασία της χρησμοδοσίας του γνωρίζουμε και από τον Ηρόδοτο ότι ο Τροφώνιος ήταν πράγματι ψυχαγωγός, όπως ο Ερμής, με τη διαφορά ότι ο Ερμής οδηγούσε τις ψυχές σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Το μαντείο του Τροφωνίου και η τελετή

Το τελετουργικό του μαντείου, με κεντρικό άξονα το φόβο, αναμφίβολα ήτα καλύτερα γνωστό από τα άλλα μαντικά τελετουργικά. Εξελισσόταν μέσα σε ένα ιερό άλσος, δηλαδή σε τόπο με προνομιούχο επαφή μεταξύ των κόσμων που από μόνος του συγκεντρώνει όλη τη μεταφορική αξία στο πρόσωπο του Τροφωνίου. Ο χρηστηριαζόμενος υποβαλλόταν σε σε μακρά προετοιμασία. Απομονωμένος, είχε όλο το χρόνο να εμποτιστεί από την ιερότητα του τόπου λατρείας. Οι επαφές του περιορίζονταν στους ιερείς ή άλλους συμβούλους και μόνο για να εξετάσει λεπτομερώς τις ομορφιές και τις ανησυχίες του τόπου. Μερικές μέρες αργότερα, και αν όλες οι θυσίες είχαν αποδειχθεί ευνοϊκές, ο προσκυνητής περπατούσε νύχτα προς το μαντείο. Άλλαζε ρούχα, φορούσε σανδάλια παράξενα, προσευχόταν στον Τροφώνιο και οδηγούνταν να πιει το νερό που επίσης πίνουν οι νεκροί, νερό της Λήθης και της Μνημοσύνης. Μέσα στο μαντείο πια, έπαιρνε μια μικρή σκάλα και κατέβαινε σε μια τρύπα, χωρίς να βλέπει το βάθος, που η φήμη την ήθελε γεμάτη φίδια. Εκεί ξαπλωμένος στο χώμα και ενώ κρατούσε σε κάθε χέρι ένα γλυκό από μέλι, έβαζε τα πόδια σε ένα στενό άνοιγμα περιμένοντας «να παρασυρθεί όπως κάποιος από τη δίνη ενός δυνατού ποταμού», σύμφωνα με τον Παυσανία. Η πιθανότητα δόλου των ιερέων που τραβούσαν από τα πόδια τον προσκυνητή είναι σιωπηρά αποδεκτή.

Ο Τροφώνιος παρείχε τους χρησμούς χάρη σε μια κατάσταση ύπνωσης (οράματος) ή κατά τη διάρκεια συγκοπής, πάντα ευνοϊκής στο όνειρο. Η διαφοροποίηση του τρόπου διατροφής και του ύπνου, φυσική απομόνωση και εισπνοές αναθυμιάσεων, έντονος στοχασμός και βαθιά σιωπή, κρύα μπάνια στον ποταμό Έρκυνα και ρυθμικοί χοροί, προκλητικοί ήχοι αυλών, καταστάσεις ύπνωσης, σεξουαλική αποχή ακι διάφορες αισθησιακές στερήσεις, όλα μαζί εκτείνονται χρονικά σε πολλές μέρες. Με τον τρόπο αυτό η ψυχική κατάσταση του προσκυνητή, κλονισμένη από το φόβο του χθόνιου, φθείρεται περισσότερο κατά την κάθοδο του στο σκοτεινό λαγούμι όπου τον περίμενε η λάμψη της θεϊκής επαφής. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο προσκυνητής «ξυπνούσε» ακριβώς στο σημείο όπου είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ο φόβος και η εσωτερική ανισορροπία πρέπει να αρκούσαν για να προκαλέσουν μαι λιποθυμία, που ποίκιλλε σε ένταση και διάρκεια ανάλογα με τα άτομα.

Το ιερατείο δεν ήταν κακόβουλο και χειραγωγό. Έπαιζε όμως σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της επιλογής του χρηστηριαζόμενου. Οι ιερείς, παρόντες σε κάθε θυσία, πρέπει να είχαν αποκτήσει βαθιά εμπειρία για να διακρίνουν ποιος, μεταξύ των προσκυνητών, είχε ή όχι υποστεί την απαραίτητη ψυχική μεταμόρφωση για την επίτευξη του οράματος. Το γεγονός ότι χρηστηριαζόμενος δεν είχε κλονιστεί από το τελετουργικό, που ο ίδιος ο Τροφώνιος είχε διδάξει, μπορούσε να επιτρέψει να πιστέψουν σε άρνηση όντως της τοπικής θεότητας και συνεπώς η απόρριψη του από τους ιερείς δεν ήταν κακοπροαίρετη.

Με την επιστροφή του ζητούντος το χρησμό στον καθαρό αέρα, ενώ ακόμη βρισκόταν σε κατάσταση κλονισμού, τοποθετούνταν στο θρόνο της Μνημοσύνης, όπου οι ιερείς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο του χρησμού.

Ο Τροφώνιος και τα Ελευσίνια Μυστήρια

Ο χρηστηριαζόμενος του Τροφωνίου θεωρούσε τον εαυτό του μύστη. «Η ασυνήθιστη εμπειρία» του οράματος όσο και το ταξίδι στον άλλο κόσμο- στην πραγματικότητα ένας πρόσκαιρος θάνατος- και παράλληλα η επιστροφή από το βασίλειο των νεκρών, έδιναν στη δοκιμασία την πλήρη μυητική έννοια. Αυτό δε σημαίνει ότι το ιερό του Τροφωνίου στέγασε ποτέ μυστικιστική λατρεία με την αυστηρή έννοια του όρου, αφού η πρώτη του κλίση ήταν μαντική. Η ομοιότητα, και μάλιστα η ταυτοσημία του τύπου της αποκάλυψης, πρέπει να έδωσε μυστηριακή χροιά στο βοιωτικό ιερό σε πρώιμη εποχή, αν όχι από τη γέννηση του. πολλές αναλογίες θα μπορούσαν να παρατηρηθούν με τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως οι παρόμοιες διατροφικές απαγορεύσεις, οι έννοιες του θάρρους και της καλοτυχίας, η μυστικότητα, η μυσταγωγία, ακόμη και η παρουσία στη Λιβαδειά του Εύβουλου, ενός από τους βασικούς θεούς των μυστηρίων της Ελευσίνας.

Πηγή: http://www.enet.gr