Η Λέρος (5000π.Χ-…)

Η Λέρος είναι το νοτιότερο νησί στη συστάδα των Βόρειων Δωδεκανήσων. Είναι, όπως και η Πάτμος, νησί με πεδινές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Κλειδί. Από τον Πειραιά απέχει 171 μίλια. Πρωτεύουσα της Λέρου είναι ο Πλάτανος με τον οποίο έχουν ενωθεί οι οικισμοί Αγία Μαρίνα και Παντέλι, κάτω από το κάστρο και δεσπόζει σε λόφο ψηλά. Λιμάνι του νησιού είναι το Λακκί (Πόρτο Λάγκο των Ιταλών, που δημιούργησαν εκεί μια «ευρωπαϊκή» πόλη). Με τα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Ιταλών στο λιμάνι, το Λακκί έφτασε να θεωρείται από τους καλύτερους ναύσταθμους της Ευρώπης.

Η Λέρος
Αεροφωτογραφία του 1943 από το Λακκί Λέρου

Η Λέρος κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια. Στην τοποθεσία Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοι της αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Φοίνικες. Κατόπιν έρχονται οι Λύκιοι και οι Ετεοκρήτες, την εποχή της θαλασσοκρατίας του Μίνωα.

Αργότερα φτάνουν οι Δωριείς, που τους διώχνουν οι Ίωνες και επικρατούν στο νησί. Συμμετείχε στην τρωική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Όμηρο. Μάλιστα, την ηγεσία της αποστολής ανέλαβαν δύο εγγονοί του Ηρακλή, ο Άντιφος και ο Φείδιππος. Το 494π.Χ. η Λέρος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.

Την εποχή που ακολουθεί, το νησί εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, που, υπό την ηγεσία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό σύνδεσμο εναντίον των Περσών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων. Περιήλθε στο τέλος του στους Σπαρτιάτες. Οι Πέρσες επανήλθαν, αλλά διώχθηκαν οριστικά με τη νικηφόρα προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με ονόματα Μακεδόνων φανερώνουν μια αδιάλειπτη ιστορική πορεία, από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια. Φρούριο, που η ανέγερση του ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, είναι το Μπρούζι, που βρίσκεται στη νότια είσοδο του κόλπου της Αγίας Μαρίνας.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Λέρος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Δωδεκανήσων. Για την τοπική ιστορία σημαντικό γεγονός αποτελεί η απόφαση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού να παραχωρήσει μεγάλο τμήμα της Λέρου στον κατά κόσμο Ιωάννη Λατρινό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. Φτάνοντας στην Πάτμο ο Χριστόδουλος χτίζει στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το μετόχι του Αγίου Γεωργίου, με υλικά από τον αρχαίο ναό της Άρτεμης. Όμως, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι με την απόφαση του αυτοκράτορα και το 1087 ξεσηκώθηκαν. Ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε τον Ιούλιο της χρονιάς εκείνης μας πληροφορεί για τη μεταφορά των εξεγερμένων από το «Κάστρο των Λεπίδων» «ένεκα ερίδων των μοναχών και των κατοίκων».

Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν τη Λέρο. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, κυρίως το 1455 και το 1456. Συχνές είναι και οι επισκέψεις του τουρκικού στόλου. Το 1505 και το 1508 επιτίθεται στη Λέρο ο Κεμάλ Ρέις. Τη δεύτερη φορά διέθετε δύναμη 4.000 ανδρών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο 26 σκάλες, 4 κανόνια και 4 μπομπάρδες. Η πολιορκία κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε. Τον Ιανουάριο του 1523, η Λέρος, μετά την πολιορκία, παραδίνεται στους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν.

Οι Λέριοι, όπως όλοι οι Δωδεκανήσιοι, θα πάρουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκοκρατία στη Λέρο θα κρατήσει μέχρι τις 13 Μαΐου 1912, οπότε αποβιβάστηκαν στο νησί τα ιταλικά στρατεύματα. Η τουρκική φρουρά δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση.

Παρά τα σχέδια των Ιταλών, η ελληνικότητα των κατοίκων της Λέρου και των Δωδεκανήσων γενικότερα παρέμεινε ακλόνητη. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. 

Η Πάτμος (1300π.Χ.-…)

Η Πάτμος είναι γνωστή για το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην κορυφή του λόφου. Γύρω και κάτω από το μοναστήρι απλώνεται ο παραδοσιακός οικισμός της Χώρας. Θυμίζει τόπο άλλης εποχή καθώς τα γραφικά δρομάκια και τα σπίτια εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της άμυνας ενάντια σε κάθε εισβολή, ενώ εκκλησίες με ηλικία ως και πέντε αιώνες αλλά και μοναστήρια δημιουργούν εικόνα βυζαντινού περιβάλλοντος. Στην κατηφοριά το σπήλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πραγματική αποκάλυψη για τον επισκέπτη, συμπληρώνει την ατμόσφαιρα της μυσταγωγίας.

Η Πάτμος
Η Πάτμος

Από την Πάτμο και στην Πάτμο

Ο Όμηρος αναφέρει ότι και άνδρες από την Πάτμο συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως και οι Λέριοι, ακολούθησαν τους Κώες στην Τροία. Το νησί έχει συνδεθεί με τους μύθους που αναφέρονται στα συμβάντα μετά την άλωση της Τροίας και την επιστροφή των ηγετών της εκστρατείας στις εστίες τους.

Απαλλαγμένοι από τον Αγαμέμνονα, που δολοφόνησαν στο λουτρό του, ο σφετεριστής του θρόνου του Άργους, Αίγισθος, και η χήρα του βασιλιά, Κλυταιμήστρα, μπορούσαν πια να χαρούν και το βασίλειο και τον έρωτά τους. Για επτά χρόνια κανένας δεν τους ενόχλησε, στα οκτώ επέστρεψε ο Ορέστης. Είχε φυγαδευτεί στη Φωκίδα, δεκάχρονο παιδί τότε, όταν δολοφόνησαν τον πατέρα του, Αγαμέμνονα. Σκότωσε τον Αίγισθο και τη μητέρα του Κλυταιμήστρα.

Οι τραγικοί ποιητές περιγράφουν με περίσσιο πάθος τα δεινά του, ώσπου να καθαριστεί από το διπλό φονικό και να πάρει το θρόνο του βασιλείου. Κυνηγημένος από τις Ερινύες, βρέθηκε στην Πάτμο. Το «βεβαιώνει» και μια επιγραφή, που σώζεται ως σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Όταν τα νησιά πέρασαν στη ρωμαϊκή κατοχή, τίμησαν την παράδοση. Κάθε ανεπιθύμητο τον έστελναν στην Πάτμο ή στη Λέρο. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονταν και πολλοί χριστιανοί, που έτσι γλύτωσαν τα βασανιστήρια και την σταύρωση. Ο αυτοκράτορας Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός (51-96μ.Χ.) διαδέχθηκε τον αδελφό του Τίτο το 86μ.Χ. Κατεδίωξε τους Χριστιανούς και κυβέρνησε με σκληρότητα. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης, δίδασκε στην περιοχή της μικρασιατικής Εφέσου. Ήταν ένα από τους Δώδεκα Αποστόλους, αγαπημένος μαθητής του Ιησού. Στα 91μ.Χ. οι άνθρωποι του Δομιτιανού τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Πάτμο.

Η Δομιτία Λογγίνα είχε χωρίσει τον πρώτο της άνδρα για να παντρευτεί τον αυτοκράτορα, απέκτησε εραστή κάποιον χορευτή και διώχθηκε από την αυλή. Ανακλήθηκε με απαίτηση του λαού, γιατί η Λογγίνα ήταν δημοφιλής λόγω των αγαθοεργιών της. Η Λογγίνα οργάνωσε συνωμοσία που κατέληξε στη δολοφονία του αυτοκράτορα. Ο Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Έφεσο όπου συνέχισε τη διδασκαλία του. Πέθανε εκεί γύρω στο 100μ.Χ. Στο διάστημα της εξορίας του, κλεισμένος στο βαθύ σκοτεινό σπήλαιο της Πάτμου, που φέρει το όνομά του, έγραψε την «Αποκάλυψη». Τα επόμενα χρόνια η Πάτμος ερήμωσε.

Η Πάτμος, πνευματικό κέντρο του ελληνισμού

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου χτίστηκε πάνω τσο λόφο με τις προδιαγραφές κάστρου. Ο ναός της Άρτεμης που βρισκόταν στην ίδια θέση, ξηλώθηκε και τα μάρμαρα του χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο του μοναστηριού που έχει ισχυρές οχυρώσεις και επάλξεις για την άμυνα εναντίον του όποιου εχθρού.

Με τον καιρό εξελίχθηκε σε σπουδαίο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και έγινε έδρα πατριαρχικού έξαρχου με τον ηγούμενο να αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη.

Η βιβλιοθήκη της Μονής έφτασε να γίνει ξακουστή για το περιεχόμενο της. Ανάμεσα στα άλλα υπάρχουν εκεί και τα 33 φύλλα του «πορφυρού κώδικα» με αποσπάσματα του 6ου αιώνα από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 247 φύλλα από το βιβλίο του Ιώβ του 8ου αιώνα, καθώς και το κτητορικό έγγραφο του 1088.

Το μοναστήρι απέκτησε εξαιρετικά προνόμια με αυτοδιοίκηση που ούτε οι Βενετοί ούτε οι Τούρκοι κατήργησαν. Περιορίστηκαν μόνο να εισπράττουν χαράτσι.

Στα 1669 ο Κωνσταντινουπολίτης ομογενής Μανωλάκης Καστοριανός έφτασε στην Πάτμο και ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή, στο χώρο του Σπηλαίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στα 1713, η Σχολή είχε αναδειχθεί σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Στα 1799, μεταρρυθμίστηκε σε Κοινή του Γένους Σχολή. Λειτούργησε ως τα 1912, όταν το νησί πέρασε στους Ιταλούς. Σήμερα, είναι Εκκλησιαστική Σχολή.

Τον 11ο αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κλυδωνιζόταν από εξεγέρσεις, στάσεις και εισβολές. Αυτοκράτορες της μιας χρήσης άλλαζαν κάθε χρόνο, ή και κάθε μήνα. Στα 1081, η αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών κατέλαβε την εξουσία με τον Αλέξιος Α’ να παγιώνει τη θέση του ως αυτοκράτορας και να σταθεροποιεί το κράτος. Ήταν χρόνια σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο μοναχός Χριστόδουλος Λατρινός έπεισε το αυτοκράτορα ότι στον τόπο εξορίας του Ιωάννη στην Πάτμο έπρεπε να χτιστεί μοναστήρι προς τιμήν του. Στα 1088 ο Αλέξιος εξέδωσε Χρυσόβουλο να ιδρύσει το μοναστήρι. Εκείνη την εποχή η Λέρος ανήκε στην κτηματική περιουσία της Άννας Δούκαινας. Χάρισε το νησί στο μοναστήρι ως πηγή πόρων.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα

Τα Δωδεκάνησα γνώρισαν επιδρομείς και κατακτητές στο πέρασμα των αιώνων. Όλα αυτά τα πάθη και οι κακουχίες που πέρασαν οι Δωδεκανήσιοι δεν μπόρεσαν παρά να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ιστορική στέρεη αλυσίδα της ελληνικότητας των νησιών μας. Γιατί τα Δωδεκάνησα δεν ήταν τίποτα άλλο από ελληνικά. Με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947 τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν επίσημα στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα
Τα Δωδεκάνησα

Τα Δωδεκάνησα και τα οικονομικά τους

Η οικονομία τους ήταν διαλυμένη, όχι μόνο γιατί προηγήθηκε ο καταστροφικός πόλεμος, που εκδικήθηκε ιδιαίτερα το Αιγαίο, αλλά κυρίως γιατί η ιταλική κατοχή των νησιών εξουδετέρωσε κάθε παραδοσιακή παραγωγική δραστηριότητα του γηγενή πληθυσμού, εξαναγκάζοντας τον σε φυγή. Ευνόησε το εβραϊκό και τουρκικό στοιχείο, ιδιαίτερα αισθητό σε Ρόδο και Κω, χρησιμοποιώντας και σαν αιχμή στην αφελληνική της τακτική. Συνέδεσε και στήριξε την όλη δομή της οικονομίας των νησιών στα συμφέροντα της μικροπολιτικής Ιταλίας, στις βραχυπρόθεσμες ανάγκες του κατακτητή και στις μακρόπνοες βλέψεις του ιταλικού φασισμού σ’ αυτό το νευραλγικό σημείο της Μεσογείου.

Ο αγροτικός πληθυσμός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γη και να μεταναστεύσει στην ελεύθερη Ελλάδα και στο εξωτερικό, για να επιβιώσει εθνικά και βιολογικά, είτε να μετασχηματιστεί σε εργάτη οικοδομών, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’30, στα εργοτάξια των δημοσίων έργων του κατακτητή, όπου με μειωμένο μεροκάματο σε σύγκριση με το μεροκάματο που εισέπραττε ο Ιταλός «άποικος». Τα εντυπωσιακά κτίρια σε Ρόδο και Κω έγιναν κυριολεκτικά με τον ιδρώτα και το αίμα του δωδεκανησιακού λαού. Αυτό αποτέλεσε και το επιχείρημα της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο των Παρισίων που τερμάτιζε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραχωρούσε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, να αποκρούσει την αξίωση της Ιταλίας, που ζητούσε αποζημίωση για τα κτίρια που κατασκεύασε στα νησιά.

Το εμπόριο στα νησιά ελεγχόταν κυρίως από από δυο-τρεις μεγάλες ιταλικές εισαγωγικές επιχειρήσεις, που είχαν την αμέριστη συμπαράσταση των ιταλικών τραπεζών και κυρίως από το εβραϊκό εμπορικό κατεστημένο, που διέθετε και την τράπεζα του (Τράπεζα Αλχαδέφ), που συνεργαζόταν αρμονικά με την κρατούσα τάξη. Οι μόνες αξιόλογες εμπορικές επιχειρήσεις που ανήκαν στο γηγενή ελληνικό πληθυσμό, ήταν οι σπογγοεμπορικές, που δρούσαν στη Σύμη και την Κάλυμνο.

Τα νησιά αυτά από τα μέσα του 19ου αιώνα ήλεγχαν το παγκόσμιο εμπόριο των φυσικών σπόγγων με καταστήματα που διατηρούσαν στο Λονδίνο, την Τεργέστη, την Οδησσό και την ελεύθερη Ελλάδα. Το εμπόριο κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής ήταν κυρίως εισαγωγικό, με ευνοϊκή μεταχείριση των ιταλικών προϊόντων, μέσω ενός ειδικού τοπικού δασμολογίου, που εξυπηρετούσε τις αυξημένες και εξειδικευμένες ανάγκες των Ιταλών «αποίκων» και του στρατού κατοχής, που αριθμούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες.

Αλλά και στη μεταποίηση η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Κάποιες βασικές βιομηχανίες, όπως η αλευροβιομηχανία, η καπνοβιομηχανία, η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, η ελαιουργία, η οινοποιία και η κεραμουργία, δημιουργήθηκαν και ελέγχονταν από τους «αποίκους» βιομήχανους του Μιλάνου, για να εξυπηρετούν και αυτές τις ανάγκες της κατάκτησης. Οι παραδοσιακές μικροβιομηχανίες του ντόπιου στοιχείου (βυρσοδεψία, σαπωνοποιία, οινοποιία) συνθλίβονταν υπό την πίεση του άνισου ανταγωνισμού και διατηρούνταν σε λειτουργία για λόγους κυρίως οικογενειακού γοήτρου.

Και ο τουρισμός, τον οποίο ιδιαίτερα πρόσεξε η ιταλική διοίκηση, ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά από επιχειρήσεις ιταλικών συμφερόντων. Από τος αρχές της δεκαετίας του ’30, οι Ιταλοί διέβλεψαν τις δυνατότητες της Ρόδου για τουριστική ανάπτυξη και άρχισαν να εκτελούν μια σειρά από έργα, με τα οποία στόχευαν να καθιερώσου το νησί ως διεθνές τουριστικό κέντρο της Μεσογείου. Κατασκεύασαν το «Ξενοδοχείον των Ρόδων», ένα από τα πολυτελέστατα ξενοδοχεία της Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο σήμερα στεγάζει το Καζίνο της Ρόδου, καθώς και άλλα ξενοδοχεία. Οι Ιταλοί ανέδειξαν την μεσαιωνική πόλη και κατασκεύασαν το «Μέγαρο των Ιπποτών», αξιοποίησαν το Υδροθεραπευτήριο της Καλλιθέας,δημιούργησαν λουτρικές εγκαταστάσεις και γήπεδα γκολφ, καθώς και άλλα έργα τουριστικής υποδομής και συνέδεσαν τη Ρόδο με την Ιταλία αεροπορικώς και θαλάσσια με την «Adriatica» που εκτελούσε περιηγητικά δρομολόγια στη Μεσόγειο.

Τα έργα αυτά, που αποτέλεσαν τη βάση για το ξεκίνημα μετά την απελευθέρωση του ροδιακού τουρισμού, ήταν το μόνο θετικό στοιχείο της ιταλικής κατοχής των νησιών.

Ο πληθυσμός των Δωδεκανήσων

Οι οικονομικές συνθήκες στα νησιά είχαν και επιπτώσεις στις δημογραφικές εξελίξεις της περιοχής. Το 1947 στην πρώτη γενική απογραφή πληθυσμού οι κάτοικοι των Δωδεκανήσων ήταν 115.343. Λιγότεροι κατά 32.000 από το 1910 και κατά 20.000 κατά το 1936, σύμφωνα με τις αντίστοιχες απογραφές της τουρκικής και της ιταλικής διοίκησης. Από τη μέρα που οι Ιταλοί ήρθαν στα Δωδεκάνησα (Μάιος 1912), άρχισε η μαζική φυγή του πληθυσμού και ολοκληρώθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πενήντα χιλιάδες Δωδεκανήσιοι είχαν εγκατασταθεί στην Αμερική, την Αυστραλία και την ελεύθερη Ελλάδα. Η παρουσία των Καρπαθίων και των Νισύριων ήταν έντονη στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, όπου πολλοί από αυτούς διατηρούσαν εστιατόρια την 36 Λεωφόρο. Οι Ροδίτες συγκεντρώθηκαν στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Οι Χαλκίτες, οι Συμιακοί και οι Καλύμνιοι εγκαταστάθηκαν στο Τάρπον Σπρινγκ της Φλόριδας. Οι Καστελοριζιοί της Αυτσραλίας έφτασαν τους 15.000.

Στην Αθήνα και στο Πειραιά είχαν εγκατασταθεί χιλιάδες Δωδεκανήσιοι. Χατζηκυριάκειο, Δραπετσώνα, Άγιος Νείλος είναι περιοχές με μεγάλο πληθυσμό από τη Σύμη. Τα «Καρπάθικα» ίδρυσαν οι Καρπάθιοι που βρέθηκαν και στο Μαρούσι και στην Πεντέλη, τεχνίτες άριστοι στο λάξευμα της πέτρας και του μαρμάρου και ακόμη και στου Ψυρρή και στην Πλάκα.

Οι Δωδεκανήσιοι τα χρόνια της διασποράς συντηρούσαν τα σχολεία στα νησιά, έχτισαν εκκλησίες, ξεχρέωσαν τα χρέη των γονιών τους και πάντρεψαν τις αδελφές που έμειναν πίσω. Και το πιο σημαντικό: σήκωσαν το βάρος του Δωδεκανησιακού Αγώνα.

Τα Δωδεκάνησα διοικούνται από Έλληνες

Μετά το πέρας των εορτών για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων το ελληνικό κράτος έστειλε ό,τι καλύτερο διέθετα για να στελεχώσει τη νεοσύστατη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου. Σύμβουλοι Επικρατείας τέθηκαν επικεφαλής των τοπικών υπηρεσιών, ανώτατοι διπλωματικοί υπάλληλοι ανέλαβαν τις εξωτερικές υποθέσεις, γνωστοί οικονομολόγοι ανέλαβαν τα οικονομικά, διακεκριμένοι δικαστές ίδρυσαν τα πρώτα δικαστήρια. Οι μεγάλες τότε τράπεζες, η Εθνική, η Ιονική, η Αγροτική, η Τράπεζα της Ελλάδος, ίδρυσαν αμέσως υποκαταστήματα στη Ρόδο, με διευθυντές έμπειρους τραπεζίτες που αφουγκράστηκαν τις ανάγκες της αγοράς και συμπαραστάθηκαν στους επιχειρηματίες στα πρώτα τους βήματα.

Από τα πρώτα μελήματα του ελληνικού κράτους ήταν να αποδώσει στους αγρότες τη γη που τους είχε δημεύσει ο κατακτητής. Έπειτα να νοικοκυρέψει την ακίνητη περιουσία που βρήκε, δημιουργώντας ένα ειδικό τοπικό φορέα διαχείρισης. Να διατηρήσει και να κατοχυρώσει το τοπικό δασμολογικό καθεστώς για να τονώσει την αγορά και να κρατήσει το κόστος ζωής χαμηλό. Ακόμη να εφαρμόσει χαμηλούς συντελεστές στην άμεση φορολογία που σταδιακά εξομοιώθηκε. Να μην επιβάλλει ορισμένους φόρους κατανάλωσης που ίσχυαν στην υπόλοιπη Ελλάδα ή να τους εφαρμόσει μεμονωμένα. Να χρηματοδοτήσει γενναία τον ιδιωτικό τομέα στην αρχή και στη συνέχεια να εφαρμόσει με χαλαρότητα τους πιστοδοτικούς περιορισμούς που ίσχυαν στη λοιπή Ελλάδα. Και ακόμη να ενισχύσει τον τουρισμό των Δωδεκανήσων, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές φυσικές και πολιτιστικές συνθήκες με έργα υποδομής και με την παροχή μακροπρόθεσμων κατασκευαστικών δανείων, για τη δημιουργία των απαραίτητων έργων για τον τουρισμό.

Επιπλέον, στα Δωδεκάνησα κατασκευάστηκαν λιμάνια και αεροδρόμια σε όλα τα νησιά, λαϊκές κατοικίες, δρόμοι και σχολεία. Ιδρύθηκε η τότε Παιδαγωγική Ακαδημία στη Ρόδο. Ενισχύθηκε η τοπική αυτοδιοίκηση με ειδικούς οικονομικούς πόρους. Το ελληνικό κράτος έδωσε όσα έπρεπε και όσα μπορούσε. ήταν προκλητικά ευνοϊκό με τα Δωδεκάνησα. Αλλά και ο γηγενής πληθυσμός έδωσε πολλά στο ελληνικό κράτος. Έμεινε στον τόπο του και δημιούργησε. Το «αναπτυξιακό θαύμα» ήταν η συγκυρία: της εύνοιας της φύσης, της στοργής του κράτους και της θέλησης του γηγενή πληθυσμού για δημιουργία.

Οι δημογραφικές εξελίξεις, οι μεταβολές στα οικονομικά μεγέθη και οι δείκτες ευημερίας στα πιστοποιούν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πρόοδο που σημειώθηκε στα Δωδεκάνησα μετά την απελευθέρωση τους. Μια πρόοδος που οφείλεται αποκλειστικά στην ανάπτυξη του τουρισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr