Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί

Το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821 επαναστάτησε σχεδόν ταυτόχρονα και η Ανατολική Στερεά Ελλάδα με πρωτοπόρο στο εγχείρημα αυτό της εθνικής διεκδίκησης τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.

Το κλίμα που επικρατούσε στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ύστερα από τέσσερις αιώνες οθωμανικού ζυγού χαρακτηρίζονταν έντονα από μια διάθεση υποταγής και παρακμής. Βέβαια, οι συνθήκες αυτές αντισταθμίζονταν από δύο μείζονος σπουδαιότητας παραμέτρους, οι οποίες μάλιστα έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην έγκαιρη συνειδητοποίηση και στη δυναμική αφύπνιση του εθνικού φρονήματος των Στερεοελλαδιτών.

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί
Ο Αθανάσιος Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες στον Αγώνα

Η πρώτη παράμετρος που είχε απήχηση σε όλο τον κόσμο της Ρούμελης ήταν η βαθιά ριζωμένη παράδοση των αρματολών και των κλεφτών, με αποτέλεσμα στις τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες η Στερεά Ελλάδα να διαθέτει έναν ολιγάριθμο αλλά αρκετά εμπειροπόλεμο στρατό. Οι ηγέτες του μάλιστα είχαν θητεύσει στη μεγάλη τους πλειονότητα σε ένα σημαντικό σχολείο, στην υπηρεσία του στρατού του Αλή Πασά, ο οποίος -αδυνατώντας να τους καθυποτάξει- τους προσεταιρίστηκε στην προσπάθεια του να επιβάλλει τους σχεδιασμούς και τη στρατηγική του σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι αυτοί στρατιωτικοί αρχηγοί ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία και όταν άρχισαν οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στα σώματα του Αλή Πασά. και τις τακτικές δυνάμεις του σουλτάνου εγκατέλειψαν το πεδίο της αντιπαράθεσης και επανέκαμψαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, προκειμένου να προετοιμαστούν για την επικείμενη έναρξη της επανάστασης.

Η δεύτερη παράμετρος που βάρυνε ιδιαίτερα στα επαναστατικά δρώμενα ήταν η παρουσία στρατιωτικών ηγετών που διέθεταν σθένος και αγωνιστικότητα, ιδιότητες που ενέπνεαν καθολικά τους σκλαβωμένους ραγιάδες. Ανάμεσα σε αυτούς διακρίνει κανείς ονόματα όπως του:Οδυσσέα Ανδρούτσου, του Αθανασίου Διάκου, του Βασίλη Μπούσγου, του Πανουργιά Πανουργιά, του Γιάννη Γκούρα, του Δήμου Σκαλτσά, του Γιάννη Δυοβουνιώτη κ.α..

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί

Τα Σάλωνα

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί
Ο Μητρόπουλος στήνει την Επαναστατική Σημαία στο φρούριο των Σαλώνων

Τα Σάλωνα ευρισκόμενα σε σημείο συνάντησης της Δυτικής και της Ανατολική Στερεά Ελλάδας και αντικριστά από την Πελοπόννησο, αποτελούσαν το νευραλγικό κόμβο, ο οποίος και χάρη στο άρτια οχυρωμένο κάστρο του ήταν μήλο της Έριδος όλων όσοι θέλησαν να ελέγξουν την ευρύτερη περιοχή.

Ηγετική μορφή της Φωκίδας και αρχικαπετάνιος στο αρματολίκι των Σαλώνων από το 1813 ήταν ο Πανουργιάς ο οποίος ύστερα από τριετή υπηρεσία στον Αλή Πασά στα Ιωάννινα επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, και οργάνωσε οργάνωσε ένα καλά εκπαιδευμένο ένοπλο τμήμα 60 ανδρών με ομοιόμορφη εμφάνιση και αυστηρή πειθαρχία.

Στις 24 Μαρτίου ο Πανουργιάς έλαβε την πληροφορία της εξέγερσης στην Αχαΐα και ευρύτερα στο Μοριά και πήγε με τους 60 ένοπλους άνδρες του στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία, όπου συνάντησε τους προκρίτους των Σαλώνων Νικόλαο Γιαγτζή, Ρήγα Κοντορρήγα και Αναγνώστη Κεχαγιά και τους γνωστοποίησε το ελπιδοφόρο γεγονός. Έτσι, το βράδυ της 24ης προς την 25η Μαρτίου ο Πανουργιάς κήρυξε από τον Προφήτη Ηλία την Επανάσταση στην περιοχή των Σαλώνων, αποστέλλοντας ταυτόχρονα τον Αθανάσιο Μανίκα και τον Παπανδρέα στα Βλαχοχώρια της Δωρίδος να στρατολογήσουν άνδρες και τον Γιάννη Γκούρα στο χωριό Αη-Γιώργης να συναντήσει τους Γαλαξιδιώτες και να τους ζητήσει να συμμετάσχουν στον Αγώνα. Το Γαλαξίδι την εποχή εκείνη διέθετε 40 μεγάλα πλοία και αρκετά μικρά. σημαντική ναυτική και στρατιωτική δύναμη ικανή αφ’ ενός να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο που ναυλοχούσε στη Ναύπακτο και αφ’ ετέρου να εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Κορινθιακό κόλπο και την επικοινωνία με τον Μοριά.

Μέσα στον επαναστατικό αυτό αναβρασμό ο Πανουργιάς πρότεινε στους στρατιωτικούς ηγέτες και προεστούς που είχαν συναχθεί στον Προφήτη Ηλία να επιτεθούν άμεσα και αιφνιδιαστικά εναντίον των Σαλώνων. Επικράστησε όμως επιφυλακτικότητα και προβληματισμός στην ομήγυρη, ίσως και επειδή τις μέρες εκείνες είχαν φτάσει στα Σάλωνα οι Τούρκοι του Αιγίου, ανήσυχοι από τους προεπαναστατικούς τριγμούς, με αποτέλεσμα οι ένοπλοι Οθωμανοί να ανέρχονται στους 600. Ο Πανουργιάς, όμως, έχοντας υπόψιν του το πανόραμα των κινήσεων των αντιπάλων και φοβούμενος την έλευση των άλλων τουρκικών ενισχύσεων στη Φωκίδα, κατάφερε με ένα ευφυές στρατήγημα να πείσει τους συμπατριώτες του για την ανάγκη άμεσης έναρξης του Αγώνα. Άνθρωπος της εμπιστοσύνης του ανακοίνωσε στους συγκεντρωμένους στον Προφήτη Ηλία ότι είδε πλοία του ρωσικού στόλου στον Κορινθιακό.

Το έναυσμα δόθηκε και ξημερώματα της 27ης Μαρτίου τα Σάλωνα πολιορκούνταν από τους επαναστάτες του Πανουργιά. Τέσσερις ώρες διήρκεσε η επίθεση, η οποία ήταν άψογα προετοιμασμένη και οι Τούρκοι υποχωρώντας κλείστηκαν στο κάστρο, η πολιορκία του οποίου άρχισε αμέσως. Σχεδόν ταυτόχρονα συγκροτήθηκε ελληνική διοίκηση στην πόλη.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία των Σαλώνων έπαιξαν τα γαλαξιδιώτκα κανόνια που είχαν μεταφερθεί σε κοντινή απόσταση. Οι Τούρκοι αντιστάθηκαν πεισματικά και ήλπιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή σε βοήθεια από τους ομοεθνείς τους στην Χαλκίδα και τη Λαμία.

Στις 10 Απριλίου, ανήμερα του Πάσχα, και ύστερα από δεκατρείς ημέρες σθεναρής πολιορκίας, άνοιξε η πύλη του κάστρου και οι Τούρκοι ξεκίνησαν να βγαίνουν αφήνοντας τον οπλισμό τους στον Πανουργιά. Ταυτόχρονα, ο Γαλαξιδιώτης Μητρόπουλος έστησε το λάβαρο του ξεσηκωμού σε περίοπτη θέση στο κάστρο.

Η κήρυξη της Επανάστασης στα Σάλωνα, η απελευθέρωση της πόλης και η άλωση του κάστρου διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην ψυχική τόνωση και στην ανόρθωση του φρονήματος των Ελλήνων, που μπήκαν δυναμικά στην εποποιία του εννιάχρονου Αγώνα.

Η Επανάσταση και η Μάχη της Λιβαδειάς

Μία από τις πλέον εύρωστες οικονομικά και πληθυσμιακά πόλεις της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ήταν η Λιβαδειά, η οποία σχεδόν ένα χρόνο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης είχε αναδειχθεί σε διοικητικό κέντρο πρώτης γραμμής. Οι πρόκριτοι της, αξιοποιώντας στο μέγιστο εφικτό βαθμό τον πλούτο και τη φυσική τους ευγένεια, τη διπλωματία και τα μέσα δωροδοκίας, κατάφεραν να αποσπάσουν από την οθωμανική διοίκηση προνόμια και ελευθερίες, κατακτήσεις που συνέλαβαν καθοριστικά στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου σχεδόν όλης της περιοχής. Πρωταγωνιστές στην προσπάθεια αυτή ήταν οι ισχυρές οικογένειες του Νικολάου Νάκου, του Ιωάννη Λογοθέτη, του Ιωάννη Φίλωνος κ.α.

Ο νευραλγικός αυτός ρόλος της Λιβαδειάς στο κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι της Ρούμελη αποτέλεσε και τον πόλο έλξης για τη Φιλική Εταιρεία, η οποία ιδιαίτερα από το 1820 κατέστησε την πόλη επίκεντρο των δραστηριοτήτων της. Τη οργανωτική ευθύνη και λειτουργικότητα του δικτύου αυτού των Φιλικών είχε ο Αθανάσιος Ζαρείφης.

Στις 26 Οκτωβρίου 1820, μετά την καταδίωξη του Οδυσσέα Ανδρούτσου από τον Μπαμπά Πασά, το αρματολίκι της Λιβαδειάς ανέλαβε ο Αθανάσιος Διάκος, ο οποίος αμέσως άρχισε τις επαφές του με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, προκειμένου να συντονίσουν από κοινού τις ενέργειες τους για τον ξεσηκωμό.

Στις 11 Μαρτίου 1821 επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη ο Σαλώνων Ησαΐας, ο οποίος συνάντησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ και Φιλικούς και συζήτησαν σχετικά με το χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Κέντρο όλων αυτών των ζημώσεων και επαφών έγινε το ιστορικό μοναστήρι του Οσίου Λουκά, η «Αγιά Σοφιά» της Ρούμελης.

Στις 24 Μαρτίου και ενώ στον Προφήτη Ηλία ο Πανουργιάς ετοιμαζόταν να σηκώσει το λάβαρο της Εθνεγερσίας, ο Αθανάσιος Διάκος έστελνε τον Βασίλη Μπούσγο στην Πάτρα, στον Ιωάννη Βλασσόπουλο, έτσι ώστε να συνεννοηθούν για τις επόμενες κινήσεις τους. Φθάνοντας το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου στο Γαλαξίδι πληροφορήθηκε τα επαναστατικά δρώμενα στο Μοριά και αποφάσισε να επιστρέψει μέσω Αράχωβας στη Λιβαδειά. Στο δρόμο του, στο χάνι του Ζεμενού, ο Μπούσγος συνάντησε ένα Τούρκο ταχυδρόμο μαζί με τον Αλβανό συνοδό του, οι οποίοι μετέφεραν από τα Σάλωνα στη Λιβαδειά την είδηση του ξεσηκωμού του Μοριά, γι’ αυτό αναγκάστηκε να τους σκοτώσει.

Με την άφιξη του Μπούσγου στις 26 Μαρτίου στη Λιβαδειά, ο βοεβόδας Χασάν αγάς πληροφορήθηκε το γεγονός της δολοφονίας του Τούρκου ταχυδρόμου στο Ζεμενό και ζήτησε εξηγήσεις από τον Αθανάσιο Διάκο. Ο αρχικαπετάνιος του αρματολικίου, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το πρωτοπαλίκαρο του, εξασφάλισε συνάμα -με ένα ευφυές τέχνασμα- μαι άδεια στρατολόγησης 5.000 χωρικών, επισείοντας στον Τούρκο αξιωματούχο τον κίνδυνο που διέτρεχε η πόλη από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Έτσι, τα πράγματα προσέλαβαν μια άλλη δυναμική και τα ξημερώματα της 27ης Μαρτίου, στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα από τον Ησαΐα Σαλώνων, ο οποίος ευλόγησε το λάβαρο του ξεσηκωμού και τον Αθανάσιο Διάκο να πρωτοστατεί στον επαναστατικό οργασμό των ημερών εκείνων.

Αγωνιστές από όλες τις γωνιές της Βοιωτίας συγκεντρώθηκαν στο μοναστήρι της Λυκούρεσης πάνω από την Κάπραινα, τη σημερινή Χαιρώνεια, και τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου οι επαναστάτες ξεκίνησαν για τη Λιβαδειά, όπου στρατοπέδευσαν στο λόφο του Προφήτη Ηλία,απέναντι από το μεσαιωνικό φρούριο της πόλης. Ακολούθησε η σκληρή μάχη της Λιβαδειάς, έξω από τα μεγάλα κονάκια των Τούρκων και γύρω από το φρούριο και τον πύργο της Ώρας, η οποία είχε αποτέλεσμα την απελευθέρωση της πόλης. την 1η Απριλίου 1821.

Το πρώτο αυτό κεφάλαιο της Εθνεγερσίας στη Λιβαδειά και ευρύτερα στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ολοκληρώθηκε με την εμπνευσμένη ομιλία του Αθανασίου Διάκου, ο οποίος επισήμανε την ανάγκη της αλληλεγγύης και της αυταπάρνησης για την επιτυχία του Αγώνα διατρανώνοντας το επαναστατικό πρόσταγμα του Ρήγα: «Κάλλιο ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!».

Πηγή: http://www.enet.gr

Το Μαντείο του Τροφωνίου

Το μαντείο του Τροφωνίου είναι ελάχιστα γνωστό. Το ιερό, τοποθετημένο στην έξοδο ενός επιβλητικού φαραγγιού, κατελάμβανε τρία επίπεδα. Το κάτω μέρος, κατά μήκος της Έρκυνας, ένωνε το ιερό δάσος με τα βασικά δημόσια οικοδομήματα, όπως οι ναοί της Έρκυνας, της Δήμητρας, και του ίδιου του Τροφωνίου. Το άνω μέρος, στο σημερινό Προφήτη Ηλία, περιείχε το μεγάλο ναό του Δία και ένα ιερό που ο Κρόνος διαθέτει το μόνο γνωστό άγαλμα του στην Ελλάδα. Το ίδιο το μαντείο, μια απλή πέτρινη κυκλική βάση που οδηγούσε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα, βρισκόταν κάπου μεταξύ του άνω επιπέδου και του κάτω. Η αρχαία πόλη της Λιβαδειάς, επίσης είναι λίγο γνωστή, γεγονός που δυσχεραίνει κάθε μελέτη σχετικά με τη διαχείριση του μαντείου και την επίδραση του στη ζωή της πόλης.

Το μαντείο του Τροφωνίου
Ο Τροφώνιος ο Λεβαδεύς

Ο Τροφώνιος, ο ιδρυτής του μαντείου

Μια πανούργα τύχη έφερε τον Τροφώνιο στη Βοιωτία, στους κοντινούς Δελφούς, που χάρη στην πόλη και τη μεγαλειώδη φήμη της έλκυε την προσοχή όλων. Ο Τροφώνιος είναι γιος του Εργίνου και της Ιοκάστης , δύο μορφών της μυκηναϊκής μυθολογίας. Έφηβος σύγχρονος του νεαρού Απόλλωνα, αναδεικνύεται ικανός για θετικό έργο, όπως η κατασκευή του πέτρινου κατωφλίου της μαντικής αίθουσας του δελφικού ναού, καθώς και για χθόνιο, όπως η κατασκευή καλά κρυμμένων θησαυρών που κατόπιν λεηλάτησε μαζί με τον αδελφό του Αγαμήδη. Ο Τροφώνιος είναι ριζωμένος στη Λιβαδειά, όπου δε μαρτυρείται καμιά εμφάνιση του έξω από το ιερό του. Παράλληλα με τα ηρωικά χαρακτηριστικά του, κάποια άλλα δεν είναι καθόλου τέτοια. Και αν σε κάποιες μεταγενέστερες αποδόσεις ο Τροφώνιος πεθαίνει, γενικά απλά εξαφανίζεται κάτω από τη γη και η Λιβαδειά δε μπορεί να υπερηφανευτεί για κάποιον τάφο του, στοιχείο ουσιώδες για την λατρεία «ηρώων».

Ο Τροφώνιος είναι ανίκητος φορέας ευνοϊκά προσκείμενος στους ανθρώπους, ανήκει στους σεληνιακούς δαίμονες του Πλούταρχου και έχει επίσης αληθινό χαρακτήρα οικογένειας όπως οι ησιόδειοι δαίμονες, κληρονόμοι των φυλών χρυσού και ασημιού. Ο Τροφώνιος δεν βρισκόταν στο περιθώριο του τοπικού πάνθεου, αλλά στο θρόνο μιας πλούσιας θεϊκής κοινότητας, αφού μερικές φορές ονομαζόταν Δίας ο Τροφώνιος. Τη θολότητα αυτή τόνισε περισσότερο το ότι ο Τροφώνιος νομιζόταν για βρέφος της Δήμητρας, σύμφωνα με την παράδοση παιδικών θεοτήτων και ηρώων. Η θεϊκή τροφός, το υπόγειο καταφύγιο, το μέλι, τα φίδια, το χθόνιο περιβάλλον, το παιδί-θαύμα, η μυστηριώδης εξαφάνιση και η θεοποίηση του, όλα αυτά τα στοιχεία δίνουν στον Τροφώνιο την όψη ενός νέου θεού, όπως ο Ερμής, ο μικρός αυτός ψυχοπονιάρης κλέφτης, όντας και οι δύο άριστοι στην τέχνη του περάσματος στον άλλο κόσμο. Η πασίδηλη διαφορά τους είναι ο τοπικός χαρακτήρας του Τροφωνίου σε σχέση με τον πανελλήνιο του θεού του όρους Κυλλήνη. Ο Τροφώνιος, κάτοικος του Κάτω Κόσμου, αποτελεί για το ελληνικό πνεύμα ένα χθόνιο πέρασμα-τείχος, έναν άνδρα που διαχειρίζεται μέσα από τον κόσμο του ανοίγματα για το υπερπέραν. Όταν τοποθετεί το κατώφλι του αδύτου των Δελφών, ο θρύλος του είναι ξεκάθαρος πάνω σ’ αυτό, από την εποχή του Ομηρικού ύμνου στον Απόλλωνα (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.). Το γενεαλογικό του δέντρο τον συνδέει με τον Κλύμενο, μια άλλη ονομασία του Άδη. Οι κλειστές και ιερές αίθουσες που κατασκευάζει ξεχωρίζουν για τον πλούτο τους και χαρακτηρίζονται από ένα μυστικό πέρασμα.

Το σημείο επαφής με το χθόνιο κόσμο μοιάζει να ήταν το πρώτο στοιχείο του μύθου, γεγονός που σχετικοποιεί το χαρακτηρισμό του «αρχιτέκτονα», που τόσο συχνά αποδίδεται στον Τροφώνιο. Δεν είναι αντιληπτός ούτε ως παραδοσιακός μάντης, όπως ο Αμφιάραος ή ο Μελάμπους. Κανένας θρύλος δεν του αποδίδει μαντική κλίση όσο ζούσε. Κι αν η χθόνια επαφή επιβλήθηκε στη μυθοποιητική φαντασία, αυτό συνέβη πιθανότατα επειδή το μαντείο υποχρέωνε τον πιστό να διαβεί τα σύνορα του θανάτου. Στη διαδικασία της χρησμοδοσίας του γνωρίζουμε και από τον Ηρόδοτο ότι ο Τροφώνιος ήταν πράγματι ψυχαγωγός, όπως ο Ερμής, με τη διαφορά ότι ο Ερμής οδηγούσε τις ψυχές σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Το μαντείο του Τροφωνίου και η τελετή

Το τελετουργικό του μαντείου, με κεντρικό άξονα το φόβο, αναμφίβολα ήτα καλύτερα γνωστό από τα άλλα μαντικά τελετουργικά. Εξελισσόταν μέσα σε ένα ιερό άλσος, δηλαδή σε τόπο με προνομιούχο επαφή μεταξύ των κόσμων που από μόνος του συγκεντρώνει όλη τη μεταφορική αξία στο πρόσωπο του Τροφωνίου. Ο χρηστηριαζόμενος υποβαλλόταν σε σε μακρά προετοιμασία. Απομονωμένος, είχε όλο το χρόνο να εμποτιστεί από την ιερότητα του τόπου λατρείας. Οι επαφές του περιορίζονταν στους ιερείς ή άλλους συμβούλους και μόνο για να εξετάσει λεπτομερώς τις ομορφιές και τις ανησυχίες του τόπου. Μερικές μέρες αργότερα, και αν όλες οι θυσίες είχαν αποδειχθεί ευνοϊκές, ο προσκυνητής περπατούσε νύχτα προς το μαντείο. Άλλαζε ρούχα, φορούσε σανδάλια παράξενα, προσευχόταν στον Τροφώνιο και οδηγούνταν να πιει το νερό που επίσης πίνουν οι νεκροί, νερό της Λήθης και της Μνημοσύνης. Μέσα στο μαντείο πια, έπαιρνε μια μικρή σκάλα και κατέβαινε σε μια τρύπα, χωρίς να βλέπει το βάθος, που η φήμη την ήθελε γεμάτη φίδια. Εκεί ξαπλωμένος στο χώμα και ενώ κρατούσε σε κάθε χέρι ένα γλυκό από μέλι, έβαζε τα πόδια σε ένα στενό άνοιγμα περιμένοντας «να παρασυρθεί όπως κάποιος από τη δίνη ενός δυνατού ποταμού», σύμφωνα με τον Παυσανία. Η πιθανότητα δόλου των ιερέων που τραβούσαν από τα πόδια τον προσκυνητή είναι σιωπηρά αποδεκτή.

Ο Τροφώνιος παρείχε τους χρησμούς χάρη σε μια κατάσταση ύπνωσης (οράματος) ή κατά τη διάρκεια συγκοπής, πάντα ευνοϊκής στο όνειρο. Η διαφοροποίηση του τρόπου διατροφής και του ύπνου, φυσική απομόνωση και εισπνοές αναθυμιάσεων, έντονος στοχασμός και βαθιά σιωπή, κρύα μπάνια στον ποταμό Έρκυνα και ρυθμικοί χοροί, προκλητικοί ήχοι αυλών, καταστάσεις ύπνωσης, σεξουαλική αποχή ακι διάφορες αισθησιακές στερήσεις, όλα μαζί εκτείνονται χρονικά σε πολλές μέρες. Με τον τρόπο αυτό η ψυχική κατάσταση του προσκυνητή, κλονισμένη από το φόβο του χθόνιου, φθείρεται περισσότερο κατά την κάθοδο του στο σκοτεινό λαγούμι όπου τον περίμενε η λάμψη της θεϊκής επαφής. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο προσκυνητής «ξυπνούσε» ακριβώς στο σημείο όπου είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ο φόβος και η εσωτερική ανισορροπία πρέπει να αρκούσαν για να προκαλέσουν μαι λιποθυμία, που ποίκιλλε σε ένταση και διάρκεια ανάλογα με τα άτομα.

Το ιερατείο δεν ήταν κακόβουλο και χειραγωγό. Έπαιζε όμως σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της επιλογής του χρηστηριαζόμενου. Οι ιερείς, παρόντες σε κάθε θυσία, πρέπει να είχαν αποκτήσει βαθιά εμπειρία για να διακρίνουν ποιος, μεταξύ των προσκυνητών, είχε ή όχι υποστεί την απαραίτητη ψυχική μεταμόρφωση για την επίτευξη του οράματος. Το γεγονός ότι χρηστηριαζόμενος δεν είχε κλονιστεί από το τελετουργικό, που ο ίδιος ο Τροφώνιος είχε διδάξει, μπορούσε να επιτρέψει να πιστέψουν σε άρνηση όντως της τοπικής θεότητας και συνεπώς η απόρριψη του από τους ιερείς δεν ήταν κακοπροαίρετη.

Με την επιστροφή του ζητούντος το χρησμό στον καθαρό αέρα, ενώ ακόμη βρισκόταν σε κατάσταση κλονισμού, τοποθετούνταν στο θρόνο της Μνημοσύνης, όπου οι ιερείς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο του χρησμού.

Ο Τροφώνιος και τα Ελευσίνια Μυστήρια

Ο χρηστηριαζόμενος του Τροφωνίου θεωρούσε τον εαυτό του μύστη. «Η ασυνήθιστη εμπειρία» του οράματος όσο και το ταξίδι στον άλλο κόσμο- στην πραγματικότητα ένας πρόσκαιρος θάνατος- και παράλληλα η επιστροφή από το βασίλειο των νεκρών, έδιναν στη δοκιμασία την πλήρη μυητική έννοια. Αυτό δε σημαίνει ότι το ιερό του Τροφωνίου στέγασε ποτέ μυστικιστική λατρεία με την αυστηρή έννοια του όρου, αφού η πρώτη του κλίση ήταν μαντική. Η ομοιότητα, και μάλιστα η ταυτοσημία του τύπου της αποκάλυψης, πρέπει να έδωσε μυστηριακή χροιά στο βοιωτικό ιερό σε πρώιμη εποχή, αν όχι από τη γέννηση του. πολλές αναλογίες θα μπορούσαν να παρατηρηθούν με τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως οι παρόμοιες διατροφικές απαγορεύσεις, οι έννοιες του θάρρους και της καλοτυχίας, η μυστικότητα, η μυσταγωγία, ακόμη και η παρουσία στη Λιβαδειά του Εύβουλου, ενός από τους βασικούς θεούς των μυστηρίων της Ελευσίνας.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Λιβαδειά ή Λεβαδειά (8ος αιώνας π.Χ.-…)

Η Λιβαδειά ή Λεβαδειά (παλαιότερα) είναι πόλη της Στερεάς Ελλάδας. Διοικητικά, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Καλλικράτης, υπάγεται στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ειδικότερα στην Περιφερειακή Ενότητα Βοιωτίας και αποτελεί έδρα του Δήμου Λεβαδέων. Σύμφωνα με την προηγούμενη διοικητική οργάνωση, αποτελούσε πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας, της άλλοτε ομώνυμης επαρχίας και έδρα του Καποδιστριακού Δήμου Λεβαδέων. Ακόμη, αποτελεί έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας. Διαθέτει καλή ρυμοτομία με ευθύγραμμους δρόμους και πέντε μεγάλες πλατείες. Χαρακτηριστικό αξιοθέατο της Λιβαδειάς οι πηγές της Κρύας.

Η Λιβαδειά
Οι πηγές της Κρύας

Η γεωγραφία της Λιβαδειάς

Η Λιβαδειά βρίσκεται χτισμένη σε γραφική τοποθεσία, στους πρόποδες του Ελικώνα, σε υψόμετρο 200μ. Έχει άφθονα νερά και υδρεύεται από τις πηγές Λεπτοκαρυάς, Κάδης, και από τη Λήθη και τη Μνημοσύνη, πηγές του ποταμού Έρκυνα ή Χιλιά, που διασχίζει το νότιο τμήμα της.

Η ιστορία της Λιβαδειάς

Αρχαία Χρόνια

Ως πόλη η Λιβαδειά δεν αναφέρεται από τον Όμηρο. Οι αρχαίοι θεωρούσαν πως είναι η Μίδεια που ανήκε στους ενωμένους με τη Θήβα οικισμούς. Υποτίθεται πως ο Αθηναίος ήρωας Λέβαδος, μετοίκησε τους Μίδειους στους πρόποδες του λόφου όπου βρισκόταν ο οικισμός και έχτισε τη Λεβαδειά. Τον 8ο αιώνα π.Χ. ανήκε στο Κοινό των Βοιωτών.

Βυζαντινή περίοδος

Κατά τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου η πόλη της Λιβαδειάς δεν παρουσίασε ιδιαίτερη ανάπτυξη, μετά τις καταστροφές που είχε υποστεί. Παρακολούθησε τις τύχες του Ανατολικού Ιλλυρικού, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, τόσο στις πολιτικές όσο και στις εκκλησιαστικές μεταβολές, μέχρι την τελική εκκλησιαστική υπαγωγή στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Η αγροτική οικονομία της πόλης αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από τις βαρβαρικές επιδρομές του 4ου και των αρχών του 5ου αιώνα, ιδίως υπό του Αλάριχου και κατά τη μεταβατική περίοδο του 7ου αιώνα λόγω σεισμών όπου και τελικά ερημώθηκε.

Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση με την εισαγωγή του θεσμού των θεμάτων εντάχθηκε, όπως ήταν φυσικό, στο θέμα της Ελλάδος και από τον 9ο αιώνα γνώρισε αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη μέσα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής προόδου του θέματος του ελλαδικού χώρου.

Η οικονομική ακμή της πόλης των Θηβών ευνόησε την ακμή και της Λιβαδειάς μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα, αλλά οι ληστρικές επιδρομές των Νορμανδών αποδυνάμωσαν την καλλιέργεια και τη βιομηχανία μέταξας στην ευρύτερη περιοχή και περιόρισαν την εμπορική κίνηση.

Οι Φράγκοι στη Λιβαδειά

Μετά την κατάληψη της νότιας Ελλάδας από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), η Λιβαδειά παραχωρήθηκε στον «κύριο των Αθηνών» Όθωνα ντε Λα Ρος και, έναν αιώνα αργότερα, μετά την ήττα των Φράγκων από τους Καταλανούς στη Μάχη του Αλμυρού (1311), οι κάτοικοι παρέδωσαν το κάστρο της πόλης στους νικητές με αντάλλαγμα την παραχώρηση προνομίων. Την περίοδο αυτή η Λιβαδειά γνωρίζει μεγάλη εμπορική ακμή.

Η καταλανική κυριαρχία συνεχίστηκε υπό την επικυριαρχία του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκου ως τον Μάιο του 1388, οπότε η περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών περιήλθε στον Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι, μέλος φλωρεντινού τραπεζικού οίκου.

Η Λιβαδειά και οι Οθωμανοί

Δύο χρόνια μετά την παράδοση της Αθήνας στον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή (1458), η Λιβαδειά περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αποτέλεσε καζά, διοικητική υποπεριφέρεια, που υπαγόταν ως το 1470 στο Σαντζάκι Τρικάλων και αργότερα στο Σαντζάκι Ευρίπου.

Τον 16ο αιώνα η Λιβαδειά άρχισε να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στα δρώμενα της περιοχής. Ήταν χάσι (= τόπος χατζήδων) Οθωμανών αξιωματούχων και από την 3η ή 4η δεκαετία του 17ου αιώνα υπήρξε βακούφι της Μέκκας ή, κατ’ άλλους, της Μεδίνας. Αποτελούσε ξεχωριστό βοεβοδιλίκι και έφτασε να γίνει η πιο σπουδαία πόλη της Ανατολικής Στερεάς. Ανήκε στο φέουδο της εκάστοτε βαλιδέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) και διέθετε ντόπιους διοικητές, των οποίων ο πρόεδρος την εκπροσωπούσε στις τουρκικές αρχές. Την αυτονομία της ούτε ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να καταργήσει.

Παρά τις καταστροφές που είχε υποστεί η Λιβαδειά από τις πολεμικές συγκρούσεις στη Βοιωτία κατά τη διάρκεια του Τουρκο-ενετικού πολέμου του 1684-1699 και συγκεκριμένα το 1694 και το 1695, από τις αρχές του 18ου αιώνα οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί βοήθησαν στην ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας: μετά την αφιέρωση των προσόδων στο Γενί-Τζαμί, όπου και είχε τεθεί υπό την αιγίδα της Βαλιντέ Σουλτάνας, χορηγήθηκαν στους κατοίκους ιδιαίτερα προνόμια αυτοδιοίκησης, με συνέπεια την ενίσχυση του κοινοτικού θεσμού και τη δημιουργία μιας τάξης αρχόντων.

Ο βοεβόδας, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να λάβει καμία απόφαση χωρίς τη συγκατάθεση των προκρίτων της πόλης. Δέκα περίπου οικογένειες αποτελούσαν την αριστοκρατία της γης και της πόλης, των οποίων τη σύμπνοια δεν μπόρεσε να διασπάσει ούτε ο Αλή πασάς, παρά την πίεση που ασκούσε στον Καζά της Λιβαδειάς, όταν είχε περιέλθει στο Πασαλίκι του. Έτσι η πόλη, η οποία στα τέλη του 18ου αιώνα χαρακτηριζόταν ως «η μεγαλύτερη της Βοιωτίας», καθώς βρισκόταν στον εμπορικό δρόμο (ανατολική διάβαση) Πελοποννήσου-Μακεδονίας, είχε αξιόλογη παραγωγή σε μαλλιά, σιτάρι, ρύζι, τα οποία χορηγούσε σε άλλα μέρη της Ελλάδος και του εξωτερικού.

Παρά το γεγονός ότι το ρεύμα της μετανάστευσης υπήρξε περιορισμένο, από τη Λιβαδειά προήλθαν άνδρες οι οποίοι διακρίθηκαν στις ελληνικές παροικίες της Ρωσίας και της κεντρικής Ευρώπης. Εκτός από τον Λάμπρο Κατσώνη, από τη Λιβαδειά και την περιοχή της κατάγονταν κληρικοί, λόγιοι και έμποροι της διασποράς.

Η Λιβαδειά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Οι συσκέψεις των Φιλικών γίνονταν σχεδόν απροκάλυπτα. Ο διοικητής Καρά Ισμαήλ Αγάς κάτι υποψιάστηκε και ζήτησε άδεια από το σερασκέρη της Λάρισας Μαχμούτ Δράμαλη να σφάξει «προληπτικά» τους πρόκριτους. Οι Έλληνες το έμαθαν και δωροδόκησαν μερικούς ευυπόληπτους Τούρκους, ώστε να μάθει ο Δράμαλης ότι ο Αγάς είναι μεγάλος ψεύτης. Ο Ισμαήλ αντικαταστάθηκε από τον Χασάν Αγά και πήρε εντολή να συνεργαστεί με τους πρόκριτους για το καλό του τόπου. Η οργάνωση της Επανάστασης συνεχίστηκε απρόσκοπτα.

Στις 26 Μαρτίου του 1821, ο απεσταλμένος του Αθανάσιου Διάκου (ο οποίος έμενε στην Λιβαδειά από το 1820) στα Σάλωνα (Άμφισσα) γύρισε στη Λιβαδειά έχοντας σκοτώσει στο δρόμο Τούρκο ταχυδρόμο κι έναν Αλβανό, που έφερναν στον Χασάν το μήνυμα ότι η πόλη επαναστάτησε. όμως τα νέα έφτασαν στον Χασάν που ζήτησε εξηγήσεις.

Ο Διάκος τον διαβεβαίωσε πως τίποτα δε γινόταν στα Σάλωνα, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βγήκε στο Μοριά με 10.000 οπλισμένους και απειλούσε να έρθει στη Λιβαδειά. Ο Χασάν τρόμαξε και ο ζήτησε από το Διάκο να στρατολογήσει υπερασπιστές της πόλης. Δεν είχε μάθει ότι ανάλογοι «υπερασπιστές» είχαν κυριεύσει την Καλαμάτα.

Με την άδεια των Τούρκων, ως τις 28 Μαρτίου ο Αθανάσιος Διάκος συγκέντρωσε 5.000 άνδρες και στρατοπέδευσε απέναντι από το κάστρο της πόλης. Στις 29 άρχισε την επίθεση. Στις 30 συμφώνησε με τους Αλβανούς ότι δεν είχαν κανένα λόγο να υπερασπίζονται τον διοικητή και τους έπεισε να φύγουν από τη μέση.

Μεσάνυχτα 30 προς 31 Μαρτίου του 1821 οι Έλληνες ξεκίνησαν γενική έφοδο. Ως το ξημέρωμα είχαν πάρει το πρώτο τείχος του κάστρου. Το πρωί ο Χασάν Αγάς παραδόθηκε. Την επομένη, 1 Απριλίου έγινε πανηγυρική δοξολογία. Τρεις επίσκοποι ευλόγησαν τη σημαία του Διάκου. Τη Λιβαδειά ανακατέλαβε ο Ομέρ Βρυώνης στις 26 Ιουνίου του 1821. Η πόλη έγινε οριστικά ελληνική στα 1829, μετά τη μάχη της Πέτρας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λιβαδειά