Τα πρώτα ιερά της Σπάρτης (8ος-7ος αιώνας π.Χ.)

Για την πρώιμη ιστορία της Σπάρτης λίγα πράγματα μας είναι γνωστά. Αποκλειστικά τα πρώτα ιερά μας δίνουν τα περισσότερα στοιχεία. Σημαντικά ζητήματα που συνδέονται με την εμφάνιση και τη πρώιμη εξέλιξη των δωρικών φύλων στην περιοχή, τη σχέση τους με τον υπόλοιπο πληθυσμό, την αρχική συγκρότηση της σπαρτιατικής κοινωνίας και της προσπάθειας της σπαρτιατικής επιβολής στην υπόλοιπη Λακωνία.

Τα πρώτα ιερά της Σπάρτης (8ος-7ος αιώνας)
Οι Διόσκουροι, Ανάφλυφο σε κόκκινο μάρμαρο Ταϋγέτου

Μετά το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού γύρω στο (1050π.Χ.) ακολουθεί για τη Σπάρτη και για ολόκληρη την Λακωνία ένας αιώνας πλήρους απουσίας αρχαιολογικών ευρημάτων, γεγονός που θεωρείται ότι αντιστοιχεί σε μείωση του πληθυσμού, αν όχι ερήμωση.

Από το 950 π.Χ. εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της λεγόμενης πρωτογεωμετρικής λακωνικής κεραμικής, που πιστοποιούν την κατοίκηση της περιοχής στην οποία αναπτύχθηκε αργότερα η πόλη της Σπάρτης. Πρόκειται για όστρακα και λίγα σχεδόν ακέραια αγγεία που έχουν βρεθεί στον περίβολο του μεταγενέστερου ναού της Αθηνάς Χαλκιοίκου στην Ακρόπολη της Σπάρτης, στο λεγόμενο Ηρώο στη δυτική όχθη του Ευρώτα, νότια της σύγχρονης γέφυρας, στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας λίγο νοτιότερα, καθώς και στο λόφο του ιερού του Απόλλωνα στις Αμύκλες, πέντε χιλιόμετρα περίπου νότια της Σπάρτης, και προέρχονται από αγγεία ποικίλων σχημάτων, κυρίως σκύφων και κυπέλλων διαφόρων μεγεθών. Η μελέτη των οστράκων αυτών έδειξε ότι παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η διευθέτηση των διακοσμητικών θεμάτων σε μετόπες, η διάκριση μεταξύ διακοσμητικών χώρων με εγχαράξεις, η προτίμηση σε διχτυωτή διακόσμηση, η έναρξη της διακόσμησης από το χείλος του αγγείου, καθώς και ο περιορισμός της διακόσμησης στο άνω τμήμα του αγγείου.

Τα όστρακα προέρχονται από τους χώρους των σημαντικότερων ιερών της Σπάρτης. Αυτό από μόνο του δε σημαίνει την ίδρυση ιερού λατρείας σε μια τόσο πρώιμη εποχή, αλλά σίγουρα μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη κατοίκησης της περιοχής. Από τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. ως τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., στο διάστημα δηλαδή της μεσογεωμετρικής και υστερογεωμετρικής φάσης της κεραμικής της Λακωνίας, παρατηρείται μια αλλαγή, φανερή τόσο στο πλήθος και στην ποικιλία των ευρημάτων των ιερών όσο και στα πρώτα κατάλοιπα οικοδομικής δραστηριότητας σε αυτά.

Στη συνέχεια η εικόνα αλλάζει και τα χάλκινα αναθήματα παρουσιάζουν ποικιλία και πλούτο. Σε αυτά περιλαμβάνονται τμήματα από μεγάλους τρίποδες, γνωστούς από όλα τα μεγάλα ιερά αυτής της περιόδου, ζωόμορφα ειδώλια, ιδιαίτερα αλόγων, ταύρων, βοοειδών, πόρπες, περόνες, σφικωτήρες, δαχτυλίδια, καθώς και μικροσκοπικοί διπλοί πελέκεις.

Οι αρχαιότερες κατασκευές στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας χρονολογούνται γύρω στο 700 π.Χ. Πρόκειται για ένα λιθόστρωτο, καθώς και ίχνη του παλαιότερο βωμού του ιερού. Στα λοιπά ευρήματα, ίδιας χρονολόγησης, περιλαμβάνονται κεραμικά και διάφορα αναθήματα, όπως οστέινες πόρπες, πλακίδια από ελεφαντόδοντο με παραστάσεις φανταστικών ζώων και θρησκευτικού περιεχομένου, μικροσκοπικές μορφές ανθρώπων και ζώων. ένθετες σε άλλα αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και μόλυβδο, χάλκινες περόνες και ειδώλια ζώων από χαλκό, πήλινες πλάκες με παραστάσεις ανθρώπων και ζώων, σφραγίδες σε σχήμα σκαραβαίου και χάντρες.

Στο σημείο που υψώνεται πάνω από την αριστερή όχθη το Ευρώτα, στις νότιες παρυφές της σημερινής πόλης, που ονομάζεται από τους ντόπιους «Μενελάια» ανασκάφηκε ιερό αφιερωμένο στον Μενέλαο και την Ελένη, το επονομαζόμενο «Μενελάειο». Η αρχαιότερη φάση του ιερού τοποθετείται στα τέλη του 8ου αιώνα ως τις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. ως τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Σε αυτ’η ανήκουν αναθήματα από πηλό, χαλκό και μόλυβδο. Είναι πιθανόν να υπήρχε εδώ αρχικά ένας απλός βωμός, πολύ κοντά ή πάνω στο έξαρμα της γης που αποτέλεσε τον πυρήνα του ιερού στη συνέχεια.

Τα πρώτα ιερά της Σπάρτης μας δείχνουν ότι από τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. υπήρξε μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνική και οικονομική οργάνωση της περιοχής, η οποία έχει συνδεθεί με την εγκαθίδρυση της σπαρτιατικής ιεραρχίας στην περιοχή αλλά και ευρύτερα, με τις απαρχές δηλαδή της ιστορίας της Σπάρτης ως εύρωστης και κυρίαρχης πόλης-κράτους.

Πιο συγκεκριμένα έχει θεωρηθεί ότι η οικοδομική δραστηριότητα στο ιερό της Αρτέμιδας Ορθίας προϋποθέτει ένα συγκροτημένο κοινωνικό σώμα για την ανάληψη κοινής προσπάθειας αναδιοργάνωσης και προβολής μιας παλαιότερης σημαντικότατης κοινής λατρείας. Η αναβάθμιση του ιερού το Αμυκλαίου Απόλλωνα προϋποθέτει την ενσωμάτωση των Αμυκλών ως πέμπτης κώμης της σπαρτιατικής πόλης. Η ίδρυση του Μενελάειου εντάσσεται σε μια συνήθη, αυτήν εποχή, προσπάθεια των αναδυόμενων πόλεων-κρατών να συνδεθούν με το ηρωικό παρελθόν τους μέσω της ηρωολατρείας.

Περισσότερες πληροφορίες για την Σπάρτη αναζητήστε στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.drakopouliada.gr/η-σπάρτη-περίπου-1300π-χ/

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Επί αιώνες η ιστορική έρευνα προσπαθεί να διαπιστώσει αν η στάση που τήρησε ο Μέγας Κωνσταντίνος απέναντι στον Χριστιανισμό ήταν το αποτέλεσμα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή πολιτικές αποφάσεις που υπαγορεύονταν από την εκτίμηση του συνόλου των συνθηκών.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος του Χριστού (272-337μ.Χ.)

Ανεξάρτητα από κίνητρα του, ο Μέγας Κωνσταντίνος έλαβε σειρά μέτρων τα οποία -πέρα από κάθε αμφισβήτηση- ευνόησαν την Εκκλησία. Ακούγοντας μέτρα, η σκέψη όλων πηγαίνει στην κατάπαυση των διωγμών, ύστερα από τη γνωστή συμφωνία για την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας το 313 στο Μεδιόλανο (σημερινό Μιλάνο). Αυτή η συμφωνία δεν έτυχε γενικής εφαρμογής, γιατί οι διωγμοί τερματίστηκαν οριστικά το 324 όταν ο Κωνσταντίνος νίκησε τον Λικίνιο και έμεινε μονοκράτορας.

Ιδιαίτερη σημασία είχε για την Εκκλησία η απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που στο παρελθόν είχε δημευθεί, καθώς και η θέσπιση της νομικής δυνατότητας για επαύξηση αυτής της περιουσίας. Η ενίσχυση της θέσης του κλήρου όχι μόνο από υλική αλλά και από ηθική άποψη, υπήρξε επίσης σημαντική. Στην υλική ενίσχυση ανήκει η απαλλαγή των κληρικών από διάφορα δημόσια βάρη και στην ηθική η λεγόμενη «επισκοπική δικαιοδοσία», δηλαδή η παροχή στους επισκόπους του δικαιώματος να επιλύουν -μάλλον ιδιωτικώς- ιδιωτικές διαφορές, επειδή οι άνθρωποι έτρεφαν περισσότερη εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των εκκλησιαστικών ποιμένων παρά των πολιτειακών δικαστών.

Ο Κωνσταντίνος όταν έγινε αυτοκράτορας διατήρησε τον τίτλο του pontifex maximus των Ρωμαίων καθώς και τα εθνικά θρησκευτικά σύμβολα στα νομίσματα. Διηγήσεις περιγράφουν ότι έλαβε μέτρα κατά των ειδωλολατρών αλλά κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται ιστορικώς. Εξαίρεση αποτέλεσε το κλείσιμο λατρευτικών κέντρων με άσεμνες τελετές, γιατί ο χριστιανισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εθνικές θρησκείες και στο θέμα της λατρείας.

Εκδήλωση του σεβασμού του προς τις αρχές του χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321 με τον οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος καθιέρωσε ουσιαστικά την αργία της Κυριακής, αλλά και αυτή με κάποιους περιορισμούς.

Η Εκκλησία κατέταξε τον Κωνσταντίνο, μαζί με τη μητέρα του Ελένη, μεταξύ των αγίων της δίνοντας του μάλιστα ξεχωριστή θέση. Δεν επικρατεί όμως ομοφωνία, μεταξύ των πηγών, ως προς το χρόνο, στον οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η γενική αναγνώριση της αγιότητας του στη συνείδηση των πιστών.

Ο Κωνσταντίνος ενταφιάστηκε στο προετοιμασμένο γι’ αυτόν και την οικογένεια του μνημείο δίπλα στα κενοτάφια των Δώδεκα Αποστόλων στο ναό της Βασιλεύουσας, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστια της μαρτυρείται η ύπαρξη περίπου μιας δεκάδας ναών αφιερωμένων στη μνήμη του.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εορτάζεται στις 21 Μαΐου, ημέρα του θανάτου του το 337μ.Χ. Λίγες μέρες πριν είχε βαπτιστεί Χριστιανός. Η 21η Μαΐου καθιερώθηκε ως «άπρακτος», δηλαδή ως ημέρα πλήρους αργίας των δικαστηρίων, μόλις το 1166 με Νεαρά του Μανουήλ Α΄Κομνηνού. Σε αντίστοιχα κείμενα κείμενα των προγενέστερων χρόνων δεν γίνεται μνεία της εορτής.