Η Συμφωνία της Βάρκιζας (1945)

Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 ύστερα από δεκαήμερες διαπραγματεύσεις. Το αν έπρεπε αν υπογραφεί αυτή η συμφωνία με τους όρους που περιελάμβανε αποτέλεσε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα το οποίο συζητήθηκε επίσημα και ανεπίσημα τόσο την περίοδο που υπογράφτηκε η συμφωνία όσο και μεταγενέστερα.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Τα γεγονότα πριν τη Συμφωνία

Τον Ιανουάριο του 1945 ο ΕΛΑΣ (συνέχεια των Δεκεμβριανών) βρισκόταν πια σε υποχώρηση μπροστά στην πίεση των υπέρτερων βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων: τη νύχτα της 4ης προς την 5η Ιανουαρίου τα τμήματα του άρχισαν να υπαναχωρούν από το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας. Προελαύνοντας γρήγορα τα βρετανικά στρατεύματα έφτασαν ως τις Θερμοπύλες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποτέλεσμα των κοινών ενδιαφερόντων, τα δύο μέρη οδηγήθηκαν σε διαπραγματεύσεις στις 9 Ιανουαρίου 1945. Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ δέχθηκε το βρετανικό πλαίσιο ανακωχής, το οποίο περιελάμβανε διευρυμένες ζώνες από τις οποίες ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να αποσύρει τις δυνάμεις του. Από τις 14 Ιανουαρίου, ημέρα έναρξης της ανακωχής, έως τις 18 Ιανουαρίου ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να εκκενώσει σχεδόν όλη τη Στερεά Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του Νομού Μαγνησίας, το Νομό Θεσσαλονίκης, τα νησιά Ζάκυνθο, Κύθηρα και τις Σποράδες, όπως επίσης και ολόκληρη τη βόρεια Πελοπόννησο.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Από την στιγμή εκείνη ετίθετο επί τάπητος η αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης, που θα έθετε τέλος στην πολεμική αναμέτρηση ή τουλάχιστον η επιδίωξη διαπραγματεύσεων προς αυτή την κατεύθυνση. Άμεσα ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις στη βίλα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα. Και τα δύο στρατόπεδα εξέφρασαν την επιθυμία μα τους να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.

Στην πράξη, συζητήσεις και διαπραγματεύσεις δεν έγιναν. Κάθε πλευρά παρουσίασε τις απόψεις της και επιχειρηματολόγησε πάνω σε αυτές. όσον αφορά τις θέσεις του ΕΑΜ, αυτές είχαν καθοριστεί από την ΚΕ του ΚΚΕ και βασικό θέμα ήταν μην υπογραφεί, σε καμία περίπτωση, συμφωνία στην οποία δεν θα συμπεριλαμβανόταν ο όρος χορήγησης αμνηστίας για τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν της σύγκρουσης του Δεκέμβριο του 1944 Ο όρος όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει δεκτός από την κυβερνητική αντιπροσωπεία, χαρακτηρίστηκε μάλιστα «απαράδεκτος». Τελικά η ΕΑΜική αντιπροσωπεία υποχώρησε σχετικά με το θέμα της γενικής αμνηστίας, κάτι το ποίο δημιούργησε μαι μαύρη τρύπα για τους χιλιάδες οπαδούς της Αριστεράς, που διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν και εκτελέστηκαν, συχνά με ανυπόστατες κατηγορίες.

Η συμφωνία προέβλεπε, από τη μια, να τερματίσει τις εμφύλιες συγκρούσεις που είχαν αρχίσει στις 3 Δεκεμβρίου και από την άλλη να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ειρηνική μεταπολεμική εξέλιξη. Αν και ο πρώτος στόχος πραγματοποιήθηκε, ο δεύτερος όχι. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Ελλάδα οδηγήθηκε σε έναν τραγικό εμφύλιο πόλεμο.

Σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία περιελάμβανε 9 άρθρα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ έπρεπε να απελευθερώσει όλους τους ομήρους του -πολιτικούς αιχμαλώτους (άρθρο 4), να παραδώσει όλον τον εξοπλισμό του και να αυτοδιαλυθεί μέσα σε δύο εβδομάδες (άρθρο 6). Τα υπόλοιπα άρθρα αφορούσαν υποχρεώσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1, η ελληνική κυβέρνηση υποσχόταν να αποκαταστήσει πλήρως τις αστικές ελευθερίες του Τύπου και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Ανάμεσα στις υποσχέσεις της κυβέρνησης ιδιαίτερη θέση έχει κατείχε η δέσμευση της κατάργησης ορισμένων ανελεύθερων νόμων του παρελθόντος. Η κυβέρνηση με το άρθρο 3 είχε υποσχεθεί εκτεταμένη αμνηστία για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του δεύτερου γύρου, με εξαίρεση τα εγκλήματα κοινού δικαίου κατά της ζωής και της περιουσίας. Η συγκρότηση εθνικού στρατού, στον οποίο θα γίνονταν δεκτά ακόμη και πρώην μέλη του ΕΛΑΣ, αποτέλεσε το άρθρο 5 της Συμφωνίας. Στην πράξη όμως οι ένοπλες δυνάμεις διαμορφώθηκαν ως ένα αντικομμουνιστικό όπλο.

Σημαντικότατο θέμα επίσης που είχε τεθεί στη Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν η μεταχείριση των δοσίλογων, όπου η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι θα τους παρέπεμπε σε δίκη. Υπήρχαν τρεις συγκεκριμένες κατηγορίες: η πρώτη περιελάμβανε τους πρώην υπουργούς των κυβερνήσεων που συνεργάστηκαν με τον εχθρό, η δεύτερη μέλη της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας και η τρίτη τους κοινούς εγκληματίες (μαυραγορίτες, πράκτορες, καταδότες). Μόνο η τελευταία κατηγορία διώχθηκε σοβαρά, όταν ορισμένοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Από τη δεύτερη κατηγορία μόνο λίγοι διαβόητοι βασανιστές διώχθηκαν. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν ανενόχλητοι όταν υποστήριξαν ότι δεν συνεργάστηκαν με τον εχθρό αλλά μόνο πολέμησαν τον κομμουνισμό. Πολλά στελέχη αυτών των Ταγμάτων ενσωματώθηκαν και πάλι στις ένοπλες δυνάμεις.

Μετά τη Συμφωνία

Η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν έλυσε τα βαθύτερα πολιτικά προβλήματα της χώρας, αυτά που κατά κύριο λόγο είχαν προκαλέσει την σύγκρουση. Στις 12 Μαρτίου 1945, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, σε μακροσκελές υπόμνημα της προς τις συμμαχικές κυβερνήσεις, δήλωνε πως μόνο το ΕΑΜ είχε τηρήσει πιστά τους όρους της Συμφωνίας της Βάρκιζας και κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι καταδίωκε και τρομοκρατούσε το ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα σε όλη τη χώρα. Το υπόμνημα υποστήριζε ότι η υπάρχουσα κατάσταση απειλούσε να οδηγήσει τη χώρα σε ένα νέο χάος και ότι η λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο στο σχηματισμό μιας αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Το υπόμνημα τελείωνε με την αίτηση «να συγκροτηθεί, όπως προέβλεπε σχετικό άρθρο της Γιάλτας, διασυμμαχική επιτροπή για να εξετάσει την κατάσταση στην Ελλάδα και να πάρει τα μέτρα εκείνα που θα εξασφαλίσουν και στον ελληνικό λαό τις δημοκρατικές ελευθερίες, που αποτελούν την απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση για ένα γνήσιο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και των εκλογών» που θα ακολουθούσαν.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html