Ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517)

Ο Μάρκος Μουσούρος (Ηράκλειο, 1470 – Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας λόγιος, εκδότης, άνθρωπος των γραμμάτων κι ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, έγραψε: «...άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμων, κλειδοκράτωρ της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμων της λατινικής φωνής...».

Ο Μάρκος Μουσούρος
Χαλκογραφία με το Μάρκο Μουσούρο

Ο Μάρκος Μουσούρος από την Κρήτη στην Βενετία

Ο Μάρκος Μουσούρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο και πέθανε στη Ρώμη. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε δίπλα στο Ιανό Λάσκαρι. Τα ελληνικά και τα λατινικά τα έμαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επιστρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία. Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό συνεργάτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε το Dictionarium graegorum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκαν με επιστασία του Μουσούρου εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δύο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι. Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς.

Πλέον, η φήμη του Μάρκου Μουσούρου ως εκδότη επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φερράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρτο Πίο, ο οποίος έκτοτε έγινε στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμόπολη γρήγορα έκανε τον Μάρκο Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα. Αυτήν την εποχή είχε ιδρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και Μουσούρος και δίδασκε αρκετά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανιστές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία είχε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιμηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτήν την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι η Βενετική Γερουσία του απένειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» το 1503. Στην ουσία επρόκειτο για το αξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κάθε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ότι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516.

Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγωδίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε ο Μάρκος Μουσούρος. Η Βενετική Γερουσία τον διόρισε καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Ησίοδο, Όμηρο, Θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα.

Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μάρκος Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα και να επανέλθει στη Βενετία. Χάρη στις ενέργειες του Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francesco Fragiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής. Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τον πόλεμο, δεν σταμάτησε το έργο του. Εκεί εξέδωσε το 1512 μαζί με το Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα. Το επόμενο έτος ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνος, με αφιέρωση του Μάρκου Μουσούρου στο φιλόμουσο Πάπα Λέοντα Ι’.

Τα επόμενα έτη το αυτό δίδυμο των εκδόσεων εξέδωσαν τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και τον Θεόκριτο. Η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μάρκο Μουσούρο και σε έναν Βενετό λόγιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα, για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιοθήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή. Το 1515 ο Άλδος Μανούτιος πεθαίνει και ο Μάρκος Μουσούρος συγκλονίζεται από το γεγονός.

Ο Μάρκος Μουσούρος στη Ρώμη

Ο Μάρκος Μουσούρος μεταναστεύει στη Ρώμη και εκεί βοηθά το δάσκαλο του Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυτό. Στη Ρώμη ο Μάρκος Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την έκδοση και άλλων κλασικών.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον Πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρόφτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθένεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace). Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτερα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία παρευρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βενετίας, οι αντιπρόσωποι του καρδιναλίου Ιουλίου των Μεδίκων και μελλοντικού Πάπα Κλήμη Ζ’ και πολλοί άλλοι.

Αποτίμηση του έργου του Μάρκου Μουσούρου

Ο Μάρκος Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του την σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακράδαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωση τους.

Καλλιέργησε την ιδέα της ένοπλης επέμβασης στην Ελλάδα από τη μεριά της Ευρώπης για την απελευθέρωση της. Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, με εμβέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματα του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι. Οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μάρκου Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθεια του και την κριτική οξύνοια του, πράγματα για τα οποία ο Μάρκος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Σπύρος Μελάς (1882-1966)

Ο Σπύρος Μελάς (13 Ιανουαρίου 1882 – 2 Απριλίου 1966) ήταν Έλληνας  δημοσιογράφος, συγγραφέας, δραματουργός, σκηνοθέτης και ιδρυτής θιάσων, εκδότης και ακαδημαϊκός. Υπήρξε μία από τις πιο παραγωγικές φυσιογνωμίες των γραμμάτων με μακρόχρονη θητεία και πολύμορφη δραστηριότητα στον πνευματικό κόσμο της εποχής του. Ωστόσο ήταν ο πρωτεργάτης που στέρησε το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Νίκο Καζαντζάκη. 

Ο Σπύρος Μελάς
Ο Σπύρος Μελάς

Ο Βίος του Σπύρου Μελά

Ο Σπύρος Μελάς, γιος του Ιωάννη Μελά και της Πηγής Παναγοπούλου γεννήθηκε στην Ναύπακτο, στις 13 Ιανουαρίου του 1882. Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του τα πέρασε σε διάφορες ελληνικές πόλεις, καθότι ο πατέρας του, δικαστικός στο επάγγελμα, έπαιρνε συχνά μεταθέσεις. Τελευταία κατοικία της οικογένειας ήταν στον Πειραιά. Ο Μελάς, ως το μοναδικό αγόρι της οικογένειας μετά το θάνατο του πατέρα του, αναγκάστηκε να δουλέψει για να ζήσει την οικογένεια. Έκανε διάφορες δουλειές και παράλληλα προσπαθούσε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του. Με υποτροφία του δήμου Πειραιά, σπούδασε στην «Ιωνίδειο Πρότυπη σχολή Πειραιά» και με το τέλος των σπουδών του αποφάσισε να αποκατασταθεί επαγγελματικά στον Στρατό. Ωστόσο η στρατιωτική καριέρα δεν του πήγαινε και έτσι παραιτήθηκε σύντομα. Το 1905 γράφτηκε στη Νομική σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.

Παράλληλα, είχε κάνει τα πρώτα βήματα, ως δημοσιογράφος, στην εφημερίδα «Φωνή του Πειραιά». Μετά συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Χρονογράφος», «Ακρόπολις» και «Άστυ». Επίσης συνεργάστηκε και με πολλά λογοτεχνικά – καλλιτεχνικά περιοδικά.

Στη δημοσιογραφία φαίνεται ότι βρήκε την κλίση του, αφού παρέμεινε στο επάγγελμα ως το τέλος της ζωής του. Συνεργάστηκε από διάφορες θέσεις με όλες σχεδόν τις εφημερίδες του καιρού του. Η τελευταία του συνεργασία ήταν με την εφημερίδα «Ελευθερία» από το 1957 έως το  1966. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ ενώ λειτούργησε και την πρώτη σχολή δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, την «Σχολή Δημοσιογραφία και Δημοσίων Σχέσεων του Ελληνοαμερικανικού Επιμορφωτικού Ινστιτούτου». Παρακολούθησε ως δημοσιογράφος όλα τα σημαντικά γεγονότα του καιρού του, υπήρξε πολιτικός αναλυτής αλλά και απεσταλμένος των εφημερίδων στον εξωτερικό, ωστόσο πιο γνωστός έμεινε για το καθημερινό χρονογράφημά του, το οποίο συνέχιζε καθημερινά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, ήταν το μυθιστόρημα Τα μυστήρια του Πειραιώς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις», το φθινόπωρο του 1906.

Με το θέατρο η ενάσχολησή του ήταν πολύπλευρη. Υπήρξε καθηγητής ιστορίας του θεάτρου σε διάφορες δραματικές σχολές, ιδρυτής θιάσων και επαγγελματίας σκηνοθέτης, θεατρικός κριτικός, μέλος του Εθνικού θεάτρου και βέβαια θεατρικός συγγραφέας.

Ωστόσο, μελανή κηλίδα στην ζωή του, στάθηκε η ευκολία με την οποία άλλαζε πολιτικές θέσεις και κυρίως η στήριξη της γερμανικής κατοχής. Ξεκινώντας από σοσιαλιστής στα νιάτα του, θα περάσει μετά στο στρατόπεδο των αντιβενιζελικών, των βενιζελικών ύστερα και θα υποστηρίξει το μεταξικό καθεστώς. Το αποκορύφωμα όλων είναι η στάση του στην Κατοχή όταν σε ένα άρθρο του καλεί τον Ελληνικό λαό, να συνεργαστεί ειλικρινά και ενεργητικά με τον κατακτητή. 

Πέθανε στις 2 Απριλίου του 1966 από ανεύρυσμα.

Έλαβε μια μακρά σειρά τιμητικών διακρίσεων, με σημαντικότερα τον Πολεμικό Σταυρό και τον ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Γεωργίου.

Τα θεατρικά έργα του Σπύρου Μελά

  • 1906 Η θυσία
  • 1907 Ο γιος του ίσκιου
  • 1908 Το κόκκινο πουκάμισο
  • 1909 Το χαλασμένο σπίτι
  • 1913 Το άσπρο και το μαύρο
  • 1917 Λίνα
  • 1919 Η φλόγα
  • 1920 Το κελεπούρι
  • 1924 Μια νύχτα μια ζωή
  • 1934 Ιούδας
  • 1935 Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται
  • 1936 Ο Ρουμπής, η Κουμπή και τα κουμπιά
  • 1937 Παπαφλέσσας
  • 1941 Πίσω στη γη
  • 1942 Αργυροί γάμοι
  • 1942 Η μέθοδος των τριών
  • 1943 Έρωτα, μαστροχαλαστή
  • 1943 Βουβές αγάπες
  • 1944 Θύελλα
  • 1953 Ο βασιλιάς και ο σκύλος
  • 1958 Πούλμαν για το Τέξας
  • 1962 Ρήγας Βελεστινλής

Τα μυθιστορήματα του Σπύρου Μελά

  • 1906 Τα μυστήρια του Πειραιώς
  • 1907 Οι μαύροι άνθρωποι του Πειραιώς
  • 1907 Η γεροντοκόρη
  • 1920 Φτωχά μου όνειρα
  • 1934 Ο Ιούδας
  • 1935 Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται 
  • 1941 Πίσω στη γη
  • 1944 Τα νιάτα
  • 1953 Στα νύχια της μοίρας, ή Η χαράδρα του Φαράν 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σπύρος-Μελάς