Αταλάντη (19ος αιώνας)

Η Αταλάντη έχει περίπου 300 σπίτια, από τα οποία το 1/3 είναι τούρκικα. Κάποια από αυτά είναι μεγάλα, έχουν κήπους και φαντάζουν ωραία από μακριά. Το μεγαλύτερο ποσοστό των σπιτιών είναι έρημα και ερειπωμένα, εν μέρει εξ αιτίας μιας πανούκλας που εξολόθρευσε ολόκληρες οικογένειες λίγα χρόνια πριν.

Αταλάντη

Κυβερνήτης είναι ο Ισέντ μπέης, γιος του Kapijilar Kiayassy (αξιωματούχος) του Αλή πασά. Το ελληνικό τμήμα χωρίζεται από το τούρκικο. Ο επίσκοπος, Αταλάντης που είναι τοποτηρητής της Μητρόπολης Αθηνών, είναι ο αρχηγός της κοινότητας και διατηρεί ένα καλούτσικο σπίτι στην Επισκοπή. Το σπίτι του έχει ένα κήπο με πορτοκαλιές, λεμονιές και άλλα φρούτα, που αν και είναι απεριποίητος, είναι ο καλύτερος στην Αταλάντη και θεωρείται κάτι εξεζητημένο για την περιοχή.

Οι πεδιάδες είναι πολύ εύφορες, αλλά δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερα εξαιτίας της έλλειψης εργατικών χεριών. Τα ελώδη μέρη προς τη θάλασσα παράγουν καλαμπόκι, η υπόλοιπη πεδιάδα σιτάρι, σταφύλια, από τα οποία γίνεται ένα καλούτσικο κρασί, και λίγα ελαιόδεντρα τα οποία αποδίδουν αρκετά. Το μεροκάματο είναι το ίδιο με την Αθήνα, τη Λιβαδειά κ.λ.π., δηλαδή 40 παράδες τη μέρα και μια οκά κρασί.

Η περιοχή έχει 30 με 40 χωριά. Τα περισσότερα είναι πολύ μικρά και σχεδόν τα μισά κατοικούνται. Πολλοί από τους κατοίκους έχουν μεταναστεύσει στις περιοχές της Λιβαδειάς και της Αθήνας από τότε που ο Αλή Πασάς κατέλαβε το μέρος. Ο έλεγχος είναι τώρα στα χέρια του γιου του, Βελή πασά, που προσπαθεί να πείσει τους μετανάστες να επιστρέψουν υποσχόμενος να μετριάσει την επιβολή φόρων.

Η Αταλάντη βρίσκεται εξ ολοκλήρου στην πεδιάδα, ακριβώς στους πρόποδες ενός απότομου και ψηλού βουνού, που ονομάζεται Ρόδα. Αυτό συνδέεται με το Χλωμό, και ένα κομμάτι του κόβει τη θέα του νοτιοανατολικού άκρου του κόλπου, ενώ μια ψηλή κορυφογραμμή του, που ονομάζεται Ξηροβούνι, κόβει τη θέα προς τα βόρεια αφήνοντας την πεδιάδα μόνη της ανάμεσα στα βουνά, ορατή από την πόλη, και πέρα από αυτή τον κόλπο της Αταλάντης, το Ευβοϊκό κανάλι και την καλλιεργημένη περιοχή γύρω από τις Ροβιές στην Εύβοια, που στην μία και στην άλλη πλευρά τους, αλλά ειδικά προς τα νότια, αυτή η παραλία αποτελείται από απότομους, ψηλούς βράχους.

Το νησί της Αταλάντη, που τώρα ονομάζεται Ταλαντονήσι, χωρίζεται από τις ακτές της Βοιωτίας με ένα μικρό κολπίσκο και εκτείνεται μέχρι το κέντρο του κόλπου της Αταλάντης. Είναι μπροστά από τη Σκάλα, δηλαδή το λιμάνι της Αταλάντης, που απέχει μια ώρα από την Αταλάντη, προς τα ανατολικά.

Είναι προφανές ότι η πόλη πήρε το όνομα της από το νησί, μια και η απώλεια του αρχικού φωνήεντος είναι συνηθισμένη κατά τη μετάβαση από τα αρχαία ονόματα σε σύγχρονα, και έτσι ο Τάλαντας αποτελεί ένα ακόμα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα, που διατήρησαν το όνομα τους με αλλαγή.

William Martin Leake

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί

Το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821 επαναστάτησε σχεδόν ταυτόχρονα και η Ανατολική Στερεά Ελλάδα με πρωτοπόρο στο εγχείρημα αυτό της εθνικής διεκδίκησης τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.

Το κλίμα που επικρατούσε στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ύστερα από τέσσερις αιώνες οθωμανικού ζυγού χαρακτηρίζονταν έντονα από μια διάθεση υποταγής και παρακμής. Βέβαια, οι συνθήκες αυτές αντισταθμίζονταν από δύο μείζονος σπουδαιότητας παραμέτρους, οι οποίες μάλιστα έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην έγκαιρη συνειδητοποίηση και στη δυναμική αφύπνιση του εθνικού φρονήματος των Στερεοελλαδιτών.

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί
Ο Αθανάσιος Διάκος ξεσηκώνει τους Δερβενοχωρίτες στον Αγώνα

Η πρώτη παράμετρος που είχε απήχηση σε όλο τον κόσμο της Ρούμελης ήταν η βαθιά ριζωμένη παράδοση των αρματολών και των κλεφτών, με αποτέλεσμα στις τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες η Στερεά Ελλάδα να διαθέτει έναν ολιγάριθμο αλλά αρκετά εμπειροπόλεμο στρατό. Οι ηγέτες του μάλιστα είχαν θητεύσει στη μεγάλη τους πλειονότητα σε ένα σημαντικό σχολείο, στην υπηρεσία του στρατού του Αλή Πασά, ο οποίος -αδυνατώντας να τους καθυποτάξει- τους προσεταιρίστηκε στην προσπάθεια του να επιβάλλει τους σχεδιασμούς και τη στρατηγική του σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι αυτοί στρατιωτικοί αρχηγοί ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία και όταν άρχισαν οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στα σώματα του Αλή Πασά. και τις τακτικές δυνάμεις του σουλτάνου εγκατέλειψαν το πεδίο της αντιπαράθεσης και επανέκαμψαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, προκειμένου να προετοιμαστούν για την επικείμενη έναρξη της επανάστασης.

Η δεύτερη παράμετρος που βάρυνε ιδιαίτερα στα επαναστατικά δρώμενα ήταν η παρουσία στρατιωτικών ηγετών που διέθεταν σθένος και αγωνιστικότητα, ιδιότητες που ενέπνεαν καθολικά τους σκλαβωμένους ραγιάδες. Ανάμεσα σε αυτούς διακρίνει κανείς ονόματα όπως του:Οδυσσέα Ανδρούτσου, του Αθανασίου Διάκου, του Βασίλη Μπούσγου, του Πανουργιά Πανουργιά, του Γιάννη Γκούρα, του Δήμου Σκαλτσά, του Γιάννη Δυοβουνιώτη κ.α..

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί

Τα Σάλωνα

Η Ανατολική Στερεά Ελλάδα επαναστατεί
Ο Μητρόπουλος στήνει την Επαναστατική Σημαία στο φρούριο των Σαλώνων

Τα Σάλωνα ευρισκόμενα σε σημείο συνάντησης της Δυτικής και της Ανατολική Στερεά Ελλάδας και αντικριστά από την Πελοπόννησο, αποτελούσαν το νευραλγικό κόμβο, ο οποίος και χάρη στο άρτια οχυρωμένο κάστρο του ήταν μήλο της Έριδος όλων όσοι θέλησαν να ελέγξουν την ευρύτερη περιοχή.

Ηγετική μορφή της Φωκίδας και αρχικαπετάνιος στο αρματολίκι των Σαλώνων από το 1813 ήταν ο Πανουργιάς ο οποίος ύστερα από τριετή υπηρεσία στον Αλή Πασά στα Ιωάννινα επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, και οργάνωσε οργάνωσε ένα καλά εκπαιδευμένο ένοπλο τμήμα 60 ανδρών με ομοιόμορφη εμφάνιση και αυστηρή πειθαρχία.

Στις 24 Μαρτίου ο Πανουργιάς έλαβε την πληροφορία της εξέγερσης στην Αχαΐα και ευρύτερα στο Μοριά και πήγε με τους 60 ένοπλους άνδρες του στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία, όπου συνάντησε τους προκρίτους των Σαλώνων Νικόλαο Γιαγτζή, Ρήγα Κοντορρήγα και Αναγνώστη Κεχαγιά και τους γνωστοποίησε το ελπιδοφόρο γεγονός. Έτσι, το βράδυ της 24ης προς την 25η Μαρτίου ο Πανουργιάς κήρυξε από τον Προφήτη Ηλία την Επανάσταση στην περιοχή των Σαλώνων, αποστέλλοντας ταυτόχρονα τον Αθανάσιο Μανίκα και τον Παπανδρέα στα Βλαχοχώρια της Δωρίδος να στρατολογήσουν άνδρες και τον Γιάννη Γκούρα στο χωριό Αη-Γιώργης να συναντήσει τους Γαλαξιδιώτες και να τους ζητήσει να συμμετάσχουν στον Αγώνα. Το Γαλαξίδι την εποχή εκείνη διέθετε 40 μεγάλα πλοία και αρκετά μικρά. σημαντική ναυτική και στρατιωτική δύναμη ικανή αφ’ ενός να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο που ναυλοχούσε στη Ναύπακτο και αφ’ ετέρου να εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Κορινθιακό κόλπο και την επικοινωνία με τον Μοριά.

Μέσα στον επαναστατικό αυτό αναβρασμό ο Πανουργιάς πρότεινε στους στρατιωτικούς ηγέτες και προεστούς που είχαν συναχθεί στον Προφήτη Ηλία να επιτεθούν άμεσα και αιφνιδιαστικά εναντίον των Σαλώνων. Επικράστησε όμως επιφυλακτικότητα και προβληματισμός στην ομήγυρη, ίσως και επειδή τις μέρες εκείνες είχαν φτάσει στα Σάλωνα οι Τούρκοι του Αιγίου, ανήσυχοι από τους προεπαναστατικούς τριγμούς, με αποτέλεσμα οι ένοπλοι Οθωμανοί να ανέρχονται στους 600. Ο Πανουργιάς, όμως, έχοντας υπόψιν του το πανόραμα των κινήσεων των αντιπάλων και φοβούμενος την έλευση των άλλων τουρκικών ενισχύσεων στη Φωκίδα, κατάφερε με ένα ευφυές στρατήγημα να πείσει τους συμπατριώτες του για την ανάγκη άμεσης έναρξης του Αγώνα. Άνθρωπος της εμπιστοσύνης του ανακοίνωσε στους συγκεντρωμένους στον Προφήτη Ηλία ότι είδε πλοία του ρωσικού στόλου στον Κορινθιακό.

Το έναυσμα δόθηκε και ξημερώματα της 27ης Μαρτίου τα Σάλωνα πολιορκούνταν από τους επαναστάτες του Πανουργιά. Τέσσερις ώρες διήρκεσε η επίθεση, η οποία ήταν άψογα προετοιμασμένη και οι Τούρκοι υποχωρώντας κλείστηκαν στο κάστρο, η πολιορκία του οποίου άρχισε αμέσως. Σχεδόν ταυτόχρονα συγκροτήθηκε ελληνική διοίκηση στην πόλη.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία των Σαλώνων έπαιξαν τα γαλαξιδιώτκα κανόνια που είχαν μεταφερθεί σε κοντινή απόσταση. Οι Τούρκοι αντιστάθηκαν πεισματικά και ήλπιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή σε βοήθεια από τους ομοεθνείς τους στην Χαλκίδα και τη Λαμία.

Στις 10 Απριλίου, ανήμερα του Πάσχα, και ύστερα από δεκατρείς ημέρες σθεναρής πολιορκίας, άνοιξε η πύλη του κάστρου και οι Τούρκοι ξεκίνησαν να βγαίνουν αφήνοντας τον οπλισμό τους στον Πανουργιά. Ταυτόχρονα, ο Γαλαξιδιώτης Μητρόπουλος έστησε το λάβαρο του ξεσηκωμού σε περίοπτη θέση στο κάστρο.

Η κήρυξη της Επανάστασης στα Σάλωνα, η απελευθέρωση της πόλης και η άλωση του κάστρου διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην ψυχική τόνωση και στην ανόρθωση του φρονήματος των Ελλήνων, που μπήκαν δυναμικά στην εποποιία του εννιάχρονου Αγώνα.

Η Επανάσταση και η Μάχη της Λιβαδειάς

Μία από τις πλέον εύρωστες οικονομικά και πληθυσμιακά πόλεις της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ήταν η Λιβαδειά, η οποία σχεδόν ένα χρόνο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης είχε αναδειχθεί σε διοικητικό κέντρο πρώτης γραμμής. Οι πρόκριτοι της, αξιοποιώντας στο μέγιστο εφικτό βαθμό τον πλούτο και τη φυσική τους ευγένεια, τη διπλωματία και τα μέσα δωροδοκίας, κατάφεραν να αποσπάσουν από την οθωμανική διοίκηση προνόμια και ελευθερίες, κατακτήσεις που συνέλαβαν καθοριστικά στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου σχεδόν όλης της περιοχής. Πρωταγωνιστές στην προσπάθεια αυτή ήταν οι ισχυρές οικογένειες του Νικολάου Νάκου, του Ιωάννη Λογοθέτη, του Ιωάννη Φίλωνος κ.α.

Ο νευραλγικός αυτός ρόλος της Λιβαδειάς στο κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι της Ρούμελη αποτέλεσε και τον πόλο έλξης για τη Φιλική Εταιρεία, η οποία ιδιαίτερα από το 1820 κατέστησε την πόλη επίκεντρο των δραστηριοτήτων της. Τη οργανωτική ευθύνη και λειτουργικότητα του δικτύου αυτού των Φιλικών είχε ο Αθανάσιος Ζαρείφης.

Στις 26 Οκτωβρίου 1820, μετά την καταδίωξη του Οδυσσέα Ανδρούτσου από τον Μπαμπά Πασά, το αρματολίκι της Λιβαδειάς ανέλαβε ο Αθανάσιος Διάκος, ο οποίος αμέσως άρχισε τις επαφές του με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, προκειμένου να συντονίσουν από κοινού τις ενέργειες τους για τον ξεσηκωμό.

Στις 11 Μαρτίου 1821 επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη ο Σαλώνων Ησαΐας, ο οποίος συνάντησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ και Φιλικούς και συζήτησαν σχετικά με το χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Κέντρο όλων αυτών των ζημώσεων και επαφών έγινε το ιστορικό μοναστήρι του Οσίου Λουκά, η «Αγιά Σοφιά» της Ρούμελης.

Στις 24 Μαρτίου και ενώ στον Προφήτη Ηλία ο Πανουργιάς ετοιμαζόταν να σηκώσει το λάβαρο της Εθνεγερσίας, ο Αθανάσιος Διάκος έστελνε τον Βασίλη Μπούσγο στην Πάτρα, στον Ιωάννη Βλασσόπουλο, έτσι ώστε να συνεννοηθούν για τις επόμενες κινήσεις τους. Φθάνοντας το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου στο Γαλαξίδι πληροφορήθηκε τα επαναστατικά δρώμενα στο Μοριά και αποφάσισε να επιστρέψει μέσω Αράχωβας στη Λιβαδειά. Στο δρόμο του, στο χάνι του Ζεμενού, ο Μπούσγος συνάντησε ένα Τούρκο ταχυδρόμο μαζί με τον Αλβανό συνοδό του, οι οποίοι μετέφεραν από τα Σάλωνα στη Λιβαδειά την είδηση του ξεσηκωμού του Μοριά, γι’ αυτό αναγκάστηκε να τους σκοτώσει.

Με την άφιξη του Μπούσγου στις 26 Μαρτίου στη Λιβαδειά, ο βοεβόδας Χασάν αγάς πληροφορήθηκε το γεγονός της δολοφονίας του Τούρκου ταχυδρόμου στο Ζεμενό και ζήτησε εξηγήσεις από τον Αθανάσιο Διάκο. Ο αρχικαπετάνιος του αρματολικίου, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το πρωτοπαλίκαρο του, εξασφάλισε συνάμα -με ένα ευφυές τέχνασμα- μαι άδεια στρατολόγησης 5.000 χωρικών, επισείοντας στον Τούρκο αξιωματούχο τον κίνδυνο που διέτρεχε η πόλη από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Έτσι, τα πράγματα προσέλαβαν μια άλλη δυναμική και τα ξημερώματα της 27ης Μαρτίου, στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα από τον Ησαΐα Σαλώνων, ο οποίος ευλόγησε το λάβαρο του ξεσηκωμού και τον Αθανάσιο Διάκο να πρωτοστατεί στον επαναστατικό οργασμό των ημερών εκείνων.

Αγωνιστές από όλες τις γωνιές της Βοιωτίας συγκεντρώθηκαν στο μοναστήρι της Λυκούρεσης πάνω από την Κάπραινα, τη σημερινή Χαιρώνεια, και τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου οι επαναστάτες ξεκίνησαν για τη Λιβαδειά, όπου στρατοπέδευσαν στο λόφο του Προφήτη Ηλία,απέναντι από το μεσαιωνικό φρούριο της πόλης. Ακολούθησε η σκληρή μάχη της Λιβαδειάς, έξω από τα μεγάλα κονάκια των Τούρκων και γύρω από το φρούριο και τον πύργο της Ώρας, η οποία είχε αποτέλεσμα την απελευθέρωση της πόλης. την 1η Απριλίου 1821.

Το πρώτο αυτό κεφάλαιο της Εθνεγερσίας στη Λιβαδειά και ευρύτερα στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ολοκληρώθηκε με την εμπνευσμένη ομιλία του Αθανασίου Διάκου, ο οποίος επισήμανε την ανάγκη της αλληλεγγύης και της αυταπάρνησης για την επιτυχία του Αγώνα διατρανώνοντας το επαναστατικό πρόσταγμα του Ρήγα: «Κάλλιο ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!».

Πηγή: http://www.enet.gr