Ο Γεώργιος Φραντζής (1401-1480)

Ο Γεώργιος Φραντζής γεννήθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος, το 1401μ.Χ. επί της βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, από επίσημη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, και ήταν συγγενής του Γρηγορίου Παλαιολόγου, του Μαμωνά, γιου του μεγάλου Δούκα του Μαμωνά, που ήταν παλαιότερα ηγεμόνας της Μονεμβασίας.

Ο Γεώργιος Φραντζής
Ο Γεώργιος Φραντζής

Σε ηλικία δεκαεξίμισι ετών προσλήφθηκε από το βασιλιά Μανουήλ για να μορφωθεί στο Κελί του. Ο Μανουήλ τον αγαπούσε ιδιαίτερα για την πίστη, την αφοσίωση και την εξυπνάδα του, τον χρησιμοποιούσε σε εμπιστευτικές υποθέσεις και τέλος τον έστειλε δυο φορές πρέσβη στο σουλτάνο Μουράτ.

Η μεγάλη οικειότητα του βασιλιά απέναντι του φαίνεται από το γεγονός ότι του ανέθεσε να γράψει ο ίδιος τη διαθήκη του, με την οποία τον όριζε, μαζί με άλλους δύο, επίτροπο της τελευταίας θέλησης του, και έκανε ιδιαίτερη σύσταση στο γιο και διάδοχο του  Ιωάννη να τον έχει πάντα μαζί του, να τον θεωρεί σαν έναν από τους πιστότερους ανθρώπους του και να του δώσει προαγωγή.

Ο Γεώργιος Φραντζής είχε από παιδί μεγάλη φιλία με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο. Ο τελευταίος ζήτησε από τον αδελφό του Ιωάννη να τον έχει στην υπηρεσία του όταν εκείνος έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του Μανουήλ. Ο Ιωάννης, όμως, έχοντας υπόψιν την πατρική εντολή, δεν ήθελε να του τον δώσει. Με τη μεσολάβηση και τη συγκατάθεση της βασιλομήτορος Ελένης Δραγάτση, επέτρεψε να συνοδεύσει ο Γεώργιος Φραντζής τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όπου πήγαινε να αναλάβει την ηγεμονία αυτής της περιοχής.

Από τότε ο Κωνσταντίνος τον έπαιρνε πάντα μαζί του, τον αγαπούσε, του εμπιστευόταν τα ιδιαίτερα μυστικά του, του ανέθετε διάφορες διπλωματικές αποστολές και τον είχε μυστικοσύμβουλο του. Ο Φραντζής ήταν αχώριστος σύντροφος του μέχρι το τέλος και παρευρέθηκε στην κηδεία του. Τον έσωσε μάλιστα έξω από την Πάτρα, σε πόλεμο εναντίον των κατοίκων της, που τότε βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός αρχιερέα, όταν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ήταν τόσο στενοί φίλοι, ώστε ο Κωνσταντίνος τον στεφάνωσε και του βάφτισε όλα του τα παιδιά.

Ο Φραντζής είχε πάρει το αξίωμα του Πρωτοβεστιάριου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, ενώ λίγες μέρες πριν από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης τον ονόμασε Μεγάλο Λογοθέτη.

Τόσο ο ίδιος όσο και ολόκληρη η οικογένεια του αιχμαλωτίστηκαν στην Άλωση της Βασιλεύουσας. Ο σουλτάνος αγόρασε από τον αρχιιπποκόμο του τα παιδιά του Φραντζή, που ήταν πολύ όμορφα, με σκοπό να ατιμάσει το μεγαλύτερο γιο του, που ήταν δεκαπέντε χρόνων. Επειδή, όμως, το αγόρι δεν υπέκυψε στις επιθυμίες του, το έσφαξε. Ο Φραντζής εξαγοράστηκε και πήγε στην Πελοπόννησο, στον αδελφό του Αυτοκράτορα Δημήτριο, που ήταν ηγεμόνας της Σπάρτης και ο οποίος τον περιποιήθηκε πολύ, μέχρι που κατάφερε τελικά να εξαγοράσει τη σύζυγό του.

Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να συμφιλιώσει τους αδελφούς του αυτοκράτορα Δημήτριο (ηγεμόνα της Σπάρτης)και Θωμά (ηγεμόνα της Πάτρας), για τη σωτηρία τουλάχιστον της Πελοποννήσου, την οποία απειλούσαν οι Τούρκοι εξαιτίας των διχονοιών και των εμφυλίων πολέμων αίτιοι των οποίων ήταν -κατά τον Φραντζή- οι Αλβανοί της Πελοποννήσου και ο Ματθαίος Ασάν.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη. locked0

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Ορθόδοξη Εκκλησία: 1453-1821

Η θρησκεία αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς όλων των λαών. Το «ομόθρησκον» είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν την ενότητα αλλά και την ομοιότητα τους οι Έλληνες. Τι συνέβη όμως με τον κύριο εκφραστή της θρησκείας των Ελλήνων, την Ορθόδοξη Εκκλησία, από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά;

Ορθόδοξη Εκκλησία
Ο Γεννάδιος Σχολάριος με τον Μωάμεθ Β’

Οι κατακτητές, σύμφωνα με τον ιερονομικό κώδικα των μωαμεθανών, το Κοράνιο, αλλά και για άλλους λόγους, πολιτικού και οικονομικού συμφέροντος, έδειξαν ανεκτικοί απέναντι στις θρησκευτικές εθνικές ιδιαιτερότητες των ραγιάδων. Οι υπόδουλοι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός αυτό και συσπειρώθηκαν γύρω από την εκκλησιαστική τους εξουσία, την οποία περιόρισε, αλλά δεν κατήργησε ο σουλτάνος. Έτσι, διαχώρισαν τον εαυτό τους από τους αλλόθρησκους Τούρκους (ή ακόμη και με τους ετερόδοξους Φράγκους).

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τη κατάλυση της πολιτικής εξουσίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε πλέον ο μόνος εκπρόσωπος και αρχηγός των υπόδουλων Ορθοδόξων, σύμφωνα με το σύστημα των Millet, δηλαδή της διαίρεσης των υποταγμένων με βάση μόνο τους θρησκευτικούς δεσμούς, που υιοθέτησε από την αρχή της κυριαρχίας ο οθωμανικός κρατικός μηχανισμός. Ο ίδιος ο Μωάμεθ Β’ φρόντισε για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής διοίκησης και επιδίωξε να ρυθμίσει τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο και μέσω αυτού με το χριστιανικό ποίμνιο. Με εντολή του, συγκλήθηκε στις αρχές Ιανουαρίου 1454, Σύνοδος Επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη και εξέλεξε νέο Πατριάρχη το μοναχό Γεννάδιο. Μετά την εγκατάσταση του νέου Πατριάρχη εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα (βεράτι) με σειρά προνομίων, δυνάμει των οποίων ο επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατέστη Εθνάρχη. Τα προνόμια αυτά διαιρούνται σε εκκλησιαστικά και πολιτικά.

Σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά ο Πατριάρχης μπορούσε να:

  1. να ασκεί ανώτατη εποπτεία επί του ορθόδοξου κλήρου, των ναών, των μοναστηριών, καθώς και της περιουσίας αυτών.
  2. να δικάζει κληρικούς για παραπτώματα όχι μόνο εκκλησιαστικής φύσεως, αλλά και πολιτικής
  3. να αποφασίζει μαζί με την Πατριαρχική Σύνοδο των αρχιερέων, για κάθε ζήτημα δογματικό, ή πολιτικό, που αφορούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία
  4. να επιβάλλει ποινές στους απειθούντες
  5. να διορίζει, να μεταθέτει και να παύει τους υπ’ αυτόν κληρικούς, σχεδόν χωρίς έλεγχο, αφού η Υψηλή Πύλη εξέδιδε -κατά κανόνα- χωρίς αντίρρηση τα ανάλογα φιρμάνια.

Σύμφωνα με τα πολιτικά ο Πατριάρχης μπορούσε:

  1. να ιδρύει σχολεία, να διορίζει δασκάλους και να φροντίζει γενικά για την εκπαίδευση
  2. να ρυθμίζει αστικές υποθέσεις που αφορούσαν τους Ορθόδοξους και συνδέονταν -άμεσα ή έμμεσα- με τον θρησκευτικό βίο (γάμοι, βαπτίσεις, διαζύγια, επιτροπείες ανηλίκων, κληρονομιές κ.λ.π.)
  3. να αποφασίζει και για άλλες αστικές υποθέσεις, οικονομικές δοσοληψίες ή κτηματικές διαφορές κ.λ.π
  4. να επιβέλλει φορολογία σε λαϊκούς και κληρικούς, για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών της Εκκλησίας
  5. να διατηρεί ειδικούς υπαλλήλους για την είσπραξη φόρων
  6. να εισηγείται στην Υψηλή Πύλη την αποκατάσταση γενομένων αδικιών ή να προβαίνει σε παραστάσεις υπέρ των υποδούλων

Η σουλτανική αυτή ενέργεια υπήρξε αποφασιστική για την τύχη των Ελλήνων. Ωστόσο, δεν πρέπει να παρερμηνευτεί, ως προς τα αληθινά της κίνητρα. Οι λόγοι, για τους οποίους παραχωρήθηκαν τα προνόμια αυτά στον ορθόδοξο Πατριάρχη και, κατά συνέπεια, στους διαδόχους του, δεν υπαγορεύονταν μόνο από τις διατάξεις του Ισλάμ, που συνιστούσε στους μωαμεθανούς ηγεμόνες να τηρούν στάση ανοχής απέναντι στους λαούς της Βίβλου, δηλαδή Εβραίους και Χριστιανούς. Ο Μωάμεθ ορμήθηκε προπαντός από πολιτικούς λόγους: η εκχώρηση προνομίων στο Πατριαρχείο παρείχε στους Τούρκους τη δυνατότητα να κυβερνούν ευχερέστερα τους Χριστιανούς, δεδομένου ότι ο Πατριάρχης αναλάμβανε την υποχρέωση, απέναντι στο κυρίαρχο οθωμανικό κράτος, να τηρεί σε υποταγή τους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παράβαση ή αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής συνεπαγόταν καθαίρεση ή θάνατο για τον Πατριάρχη, που ήταν υπεύθυνος για κάθε επαναστατική ενέργεια ή ακόμα και ύποπτη κίνηση των ραγιάδων. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος της παραχώρησης των προνομίων.

Η τακτική αυτή του σουλτάνου ενείχε και άλλο στόχο: να εμποδίσει -στην πράξη- την ένωση των νέων υπηκόων του ορθοδόξων της Ανατολής με καθολική Δύση, όπως είχε αποφασιστεί στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας για λόγους σκοπιμότητας (απόκρουση της τουρκικής απειλής). Με τον τρόπο αυτό ικανοποιούσε το θρησκευτικό συναίσθημα των Ορθοδόξων και ταυτόχρονα απομάκρυνε το ενδεχόμενο ανάληψης σταυροφορίας από μέρους των Καθολικών της Ευρώπης, για την απελευθέρωση των Χριστιανών της Ανατολής. Ο σουλτάνος είχε συμφέρον να διατηρηθεί το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ Ορθόδοξης και Καθολικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, και προτίμησε για τον πατριαρχικό θρόνο τον Γεώργιο Σχολάριο, γνωστό για τις ανθενωτικές του ιδέες και τα αντιπαπικά του φρονήματα.

Βέβαια, η μετέπειτα εξέλιξη της κατάστασης στον ελληνικό χώρο δεν δικαίωσε τους υπολογισμούς του σουλτάνου. Το εθνικό φρόνημα και ο πόθος της λύτρωσης από τα δεινά της δουλείας έθεσαν σε δεύτερη μοίρα την αντίθεση με τους Καθολικούς και ώθησαν τους Έλληνες σε συνεργασία για την απελευθέρωση τους. Σε αρκετές περιπτώσεις οι Έλληνες ενίσχυσαν, παρά τα σκληρά μέτρα της τουρκικής εξουσίας, τους Δυτικούς στους πολέμους τους κατά των Οθωμανών, με την ελπίδα να ενισχυθούν στο μέλλον και οι ίδιοι, για την ανάκτηση της ελευθερίας τους.

Θεωρητικά, η Εκκλησία, με τα προνόμια που είχε στη διάθεση της, ασκούσε τα καθήκοντα της χωρίς επεμβάσεις της οθωμανικής εξουσίας. Στην ουσία, όμως, τα πράγματα συνέβαιναν διαφορετικά. Οι Τούρκοι επενέβαιναν πολλές φορές στην εκλογή του Πατριάρχη, ή με διάφορα προσχήματα τον εξανάγκαζαν σε παραίτηση, για να επιλέξουν άλλον της αρεσκείας τους. Μέρος της ευθύνης για τις ανωμαλίες αυτές έφερε και η αντιζηλία και η διαμάχη μεταξύ των ισχυρών Ελλήνων -λαϊκών και κληρικών- που με τις ενέργειες τους υπονόμευαν τον Πατριάρχη.

Οι τουρκικές επεμβάσεις εκτείνονταν σε όλους τους τομείς που αφορούσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία, ανάλογα με τις διαθέσεις των ισχυρών και προπαντός του σουλτάνου. Παραταύτα, οι εκάστοτε Πατριάρχες προσέφεραν -στα πλαίσια πάντα των διορθοδόξων πνευματικών καθηκόντων τους- ανυπολόγιστη βοήθεια προς το Έθνος. Ήταν, κατά κανόνα, το στήριγμα των Ελλήνων. Η ευθυκρισία τους μάλιστα ήταν σε τέτοιο υψηλό βαθμό, ώστε προσέφευγαν σ’ αυτή ακόμη και Τούρκοι, αφού ο καδής έκρινε, συνήθως, τις δικαστικές υποθέσεις, ανάλογα με την αξία των προσφερομένων δώρων των διαδίκων. Για τους Έλληνες ο Πατριάρχης δεν ήταν μόνο ηγέτης της Εκκλησίας, αλλά και του Έθνους. Ήταν, δηλαδή, τυπικά και ουσιαστικά Εθνάρχης. Μαζί με τον υπ’ αυτόν κλήρο αποτέλεσε τον πλέον καθοριστικό παράγοντα της εθνικοπολιτικής αποκατάστασης του Γένους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος Δραγάσης

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος Δραγάσης (8 Φεβρουαρίου 1405 – 29 Μαΐου 1453) ήταν ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας, ως μέλος της δυναστείας των Παλαιολόγων, από το 1449 έως το θάνατό του κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Μετά το θάνατό του, έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ως ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την Αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε συνεχιστεί στην Ανατολή για 977 χρόνια μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Βίος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1405 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν το όγδοο από τα δέκα παιδιά του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση, κόρης του Σέρβου ηγεμόνα Κονσταντίν Ντράγκας Ντεγιάνοβιτς. Υπεραγαπούσε τη μητέρα του και πρόσθεσε το επώνυμό της (Δραγάση) δίπλα στο δικό του, όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο. Ήταν ο νεότερος αδελφός του Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου Αυτοκράτορα των Ρωμαίων και του Θεόδωρου Β’ Παλαιολόγου, δεσπότη του Μυστρά.

Συχνά αναφέρεται ως πορφυρογέννητος· ελάχιστα είναι γνωστά για την παιδική του ηλικία. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νεότητάς του στην Κωνσταντινούπολη υπό την επίβλεψη των γονιών του. Επίσης για τη φυσική του εμφάνιση δεν είναι τίποτα γνωστό. Σε νεαρή ηλικία εκπαιδεύτηκε στο κυνήγι, την ιππασία και την πολεμική τέχνη. Τον Νοέμβριο του 1423 ο αδελφός του Ιωάννης Η’ ταξίδεψε στη Βενετία και την Ουγγαρία για αναζήτηση βοήθειας και όρισε τον Κωνσταντίνο ως αντιβασιλέα στην Κωνσταντινούπολη· έτσι ο Κωνσταντίνος είχε την πρώτη του επαφή με θέση εξουσίας. Του δόθηκε επίσης ο τίτλος του δεσπότη και του παραχωρήθηκε μία περιοχή που εκτεινόταν κατά μήκος των δυτικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας, από την πόλη Μεσημβρία στον βορρά μέχρι τον Δέρκο στο νότο.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου

Οι σύγχρονες πηγές των γεγονότων της Άλωσης διαφέρουν ως προς την μαρτυρία τους σχετικά με την τύχη του Αυτοκράτορα. Μερικές δεν κάνουν καμία αναφορά στο θάνατό του, άλλες καταγράφουν απλώς ότι σκοτώθηκε μαχόμενος. Λίγες υποστηρίζουν ότι διέφυγε. Ο στενός του φίλος και συνεργάτης Γεώργιος Σφραντζής, ο μόνος ιστορικός της Άλωσης που την έζησε ως αυτόπτης μάρτυρας, περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές του Κωνσταντίνου που μάχονταν στην πύλη του Αγίου Ρωμανού γράφει:

«ο βασιλεύς ούν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην κι ασπίδα είπε λόγον λύπης άξιον: Ουκ εστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;” ήν γαρ μονώτατος απολειφθείς. Τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, έπεσε κατά γης ού γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστί, αλλ’ ως κοινόν στρατιώτης τούτον θανατώσαντες αφήκαν»

Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος της Χίου αναφέρει, πως ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τους αξιωματικούς του να τον σκοτώσουν και επειδή όλοι αρνούνταν ανακατεύτηκε μέσα στο γενικό μακελειό και σκοτώθηκε ποδοπατούμενος. Ο Βενετός Νικολό Μπάρμπαρο επαναλαμβάνει την ικεσία του Κωνσταντίνου για να τον θανατώσουν, αλλά αναφέρει πως το σώμα του εθέαθη μεταξύ των πτωμάτων και πως φημολογείτο πως κρεμάστηκε. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος αναφέρει, πως έπεσε μαχόμενος στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ το κεφάλι του αποκόπηκε και δωρήθηκε στον Μωάμεθ Β’. Αυτό επανέλαβαν οι Δούκας και Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ενώ ο Βενετός Ιάκωβος Τεντάλι λέει, πως ίσως χάθηκε το κεφάλι του. Ο Κωνσταντίνος Μιχαήλοβιτς της Οστρόβιτσα στα απομνημονεύματά του αναφέρει, πως αφού σκοτώθηκε σε ρήγμα του τείχους, το κεφάλι του αποκόπηκε από έναν γενίτσαρο ονόματι Σαριέλλη, που το δώρησε στον σουλτάνο. Για τους Τούρκους χρονογράφους και ιστορικούς ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας πανικόβλητος, τράπηκε σε φυγή, αλλά μετά από συμπλοκή τελικά αποκεφαλίστηκε. Ο Βενετός Νικόλαος Σαγκουντίνο αναφέρει, πως ο Ιουστινιάνης, διαπιστώνοντας το μάταιο της άμυνάς του, ζήτησε να διαφύγει ο Κωνσταντίνος με ασφάλεια, αλλά εκείνος αρνήθηκε, θέλοντας να πεθάνει μαζί με την Αυτοκρατορία του. Γενικά ομοφώνως οι πηγές αναφέρουν, πως σκοτώθηκε και το πτώμα του, που βρέθηκε, αποκεφαλίστηκε. Τρεις μόνο πηγές αναφέρουν, πως διέφυγε από την πόλη: ο Σαμίλε ή Σαμουήλ, Έλληνας επίσκοπος, ο Αρμένιος ποιητής Αβραάμ Αγκύρας και ο Νίκολα ντελα Τούτσια. Ο Αινείας Σύλβιος, κατοπινός Πάπας Πίος Β’ αναφέρει, πως εγκατέλειψε τη θέση του από δειλία, μα τελικά σκοτώθηκε. Ίσως αναπαράγει ψευδή πληροφορία από τους Σέρβους, που την άντλησαν από τους Τούρκους, στο πλευρό των οποίων πολεμούσαν. Για τον τόπο θανάτου του αναφέρεται το ρήγμα του τείχους, κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ή η Χρυσή Πύλη. Όπως επισημαίνει και ο Ντόναλντ Νίκολ, «η αφθονία αλληλοσυγκρουόμενων μαρτυριών καθιστά αδύνατον το να βεβαιωθεί κανείς σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο θανάτου του Κωνσταντίνου».

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος θεωρείται από κάποιους εθνομάρτυρας και αποκαλείται συχνά και ανεπίσημα ως «εθνικός ήρωας», αν και δεν έχει ανακηρυχθεί άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σύζυγοι και υποψήφιες σύζυγοι

Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Μανταλένα Τόκκο, ανιψιά του Καρόλου Α’ Τόκκου δεσπότη της Ηπείρου, η οποία, μετά το γάμο τους την 1η Ιουλίου 1428 σε μια τελετή κοντά στην Πάτρα, έγινε ορθόδοξη και άλλαξε το όνομά της σε Θεοδώρα. Για προίκα έλαβε όσα φρούρια ανήκαν στο θείο της Κάρολο Α’ στην Πελοπόννησο. Αυτή πέθανε στο Σανταμέρι της Αχαΐας τον Νοέμβριο του 1429. Ενταφιάστηκε στην Γλαρέντζα, αλλά αργότερα το λείψανό της μεταφέρθηκε στη μονή του Ζωοδότη Χριστού στην Σπάρτη.

Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Κατερίνα Γκαττιλούζιο, κόρη του Ντορίνο Α’ Γκαττιλούζιο αυθέντη της Λέσβου, την οποία νυμφεύθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης τον Αύγουστο του 1441, αλλά την άφησε στον πατέρα της και αναχώρησε για τον Μυστρά. Η Κατερίνα ήταν έγκυος όταν αρρώστησε και πέθανε τον Αύγουστο του 1442 κατά την πολιορκία της Λήμνου από τους Οθωμανούς. Τάφηκε στο Παλαιόκαστρο (Μύρινα) της Λήμνου.

Η αναζήτηση συζύγου με σκοπό τη διαιώνιση της Παλαιολόγειας δυναστείας είχε απασχολήσει τον Κωνσταντίνο ΙΑ’, από τότε που ήταν στον Μυστρά. Είχε στείλει απεσταλμένο στον βασιλιά Αλφόνσο Ε’ της Αραγωνίας με σκοπό τη σύναψη συμμαχίας μέσω γάμου. Μία πρόταση αφορούσε το γάμο με τη Βεατρίκη, κόρη του Πέδρο, αδελφού του Αλφόνσου Ε´. Επίσης γι’ αυτό το σκοπό πήγε απεσταλμένος στο βασίλειο της Γεωργίας και την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ο Σφραντζής επίσης είχε την ιδέα να νυμφευθεί ο Κωνσταντίνος τη θετή μητέρα του Μωάμεθ Β’ και χήρα του Μουράτ Β’, τη Μαρία ή Μάρα Μπράνκοβιτς, κόρη του Σέρβου δεσπότη Γεωργίου Μπράνκοβιτς, ο οποίος και βολιδοσκοπήθηκε. Όμως η ίδια η Μαρία δεν ήθελε. Τελικά ο Κωνσταντίνος πέθανε χήρος και χωρίς απογόνους.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος των θρύλων

Θρύλοι για την οικογενειακή του κατάσταση

Από τις Σλαβικές εκδοχές του Ημερολογίου του Νέστορα Ισκεντέρ, διαδόθηκε ο θρύλος, πως ο Κωνσταντινος άφησε μια χήρα Αυτοκράτειρα και έναν γιο ή κόρες. Ο ίδιος θρύλος επαναλαμβάνεται σε επιστολή προς τον Πάπα Νικόλαο Ε´ από τον Αινεία Σύλβιο, ο οποίος αναφέρει πως ο Μωάμεθ Β´ ζήτησε να του φέρουν τη σύζυγο και τις κόρες του τελευταίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα με σκοπό να τις ατιμάσει και να τις δολοφονήσει. Επίσης πως ο γιος διέφυγε στο Πέραν (Γαλατά). Ο Γάλλος Ματιέ ντε Κουσσύ αναπαράγει την ίδια πληροφορία περί της συζύγου του Αυτοκράτορα και ο Μεγάλος Λογοθέτης Ιέρακας επίσης, δια του οποίου περνά στο Ελληνικό χρονικό των Σουλτάνων και στον Μαρτίνο Κρούσιο. Για άλλους ιστορικούς είχε λογοδοθεί με την Άννα Παλαιολογίνα, κόρη του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, όμως αυτή ζούσε στην Ιταλία πριν το 1453. Για Τούρκους χρονογράφους είχε αρραβωνιστεί μια κόρη του βασιλιά της Γαλλίας, κάτι που επίσης δεν ισχύει.

Θρύλοι για τον τόπο ταφής του

Ο Θεόδωρος Σπανδωνής ή Σπαντουνίνο αναφέρει, πως το πτώμα του αναζητήθηκε από τον Μωάμεθ Β’ και όταν βρήκε τη σορό, τον θρήνησε και τον έθαψε, αλλά κατά τον Σπανδωνή δεν υπάρχει πουθενά ο τάφος του στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μακάριος Μελισσηνός αναφέρει, πως τάφηκε στην Αγία Σοφία, κάτι που απορρίπτεται ως μυθώδες. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει ως τόπο ταφής του τη μονή της Περιβλέπτου, αλλά εκεί έχει ταφεί ένας προγενέστερος Αυτοκράτορας. Τούρκος ιστορικός του 19ου αιώνα λέει, πως τάφηκε στο Μπαλουκλί, στη μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Πατριάρχης Κωνστάντιος του Σινά αναφέρει πως Τούρκοι ιμάμηδες και χριστιανοί επισκεπτόταν το τέμενος Γκιουλ Καμί, τον πρώην ναό της Αγίας Θεοδοσίας, ως τόπο ταφής του Κωνσταντίνου. Τέλος Τούρκοι διέδιδαν, πως ετάφη στο Βέφα Μεϊντάν, αλλά μάλλον εκεί ήταν θαμμένος κάποιος δερβίσης ή Τούρκος στρατιώτης, που εκτελέστηκε από τον Σουλτάνο, επειδή σκότωσε τον Αυτοκράτορα και δεν τον συνέλαβε ζωντανό. Τέλος άλλη παράδοση αναφέρει, πως ετάφη στον ναό των Αγίων Αποστόλων, αλλά το σώμα του μεταφέρθηκε αργότερα στο Γκιουλ Τζαμί. Πιθανώς ετάφη σε έναν κοινό τάφο μαζί με τους ένοπλους συντρόφους τους και τους εχθρούς του.

Θρύλοι για το ότι δεν πέθανε

Ο θρύλος πως τελικά δεν πέθανε και πως θα επιστρέψει, καλλιεργήθηκε από τα πρώτα χρόνια της Άλωσης: στο ποίημα Άλωση της Πόλης του ψευδο-Γεωργιλλά, ο Μωάμεθ έψαξε να βρει το πτώμα του νεκρού Παλαιολόγου, χωρίς να το εντοπίσει. Στο Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης ικετεύονται οι Κρήτες στρατιώτες να του κόψουν το κεφάλι και να το μεταφέρουν στην Κρήτη για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Θρύλοι για το ξίφος του

Το ξίφος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ φέρει την επιγραφή CY BACIΛΕΥ ΑΗΤΤΗΤΕ ΛΟΓΕ ΘΕΟΥ ΠΑΝΤΑΝΑΞ … ΤΩ ΗΓΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩ ΑΥΘΕΝΤΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΩ

Τον 19ο αιώνα ένας Ιταλός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη συγκέντρωσε μια ιδιωτική συλλογή όπλων και πανοπλιών, που την εξέθεσε αργότερα στο Τορίνο. Ανάμεσα στα αντικείμενα ήταν και ένα ξίφος σκαλισμένο με Χριστιανικές φιγούρες και με ελληνιστί αφιέρωση σε έναν Αυτοκράτορα ονόματι Κωνσταντίνο. Το 1857 ο Γάλλος Βικτόρ Λανγκλουά το εξέτασε και αποφάνθηκε, πως ήταν το ξίφος του Κωνσταντίνου, προερχόμενο από τον τάφο του Μωάμεθ Β’.

Πηγή: http://www.livanis.gr/1453-H-polis-ealw_p-253651.aspx

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_ΙΑ’_Παλαιολόγος